Supreme Court dismisses appeal regarding state property ownership where evidence evaluation errors are inadmissible grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by heirs against a final judgment confirming Greek state ownership of a specific property. The appellants argued that the Court of Appeal erred in evaluating evidence, specifically an out-of-court confession by the state, and failed to consider contradictory facts regarding the state's actions. The court ruled these arguments inadmissible because they relied on the evaluation of evidence rather than a direct violation of substantive law, and the confession did not legally constitute an admission of non-ownership under the relevant procedural code.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 561(2) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on the evaluation of evidence or the failure to consider specific facts is inadmissible unless it constitutes a direct violation of substantive law.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1416 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1416/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Χ1 (αρχικώς παρεμβάντος κυρίως), κάτοικου ..., 2) α. Χ2-Α, β. Χ2-Β και γ. Χ2-Γ, κάτοικων ... (αρχικώς παρεμβάντων κυρίως), 3) α. Χ3-Α, β. Χ3-Β και γ. Χ3-Γ, κατοίκων ..., ως μόνων εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αρχικώς παρεμβάντος κυρίως Ω1, 4) α. Χ4-Α, κατοίκου ... και β. Χ2-Β, κάτοικου ..., ως εκ διαθήκης κληρονόμων της αρχικώς παρεμβάσης Ω-2, 5) α. Χ5-Α, β. Χ5-Β, γ. Χ5-Γ και δ. Χ5-Δ, κάτοικων ..., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αρχικώς παρεμβάντος Ω-3. Εκπροσωπήθηκαν όλοι από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Μιχαηλίδη, ο οποίος ανακάλεσε την από 17-9-2009 δήλωση του εκ του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Βασιλική Παπαθεοδώρου, Πάρεδρο του Ν.Σ.Κ με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε : α) με την από 15-12-1973 αγωγή του Ελληνικού Δημοσίου, β) με την από 7-2-1986 κύρια παρέμβαση της Ω-4, γ) με την από 29-1-1987 ανακοπή ερημοδικίας των τριών εταιριών, δ) με την από 10-2-1987 κύρια παρέμβαση των Ω-5 κλπ και ε) με την από 16-1-1996 κύρια παρέμβαση των Ω-3 κλπ,που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σύρου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν διαδοχικά οι αποφάσεις: 336/1986, 244/1987, 89/1994, 162/1996 μη οριστικές, 160/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 301/2004 οριστική του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 1-10-2006 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 4-4-2008 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη Χαράλαμπου Παπαηλιού, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση τον πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.
Κατά την έννοια, επίσης της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ,Δ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε.
Αντίθετα, η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, όταν οι πιο πάνω ελλείψεις αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.) και, ειδικότερα, αναφέρονται στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, αρκεί μόνο το πόρισμα να εκτίθεται με σαφήνεια (Ολ. ΑΠ 24/1992). Εξάλλου, μέχρι μεν την εισαγωγή του ΑΚ (23-2-1946), το χαρακτήρα του κοινοχρήστου σε ακίνητο μπορούσε να προσδώσει α) η πράξη της αρμόδιας διοικητικής αρχής, που, σύμφωνα με τις διατάξεις περί σχεδίου πόλεων, περιλάμβανε αυτό σε ρυμοτομικό διάγραμμα του σχεδίου πόλεως και β) η βούληση του ιδιοκτήμονα που εκδηλωνόταν με δικαιοπραξία κατά το ν. 3 §2, Πανδ. 43.7.
Κατά το προϊσχύσαν του ΑΚ βυζαντινορρωμαϊκό δίκαιο (ν.3 Πανδ. 43.7, ν. 2 παρ.8, Πανδ. 39.3, ν.28, Πανδ. 22,3) αναγνωριζόταν, επίσης, ως τρόπος κτήσης της ιδιότητας πράγματος ως κοινοχρήστου η αμνημονεύτου αρχαιότητα στη χρήση του πράγματος από τους δημότες κοινότητας ή δήμου (νetustas), με την οποία κυρούνταν ως νόμιμη η πραγματική κατάσταση που υπήρχε πριν από τόσο χρόνο, ώστε η ζώσα γενεά να τη γνώρισε ως έχει και να μη διέδωσε παράδοση από την παρελθούσα γενεά για την ύπαρξη άλλης διαφορετικής κατάστασης.
Η αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα δεν υιοθετήθηκε από τον ΑΚ, διατηρείται, όμως, σύμφωνα με το άρθρο 51 ΕισΝ ΑΚ, η δυνάμει αυτής ιδιότητα που απέκτησε το πράγμα ως κοινής χρήσης, εφόσον πριν από την εισαγωγή του ΑΚ (23-2-1946) δύο συνεχόμενες γενεές ανθρώπων επί συνολικό διάστημα τουλάχιστον ογδόντα (80) ετών δεν γνώρισαν διαφορετική κατάσταση του πράγματος από την κοινοχρησία.
Από το συνδυασμό, τέλος, των διατάξεων των άρθρων 369, 966, 967, 968, 972, 1033 και 1192 αριθ. 1 ΑΚ, οι οποίες εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 51 του Εισ.ΝΑΚ, που προμνημονεύθηκε, προκειμένου να κριθεί μετά την εισαγωγή του ΑΚ, η ιδιότητα ενός πράγματος εκτός συναλλαγής ή κοινοχρήστου, προκύπτει, ότι τα κοινής χρήσης πράγματα λαμβάνουν τον προορισμό τους αυτό από το νόμο ή τη βούληση του ιδιοκτήτη τους (όπως με διαθήκη ή δωρεά), που μπορεί να εκδηλωθεί και με παραίτηση από την κυριότητα του πράγματος για να καταστεί αυτό κοινόχρηστο τηρουμένων πάντοτε των νόμιμων προϋποθέσεων (σύνταξη συμβολαιογραφικού εγγράφου και μεταγραφή της οικείας δήλωσης).
Η κυριότητα, ειδικότερα, στην οποία ο ΑΚ υπάγει τα δημόσια κτήματα είναι η κυριότητα του αστικού δικαίου, η οποία εξακολουθεί να υπάρχει και όταν τα τελευταία παύσουν, κατά το άρθρο 971 ΑΚ, να υπηρετούν την κοινή χρήση, παύσουν δηλαδή τα κοινής χρήσης πράγματα να είναι εκτός συναλλαγής. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των νόμων 18,24 παρ.1 Πανδ. (41.3,9 Εισηγ. 2.6), Κωδ. (7.30) του προϊσχύοντος βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου, οι οποίες διατηρήθηκαν σε ισχύ με το άρθρο 26 του από 21-6/3-7-1837 νόμου "περί διακρίσεως κτημάτων", τα κτήματα του Δημοσίου δεν ήταν δεκτικά τακτικής χρησικτησίας.
