Legislator Case Law & Legislation
1416/2013 AI generated

Supreme Court dismisses divorce appeal due to lack of legal interest after divorce decree already granted.

Case Number 1416/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to appeal the Second Instance Court's refusal of her divorce appeal. The appellant had filed a divorce suit alongside her spouse, and the First Instance Court granted the divorce based on mutual agreement and separation. The Second Instance Court rejected her appeal as inadmissible because the legal interest required for appeal was absent since the divorce had already been legally finalized. The court held that the appellant's arguments regarding the grounds for divorce were irrelevant because the substantive issue of marital dissolution had already been resolved.

Legislator headnote

AI generated

Articles 68, 73, 556 §§1, 2 of the Code of Civil Procedure; Article 1439 §1 of the Civil Code: Legal interest for appeal is absent when the substantive outcome of the divorce suit has already been achieved, rendering further appeal inadmissible.

Keywords

AI generated
divorce appeal legal interest inadmissible appeal final divorce decree mutual separation res judicata appeal dismissal

Cited Legislation

AI generated
Articles 68, 73, 556 §§1, 2 of the Code of Civil Procedure
Article 1439 §1 of the Civil Code
Article 559 no. 1 of the Code of Civil Procedure
Articles 322, 324 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1416 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1416/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Χαραλαμπία Σίμου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Έ. Σ. του Ο., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Λάμπρο Φράγκο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Σ.-Ε. Α. του Δ. κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Μπουμπουρή.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-7-2008 και 11-12-2008 αγωγές των ήδη διαδίκων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6191/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 5391/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 9-3-2012 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Χαραλαμπία Σίμου, ανέγνωσε την από 26-3-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 5391/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε ως απαράδεκτη την έφεση της ήδη αναιρεσείουσας κατά της 6191/2010 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγιναν δεκτές αντίθετες περί διαζυγίου αγωγές των διαδίκων και απαγγέλθηκε η λύση του γάμου τους. 2. Κατά τις διατάξεις των άρθρων 68, 73 και 556 §§1, 2 Κ.Πολ.Δ., το έννομο συμφέρον αποτελεί την προϋπόθεση του παραδεκτού της ασκήσεως αναιρέσεως, η έλλειψη του οποίου ερευνάται αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο και πρέπει να προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση. Πρέπει δηλαδή να κρίνεται πρωταρχικά αν ο διάδικος που ασκεί την αναίρεση έχει ηττηθεί εν όλω ή εν μέρει ή έχει νικήσει με την προσβαλλόμενη απόφαση και αν στην τελευταία περίπτωση βλάπτεται από τις αιτιολογίες της αποφάσεως από τις οποίες δημιουργείται δεδικασμένο σε βάρος του για άλλη δίκη υπό τις προϋποθέσεις των άρθρων 322, 324, 325 ΚΠολΔ. Eξάλλου το έννομο συμφέρον αποτελεί ουσιαστική προϋπόθεση για παροχή έννομης προστασίας.

Συνεπώς η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχει ή όχι η προϋπόθεση αυτή ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από το αρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ. Περαιτέρω κατά το άρθρο 1439 παρ. 1 Α.Κ., καθένας από τους συζύγους μπορεί να ζητήσει διαζύγιο, όταν οι μεταξύ τους σχέσεις έχουν κλονισθεί τόσο ισχυρά, από λόγο που αφορά στο πρόσωπο του εναγομένου ή και των δύο συζύγων, ώστε βάσιμα η εξακολούθηση της έγγαμης σχέσης να είναι αφόρητη για τον ενάγοντα.

Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται ως λόγος διαζυγίου ο αντικειμενικός κλονισμός της έγγαμης σχέσεως χωρίς να απαιτείται το στοιχείο της υπαιτιότητας για να δύναται να ζητηθεί το διαζύγιο. Έτσι ο ενάγων για τη θεμελίωση και παραδοχή της αγωγής του πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει ότι ο γάμος έχει κλονισθεί από ορισμένα γεγονότα που αναφέρονται στο πρόσωπο του εναγομένου ή και των δυο συζύγων, με την έννοια της υπάρξεως αιτιώδους συνδέσμου ανάμεσα στα αντικειμενικώς πρόσφορα κλονιστικά της έγγαμης σχέσεως γεγονότα και στο πρόσωπο του εναγομένου συζύγου ή και των δύο και ότι ο κλονισμός είναι τόσο ισχυρός ώστε βασίμως η εξακολούθηση της συμβιώσεως έχει καταστεί γι' αυτόν αφόρητη.

Αν το κλονιστικό γεγονός αφορά και τους δύο συζύγους, το προς διάζευξη δικαίωμα γεννάται ανεξαρτήτως από τον ποιο από τους δύο βαρύνει περισσότερο η ύπαρξή του και από το αν υπάρχει υπαιτιότητα στο πρόσωπο του ενός μόνο. Το ότι για τη λύση του γάμου είναι πλέον αδιάφορο αν ο κλονισμός οφείλεται σε υπαίτιο ή ανυπαίτιο κλονιστικό γεγονός σημαίνει ότι στη δίκη του διαζυγίου δεν δικαιολογείται σε καμιά πλευρά έννομο συμφέρον για την έρευνα της υπαιτιότητας το δε δεδικασμένo της διαπλαστικής απόφασης του διαζυγίου δεν εκτείνεται σε ζητήματα υπαιτιότητας σε καμιά περίπτωση, ούτε και στη δίκη διατροφής μετά το διαζύγιο, όπως προβλέπει το άρθρο 1442 Α.Κ., ενόψει της διατάξεως του άρθρου 1444 παρ. 1 Α.Κ..

Αντικείμενο δε της δίκης διαζυγίου είναι όχι η δικαστική διάγνωση του λόγου διαζυγίου, που δικαιολογεί την απαγγελία του διαζυγίου, αλλά το διαπλαστικό αποτέλεσμα της λύσης του γάμου. Κατ' ακολουθίαν τούτων αν ασκηθούν δύο αντίθετες αγωγές διαζυγίου, για ισχυρισμό κλονισμό, από λόγο που αφορά στο πρόσωπο του άλλου συζύγου και το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε και τις δυο, τότε, ενόψει του, κατά τα προεκτεθέντα, αντικειμένου της δίκης περί διαζυγίου και του δεδικασμένου που παράγεται από την απόφαση αυτή, καθένας από τους συζύγους θεωρείται ότι νίκησε, διότι με την παραδοχή και των δυο αγωγών επήλθε η έννομη συνέπεια που αμφότεροι οι διάδικοι επιδίωκαν με το αίτημα των αγωγών τους.

Το γεγονός ότι η απόφαση περιέχει δυσμενείς για τον καθένα αιτιολογίες, δέχεται, δηλαδή, ότι ο ισχυρός κλονισμός της έγγαμης σχέσης επήλθε εξαιτίας γεγονότων που αφορούν και το πρόσωπό του, δεν ασκεί καμιά δυσμενή επιρροή στις έννομες σχέσεις του, αφού, από τις αιτιολογίες αυτές, που δεν έχουν προσόντα διατακτικού, δεν ιδρύεται δεδικασμένο για ζητήματα υπαιτιότητας, το οποίο μπορεί να χρησιμεύσει, κατά τα προεκτεθέντα, σε άλλη δίκη.

Συνεπώς, ουδείς από τους διαδίκους συζύγους έχει στην περίπτωση αυτή, αν και νίκησε, έννομο συμφέρον να ασκήσει αναλόγως είτε, κατ' άρθρο 516 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης, είτε, κατ' άρθρο 556 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., το ένδικο μέσο της αναίρεσης κατά της τελεσίδικης αποφάσεως. Κατά μείζονα δε λόγο έννομο συμφέρον δεν υφίσταται σε περίπτωση ασκήσεως αναιρέσεως από τον ένα μόνο διάδικο, κατά της τελεσίδικης απόφασης και δη κατά το μέρος που δέχθηκε την αγωγή του αντιδίκου συζύγου του, διότι με την παραδοχή της δικής του αγωγής (του ασκήσαντος την αναίρεση διαδίκου) επήλθε, λόγω του αμετακλήτου της αποφάσεως ως προς την αγωγή του αυτή, το διαπλαστικό αποτέλεσμα της λύσης του γάμου και δεν υπάρχει πλέον ένδικο αντικείμενο.

3. Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής: Με τις από α) 23-7-2008 και β) 11-12-2008 αντίθετες αγωγές της αναιρεσείουσας και του αναιρεσιβλήτου, αντίστοιχα, εδιώκετο η λύση του υφισταμένου μεταξύ των διαδίκων γάμου, με θεμελίωσή τους στις διατάξεις του άρθρου 1439 § 1 η πρώτη (ισχυρός κλονισμός της έγγαμης σχέσεως για λόγους που αφορούν το πρόσωπο του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου) και § 3 του ιδίου άρθρου η δεύτερη (τεκμαιρόμενος αμάχητος κλονισμός λόγω διετούς διάστασης των συζύγων-διαδίκων).

Επί των αγωγών αυτών, που συνεκδικάστικαν, εκδόθηκε η 6191/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγιναν δεκτές κατ' ουσίαν (αμφότερες) και απαγγέλθηκε η λύση του γάμου των διαδίκων. Κατά της απόφασης του Πρωτοδικείου άσκησε έφεση η αναιρεσείουσα ζητώντας την εξαφάνισή της, με σκοπό να απορριφθεί η αγωγή του αντιδίκου της, να γίνει δε δεκτή η δική της αγωγή και να απαγγελθεί η λύση του γάμου τους λόγω ισχυρού κλονισμού της έγγαμης συμβίωσής τους εξ αιτίας λόγων που αφορούν το πρόσωπο του αντιδίκου συζύγου της.

Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την έφεση αυτή ως απαράδεκτη λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος της εκκαλούσας (ήδη αναιρεσείουσας) με την αιτιολογία ότι η έννομη συνέπεια, δηλαδή η λύση του γάµου, που επεδίωξαν αµφότεροι οι διάδικοι και στην οποία εξαντλείται η δίκη διαζυγίου, έχει ήδη επέλθει µε την παραδοχή, από την εκκαλούµενη, της αγωγής διαζυγίου αµφοτέρων των διαδίκων που έχουν το ίδιο αντικείμενο και αίτηµα, ήτοι την λύση του γάµου τους.

Περαιτέρω δε, δέχεται το Εφετείο το γεγονός ότι η προσβαλλόµενη απόφαση περιέχει δυσµενείς για την εκκαλούσα αιτιολογίες, ότι ο ισχυρός κλονισµός επήλθε εξαιτίας διετούς διάστασης της έγγαµης σχέσης των διαδίκων και όχι από λόγους που αφορούν στο πρόσωπο του εναγοµένου - ενάγοντα, δεν έχει καμία δυσµενή επίδραση στις έννοµες σχέσεις της, ώστε να δικαιολογείται έννοµο συµφέρον για άσκηση του ενδίκου µέσου της εφέσεως, αφού το δεδικασµένο της διαπλαστικής απόφασης δεν εκτείνεται σε ζητήµατα υπαιτιότητας σε καμία περίπτωση.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της παραβίασης της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 68 ΚΠολΔ και ο μοναδικός λόγος της αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος του, με το οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο, "παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 322 και 324 Κ.Πολ.Δ., σε σχέση με την έκταση του δεδικασμένου" προβάλλεται αορίστως και, εντεύθεν, απαραδέκτως.

Κατ' ακολουθίαν πρέπει να απορριφθεί η αίτηση και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρο 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9-3-2012 αίτηση της Έ. Σ. για την αναίρεση της 5391/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2013.

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Ιουνίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