Legislator Case Law & Legislation
1416/2015 AI generated

Supreme Court allows appeal and remands case for new substantive hearing due to procedural irregularities.

Case Number 1416/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision, remanding the case for a new substantive hearing. The appellant argued that the lower court failed to properly consider procedural requirements for a second appeal, violating the principle of judicial economy. The court ruled that a new hearing is necessary to allow parties to submit new claims and evidence within the correct procedural framework.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(8), 581(2), 570(2) of the Code of Civil Procedure; A second appeal requires a new substantive hearing to ensure parties can submit new claims and evidence, preventing the nullification of substantive litigation rights.

Keywords

AI generated
second appeal procedure new substantive hearing judicial economy principle Code of Civil Procedure procedural irregularities

Cited Legislation

AI generated
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 581(2) of the Code of Civil Procedure
Article 570(2) of the Code of Civil Procedure
Article 237 of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1416 / 2015 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1416/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πάσσο Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο τμήμα), Ασπασία Καρέλλου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα και Δήμητρα Κοκοτίνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ (Δ.Ε.Η.) Α.Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Περικλή Κατσαούνη, που κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Κ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσια δικηγόρο του Αβραάμ Ιορδανίδη, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/7/2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2357/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 1728/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της ως άνω απόφασης ζήτησε ο ήδη αναιρεσίβλητος με την από 12/1/2010 αίτηση του, επί της οποίας εκδόθηκε η 1823/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία την αναίρεσε κατά ένα μέρος και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείου, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Στη συνέχεια εκδόθηκε η 3800/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητάει η ήδη αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 14/10/2013 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Καρέλλου ανέγνωσε την από 30/12/2014 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Χριστόφορου Κοσμίδη, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η από 15-10-2013 αίτηση της εταιρίας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ (ΔΕΗ) ΑΕ", κατά του Σ. Κ., περί αναιρέσεως της 3800/2013 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, κατά παραδοχή του μοναδικού λόγου αυτής. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, καθώς και οι λόγοι εφέσεως (Ολ.

ΑΠ 25/2003). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ) η εναγομένη -εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα στο δικόγραφο της από 15-6-2007 εφέσεως της διαλαμβάνει γενικώς, αλλά και με τον πρώτο λόγο εφέσεως παράπονο για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, συνέπεια της οποίας ήταν η παραδοχή της αγωγής, ενώ αν το δικαστήριο αυτό εκτιμούσε ορθά τις αποδείξεις θα την απέρριπτε ως νόμω και ουσία αβάσιμη.

Περαιτέρω, η εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα στο δικόγραφο των προτάσεων που κατέθεσε ενώπιον του δικαστηρίου της παραπομπής, μετά την αναίρεση της 1728/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, με την 1823/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, όπου οι διάδικοι επανήλθαν στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την έκδοση της ως άνω (1728/2008) εφετειακής αποφάσεως, παραδεκτώς (άρθρο 674 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) διαλαμβάνει πρόσθετους λόγους εφέσεως, με τον πρώτο από τους οποίους παραπονείται τόσο για κακή ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 281 και 914 ΑΚ και 22 και 25 του από 31-12-1973 ΚΚΠ/ΔΕΗ που επέχει ισχύ ουσιαστικού νόμου, όσο και για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, δηλαδή για παραβάσεις συνεπεία των οποίων το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε αδικοπραξία των οργάνων της εκκαλούσας σε βάρος του εφεσίβλητου και δέχθηκε την ένδικη αγωγή.

Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους είχε προσβληθεί και το ουσιαστικό μέρος της εκκληθείσας αποφάσεως και συγκεκριμένα οι παραδοχές της ως προς τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν διαδοχικές αρνήσεις της εκκαλούσας να χορηγήσει στον εφεσίβλητο μισθολογική προαγωγή κατά τις εις την αγωγή ημερομηνίες καθώς κα η με βάση τα περιστατικά αυτά στοιχειοθέτηση της αδικοπραξίας σε βάρος του εφεσίβλητου.

Παρά ταύτα το Εφετείο, ως δικαστήριο της παραπομπής, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, εκτίμησε ότι "με την κρινόμενη έφεση δεν πλήττεται η εκκαλουμένη ως προς τις παραδοχές και τις διατάξεις που αφορούν την ουσία της υπόθεσης". Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (λόγο εφέσεως και πρόσθετο λόγο εφέσεως) και ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ.

είναι βάσιμος.

Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων του τελευταίου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 580 Κ.Πολ.Δ, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 4 του ν. 4045/2012 και ορίζει ότι, αν αναιρεθεί η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση μετά από πρώτη αναίρεση, δεν γίνεται δεύτερη παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος δικάζει την υπόθεση, της παρ. 2 του άρθρου 570 Κ.Πολ.Δ., κατά την οποία νέοι ισχυρισμοί των διαδίκων και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης στον Άρειο Πάγο μετά την αναίρεση υποβάλλονται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για το δικαστήριο της ουσίας και της παρ. 2 του άρθρου 581 του ίδιου Κώδικα, κατά την οποία η υπόθεση συζητείται στο δικαστήριο της παραπομπής μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση και αφού κατατεθούν προτάσεις κατά το άρθρο 237 Κ.

