1416/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1416/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο ανωτέρω πέθανε χωρίς τέκνα τον Αύγουστο του 1779 και με την από 6-2-1777 διαθήκη του που τροποποιήθηκε με τον από 2-4-1777 κωδίκελλο, άφησε την περιουσία του στον ανηψιό του Γ. (G.) Μ. του Π., ο οποίος πέθανε το έτος 1797 χωρίς τέκνα και κληρονομήθηκε από τον αδελφό του Β. Μ. του Π., αυτός κληρονομήθηκε από τον μοναδικό γιο του Π.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1416 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1416/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Παναγιώτη Παππά, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ. με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Γ. συζ. Κ. Θ., το γένος Ι. Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Πανούρη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-12-1982 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ζακύνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 185/1983 μη οριστική, 55/1993 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 747/2005 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 11-7-2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Δημάδης ανέγνωσε την από 13-9-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Επειδή, η υπό κρίση από 11/7/2008 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου κατά της Γ. Θ. για αναίρεση της 747/2005 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών, νομίμως εισάγεται προς συζήτηση , μετά την εμπρόθεσμη κατάθεση της υπ' αριθμ. 1121/2008 θετικής γνωμοδοτήσεως του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους για το παραδεκτό και το βάσιμο των περιεχομένων στην αίτηση αυτή αναιρετικών λόγων, σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ. 1, 2 του ν. 2298/1995, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 28 του ν. 2579/1998 και ακολούθως με το άρθρο 42 του ν. 2721/1999 και ίσχυε πριν την κατάργησή του με το άρθρο 13 παρ. 9 του ν. 3790/2009, αφού η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε πριν την έναρξη ισχύος αυτού (ν. 3790/2009).
ΙΙ. Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας είναι υποχρεωμένο να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται νομίμως, τα οποία είναι χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση (με τεκμήρια) απόδειξη γεγονότων, που συγκροτούν ισχυρισμό λυσιτελή, δηλαδή που επιδρούν στο διατακτικό, παραδεκτό και νόμω βάσιμο ή ισχυρισμό περί αρχής εγγράφου αποδείξεως (Ολ.ΑΠ 11/1982).
Και έχει μεν την υποχρέωση, σύμφωνα με τις πιο πάνω διατάξεις και εκείνες του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, το δικαστήριο της ουσίας να αιτιολογήσει την απόφασή του, να αναφέρει δηλαδή τους λόγους που το οδήγησαν στον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως, όχι όμως και να κάνει ειδική μνεία και αξιολόγηση εκάστου αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδιστάκτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως ότι προς σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματος συνεκτιμήθησαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, των οποίων έγινε νόμιμη προσαγωγή και επίκληση από τους διαδίκους, διαφορετικά ιδρύεται ο από τον αριθμό 11 περ.
γ του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, πλήσσεται η προσβαλλομένη απόφαση για πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.11γ του ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο, προς σχηματισμό της ουσιαστικής του κρίσεως, ότι η επίδικη εδαφική έκταση δεν έχει την ιδιότητα του κοινοχρήστου πράγματος, αλλ' ότι, ως ιδιωτική, ανήκει στην κυριότητα της αναιρεσιβλήτου, δεν έλαβε υπόψη όλα τα μετ' επικλήσεως νομίμως προσκομισθέντα από το αναιρεσείον έγγραφα και δη 1) το με αριθμ. .../69 συμβολαιογραφικό έγγραφο, που αποτελεί τον τίτλο κυριότητος της αναιρεσιβλήτου, 2) την υπ' αριθμ. 77/78 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου, 3) την από 30/11/78 έκθεση αυτοψίας και ελέγχου της Οικονομικής Εφορίας Ζακύνθου, 4) την υπ' αριθμ. 4/75 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ζακύνθου, 5) την με αριθμό 22/80 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου, 6) το υπ' αριθμ. 252/66 έγγραφο του Επιθεωρητού Δημοσίων Κτημάτων, 7) το υπ' αριθμ. .../66 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ζακύνθου Ιωάννου Ζαμπάτη, 8) το υπ' αριθμ.
