Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to procedural defects and rejection of vague delay arguments.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court declared the appeal inadmissible regarding absent defendants and rejected the appeal in its entirety against others. The appellant argued that the lower court failed to consider a claim of fraudulent delay tactics preventing them from pursuing their rights. The court found this argument vague and unproven, noting the appellant did not specify when the alleged fraudulent acts occurred.
Legislator headnote
AI generatedArticles 108, 110 § 2, 498 § 1 and 568 §§ 1, 2 and 4 and 576 §§ 1 - 3 of the Code of Civil Procedure; The appeal is inadmissible if a defendant fails to appear or participate properly, and vague allegations of fraudulent delay without specific timing do not justify a review of the lower court's decision.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1416 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1416/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 10 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Μ. Π. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Κουδρόγλου με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Ε. του Κ., 2) Α. συζύγου Ι. Ε., 3) Κ. Ε., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παύλο Γιωγιό με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις, 4) Α. Σ. του Ε., 5) Θ. Χ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/7/2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και την από 30/6/2008 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση και παρεμπίπτουσα αγωγή των υπό στοιχεία 1-3 αναιρεσιβλήτων και προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: .../2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 518/2015 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22/12/2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Λέκκας ανέγνωσε την από 27/9/2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 § 2, 498 § 1 και 568 §§ 1, 2 και 4 και 576 §§ 1 - 3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν μετάσχει σ’ αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κάποιος διάδικος, το Δικαστήριο ερευνά αυτεπάγγελτα, ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε την συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν την συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα την συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησης ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος την επέσπευσε, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους, καταρχήν, τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με νέα κλήση.
Ειδικά, αν ο μη εμφανισθείς διάδικος είναι αναιρεσίβλητος και δεν προκύπτει ότι την συζήτηση επισπεύδει αυτός, για το παραδεκτό της συζήτησης, δεν αρκεί η επίδοση προς αυτόν μόνο της κλήσης για συζήτηση, αλλά απαιτείται να του έχει επιδοθεί και αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης. Περαιτέρω, στην παρ. 3 εδ.
β’ του άρθρου 576 ΚΠολΔ, όπως το εδάφιο τούτο προστέθηκε με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013, που ισχύει από 20-3-2013 και καταλαμβάνει, κατά το άρθρο 98 του ίδιου νόμου, και τις εκκρεμείς υποθέσεις, ορίζεται ότι "σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς" (ΑΠ 52/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης αυτής (ΚΠολΔ 561 § 2), προκύπτουν τα εξής: Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η υπ’ αριθμ. 518/2015 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε επί της από 8-10-2010 έφεσης της αναιρεσείουσας κατά της υπ’ αριθμ. .../2010 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε η από 29-7-2005 αγωγή της τελευταίας περί αποζημίωσης εξαιτίας της επικαλούμενης αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των αναιρεσιβλήτων.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο του Δικαστηρίου οι τέταρτος και πέμπτος των αναιρεσιβλήτων δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο. Από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει ποιο από τα διάδικα μέρη επισπεύδει τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης και αν έχει επιδοθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης στους ως άνω απόντες αναιρεσίβλητους.
Επομένως, ως προς αυτούς πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση. Στη συνέχεια, εφόσον πρόκειται για απλή ομοδικία, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση και να συζητηθεί η αίτηση ως προς τους παριστάμενους διαδίκους.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 247, 251, 298, 914 και 937 Α.Κ. συνάγεται ότι σε περίπτωση αδικοπραξίας, αφότου εκδηλώθηκε το ζημιογόνο γεγονός, γεννιέται υπέρ του ζημιωθέντος αξίωση αποζημίωσης για την όλη ζημία, θετική και αποθετική, παρούσα ή μέλλουσα, αν είναι προβλεπτή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και εφόσον η δικαστική της επιδίωξη είναι δυνατή, η δε παραγραφή της αξίωσης αυτής είναι πενταετής και αρχίζει να τρέχει για όλες τις ζημίες ενιαίως, από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση των πρώτων επιζήμιων συνεπειών και του υπόχρεου προς αποζημίωση.
Γνώση της ζημίας για την έναρξη της πενταετούς παραγραφής νοείται η γνώση των επιζήμιων συνεπειών της πράξης, όχι όμως και η γνώση της έκτασης της ζημίας ή του ποσού της αποζημίωσης (ΑΠ 377/2009, ΑΠ 1581/2008). Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που δεν εφαρμόσθηκε.
Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είτε είναι, κατά το νόμο, αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.
Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος, για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 253/2013).
Με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα, μεταξύ άλλων, πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων: "Δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../1984 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ε. Π., που μεταγράφηκε νόμιμα, η κυρίως ενάγουσα κατέστη κυρία του ισογείου ορόφου εμβαδού 75 τμ περίπου, μετά του αναλογούντος σε αυτόν ποσοστού επί του οικοπέδου, από μία διώροφη οικοδομή που βρίσκεται επί της οδού ....
Εξάλλου, ο πρώτος και η δεύτερη των εναγόμενων κατέστησαν δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../1988 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Κ. Σ. σε συνδυασμό με την υπ’ αριθμ. .../1988 πράξη καταργήσεως διαλυτικής αιρέσεως της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, συγκύριοι κοινά, αδιαίρετα και κατ’ ισομοιρίαν ομόρου με την ως άνω οικία οικοπέδου εκτάσεως 134 τ.μ που βρίσκεται επί της οδού ...
στην ..., επί του οποίου ανήγειραν τετραώροφη οικοδομή. Ακολούθως οι ως άνω εναγόμενοι μεταβίβασαν κατά ψιλή κυριότητα δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../1998 συμβολαίου γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Φ. Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα, στον υιό τους, τρίτο των κυρίως εναγόντων, α) ένα διαμέρισμα που καταλαμβάνει τον τρίτο όροφο της ως άνω τετραώροφης οικοδομής, εμβαδού μικτού 93,80 τμ, β) ένα διαμέρισμα που καταλαμβάνει τον τέταρτο όροφο της πιο πάνω οικοδομής, εμβαδού μικτού 55,12 τμ και γ) έναν υπόγειο αποθηκευτικό χώρο εμβαδού 31 τμ, μετά των αναλογούντων στα ως άνω ακίνητα ποσοστών επί του οικοπέδου.
Επίσης οι ίδιοι ως άνω εναγόμενοι μεταβίβασαν από την παραπάνω τετραώροφη οικοδομή δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../1998 συμβολαίου γονικής παροχής της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, στον αρχικώς τέταρτο των κυρίως εναγομένων υιό τους Β. Ε. κατά ψιλή κυριότητα α) ένα διαμέρισμα που καταλαμβάνει τον πρώτο όροφο, εμβαδού μικτού 85 τμ, β) ένα διαμέρισμα που καταλαμβάνει το δεύτερο όροφο, εμβαδού μικτού 93,80 τμ και γ) έναν υπόγειο αποθηκευτικό χώρο εμβαδού 30 τμ, μετά των αναλογούντων στα ω άνω ακίνητα ποσοστών επί του οικοπέδου.
Κατά την ανέγερση της οικοδομής των εναγομένων το έτος 1990 εμφανίσθηκαν για πρώτη φορά ρήγματα στον όμορο με αυτή τοίχο της οικίας της ενάγουσας και επήλθε μερική ρήξη αυτού, λόγω ελλιπών μέτρων αντιστήριξης της οικίας της ενάγουσας η οποία υπέστη καθίζηση, οι δε ζημίες που προκλήθηκαν στην οικία της αποκαταστάθηκαν πρόχειρα από τους εναγομένους κατόπιν διαμαρτυριών της.
Εν συνεχεία το έτος 1996 επανεμφανίσθηκαν ρωγμές, πτώση επιχρισμάτων και κλίση του δαπέδου της οικίας της ενάγουσας στον ίδιο ως άνω εφαπτόμενο με το ακίνητο των κυρίως εναγόμενων τοίχο της οικίας της, ζημίες τις οποίες αποκατέστησε με δαπάνες της η ενάγουσα, ενώ το έτος 1999 δημιουργήθηκαν εκ νέου ακόμη μεγαλύτερες ρωγμές στον παραπάνω τοίχο της οικίας της και εντάθηκε η κλίση του δαπέδου της λόγω καθιζήσεως.
Συνεπώς η κυρίως ενάγουσα ήδη από το έτος 1990, οπότε κατά την ανέγερση της οικοδομής των κυρίως εναγομένων εμφανίσθηκαν οι πρώτες ζημιές στον όμορο με το ακίνητο αυτών τοίχο της οικίας της, γνώριζε ότι υπαίτιοι των ζημιών αυτών είναι οι κυρίως εναγόμενοι, οι οποίοι άλλωστε, όπως συνομολογεί με την αγωγή της αποκατέστησαν κατόπιν διαμαρτυριών της τις επελθούσες βλάβες.