Ούτε, όμως, από τις διατάξεις των άρθρων 1 και 3 του β.δ. της 17 (29) Νοεμβρίου/1 Δεκεμβρίου 1836 "περί ιδιωτικών δασών", ούτε από καμιά άλλη διάταξη απαγορευόταν τότε η έκτακτη χρησικτησία επί των δασών και γενικότερα επί των δημόσιων κτημάτων, ακόμη και εκείνων που περιήλθαν στο Ελληνικό Κράτος με βάση την από 9 Ιουλίου 1832 συνθήκη της Κωνσταντινούπολης και τα από 3 Φεβρουαρίου, 4/16 Ιουνίου 1830 και 19 Ιουνίου/1 Ιουλίου 1830, αντίστοιχα, πρωτόκολλα του Λονδίνου.
Αντίθετα η έκτακτη χρησικτησία ήταν επιτρεπτή τόσο κατά τους νόμους 18 πανδ. (41.3), ν. 2 κωδ. (7.30), παρ.9 Εισηγ. (2.6), όσο και κατά το άρθρο 21 του μετέπειτα ισχύσαντος από 21.6/3-7-1837 νόμου "περί διακρίσεως κτημάτων",-με τον οποίο τα δάση δεν χαρακτηρίστηκαν απαράγραπτα ή αναπαλλοτρίωτα, αλλά αυτά περιλαμβάνονται στην ιδιωτική περιουσία του Δημοσίου και μπορούσε να οδηγήσει σε κτήση κυριότητας τρίτου σε δασική έκταση του Δημοσίου, που κατέχεται από ιδιώτη.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 21 του από 22 Απριλίου/16 Μαΐου 1926 ν.δ. "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κλπ", που κυρώθηκε με τη με αριθμό 24/1926 Συντακτική Απόφαση, τα δικαιώματα του Δημοσίου επί των ακίνητων κτημάτων δεν υπόκεινται σε παραγραφή για το μέλλον, η δε παραγραφή που είχε αρχίσει μέχρι τη δημοσίευση του εν λόγω νομοθετικού διατάγματος δεν έχει έννομη σημασία, αν μέχρι τη δημοσίευση του δεν συμπληρώθηκε η τριακονταετής παραγραφή κατά τους ισχύοντες νόμους και, τέλος, κατά το άρθρο 4 παρ.1 και 2 του α.ν. 1539/1938, τα δικαιώματα επί ακίνητων κτημάτων του Δημοσίου δεν υπόκεινται σε καμιά παραγραφή, κάθε δε παραγραφή δικαιώματος του Δημοσίου επί ακίνητου κτήματος, η οποία είχε αρχίσει πριν από την ισχύ του νόμου αυτού δεν έχει καμιά νόμιμη συνέπεια, αν δεν συμπληρώθηκε μέχρι τότε από τους νόμους που ήδη ίσχυσαν.
Από τις τελευταίες διατάξεις, που διατηρήθηκαν σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Α.Κ., με εκείνη του άρθρου 53 του Εισ.ΝΑΚ, σε συνδυασμό με τις αμέσως πιο πάνω διατάξεις του βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου, προκύπτει, ότι μέχρι την ισχύ του παραπάνω ν.δ/τος του έτους 1926 τα επί των ακινήτων δικαιώματα του Δημοσίου υπάγονται μόνο στην έκτακτη χρησικτησία, έκτοτε δε ούτε στην τακτική, ούτε στην έκτακτη, μόνο δε η τελευταία που συμπληρώθηκε μέχρι τις 16-5-1926 έχει έννομες συνέπειες και μπορεί να οδηγήσει σε κτήση κυριότητας.
Με δεδομένο δε ότι η λήξη της χρησικτησίας, ενόψει του ν. ΔΞΗ'/1912 και των αλλεπάλληλων β.δ/των "περί δικαιοστασίου", που εκδόθηκαν σε εκτέλεση του και τα οποία εξακολούθησαν να ισχύουν μέχρι την έκδοση του ν.δ/τος του έτους 1926, έχει ανασταλεί από τις 12-9-1915, ο χρόνος της έκτακτης χρησικτησίας πρέπει να έχει συμπληρωθεί μέχρι και τις 11-9-1915, για να μπορεί να καταλυθεί με την εν λόγω χρησικτησία το δικαίωμα κυριότητας του Δημοσίου.
Η μετά την παραπάνω χρονολογία νομή τρίτου επί ακινήτου του Δημοσίου δεν μπορεί να αγάγει σε κτήση κυριότητας σε βάρος του τελευταίου, μέχρι μεν τις 15-6-1926, λόγω της αναστολής του χρόνου της χρησικτησίας, έκτοτε δε λόγω του ότι αποκλείστηκε η χρησιδεσποτεία των ακίνητων πραγμάτων του Δημοσίου (Ολ.ΑΠ 75/1987).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Το επίδικο ακίνητο είναι εδαφική έκταση αμμώδης, εμβαδού 650 στρεμμάτων περίπου, η οποία βρίσκεται στο Ν.Δ. άκρο του νησιού της ... και συγκεκριμένα στη θέση "..." της περιφέρειας της Κοινότητας ... . Αποτελεί μικρή χερσόνησο, η οποία εισχωρεί στη θάλασσα από την οποία βρέχεται από τις τρεις (πλην της ανατολικής) πλευρές της.
Η επίδικη έκταση απεικονίζεται στο από Σεπτεμβρίου 1993 τοπογραφικό διάγραμμα, το οποίο συντάχθηκε από τον πραγματογνώμονα Π1 και είναι συνημμένο στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ιδίου. Συνορεύει βορείως κατά ένα μέρος με θάλασσα και κατά το υπόλοιπο με ιδιοκτησία Κοινότητας ..., ανατολικώς με κατεύθυνση από τη θέση ...
προς τη λίμνη των ποταμιδών κατά ένα μέρος με επαρχιακό δρόμο ...-..., και πέραν αυτού με ιδιοκτησίες ..., ... και ..., ..., τη συνέχεια με ιδιοκτησίες κληρονόμων ..., ..., ..., ... και ... και ... και νότια και δυτικά με θάλασσα. Η έκταση αυτή καλύπτεται στο μεγαλύτερο μέρος της από αυτοφυή δενδρώδη ή ξυλώδη βλάστηση, η οποία περιλαμβάνει τρία είδη, τον κέδρο, την άρκευθο τη φοινικική και το σχινιά.
Από τα προαναφερόμενα είδη εκείνο που επικρατεί είναι ο κέδρος, ο οποίος απαντάται με τη μορφή δένδρου και θάμνου με κυμαινόμενο ύψος το οποίο φθάνει τα 4,5 μ. Το δεύτερο είδος με ύψος που φθάνει τα 2 μ. φύεται κυρίως στο βορειοδυτικό τμήμα της επίδικης έκτασης, το οποίο μάλιστα καταλαμβάνει σε ολόκληρη σχεδόν την έκτασή του, ενώ απαντάται σποραδικά και στην υπόλοιπη επίδικη έκταση, το δε τρίτο είδος απαντάται με τη μορφή θάμνου και φύεται σ' όλη σχεδόν την επίδικη έκταση.