Α.31784/7030/66 έγγραφο της Διευθύνσεως Δημοσίων Κτημάτων του Υπουργείου Οικονομικών, 9) την από 28/4/66 αγωγή του Π. Τ., 10) την υπ' αριθμ. .../65 συμβολαιογραφική πράξη περί καταργήσεως δίκης και 11) τις από 19/10/74 ένορκες βεβαιώσεις. Από την στην προσβαλλομένη, όμως, απόφαση υπάρχουσα σχετική διαβεβαίωση ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα νομίμως μετ' επικλήσεως προσαχθέντα αποδεικτικά μέσα σε συνδυασμό και με το σύνολο των αιτιολογιών της, καθίσταται, αδιστάκτως βέβαιο, ότι το Εφετείο προς συναγωγή του ως άνω αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεξετίμησε και τα προμνημονευθέντα έγγραφα.
Επομένως, ο ως άνω λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
ΙΙΙ. Επειδή, κατά την έννοια του εδαφίου 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν, στην συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς και αντιφατικές ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟΛ ΑΠ 12-13/95).
Ο αναιρετικός αυτός λόγος δεν ιδρύεται, όταν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας περιέχει ελλείψεις στην αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού και μάλιστα στην ανάλυση, ή στάθμιση, ή αιτιολόγηση του πορίσματος που προκύπτει από αυτές, εφόσον το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, αλλ' ιδρύεται όταν οι ελλείψεις αναφέρονται στα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και είναι αναγκαία για την εφαρμογή της εφαρμοσθείσης στην συγκεκριμένη περίπτωση ουσιαστικής διατάξεως, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής και ερμηνείας της.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.ΠολΔ. δι' έλλειψη νομίμου βάσεως, γιατί το Εφετείο, κατ εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και δη των προμνημονευθέντων εγγράφων, εξήνεγκε την του ανωτέρω περιεχομένου ουσιαστική κρίση, κρίνοντας, ακολούθως, κατ' επικύρωση της υπό του αναιρεσείοντος εκκληθείσης πρωτοδίκου αποφάσεως, ως κατ' ουσίαν βάσιμη την αγωγή της αναιρεσιβλήτου.
Το Εφετείο ειδικότερα δέχθηκε τα ακόλουθα: Με το από 13-2-1767 διάταγμα της Ενετικής Γερουσίας παραχωρήθηκε στον κόμητα Ι. Γ. Μ. ως φέουδο, μία εδαφική έκταση 800 βενετικών αγρών (CΑΜΡΙ VΕΝΕΤΙ), η οποία ισοδυναμεί με 2925περίπου στρέμματα και βρισκόταν ανατολικά του ποταμού Λαγανά στην ονομαζόμενη τότε πεδιάδα Νερουλή (ήδη θέση "Λούρος" της περιφέρειας της Κοινότητας Καλαμακίου Ζακύνθου), ανέλαβε δε την υποχρέωση ο ανωτέρω φεουδάρχης να αποξηράνει με δικές του δαπάνες τη λίμνη (έλος) που σχηματιζόταν σε μεγάλο μέρος της εκτάσεως αυτής και διατηρείτο τους περισσότερους μήνες του έτους.
Ο ανωτέρω πέθανε χωρίς τέκνα τον Αύγουστο του 1779 και με την από 6-2-1777 διαθήκη του που τροποποιήθηκε με τον από 2-4-1777 κωδίκελλο, άφησε την περιουσία του στον ανηψιό του Γ. (G.) Μ. του Π., ο οποίος πέθανε το έτος 1797 χωρίς τέκνα και κληρονομήθηκε από τον αδελφό του Β. Μ. του Π., αυτός κληρονομήθηκε από τον μοναδικό γιο του Π.
Μ. που γεννήθηκε το έτος1798 και πέθανε το έτος 1850 και κληρονομήθηκε από τον μοναδικό γιο του Κ. Μ. που γεννήθηκε το έτος1830 και πέθανε το έτος 1901, κληρονομήθηκε δε αυτός από τους τρεις γιους του Β., Π. και Δ. Μ., κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου από τον καθένα. Οι τελευταίοι πέθαναν τα έτη 1913, 1932 και 1934 αντίστοιχα και κληρονομήθηκαν από την Μ., μετέπειτα σύζυγο Ι.