Εξάλλου και ως προς τις μετέπειτα ζημιές της οι οποίες εμφανίσθηκαν κατά τη διάρκεια των ετών 1996 και 1999 η ενάγουσα γνώριζε ότι οφείλονταν στην προπεριγραφείσα αμελή συμπεριφορά των εναγομένων, καθόσον αυτές προκλήθηκαν στον ίδιο ως άνω τοίχο με μεγαλύτερη ένταση και περαιτέρω επεκτάθηκαν στο δάπεδο της οικίας της.
Ως εκ τούτου τουλάχιστον από το έτος 1999 η κυρίως ενάγουσα γνώριζε τη ζημιά της και τους υπόχρεους προς αποζημίωσή της και μπορούσε να στραφεί εναντίον των κυρίως εναγόμενων με την έγερση της αγωγής. Έκτοτε άρχιζε η διαδρομή της εκ του άρθρου 937 ΑΚ πενταετούς παραγραφής των ενδίκων αξιώσεων της κατά των τελευταίων, η οποία και είχε συμπληρωθεί κατά το χρόνο άσκησης της κρινόμενης κύριας αγωγής, που επιδόθηκε στους κυρίως εναγόμενους στις 27-1-2006 ( βλ.
τις προσκομιζόμενες υπ’ αριθμ. .../27-1-2006 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Σ. Χ.). Ο ισχυρισμός της ενάγουσας, τον οποίο προέβαλε πρωτοδίκως και επαναφέρει εν προκειμένω με λόγω έφεσης, ότι μόλις στις 29-3-2005 έλαβε γνώση με βεβαιότητα των υπαιτίων της ζημίας της, οπότε εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. .../2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απαλλάχθηκε από την κατηγορία της παρεμπόδισης αποτροπής κοινού κινδύνου που της αποδίδονταν, η οποία συνίστατο στην παράλειψή της να λάβει τα αναγκαία μέτρα για την αποκατάσταση των ανωτέρω ζημιών της οικίας της, προς αποφυγή προκλήσεως κοινού κινδύνου, δεν κρίνεται βάσιμος κατ’ ουσίαν, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, περαιτέρω δε και διότι η ανωτέρω απόφαση εκδόθηκε με βάση έγγραφα και μαρτυρίες (της πολιτικού μηχανικού Ό.
Μ. που είχε συντάξει κατόπιν αιτήσεως της ενάγουσας τεχνική έκθεση για την παραπάνω οικία της τελευταίας, της αδελφής της ενάγουσας Ε. Π. του Ν. και του μάρτυρα απόδειξης στην παρούσα δίκη Α. Χ. του Χ.), που ήταν ήδη γνωστά στην κυρίως ενάγουσα και όχι με βάση νέα αποδεικτικά στοιχεία, που κατέστησαν γνωστά σε αυτή για πρώτη φορά στην παραπάνω ποινική δίκη.
Συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτή ως κατ’ ουσίαν βάσιμη η ένσταση παραγραφής που προέβαλαν οι εναγόμενοι. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, αφού τα ίδια δέχθηκε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του, που έκρινε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη μετά την αποδοχή και ως βάσιμης κατ’ ουσίαν της ενστάσεως παραγραφής που προέβαλαν οι εναγόμενοι, ορθά εφάρμοσε το νόμο και σωστά εκτίμησε τις αποδείξεις και πρέπει να απορριφθεί ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της έφεσης ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Εξάλλου, ο ισχυρισμός της ενάγουσας περί παράτασης της παραγραφής καθόσον η προκληθείσα από υπαιτιότητα των εναγομένων κατάσταση στο ακίνητό της επιδεινώνεται διαρκώς με την πάροδο των ετών κατά τρόπο μη προβλεπτό κατά την αρχική εμφάνιση του προβλήματος, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (άρθρο 527 ΚΠολΔ ) καθόσον προβλήθηκε για πρώτη φορά στην κατ’ έφεση δίκη και μάλιστα με την προσθήκη των προτάσεων μετά τη συζήτηση της υπόθεσης στο παρόν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, χωρίς να συντρέχει κάποια από τις περιπτώσεις του άρθρου 527 αριθμ. 1 και 2 ΚΠολΔ...".