Η προαναφερόμενη βλάστηση συμπληρώνεται με πολυετή φρυγανώδη βλάστηση τα κυριότερα είδη της οποίας είναι κατά σειρά πυκνότητας πληθυσμού το ρείκι, το θυμάρι, το πυξάρι, η λιθανιά, το θρούμπι και η ασπάλαθος. Η όλη έκταση καλύπτεται από στρώμα άμμου και υπάρχουν σ' αυτήν εγκατεσπαρμένοι αμμώδεις λοφίσκοι.
Η ύπαρξη της προαναφερομένης βλάστησης προσδίδει στην επίδικη έκταση, το χαρακτήρα της δασικής έκτασης. Την προπεριγραφόμενη μορφή της επίδικης έκτασης διαπίστωσε τόσο ο διορισθείς με τις παρεμπίπτουσες αποφάσεις του
Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου πραγματογνώμονας γεωπόνος Π2, ο οποίος προσδιορίζει την ύπαρξη δενδρώδους ή θαμνώδους βλάστησης σε ποσοστό 65% και την ύπαρξη φρυγανώδους σε 20%, όσο και οι διορισθέντες ως τεχνικοί σύμβουλοι του ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου, Π3 και Π4, δασολόγοι οι οποίοι αποφαίνονται ότι η δασοκάλυψη της επίδικης έκτασης ανέρχεται σε ποσοστό 85%.
Επίσης και ο Π5, ο οποίος είχε διοριστεί ως πραγματογνώμονας με την υπ' αριθμ. 188/1967 παρεμπίπτουσα απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου, η οποία είχε εκδοθεί επί αγωγής που ασκήθηκε από τους ΣΤ και ... (εναγόμενο και στην παρούσα δίκη - ήδη αποβιώσαντα) κατά των ... και ... (επίσης εναγομένων στη παρούσα δίκη) αναφερόμενος στη μορφή της επίδικης έκτασης, περιγράφει αυτήν ως έκταση αμμώδους συστάσεως μέσα στην οποία υπάρχουν αμμώδεις λοφίσκοι και η οποία καλύπτεται κατά μεγάλο ποσοστό από κέδρους.
Εξάλλου και από την μελέτη που συντάχθηκε από τον τεχνικό σύμβουλο των εναγομένων καθών οι κύριες παρεμβάσεις εταιρειών Π6, γεωλόγο, όπως άλλωστε και από τις εκθέσεις αυτοψίας άλλων επιστημόνων, οι οποίοι υπό την ιδιότητα τους ως δασολόγων κλήθηκαν να εκθέσουν τις απόψεις τους για την μορφή της επίδικης έκτασης είτε κατόπιν αιτήσεως των παραπάνω εταιρειών προς τις αρμόδιες αρχές, είτε κατόπιν προσκλήσεως τους από τις εν λόγω εταιρίες, προκύπτει η ύπαρξη δασικής βλάστησης στην επίδικη έκταση, έστω και αν υπάρχει διαφοροποίηση στον χαρακτηρισμό της ως δενδρώδους ή θαμνώδους, στην έκταση που αυτή καταλαμβάνει ή στην ηλικία των δασικών ειδών που την αποτελούν.
Συγκεκριμένα αρχικά, ο Π7, δασολόγος, κατόπιν διαταγής της Γενικής Διεύθυνσης Δασών μετά την από 20.3.1973 υποβληθείσα αίτηση της εναγομένης - καθής οι κύριες παρεμβάσεις εταιρείας "ΕΞΕΤΑΜ", προέβη σε αυτοψία της επίδικης έκτασης για την οποία συνέταξε και έκθεση στην οποία, όμως αρκείται να αναφέρει συνοπτικά και χωρίς την παράθεση κάποιων επιστημονικών κριτηρίων, ότι το έδαφος της εν λόγω έκτασης είναι αμμοαργιλώδες και καλύπτεται από θίνες, οι οποίες περιορίζονται στο εσωτερικό της χερσονήσου λόγω της υπαρχουσης θαμνώδους βλαστήσεως από είδη κέδρου και σχίνου, χωρίς την παραμικρή αναφορά στο ποσοστό που καταλαμβάνει η παραπάνω βλάστηση αλλά και στα ειδικότερα χαρακτηριστικά της (ηλικία, πυκνότητα, ύψος κ.ά.).
Ο ίδιος δασολόγος, εξάλλου, προέβη στη σύνταξη τοπογραφικού διαγράμματος της επίδικης περιοχής, και στο οποίο η επίδικη έκταση απεικονίζεται να περιλαμβάνει τμήματα καλυπτόμενα από δενδρώδη ή υψηλή θαμνώδη βλάστηση, αλλού πυκνή και αλλού αραιή, αναφρυγανωθέντες αγρούς και καλλιεργούμενους αγρούς. Στη συνέχεια ο Π8, δασολόγος κατόπιν διαταγής του Υ.ΠΕ.Θ.Ο προς εξακρίβωση τυχόν δικαιωμάτων κυριότητας στην επίδικη των εναγομένων - καθών οι κύριες παρεμβάσεις εταιρειών "ΕΞΕΤΑΜ" και "ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΝΑΞΟΥ" συνέταξε μετά από αυτοψία την από 9.7.1973 έκθεσή του στην οποία, επικαλούμενος το ίδιο παραπάνω τοπογραφικό διάγραμμα, το οποίο μάλιστα θεωρήθηκε στις 25.4.1973 από τον ίδιο υπό την ιδιότητά του ως προϊσταμένου της Διεύθυνσης Δασών, εκθέτει μεταξύ άλλων ότι διακρίνονται δύο τμήματα στην επίδικη έκταση, εκ των οποίων το ένα αποτελείται από εκτάσεις που διατηρήθηκαν στην αρχική τους κατάσταση, καλύπτονται από άμμο και εμφανίζουν πυκνή δασική βλάστηση κέδρων ηλικίας 50 έως 180 ετών, και το δεύτερο από αναφρυγανωθέντες αγρούς οι οποίοι καλύπτονται από αμμοαργιλώδες έδαφος και καλλιεργούνταν πριν την κατοχή αλλά έκτοτε εγκαταλείφθηκαν.
Την άποψη ότι η επίδικη έκταση εμφανίζεται με δύο μορφές, αυτήν των αναφρυγανωθέντων αγρών και εκείνη της θαμνώδους βλάστησης από κέδρους την ηλικία των οποίων, όμως προσδιορίζει από 10 έως 60 έτη, υποστηρίζει και ο Π9, δασολόγος, με την από 20-8-1973 έκθεση του, η οποία συντάχθηκε κατόπιν προσκλήσεως της εναγομένης εταιρείας "ΕΞΕΤΑΜ".