Κ., η οποία ήταν θυγατέρα του Β. Μ., αφού οι δύο άλλοι αδελφοί του πέθαναν χωρίς τέκνα. Τα ανωτέρω περιστατικά προκύπτουν κυρίως από το μεταφρασμένο από τα Γαλλικά μέρος του έργου του Ευγενίου Ρίζου-Ραγκαβή "Χρυσή Βίβλος της Ιονίου Αριστοκρατίας" (έκδοση Ελευθερουδάκη 1927) στους αριθμούς 65, 75, 76, 83 και 93, το απόσπασμα από το έργο του Λ.
Ζώη "Λεξικόν Ιστορικόν και Λαογραφικόν Ζακύνθου" και το απόσπασμα από το έργο του ίδιου "Λεξικόν Φιλολογικόν και Ιστορικόν Ζακύνθου" εκδόσεως 1898. Η πρώτη υπάρχουσα αποτύπωση της ιδιοκτησίας Μ. έγινε το έτος 1780 από τον αρχιμηχανικό Π. Α., ο οποίος εκπόνησε σχετικό χάρτη με υπόμνημα, τα οποία έχουν αρχειοθετηθεί στο αρχείο του κράτους της Βενετίας με αριθμό φακέλου 1171 (βλ.
το προσκομιζόμενο με επίκληση επίσημο αντίγραφο στο πρωτότυπο και σε επίσημη μετάφραση από το Ελληνικό Προξενείο της Γένοβας). Με βάση την αποτύπωση αυτή, η ιδιοκτησία Μ. είχε τότε (1780) έκταση 576 Τρεβιζιάνικα πεδία και 773 Τρεβιζιάνικους τετραγ. καλάμους, η οποία έκταση ισοδυναμεί με 3.000 περίπου στρέμματα, (αντί της παραχωρηθείσης αρχικής εκτάσεως των 2925 στρεμμάτων) γιατί όπως αναφέρεται και στο υπόμνημα του χάρτη, η οικογένεια Μ.
είχε προβεί στη συνέχεια σε αγορές και άλλων παρακείμενων εκτάσεων. Από την ίδια αποτύπωση προκύπτει ότι η ιδιοκτησία Μ. έφτανε νοτίως μέχρι τη θάλασσα και το νοτιοδυτικό της άκρο έφτανε μέχρι τον ποταμό Λαγανά, στη συνέχεια δε η ανωτέρω ιδιοκτησία αυξήθηκε και με άλλες αγορές και έφτασε τα 3.500 περίπου στρέμματα.
Το έτος 1948 απαλλοτριώθηκε αναγκαστικώς υπέρ του Συνδέσμου Κοινοτήτων Ζακύνθου για την αποκατάσταση ακτημόνων, έκταση 926 στρεμμάτων στο βόρειο τμήμα της ιδιοκτησίας όπου υπήρχε και το έλος, το οποίο ονομαζόταν "λίμνη Μ." από το όνομα του ιδιοκτήτη της έκτασης και η ιδιοκτήτρια της απαλλοτριωθείσης εκτάσεως Μ.
συζ. Ι. Κ. έλαβε την καθορισθείσα με την υπ' αριθ. 177/1952 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου αποζημίωση. Στην Μ. Κ. απέμεινε μετά την απαλλοτρίωση έκταση 1600 περίπου στρεμμάτων, η οποία ήταν κατά το πλείστον αμμώδης (χαμηλοί_αμμόλοφοι) και ονομαζόταν από παλιά "αμμοκούλουμα" ή "ανεμοκούλουμα". Τμήμα της εκτάσεως αυτής από 100 περίπου στρέμματα πούλησε η ανωτέρω στην ενάγουσα με το νομίμως μεταγραμμένο υπ' αριθ. .../29-8-1969 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ζακύνθου Ιωάννη Ζαμπάτη.
Το πωληθέν ως άνω τμήμα, το οποίο αποτελεί και το επίδικο, συνορεύει βορείως με υπόλοιπη ιδιοκτησία της πωλήτριας, ανατολικώς με υπόλοιπη ιδιοκτησία της πωλήτριας και ήδη ιδιοκτησία Α. Κ., νοτίως με αιγιαλό του κόλπου Λαγανά και δυτικώς με ιδιοκτησία "ΑΕ Ακτή Ζακύνθου", την οποία πούλησε η ίδια πωλήτρια την ίδια ημέρα με το υπ' αριθ. .../29-8-1969 συμβόλαιο του ίδιου συμβολαιογράφου.