Ακολούθως και με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την από 8-10-2010 έφεση της αναιρεσείουσας και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, δυνάμει της οποίας είχε απορριφθεί η ένδικη αγωγή, κατά παραδοχή της ένστασης των αναιρεσιβλήτων, περί παραγραφής της αξίωσης της αναιρεσείουσας. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αλλά με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, κατέληξε στο πόρισμά του, αξιολογώντας το σύνολο των διαθέσιμων αποδεικτικών μέσων, χωρίς να είναι αναγκαίο να περιλάβει σ’ αυτήν άλλες αιτιολογίες προς αποσαφήνιση των όσων δέχθηκε.
Ειδικότερα, την κρίση αυτή της πληττόμενης απόφασης, περί παραγραφής, δηλαδή, της ένδικης αξίωσης της αναιρεσείουσας, στηρίζουν σαφώς και επαρκώς οι παραδοχές του Εφετείου ότι: α) κατά την ανέγερση της οικοδομής των αναιρεσιβλήτων το έτος 1990 εμφανίσθηκαν για πρώτη φορά ρήγματα στον όμορο με αυτή τοίχο της οικίας της αναιρεσείουσας και επήλθε μερική ρήξη αυτού, λόγω ελλιπών μέτρων αντιστήριξης της οικίας της τελευταίας, η οποία υπέστη καθίζηση, οι δε ζημίες που προκλήθηκαν στην οικία της αποκαταστάθηκαν πρόχειρα από τους αναιρεσιβλήτους κατόπιν διαμαρτυριών της, β) το έτος 1996 επανεμφανίσθηκαν ρωγμές, πτώση επιχρισμάτων και κλίση του δαπέδου της οικίας της αναιρεσείουσας στον ίδιο ως άνω εφαπτόμενο με το ακίνητο των αναιρεσιβλήτων τοίχο της οικίας της, ζημίες, τις οποίες αποκατέστησε με δαπάνες της η ίδια, ενώ το έτος 1999 δημιουργήθηκαν εκ νέου ακόμη μεγαλύτερες ρωγμές στον παραπάνω τοίχο της οικίας της και αυξήθηκε η κλίση του δαπέδου της λόγω καθιζήσεως, γ) η αναιρεσείουσα ήδη από το έτος 1990, οπότε κατά την ανέγερση της οικοδομής των αναιρεσιβλήτων εμφανίσθηκαν οι πρώτες ζημιές στον όμορο με το ακίνητο αυτών τοίχο της οικίας της, γνώριζε ότι υπαίτιοι των ζημιών αυτών είναι οι τελευταίοι, οι οποίοι άλλωστε, όπως συνομολογεί με την αγωγή της και τις αποκατέστησαν κατόπιν των διαμαρτυριών της, δ) και ως προς τις μετέπειτα ζημιές της, οι οποίες εμφανίσθηκαν κατά τη διάρκεια των ετών 1996 και 1999 γνώριζε ότι οφείλονταν στην προπεριγραφείσα αμελή συμπεριφορά των αναιρεσιβλήτων, καθόσον αυτές προκλήθηκαν στον ίδιο ως άνω τοίχο με μεγαλύτερη ένταση και περαιτέρω επεκτάθηκαν και στο δάπεδο της οικίας της και ως εκ τούτου, τουλάχιστον από το έτος 1999, γνώριζε (η αναιρεσείουσα) τη ζημιά της και τους υπόχρεους προς αποζημίωσή της αναιρεσιβλήτους και μπορούσε να στραφεί εναντίον τους με την άσκηση αγωγής και ε) έκτοτε άρχισε η διαδρομή του χρόνου της εκ του άρθρου 937 ΑΚ πενταετούς παραγραφής των ενδίκων αξιώσεών της κατά των αναιρεσιβλήτων, η οποία και είχε συμπληρωθεί κατά το χρόνο άσκησης της κρινόμενης κύριας αγωγής, που επιδόθηκε σ’ αυτούς στις 27-1-2006.
Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του και ο τρίτος λόγος, κατά το τρίτο σκέλος του, από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Επειδή ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε αποδεικτικό, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ.
του ίδιου Κώδικα, έγγραφο περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό, από εκείνο που αναφέρεται στο έγγραφο αυτό, όχι δε και όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας το περιεχόμενο του εγγράφου, όπως πράγματι έχει, άγεται σε κρίση διαφορετικά από εκείνη, την οποία θεωρεί ως ορθή ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση, η οποία ανάγεται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων.
Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό πόρισμά του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα, στο οποίο κατέληξε ως προς το αποδεικτικό γεγονός (ΑΠ 640/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο και κατά το πρώτο σκέλος του, λόγο αναίρεσης, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια, γιατί παραμόρφωσε το περιεχόμενο της υπ’ αριθμ. ... έκθεσης επικινδύνου της πολ.
Μηχανικού Ό. Μ. με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από όσα διαλαμβάνουν τα έγγραφα αυτό. Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμά του, συνεκτίμησε όλα τα αναφερόμενα σε αυτή αποδεικτικά μέσα, καθώς και την υπ’ αριθμ. ...
έκθεση επικινδύνου της πολ. Μηχανικού Ό. Μ. και δεν στήριξε σε αυτή, αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο, την κρίση του. Είναι χαρακτηριστικό ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα γνώριζε από το έτος 1990 τους υπαίτιους της προξενηθείσας στο ακίνητό της ζημίας, ενόψει του ότι στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής η ίδια ανέφερε ότι τότε και ύστερα από διαμαρτυρίες της οι αναιρεσίβλητοι αποκατέστησαν τις ζημίες.
Επομένως, ο ανωτέρω λόγος της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 20 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατά τα άρθρα 339 και 352 ΚΠολΔ, απόδειξη δεν αποτελεί κάθε ομολογία, αλλά μόνο η γενόμενη με σκοπό αποδοχής τού αμφισβητούμενου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος, πρέπει δε να είναι σαφής και συγκεκριμένη.
Ειδικότερα, δικαστική ομολογία υπάρχει όταν το ενώπιον του δικαστηρίου ή του εισηγητή δικαστή αναγνωριζόμενο από το διάδικο επιζήμιο γι’ αυτόν γεγονός αναφέρεται αμέσως στο αντικείμενο της δίκης, όχι δε και όταν το γεγονός αυτό αποτελεί τη βάση δικαστικού τεκμηρίου για το αποδεικτέο περιστατικό (ΑΠ 510/2010).
Όπως προκύπτει από την επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση του περιεχομένου των προτάσεων των τριών πρώτων των αναιρεσιβλήτων ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, οι τελευταίοι αναφέρουν σ’ αυτές ότι "....κατά συνέπεια έχουμε ρητή, γραπτή ομολογία της αντιδίκου ότι οι ζημίες που αναφέρει στην αγωγή της ότι εμφάνισε η οικοδομή της περί το 2000 οφείλονται στην όμορη της δικής της οικοδομής, επί της οδού ..., και όχι στη δική μας, της οδού ..., όμορη με τη δική της αλλά από την αντίθετη πλευρά.
Για τον λόγο αυτό, πλην όσων θα αναφέρουμε παρακάτω, από ομολογία της αντιδίκου αποδεικνύεται ότι εμάς ουδεμία ευθύνη μας βαρύνει για τυχούσες ζημίες στην κατοικία της....". Όμως, από την περικοπή αυτή των προτάσεων των τριών πρώτων των αναιρεσιβλήτων, δεν συνάγεται δικαστική τους ομολογία, με την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά γίνεται με αυτές, προς απόκρουση της ένδικης αγωγής, επίκληση ομολογίας της αναιρεσείουσας.
Έτσι ο πρώτος, κατά το τρίτο και τέταρτο σκέλος του, από το άρθρο 559 αριθ. 12 και 11 περ. γ’ ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, ότι το Εφετείο, παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ενώ παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη την ενώπιον αυτού, από την αναιρεσείουσα, επικληθείσα ομολογία των αντιδίκων της, είναι, αφού δεν πρόκειται για δικαστική ομολογία, απαράδεκτος και εντεύθεν απορριπτέος.
Επειδή, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος.
Ειδικότερα, ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος ιδρύεται, όταν ο ισχυρισμός που είχε προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τρόπο ορισμένο και παραδεκτό, ήταν ορισμένος και νόμιμος, ασκούσε, δηλαδή, ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. (ΑΠ 147/2008). Με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ.,(κατ’ εκτίμηση μόνο), 8 ΚΠολΔ πλημμέλεια, καθόσον το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα, τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί διακοπής της παραγραφής της σχετικής αξίωσής της.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, προεχόντως ως απαράδεκτος, καθόσον ο φερόμενος ως μη ληφθείς υπόψη ισχυρισμός αποτελεί μεν "πράγμα", κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, πλην όμως η αναιρεσείουσα, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (ΚΠολΔ 561), δεν επικαλέστηκε νόμιμο λόγο διακοπής της παραγραφής από τους διαλαμβανομένους στα άρθρα 260, 261 και 264 ΑΚ, όπου γίνεται περιοριστική απαρίθμηση πράξεων ή ενεργειών, που επάγονται τη διακοπή της, αλλά αρνήθηκε αιτιολογημένα την προταθείσα ένσταση παραγραφής και ειδικότερα το χρόνο έναρξης αυτής.