Τέλος ο Π6 στην χωρίς ημερομηνία μελέτη του επικαλούμενος και αυτός το συνταχθέν από τον δασολόγο Π7 τοπογραφικό διάγραμμα, αποφαίνεται ότι στις περιοχές που στον εν λόγω χάρτη χαρακτηρίζονται υπό καθεστώς δασικής βλάστησης, η δενδρώδης και θαμνώδης βλάστηση καλύπτουν το 90% αυτής, και επικρατούν δένδρα ηλικίας 70 -100 ετών, σ' αυτές που χαρακτηρίζονται υπό καθεστώς φυσικής βλάστησης η ηλικία των δένδρων κυμαίνεται μεταξύ 50-100 ετών, ενώ υπάρχουν και δένδρα μεγαλύτερης ηλικίας, η οποία φθάνει τα 150 χρόνια και τέλος στις περιοχές, οι οποίες φέρονται ως αναφρυγανωθείσες και καλλιεργούνταν στο παρελθόν, όπως υποστηρίζει ο πιο πάνω τεχνικός σύμβουλος, υπάρχουν φρύγανα, θάμνοι κέδρου και σχίνου ηλικίας 10 έως 70 ετών, ενώ διάσπαρτα δένδρα κέδρου έχουν μεγαλύτερη ηλικία.
Η υποστηριζόμενη όμως από τους Π7, Π8, Π9 και Π6 θέση περί καλλιέργειας τμημάτων της επίδικης χερσονήσου πέραν και ανεξαρτήτως των διαφοροποιήσεων που υπάρχουν μεταξύ τους ως προς την έκταση αυτών, η οποία δεν προσδιορίζεται με σαφήνεια, αλλά και ως προς την ηλικία των δασικών ειδών, έρχεται σε αντίθεση με τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες αεροφωτογραφίες της επίδικης περιοχής των ετών 1945 και 1960.
Ειδικότερα από τις εν λόγω αεροφωτογραφίες, οι οποίες λήφθηκαν υπόψη από τους προαναφερόμενους πραγματογνώμονες καθώς και από τους τεχνικούς συμβούλους του ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου, προκύπτει ότι η επίδικη περιοχή κατά το έτος 1945 καλυπτόταν σε ποσοστό 100% από δασική βλάστηση με εξαίρεση την περιοχή του αιγιαλού και της παραλίας, κατάσταση η οποία παρέμεινε σταθερή και κατά το έτος 1960.
Ο χαρακτήρας της επίδικης έκτασης ως δασικής επιβεβαιώνεται άλλωστε και από τις καταθέσεις των μαρτύρων, που είχαν εξεταστεί στο παρελθόν κατά την εκδίκαση υποθέσεων που αφορούσαν τμήματα αυτής, και χρησιμεύουν ως δικαστικά τεκμήρια στην παρούσα δίκη. Οι μάρτυρες αυτοί (..., ..., ... και ...) αναφερόμενοι στην εδώ επίδικη έκταση την περιγράφουν ως αμμώδη, στην οποία υπάρχουν αμμόλοφοι, επιπλέον δε όλοι οι παραπάνω πλην του τρίτου δασώδη κατάφυτο από άγρια αυτοφυή δένδρα ή από θάμνους.
Το δασικό χαρακτήρα της επίδικης έκτασης διαπίστωσε και ο Ειρηνοδίκης που δίκασε την υπόθεση, ο οποίος μάλιστα διενήργησε αυτοψία σ1 αυτήν (από 21-3-1946 αίτηση για λήψη ασφαλιστικών) και με την 9/1946 απόφαση του απέρριψε τις παραπάνω αίτηση και ανταίτηση, κρίνοντας ότι η τότε επίδικη έκταση, όπως και όλη η χερσόνησος, η οποία περιγράφεται ως αμμώδη έκταση, κατακλυζόμενη από το χειμέριο θαλάσσιο κύμα, με πλούσια δασική βλάστηση, κατάφυτη από άγρια αυτοφυή δένδρα και διάσπαρτους αμμόλοφους σ' αυτήν, είναι κοινόχρηστη.
Μετά την έκδοση, όμως, της παραπάνω αποφάσεως, ο πρώτος, δεύτερος και τέταρτος από τους καθών η αίτηση καθώς και οι ... και ..., προέβησαν στην εκχέρσωση έξι στρεμμάτων συνολικά σε τρία διαφορετικά σημεία της επίδικης έκτασης με συνέπεια να εκδοθεί σε βάρος τους το από 28.5.1947 πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής κατά του οποίου άσκησαν ανακοπή ενώπιον του Ειρηνοδικείου Νάξου.
Κατά τη συζήτηση αυτής άσκησαν προφορικά κυρία παρέμβαση ο προαναφερόμενος αιτών (...) καθώς και οι ... (εναγόμενος στην κρινόμενη αγωγή) και ΣΤ , εξετάστηκαν δε συνολικά δέκα τρεις (13) μάρτυρες των οποίων οι καταθέσεις περιέχονται στα από 25.6.1947, 28.6.1947 και 2.7.1947) αρ. 24/1947) πρακτικά του Ειρηνοδικείου Νάξου. Από αυτούς τους μάρτυρες οι ..., 78 ετών, ..., 75 ετών, ..., 70 ετών, ..., 50 ετών, ..., 59 ετών, ..., 80 ετών, ..., ετών 88, από τους οποίους μάλιστα οι πέντε πρώτοι προτάθηκαν από τους ανακόπτοντες, περιγράφουν την επίδικη έκταση, την οποία ονομάζουν "...", ως δασώδη έκταση, η οποία έχει άμμο.
Επιπλέον από κανένα μάρτυρα δεν κατατέθηκε ότι καλλιεργείτο η επίδικη έκταση ή κάποιο τμήμα της, και μάλιστα ο παραπάνω ..., μάρτυρας απόδειξης κατέθεσε ότι το ... δεν καλλιεργείται. Μια τέτοια μαρτυρία άλλωστε θα ερχόταν σε αντίθεση και με τα όσα διαπιστώθηκαν από την φωτοερμηνεία των προαναφερομένων αεροφωτογραφιών του έτους 1945 στις οποίες δεν παρουσιάζονται διακριτά σημεία καλλιέργειας στην επίδικη περιοχή, κατάσταση, η οποία παρέμεινε αμετάβλητη έως το έτος 1960, όπως προκύπτει από τις αεροφωτογραφίες του έτους αυτού.
Μόνο δύο από τους προταθέντες από τους ανακόπτοντες μάρτυρες (οι προαναφερόμενοι ... και ...) καταθέτουν, ότι οι ανακόπτοντες καλλιεργούσαν κάποια κτήματα τους, τα οποία όμως, όπως οι ίδιοι καταθέτουν βρίσκονται στη θέση "...", επί πλέον δε ο μεν πρώτος κατέθεσε ότι τα καλλιεργούμενα κτήματα των ... ονομάζονται το ένα "...", το άλλο "..." και το τρίτο "...", ενώ ο δεύτερος ότι, όσον αφορά το "...", δεν γνώριζε αν έχει καλλιεργηθεί.