Την ανωτέρω συνολική έκταση των 3500 στρεμμάτων, οι προαναφερθέντες δικαιοπάροχοι της ενάγουσας κατείχαν και νέμονταν διαδοχικά από την αρχική παραχώρηση της το έτος 1767 μέχρι και την πώληση στην ενάγουσα, συνεχώς, αδιακόπτως, ειρηνικώς, δημοσίως, αναμφιβόλως και λόγω κυριότητας μέχρι την ισχύ του Αστικού Κώδικα, μετά δε την ισχύ αυτού με διάνοια κυρίου, ενεργώντας είτε αυτοπροσώπως είτε με αντιπροσώπους όλες τις πράξεις νομής που ταίριαζαν στη φύση και τον προορισμό του ακινήτου.
Συγκεκριμένα καλλιεργούσαν τα επιδεκτικά καλλιέργειας τμήματα χρησιμοποιώντας εργάτες ή επίμορτους αγρολήπτες (σέμπρους), εκμίσθωναν αυτά καθώς και τους βοσκότοπους σε τρίτους και επέτρεπαν αμμοληψίες με αντίτιμο. Ειδικό η έκταση της τοποθεσίας "αμμοκούλουμα" ή "ανεμοκούλουμα", η οποία περιλαμβάνει και το επίδικο ακίνητο, εκαλλιεργείτο με αμπελώνες της ποικιλίας "γουστουλίδι", από τους οποίους έβγαινε εκλεκτής ποιότητας λευκό κρασί.
Η καλλιέργεια αυτή των αμμόλοφων (αμμοθινών) με αμπέλια μαρτυρείται και από έγγραφα στοιχεία ανύποπτου χρόνου. Συγκεκριμένα: 1) στο προσκομιζόμενο ημερολόγιο σημειώσεις των ετών 1860 - 1864, επιγραφόμενο "1860. Καλλιέργεια των κτημάτων εις τον Λούρο και διάφοροι άλλαι εργασίαι" αναφέρονται οι εκτελεσθείσες κάθε φορά εργασίες στα αναφέρεται εκεί η ονομασία της τοποθεσίας" δηλαδή θειάφισμα, κλάδεμα, καταβολάδες, τρύγος κ.λ.π, ο αριθμός των χρησιμοποιηθέντων κάθε φορά εργατών (ο αριθμός τους έφτασε μέχρι και τους 40 εργάτες) και η καταβληθείσα αμοιβή, 2) στο βιβλίο του Α.Σ.
Μπισκήνη, εκδόσεως 1897 με τον τίτλο "Πρώται γνώσεις φυσικής και πολιτικής γεωγραφίας μετά πατριδογραφίας Ζακύνθου" αναφέρεται στη σελίδα 70, η τοποθεσία "Αμμοκούλρυμα", ότι είναι μεγάλη έκταση αμμώδης αμπελόφυτη προς νότον της λίμνης Μ. και μέχρι την παραλία, ότι παράγουν αρκετή ποσότητα ωραίο κρασί και ότι η περιφέρεια της λίμνης, του αμμώδους μέρους και των γύρω εκτάσεων ανήκε στην οικογένεια ευγενών αδελφών Μ.
και 3) στο υπ' αριθ. 155/14-3-1935 έγγραφο του Προϊσταμένου Γεωργικής Περιφερείας Ζακύνθου προς την Οικονομική Εφορία Ζακύνθου, αναφέρεται μεταξύ άλλων η ύπαρξη αμπελώνων στις αμμώδεις εκτάσεις και αναφέρεται ότι η ιδιοκτησία Μ. φθάνει νοτίως μέχρι τη θάλασσα όπου έχει ανάπτυγμα (μήκος συνόρου) 2640 μέτρα, επισυνάπτεται δε και το από 14-3-1935 πρόχειρο σκαρίφημα στο οποίο φαίνεται η ύπαρξη αμπελώνων στους αμμόλοφους, το σύνορο νοτίως με τη θάλασσα και το μήκος αυτού.
Επίσης το γεγονός ότι η ιδιοκτησία Μ. έφτανε νοτίως μέχρι τη θάλασσα επιβεβαιώνεται και από τα παρακάτω έγγραφα στοιχεία ανύποπτου χρόνου: 1) από τις από 28-1-1938 και από 25-3-1938 εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης, οι οποίες πραγματογνωμοσύνες διενεργήθηκαν προκειμένου να υπολογιστεί ο οφειλόμενος φόρος κληρονομιάς του Δ.