Κατά τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση που αφέθηκε αδίκαστη νοείται όχι οποιαδήποτε αίτηση, που υποβλήθηκε από τους διαδίκους κατά τη διαδρομή της δίκης, αλλά μόνο εκείνη που αναφέρεται σε ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία.
Έτσι η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να λάβει υπόψη του ενστάσεις ή αντενστάσεις των διαδίκων δεν θεμελιώνει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 483/2011). Με το πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστη την αντένστασή της για αναστολή της παραγραφής της αξίωσής της.
Ο λόγος αυτός, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 255 εδ. β’ ΑΚ, η προθεσμία, όπως και η παραγραφή, αναστέλλεται μεταξύ άλλων περιπτώσεων και για όσο χρονικό διάστημα, μέσα στο τελευταίο εξάμηνο του χρόνου της, ο υπόχρεος απέτρεψε με δόλο το δικαιούχο από την άσκηση της αξίωσής του.
Η διάταξη αυτή αποτελεί ειδικότερη έκφραση της γενικής αρχής του δικαίου, σύμφωνα με την οποία ο δόλος δεν είναι ανεκτός στις συναλλακτικές σχέσεις. Η επίκληση της μεν παρόδου της αποσβεστικής προθεσμίας εισάγει ένσταση του εναγομένου, της δε δολίας αποτροπής του δικαιούχου εκ μέρους του υποχρέου εισάγει αντένσταση του ενάγοντος (ΑΠ 830/2015, ΑΠ 201/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου του αναιρετηρίου, αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον προταθέντα από την αναιρεσείουσα ισχυρισμό περί αναστολής της παραγραφής. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων η αναιρεσείουσα ισχυρίστηκε πρωτοδίκως ότι "...οι αντίδικοι ούτε καν με ημίμετρα, αλλά με κόλπα, με απέτρεπαν από το να αντιληφθώ τη σοβαρότητα του όλου προβλήματος, αλλά και την παραγωγική του αιτία, παραπλανώντας κι εμένα ότι πρόκειται για επιφανειακές φθορές, που χρήζουν επιφανειακής μόνον επιδιορθώσεως, παρά ταύτα σήμερα, που συνεχίζουν να αρνούνται την ευθύνη τους, την οποία επιρρίπτουν σε διάφορους ώμους (των ιδιοκτητών της έτερης όμορης με τη δική μου οικοδομής, του ιδιοκτήτου του ύπερθεν εμού ορόφου, σε εμένα την ίδια κ.ο.κ.) με ψέγουν για τη δήθεν καθυστερημένη αντίδρασή μου...", τον ισχυρισμό δε αυτό επανέφερε ενώπιον του Εφετείου με το δεύτερο λόγο έφεσης.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και εντεύθεν απορριπτέος, καθόσον ο προαναφερόμενος ισχυρισμός είναι αόριστος και κατά συνέπεια δεν ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού η αναιρεσείουσα, η οποία επικαλείται αναστολή της παραγραφής, δεν καθορίζει τον χρόνο κατά τον οποίο έλαβαν χώρα οι επικαλούμενες δόλιες ενέργειες των αντιδίκων της και ως εκ τούτου, το Εφετείο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει, σύμφωνα με όσα έχουν ήδη εκτεθεί.
Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η από 5-10-2015 αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (ΚΠολΔ 495 § 4) και να καταδικαστεί η τελευταία λόγω της ήττας της στα δικαστικά έξοδα των τριών πρώτων εκ των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι και υπέβαλαν σχετικό αίτημα, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 § 2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης όσον αφορά τους απόντες τέταρτο και πέμπτο των αναιρεσίβλητων.
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της αναίρεσης ως προς τους ως άνω αναιρεσίβλητους.
Απορρίπτει την από 22-12-2015 αίτηση αναίρεσης, ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε η αναιρεσείουσα στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των τριών πρώτων εκ των αναιρεσιβλήτων, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Μαρτίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Αυγούστου 2017.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΕΡΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και νυν Πρόεδρος του Αρείου Πάγου