Τα προαναφερόμενα όμως κτήματα, όπως αποδείχθηκε, βρίσκονται ανατολικά της επίδικης έκτασης, από την οποία μάλιστα χωρίζονται με ξηρολιθιά. Άλλωστε και οι ίδιοι πιο πάνω μάρτυρες δεν καταθέτουν το αντίθετο, αφού και οι δύο όταν αναφέρονται στην επίδικη έκταση, την αποκαλούν "..." διαχωρίζοντάς την από τη θέση "..." και μάλιστα όπως ήδη σημειώθηκε, την χαρακτηρίζουν δασώδη και επί πλέον ο πρώτος από αυτούς "από ανέκαθεν δασώδη".
Επί της προαναφερόμενης ανακοπής και των με αυτή συνεκδικασθεισών κυρίων παρεμβάσεων, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 24/1947 απόφαση του Ειρηνοδικείου Νάξου, η οποία έκανε δεκτή την πρώτη και απέρριψε τις δεύτερες, κρίνοντας ότι οι ανακόπτοντες νεμόντουσαν τα επίδικα εκχερσωθέντα τμήματα με τη βόσκηση ζώων σ' αυτά, την κατασκευή αγροικίας και την εγκατάστασή τους σ' αυτήν.
Και στην εν λόγω απόφαση πάντως η επίδικη στην παρούσα δίκη έκταση περιγράφεται ως αμμώδης, κατάφυτη από δενδρύλλια κέδρου με ορισμένα σημεία καλλιεργήσιμα, των οποίων όμως δεν προκύπτει η ακριβής θέση. Περαιτέρω από την αναφορά των μαρτύρων στο δασικό χαρακτήρα της επίδικης έκτασης, συνάγεται ότι την ίδια μορφή είχε η εν λόγω έκταση και κατά το χρόνο της ισχύος του β.δ.
της 16.11.1836, δεδομένου ότι η προχωρημένη ηλικία των περισσοτέρων (70, 78, 80 και 88 ετών) σε συνδυασμό με το χρόνο που δόθηκαν οι μαρτυρικές καταθέσεις (1947) τους επιτρέπει γνώση, η οποία ανάγεται οπωσδήποτε στον παραπάνω χρόνο. Στο συμπέρασμα αυτό εξάλλου συνηγορούν και οδηγούν και οι μνημονευόμενες πιο πάνω διαπιστώσεις του πραγματογνώμονα Π2, του δασολόγου Π8, αλλά και του τεχνικού συμβούλου των εναγομένων εταιρειών Π6, αναφορικά με την ηλικία των δασικών ειδών που υπάρχουν στην επίδικη περιοχή, εκ των οποίων ο μεν πρώτος την προσδιορίζει να κυμαίνεται από 50 έως 150 και πλέον χρόνια, ο δεύτερος με την από 9.7.1973 έκθεσή του από 50 έως 180 χρόνια και ο τελευταίος από 50 έως 150 χρόνια.
Επιπλέον, η προαναφερομένη κρίση ότι η δασική βλάστηση στην επίδικη περιοχή χρονολογείται από το έτος 1836 τουλάχιστο ενισχύεται από την κάλυψη της με άμμο καθώς και από τον σχηματισμό αμμοθινών σ' αυτήν, φαινόμενο, το οποίο λόγω της ήπιας εξέλιξης του, ανάγεται σε χρόνο πριν από τον 19° αιώνα, επιπλέον δε υποδεικνύει την παράλληλη ύπαρξη δασικής βλάστησης, δεδομένου ότι αυτή (βλάστηση) είναι ο σημαντικότερος παράγοντας δημιουργίας αυτών (αμμοθινών), διότι λειτουργεί ανασχετικά στην μετακίνηση της άμμου σε μεγάλες αποστάσεις και συντείνει στην δημιουργία θινών (βλ.
ιδίως την από Ιανουαρίου 2001 έκθεση του γεωλόγου Π10). Επίσης από τις παραπάνω ιδίως μαρτυρικές καταθέσεις αποδεικνύεται και ο κοινόχρηστος χαρακτήρας της επίδικης έκτασης για το λόγο ότι η πρόσβαση σ'αυτήν ήταν ελεύθερη για όποιον ήθελε να εισέλθει, κατάσταση την οποία γνώρισαν οι ίδιοι μάρτυρες, αλλά και η προηγούμενή τους γενιά, από την οποία αυτοί δεν έχουν ακούσει κάτι διαφορετικό.
Έτσι στο επίδικο, το οποίο, ενόψει της δασικής βλάστησης, προσφερόταν για θήρα καθώς και για υλοτομία, εισέρχονταν κυνηγοί, πολλοί από τους οποίους διανυκτέρευαν σ'αυτό, αλλά και όποιοι ήθελαν να κόψουν ξύλα, χωρίς να εμποδιστούν ποτέ από κανένα. Για το λόγο αυτό, όταν κατά το έτος 1960 επιχειρήθηκε από τους αδελφούς ...
να εμποδίσουν και μάλιστα με την απειλή όπλων την είσοδο στην επίδικη έκταση στους ..., ..., ..., ..., ..., ... και ..., ο πρώτος αυτών ανέφερε το εν λόγω γεγονός στο Δασονομείο Κυκλάδων, θεωρώντας ότι ως δημόσια δασική έκταση υπάγεται σ' αυτό, και ακολούθως το δασονομείο με το υπ' αριθμ. .../23.3.1960 έγγραφό του προς τον Σταθμό Χωροφυλακής ...
ζήτησε να ανακοινωθεί στους αδελφούς ...ότι η επίδικη έκταση δεν ανήκει στην ιδιοκτησία τους, ώστε να απαγορεύουν την είσοδο σ' αυτήν, καθώς και ότι σε περίπτωση που δεν υπάρξει συμμόρφωση τους θα ζητηθεί να ασκηθεί εναντίον τους ποινική δίωξη. Επίσης η επίδικη έκταση χρησιμοποιείται για την βόσκηση ζώων ιδίως από τους όμορους αυτής ιδιοκτήτες για τους οποίους η πρόσβαση σ' αυτήν ήταν άμεση.
Τα περιστατικά αυτά προκύπτουν, όπως ήδη σημειώθηκε από τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Νάξου κατά την εκδίκαση των επίσης μνημονευομένων πιο πάνω υποθέσεων, και δεν αναιρούνται από τις καταθέσεις των υπολοίπων εξετασθέντων μαρτύρων στις δίκες εκείνες μαρτύρων, οι οποίοι δεν αρνούνται ότι στην επίδικη έκταση έβοσκαν τα ζώα τους και έκοβαν ξύλα και τρίτα πρόσωπα εκτός της οικογένειας των ... .
Και καταθέτουν βέβαια περαιτέρω οι εν λόγω μάρτυρες ότι οι τρίτοι έπαιρναν την προηγούμενη άδεια των ..., κάτι τέτοιο όμως δεν προκύπτει ούτε ενισχύεται από άλλα αποδεικτικά μέσα. Ο κοινόχρηστος χαρακτήρας της επίδικης έκτασης επιβεβαιώνεται, εξάλλου, και από τις καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης (..., ...