Μ. (θείου της πωλήτριας Μ. Κ.) και 2) από τα υπ' αριθ. .../21-3-1896 και .../20-5-1902 μισθωτήρια συμβόλαια του συμβολαιογράφου Ζακύνθου Ανδρέα Στρούζα, καθώς και από τα από 25-6-1967, 20-11-1964 και 1-7-1967 ιδιωτικά συμφωνητικά μισθώσεως, από τα ανωτέρω δε μισθωτήρια επιβεβαιώνονται και οι σχετικές πράξεις νομής στην έκταση που περιλαμβάνει και το επίδικο ακίνητο.
Τον Σεπτέμβριο του 1940 ο μηχανικός της Γενικής Διεύθυνσης Δημοσίων Έργων Α. Γ. συνέταξε έκθεση για την αποξήρανση της λίμνης Μ. και επισύναψε σ' αυτήν και απόσπασμα του χάρτη Ζακύνθου στον οποίο σημειώνεται η τοποθεσία "Αμμοκούλουμα" Λαγανά που φτάνει νοτίως μέχρι τη θάλασσα. Περαιτέρω και οι τέσσερις διορισθέντες πραγματογνώμονες γνωμοδοτούν ότι το επίδικο ακίνητο περιλαμβάνεται εξ' ολοκλήρου στους προαναφερθέντες τίτλους της ενάγουσας, ότι η ιδιοκτησία Μ.
έφτανε μέχρι τη θάλασσα, ότι η θάλασσα δεν μετατοπίστηκε ούτε επεκτάθηκε σε βάρος της η ξηρά, αλλά παραμένει από το 1767 στην ίδια θέση, όπως στην ίδια θέση παραμένει και ο χείμαρρος Λαγανάς, κατέληξαν δε στα συμπεράσματα αυτά μετά από σύγκριση του χάρτη του Π. Α. και των προαναφερθέντων σκαριφημάτων και μετά από ερμηνεία των αεροφωτογραφιών των ετών 1945, 1960, 1972, 1986 και 1994.
Το έτος (1955) η Διεύθυνση Γεωργίας Ζακύνθου ανέλαβε να δενδροφυτεύσει τις αμμώδεις παραλιακές εκτάσεις του κόλπου Λαγανά, επειδή οι ισχυροί νότιοι άνεμοι μετέφεραν μεγάλες ποσότητες άμμου και σταγονίδια θαλασσινού νερού σε μεγάλο βάθος στο εσωτερικό (προς βορράν) και έτσι επηρεάζονταν αρνητικά οι καλλιέργειες.
Η δενδροφύτευση έγινε με πεύκα, ευκάλυπτο και ακακίες και προς τούτο ζητήθηκε και η συνδρομή της Δασικής Υπηρεσίας και ζητήθηκε και η συγκατάθεση των ιδιοκτητών των εκτάσεων στους οποίους εξηγήθηκε ότι δεν χάνουν τα δικαιώματα τους στις εκτάσεις τους που δενδροφυτεύονται ούτε αντιστοίχως αξιώνει το Δημόσιο δικαιώματα ιδιοκτησιακά εξ αυτής, αλλά το έργο γίνεται για ωφέλεια των ιδιοκτησιών.
Χαρακτηριστική για το ανωτέρω θέμα είναι η εκτιμώμενη ως έγγραφο υπ' αριθ. .../7-10-1977 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του συμβολαιογράφου Κερκύρας Σπυρίδωνα Βραδή, του Μ. Θ., ο οποίος από το έτος 1953 μέχρι το έτος 1957 ήταν διευθυντής της Διευθύνσεως Γεωργίας Ζακύνθου και προσωπικώς ενημέρωσε και καθησύχασε τους ιδιοκτήτες των προς δενδροφύτευση εκτάσεων.