Πολ.Δ. προκύπτουν τα εξής : Σε περίπτωση δεύτερης αναιρετικής αποφάσεως για την ίδια υπόθεση ο Άρειος Πάγος δεν έχει τη δυνατότητα εκ νέου παραπομπής στο δικαστήριο της ουσίας, αλλά οφείλει να κρατήσει και να δικάσει την υπόθεση, κατ’ ουσίαν, λειτουργώντας ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Δεν προχωρεί όμως αμέσως μετά την αναίρεση της αποφάσεως στην ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης, έστω και αν οι διάδικοι, ενόψει της συζητήσεως της αναιρέσεως και υπό την προϋπόθεση της παραδοχής αυτής, έχουν καταθέσει προτάσεις για την ουσία της υπόθεσης, αφού δεν υφίσταται και δεν νοείται υπό την ισχύ των προαναφερομένων διατάξεων ενοποιημένο στάδιο συζητήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως και της ουσίας της υπόθεσης Το αναιρετικό τμήμα το οποίο, όταν δικάζει κατ’ ουσίαν την υπόθεση ,οφείλει να τηρεί και τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 581 παρ. 2 και 570 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, συζητεί την υπόθεση μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση, αφού όμως κατατεθούν οι προτάσεις (σύμφωνα με το άρθρο 237 Κ.

Πολ.Δ) και αφού μετά την αναίρεση παρασχεθεί η δυνατότητα στους διαδίκους να υποβάλουν νέους ισχυρισμούς και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης, σύμφωνα με τις ισχύουσες για το δικαστήριο της ουσίας διατάξεις. Μπορεί δηλαδή να προβληθούν από τους διαδίκους στον Άρειο Πάγο με κρίσιμη χρονική αφετηρία τη μετά την αναίρεση συζήτηση της υπόθεσης κατ’ ουσίαν, νέοι ισχυρισμοί, υπό τους περιορισμούς των άρθρων 527 και 2269 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

ή και να ασκηθούν από τον εκκαλούντα πρόσθετοι λόγοι εφέσεως υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 520 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. Η ενδεχόμενη ταυτόχρονη εξέταση ύστερα από μία ενιαία συζήτηση, τόσο της αιτήσεως αναιρέσεως όσο και της ουσίας της υπόθεσης στην περίπτωση βέβαια που η πρώτη γίνει δεκτή συνεπάγεται τη δυσχέρανση ή και τη ματαίωση ουσιαστικά της ασκήσεως εκ μέρους των διαδίκων των πιο πάνω ευχερειών και παράλληλα επιβάλλει σ’ αυτούς, κατά παραγνώριση της αρχής της οικονομίας της δίκης, το υπέρμετρο και συχνά περιττό δικονομικό βάρος της καταθέσεως προτάσεων για την ουσία της υπόθεσης, σε όλη τη δυνατή έκταση, αφού αυτοί δεν είναι σε θέση να γνωρίζουν εκ των προτέρων αν θα αναιρεθεί και σε ποια έκταση η προσβαλλόμενη απόφαση και συνακόλουθα ποια είναι τα όρια της εκδίκασης της υπόθεσης κατ’ ουσίαν.

Έτσι για την εκπλήρωση της επιβαλλόμενης στον Άρειο Πάγο από τη διάταξη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 580 Κ.Πολ.Δ υποχρεώσεως για εκδίκαση, μετά τη δεύτερη αναίρεση, της υπόθεσης κατ’ ουσίαν, θα πρέπει να λάβει χώρα νέα συζήτηση της υπόθεσης, μετά την έκδοση της αναιρετικής αποφάσεως, ενώπιον του αναιρετικού τμήματος το οποίο δικάζει πλέον ως δικαστήριο της ουσίας, ύστερα από κλήση του επιμελέστερου διαδίκου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 581 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.,η οποία εφαρμόζεται και στην περίπτωση αυτή (ΑΠ 914/2015, ΑΠ 1393/2014, ΑΠ 1588/2013).

Συνεπώς πρέπει κατά παραδοχή του αναιρετικού λόγου, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και ενόψει του ότι πρόκειται για δεύτερη αναίρεση, να κρατηθεί, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, η υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση στο τμήμα τούτο σε νέα συζήτηση, η οποία θα λάβει χώρα ύστερα από κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 3800/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Κρατεί την υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση σε νέα συζήτηση ύστερα από επίσπευση του επιμελέστερου των διαδίκων. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Δεκεμβρίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Δεκεμβρίου 2015.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