και ...) που εξετάστηκαν για την κρινόμενη υπόθεση, και οι οποίοι μάλιστα έχουν άμεση αντίληψη της κατάστασης λόγω του ότι γεννήθηκαν και κατοικούν στην ευρύτερη περιοχή του επιδίκου, στην οποία έχουν και δικά τους ακίνητα, καθώς και των όσων γνωρίζουν από τις οικογένειές τους αλλά και από το περιβάλλον τους.
Αντίθετα οι μάρτυρες που προτάθηκαν από τις εναγόμενες εταιρείες ελέγχονται για την ακρίβεια των όσων καταθέτουν και την αξιοπιστία τους, ενόψει του ότι ορισμένοι από αυτούς επισκέφθηκαν την επίδικη περιοχή μόνο μετά την αγορά της από τις εναγόμενες εταιρείες (μετά το 1967) και μάλιστα λόγω της υπαλληλικής τους σχέσης με αυτές (..., ...), σχέση η οποία συνδέει και τον μάρτυρα ...
με τις εν λόγω εταιρείες, ενώ τόσο ο τελευταίος μάρτυρας όσο και άλλοι (..., ...) καταθέτουν περί καλλιέργειας μεγάλων τμημάτων της επίδικης έκτασης (ο ... μάλιστα αρνείται παντελώς την ύπαρξη δασικής έκτασης στο "..." ενώ ο ... προσδιορίζει την καλλιεργούμενη έκταση σε ποσοστό 60%) ισχυρισμοί οι οποίοι όχι μόνο δεν ενισχύονται από τα υπόλοιπα αναφερόμενα αναλυτικά πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία, αλλά έρχονται σε πλήρη αντίθεση με αυτά, καθόσον από αυτά χωρίς καμιά αμφιβολία προκύπτει τόσο η ύπαρξη δασικής βλάστησης, όσο και η ανυπαρξία καλλιεργούμενων τμημάτων μέχρι το έτος 1960, ενώ και μετά το έτος αυτό, όπως προκύπτει από τις αεροφωτογραφίες των ετών 1979 και 1982 δεν υπάρχουν καλλιεργούμενες εκτάσεις στην επίδικη περιοχή (βλ.
ιδίως τις προαναφερόμενες εκθέσεις του πραγματογνώμονα Π2 και των τεχνικών συμβούλων του ενάγοντος, καθώς και τις καταθέσεις των μαρτύρων στις προηγηθείσες δίκες)". Με βάση τις παραδοχές αυτές, αλλά και άλλες που δεν ενδιαφέρουν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, ότι το επίδικο ακίνητο ανήκει καθ'ολοκληρίαν στην κυριότητα του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου λόγω πρωτίστως του κοινόχρηστου χαρακτήρα του τελευταίου ανέκαθεν και πάντως πριν από τις 16-5-1926 και, ειδικότερα, επί τέτοιο μακρό χρονικό διάστημα, "τουλάχιστον από τους έτους 1836", που καλύπτει πολλές γενεές, ώστε η ζώσα γενεά να γνώρισε την πραγματική κατάσταση του εν λόγω ακινήτου ως κοινής χρήσης, πριν από την εισαγωγή του Α.Κ.
Ακολούθως, το Εφετείο, αφού απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμες τις ενστάσεις των εναγομένων-εκκαλουσών εταιρειών, -που δεν είναι διάδικες στην παρούσα δίκη-, περί παράγωγου και πρωτότυπου τρόπου (τακτικής και έκτακτης χρησικτησίας) κτήσης της κυριότητάς τους στο επίδικο ακίνητο, καθώς και την από 16.1.1996 κύρια παρέμβαση των σ'αυτή ρητά μνημονευόμενων τρίτων προσώπων - από τους οποίους οι Χ1, Χ2-Α και Χ2-Γ είναι αρχικοί κυρίως παρεμβαίνοντες, οι λοιποί δε καθολικοί διάδοχοι των επίσης αρχικώς κυρίως παρεμβαινόντων Ω3, Ω-2 και Ω1, αντίστοιχα, οι οποίοι υπεισήλθαν στη δικονομική τους θέση λόγω του επισυμβάντος κατά τη διάρκεια της δίκης θανάτου της - και ήδη αναιρεσειόντων επίσης, ως ουσιαστικά αβάσιμες, δέχθηκε την ένδικη διεκδικητική αγωγή του αναιρεσιβλήτου ως και κατ'ουσίαν βάσιμη, ως προς την πρώτη κύρια βάση της περί του κοινόχρηστου χαρακτήρα του επίδικου ακινήτου, -καθώς και ως προς την πρώτη επικουρική της βάση (περί του δασικού χαρακτήρα του εν λόγω ακινήτου), - επικυρώνοντας, έτσι, την εκκαλούμενη απόφαση, που είχε εκφέρει όμοια κρίση.
Με αυτά που, δέχθηκε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως η εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του ν. της 21 - 6/3.7.1837, του άρθρου 49 ΕισΝΑΚ, του άρθρου 1 του Β.Δ. 3/15-12-1833, του από 16/11/1836 Β.Δ., των άρθρων 1-3 του από 17/11/1836 Β.Δ., του άρθρου 2 παρ. 1 του ν.δ. 17.7/16.8.1923, του ν. ΔΞΗ'/ 1912 και των με βάση αυτές εκδοθέντων διαταγμάτων, περί δικαιοστασίου, των άρθρων 1188, 1033, 1192, 1094, 1041, 1045 και 968 Α.Κ., των άρθρων 16 και 20 του ν. 21.6/10.7.1837, των άρθρων 12 και 13 του ν.
ΔΝΖ'/1912, του άρθρου 12 του ν.1051/1917 και του άρθρου 187 παρ. 1 του ν.δ.2888/1954, αφού σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε όλες τις προμνημονευόμενες διατάξεις, διέλαβε δε στην προσβαλλόμενη απόφαση πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της ένδικης αγωγής, κατά την πρώτη κύρια βάση της, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο.
Ο δεύτερος, επομένως, κατά το πρώτο και δεύτερο, αντίστοιχα, μέρος του, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο, κατ' ορθή εκτίμησή του. αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από τους αριθμούς 1 και 19, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, γιατί το Εφετείο, με το να δεχθεί τον κοινόχρηστο χαρακτήρα του διεκδικούμενου ακινήτου, παραβίασε ευθέως τις αμέσως πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και με ελλιπείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Ο πρώτος, κατά το πρώτο μέρος του και δεύτερος, αντίστοιχα, λόγοι της αναίρεσης, με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από τους αριθμούς 1 και 19, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, γιατί το Εφετείο, με το να δεχθεί ως και κατ'ουσίαν βάσιμη την ένδικη διεκδικητική αγωγή και κατά την πρώτη επικουρική της βάση περί του δασικού χαρακτήρα του επίδικου ακινήτου, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 και 3 του β.δ. της 17(29) Νοεμβρίου/1 Δεκεμβρίου 1836 "περί ιδιωτικών δασών", 2 §2 του α.ν. 1539/1938, 58 του ν.δ.86/1969 και 62 του ν.998/1979, αντίστοιχα, είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, αφού η μη πληττόμενη επιτυχώς με βάσιμο λόγο αναίρεσης επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι το επίδικο ακίνητο ανήκει στην κυριότητα του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου ως κοινόχρηστο, στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της αμέσως πιο πάνω απόφασης.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασης τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος. (Ολ.ΑΠ 25/2003, 12/2000 και 3/1997), όχι δε και εκείνοι που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν άρνηση αυτής, ούτε και εκείνοι που δεν έχουν αυτοτέλεια και αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 469/1984), έστω και αν τα τελευταία διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου έφεσης.