Μετά την δενδροφύτευση και προκειμένου να προστατευθούν τα δένδρα και να μεγαλώσουν, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 13/28-11-1956 δασική- αστυνομική διάταξη του Δασάρχη Κεφαλληνίας που απαγόρευε τη βοσκή σε όλη την περιοχή της δενδροφύτευσης. Η απαγόρευση αυτή επαναλήφθηκε με την υπ' αριθ. 8/2-7-1969 όμοια διάταξη του ίδιου Δασάρχη και ήρθη ουσιαστικώς την 19-11-1970, όταν με την υπ' αριθ. 17238/19-11-1970 απόφαση του Νομάρχη Ζακύνθου ήρθη η απαγόρευση μεταβιβάσεως της εκ χιλίων στρεμμάτων αμμώδους, αγόνου και μη επιδεκτικής καλλιέργειας εκτάσεως της δικαιοπαρόχου της ενάγουσας, επειδή πλέον απέκτησε αυτή (έκταση) οικοπεδική αξία.
Η ενάγουσα από την αγορά του επίδικου ακινήτου και μετά, συνέχισε να κατέχει και να νέμεται αυτό με διάνοια κυρίας με βάση και το πωλητήριο συμβόλαιο και ασκούσε κάθε πράξη νομής που ταίριαζε στη φύση και τον προορισμό του ως οικοπέδου πλέον, ήτοι το περιέφραξε προς τη θάλασσα με περιτοίχισμα από μπετόν και στις άλλες πλευρές με τσιμεντοπασσάλους και αγκαθωτό συρματόπλεγμα, το επέβλεπε και απαγόρευε κάθε επέμβαση τρίτου σ' αυτό και έτσι προσμετρώντας και τη νομή με τα απαιτούμενα κάθε φορά προσόντα των δικαιοπαρόχων της, έγινε κυρία αυτού με έκτακτη χρησικτησία.
Αντίθετα δεν)αποδείχτηκε ότι το επίδικο ήταν ποτέ αδέσποτο, ούτε ότι ήταν κοινόχρηστη παραλιακή έκταση, αφού πάντοτε εξουσιαζόταν από τους δικαιοπαρόχους της ενάγουσας και ήταν ανέκαθεν (ήδη από του έτους 1767) ιδιωτική έκταση. Ούτε επίσης αποδείχτηκε η επικαλούμενη από το εναγόμενο νομή του από το έτος 1951, αφού η δενδροφύτευση και η απαγόρευση της βοσκής προβλέπεται και για ιδιωτικές εκτάσεις (αρθ. 195 του Ν.Δ. 186/1969) και δεν έλαβαν αυτές χώρα ως πράξεις νομής του Δημοσίου, αλλά με σκοπό προστασίας των ιδιωτικών ιδιοκτησιών, ενώ η έκδοση κατά τα έτη 1974 και 1976 πρωτοκόλλων διοικητικής αποβολής το πρώτο μάλιστα των οποίων ακυρώθηκε, δεν αρκεί για να προσπορίσει κυριότητα στο εναγόμενο.
Πρέπει να σημειωθεί ότι για την δυτικώς του επιδίκου παραλιακή έκταση της "ΑΚΤΗΣ ΖΑΚΥΝΘΟΥ Α.Ε" αναγνωρίστηκε τελεσιδίκως η κυριότητα με τις υπ' αριθ. 160/1976 και 220/1978 αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου και του Δικαστηρίου τούτου αντίστοιχα, ενώ για τις ανατολικώς του επιδίκου παραλιακές εκτάσεις (4 τον αριθμό), τα εκδοθέντα πρωτόκολλα διοικητικής αποβολής ακυρώθηκαν τελεσιδίκως με τις υπ' αριθ. 75/1981, 76/1981, 74/1981 και 27/1982 αντίστοιχες αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου και δεν προέβη περαιτέρω το εναγόμενο σε άλλη ενέργεια σε βάρος των ιδιοκτητών των εκτάσεων αυτών.
Ακολούθως, το Εφετείο δέχθηκε την ένδικη αγωγή της αναιρεσίβλητης ως κατ' ουσίαν βάσιμη, επικυρώνοντας την εκκαλούμενη απόφαση, που είχε εκφέρει όμοια κρίση. Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο δεν έσφαλε, στερώντας την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της με ελλιπείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, αφού, με τις αμέσως πιο πάνω πλήρεις και σαφείς παραδοχές του, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της κτήσης της κυριότητας της αναιρεσίβλητης στο επίδικο ακίνητο, καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος.
Ο ερευνώμενος, επομένως, αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11.07.2008 αίτηση αναιρέσεως του Ελληνικού δημοσίου κατά της Γ. Θ. για αναίρεση της 747/2005 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, εκ τριακοσίων (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 14 Δεκεμβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Σεπτεμβρίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