Πράγματα, επίσης, κατά την έννοια της αμέσως πιο πάνω διάταξης, αποτελούν και οι λόγοι έφεσης, με τους οποίους γίνεται επίκληση ουσιωδών ισχυρισμών των διαδίκων, περιέχουν δε παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης (Ολ.ΑΠ 11/1991). Ο λόγος δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο (Ολ.ΑΠ 12/1991, Ολ.ΑΠ 25/2003).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τους συναφείς πρώτο και δεύτερο, κατά το τρίτο, αντίστοιχα, μέρος τους, λόγους της αναίρεσης και υπό την επίκληση πλημμελειών από τον αριθμό 8 περίπτ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες ψέγονται την προσβαλλόμενη απόφαση, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους λόγους της έφεσης τους, ότι το διεκδικούμενο ακίνητο δεν ήταν ποτέ κοινόχρηστο, ούτε δασικό, αλλά ανήκε στην αποκλειστική κυριότητα των άμεσων και απώτερων δικαιοπαρόχων τους, καθώς και των ίδιων (με παράγωγο τρόπο - πωλητήριο, διανεμητήριο συμβόλαιο, προικοσυμβόλαιο, κληρονομία - και πρωτότυπο τρόπο - έκτακτη χρησικτησία-).
Οι εξεταζόμενοι αυτοί αναιρετικοί λόγοι είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, γιατί το Εφετείο έλαβε υπόψη τους περιεχόμενους σ' αυτούς αυτοτελείς ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, αλλά τους απέρριψε εκ του πράγματος, αφού δέχθηκε, ότι το επίδικο ακίνητο είναι κοινόχρηστο και οπωσδήποτε δεν εμπίπτει στους τίτλους κτήσης κυριότητας των άμεσων και απώτερων δικαιοπαρόχων των αναιρεσειόντων, όπως και των ίδιων.
Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 Κ.Πολ.Δ., έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.
Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεώρησε ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.
Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια κρίση του για τον αναιρεσείοντα να σχημάτισε το δικαστήριο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο, από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση, η οποία δεν συντρέχει, όταν το εν λόγω έγγραφο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην τελευταία αυτή περίπτωση δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των παρακάτω τίτλων των απώτερων δικαιοπαρόχων των αναιρεσειόντων, δηλαδή: α) του .../1906 "διανεμητηρίου συμβολαίου κληρονομικής περιουσίας" του συμβολαιογράφου Κορωνίδος Νάξου Μιχαήλ Βερώνη, που έχει νόμιμα μεταγραφεί, με το οποίο "Οι αδελφοί ΔΔ, γεωργός και ΕΕ, εμποροϋπάλληλος κάτοικοι αμφότεροι του χωρίου ...
του Δήμου ... ως τελευταίοι εξαδιαθέτου κληρονόμοι του αποβιώσαντος πατρός τους ΓΓ, διανέμουν την πατρική κληρονομιά και ο από αυτούς ΕΕ λαμβάνει εις την κυριότητα και κατοχήν του τα εξής ακίνητα κτήματα μεταξύ άλλων δε και: Τον αγρόν καλούμενον ... εμπεριέχοντα διάφορα αγριόδενδρα (κέντρα) κείμενον εις την θέσιν ..., συνορευόμενον ανατολικώς με αγρόν του ...
και από τα λοιπά μέρη με θάλασσαν, εμπεριέχοντα και εκκλησίαν τιμώμένην ο "Άγιος Γεώργιος", β) του .../1873 προικοσυμβολαίου του συμβολαιογράφου Νάξου Δ. Λεντούδη, που έχει νόμιμα μεταγραφεί, με το οποίο περιήλθε το ίδιο ακίνητο στον πατέρα των πιο πάνω αδελφών ΓΓ, ως προίκα που συστάθηκε από τον πατέρα του ΒΒ, και γ) του .../1865 πωλητήριου συμβολαίου του συμβ/γράφου Νάξου Δ.
Λεοντούδη, που έχει, επίσης, νόμιμα μεταγραφεί, με το οποίο περιήλθε στον προικοδότη προπάππο των αναιρεσειόντων ΒΒ το ίδιο ακίνητο από αγορά του από τον ΦΦ και στο οποίο αναφέρεται ειδικότερα ότι "η υπάρχουσα τώρα ξυλώδης βλάστησή του είναι αποτέλεσμα επιχειρηθείσης παλαιάς εμφύτευσης του από τους δικαιοπαρόχους τους και συγκεκριμένα ότι το πωλούμενο είναι παραχωρημένο προσωρινώς εξημισείας προς εμφύτευση στους αδελφούς ...
και ... και ότι ο πωλητής (ΦΦ) είχε αγοράσει το επίδικο πολύ πριν από το έτος 1865 από τον πάππο του αγοραστή (ΒΒ) ονόματι ΑΑ, ο οποίος και είναι απώτατος δικαιοπάροχός τους, ενώ και στα δύο τελευταία συμβόλαια των απωτέρων αυτών δικαιοπαρόχων τους (.../1873 και .../1865), η τοποθεσία του επιδίκου αναφέρεται ως "..." ή "Αγίου Ιωάννου ...", με την επισήμανση, ότι το πανόμοιο "..." είναι η παλαιότερη ονομασία της ειδικότερης τοποθεσίας "...", από την οποία έλκει την καταγωγή και ο ευρισκόμενος στο νοτιοδυτικό άκρο του επίδικου "...", η ονομασία δε "Άγιος Ιωάννης ..." έλκει την καταγωγή από τον υπάρχοντα και σήμερα μέσα στο επίδικο ναό του Αγίου Γεωργίου που μέχρι το έτος 1895 ήταν αφιερωμένος στον Άγιο Ιωάννη, με το να δεχθεί, από εσφαλμένη ανάγνωσή τους, ότι τα περιγραφόμενα στους εν λόγω -χωρίς αλληλουχία- τίτλους ακίνητα "δεν έχουν καμιά σχέση με την επίδικη έκταση".
Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, εφόσον με αυτόν δεν αποδίδεται διαγνωστικό σφάλμα ως προς το αληθινό περιεχόμενο των επίμαχων συμβολαίων, δηλαδή, λάθος κατά την ανάγνωση, αλλά σφάλμα ως προς την εκτίμηση του περιεχομένου τους.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.
Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ.), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποιά αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποιά έμμεση απόδειξη. Στην προκείμενη περίπτωση, με τους τέταρτο και πέμπτο, αντίστοιχα, λόγους της αναίρεσης μέμφονται οι αναιρεσείοντες την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περίπτ.
γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις τα στον πρώτο απ' αυτούς ειδικότερα μνημονευόμενα έγγραφα, δηλαδή 1) Τα .../7-5-1973 και ...-5-1973, αντίστοιχα, δημόσια έγγραφα της Νομαρχίας Κυκλάδων, Υπηρεσίας Γεωργίας - Τμήματος Δασών, που αναφέρουν "ΘΕΜΑ: Διεκδίκησις δασικής εκτάσεως εις ...", 2) .../ 25-4-1968 και .../17-11-1968, αντίστοιχα, ειδικά πληρεξούσια συμβόλαια του συμβολαιογράφου Τραγάνας Νάξου Στυλιανού Ποσάντζη, καθώς και το .../ 13-3-1968 όμοιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννη Κορρέ και 3) την έκθεση ιδιωτικής πραγματογνωμοσύνης του μηχανικού Π11, καθώς και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων τους - αναιρεσειόντων- ...
και ..., οι οποίες περιέχονται στις 5/1998 και 194/1998, αντίστοιχα, εισηγητικές εκθέσεις των Ειρηνοδικών Νάξου και Αθηνών, που ορίστηκαν ως Εντεταλμένοι Δικαστές, έγγραφα και ένορκες καταθέσεις μαρτύρων, που επικαλέστηκαν οι αναιρεσείοντες με τις προτάσεις τους της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόδειξη των ουσιωδών ισχυρισμών τους, ότι το επίδικο ακίνητο δεν ανήκε ποτέ στο αντίδικο τους, αλλά αντίθετα, ανήκε στους άμεσους και απώτερους δικαιοπαρόχους τους, καθώς και στους ίδιους με παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο - έκτακτη χρησικτησία.
Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω Δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων "από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που περιέχονται στις υπ' αριθμ. 62/1993 και 92/2000 εκθέσεις του Εισηγητή Δικαστή, στις υπ' αριθμ. 4/1989, 5/1998, 1/1999 και 3/2000 εκθέσεις του Ειρηνοδίκη Νάξου, στην 6/1990 του Ειρηνοδίκη Πειραιά, και στην 194/1998 του Ειρηνοδίκη Αθηνών οι οποίοι με τις προαναφερόμενες αποφάσεις (244/1987 και 162/1996) του Δικαστηρίου τούτου ορίστηκαν εντεταλμένοι Δικαστές ...
και από όλα τα έγγραφα, τα οποία προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι είτε για να ληφθούν υπόψη ως αυτοτελή δικαστικά μέσα, είτε για να χρησιμεύσουν ως δικαστικά τεκμήρια", σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι στο αιτιολογικό της απόφασης δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το αν το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τα παραπάνω έγγραφα και ένορκες καταθέσεις, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι το εν λόγω Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε, υπόψη και συνεκτίμησε τόσο τα έγγραφα αυτά, όσο και τις ένορκες καταθέσεις, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός από τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα.
Η ομολογία, ως αποδεικτικό μέσο, προϋποθέτει την παραδοχή της αλήθειας στοιχείου κατά νόμο αυτοτελούς ισχυρισμού του αντιδίκου ή της αναληθείας τέτοιου ισχυρισμού εκείνου που προβαίνει στην παραδοχή (ΑΠ 631/2006). Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 339 και 352 παρ. 1 ΚΠολΔ, δικαστική δεν είναι κάθε ομολογία, αλλά μόνο εκείνη που γίνεται με μονομερή δήλωση και με σκοπό αποδοχής του αμφισβητούμενου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος, είναι σαφής, ορισμένη και μη εξαρτώμενη από αίρεση, απευθύνεται δε προς το δικαστήριο που δικάζει την υπόθεση ή προς τον εισηγητή ή τον εντεταλμένο δικαστή, ο οποίος διεξάγει την αποδεικτική διαδικασία.
Εξώδικη, αντίθετα, ομολογία είναι παραδοχή ενός κρίσιμου γεγονότος από τον ήδη αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος επίκλησης και απόδειξής του και η οποία δεν απευθύνεται προς το δικαστήριο που δικάζει την υπόθεση ή προς τον εισηγητή ή τον εντεταλμένο δικαστή, ο οποίο διεξάγει την αποδεικτική διαδικασία.
Εξάλλου, ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί την απόφαση από τη νόμιμη βάση της, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ., νοούνται μόνον οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που έχουν αυθύπαρκτη ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και οι ελλείψεις ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων ή την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 861/1984, π.ρ.β.λ Ολ.ΑΠ 24/1992).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον έκτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς την κυριότητα του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου στο επίδικο ακίνητο, δεχόμενο, ότι αυτό δεν απεμπόλησε ποτέ τα δικαιώματά του στο εν λόγω ακίνητο, μολονότι με πάμπολες εμφανείς ενέργειές του τόσο πριν, όσο και μετά την άσκηση της ένδικης από 15.12.1973 διεκδικητικής αγωγής, όπως είναι η αναγνώριση των αλλοδαπών εταιρειών ως κυρίων του επιδίκου με βάση έστω τους ψευδείς τίτλους τους, η παροχή σ' αυτές αδειών ονοικοδόμησης και την επιχορήγηση τους με τα αναπτυξιακά προγράμματα του Ε.Ο.Τ., η δανειοδότησή τους με εγγύησή του -Δημοσίου- από την κρατική τράπεζα ΕΤΒΑ και εγγραφή με το με αριθμό .../1969 συμβόλαιο υποθήκης στο επίδικο, ύψους 500.000 $ ΗΠΑ, η εγγραφή στο ακίνητο ...
πληθώρας κατασχέσεων για τη μη πληρωμή των δανείων και των Φ.Μ.Α., που προέκυψαν από τις πολλές μεταβιβάσεις και κατατμήσεις που έκαναν παράνομα μεταξύ τους οι εταιρίες και προς τρίτους, εξακολουθώντας με τον τρόπο αυτό να θεωρεί ότι το ... δεν είναι δημόσιο κτήμα, αλλά τελείως ξένο προς την περιουσία του, ειδικότερα δε, των από 15.2.75, 26.1.76, 22.12.79 και 29.1.82, αντίστοιχα, κατασχέσεων σε βάρος του ...
για οφειλές της κατέχουσας το ακίνητο τρίτης εταιρείας "ΕΞΕΤΑΜ ΝΑΞΟΣ" της από 15.2.75 κατάσχεσης σε βάρος τοϋ ... για οφειλές της υπεράκτιας εταιρείας "ΝΙΕΙRΑ", της από 30-3-79 κατάσχεσης σε βάρος του ... για οφειλές της εταιρείας "VALΜΕDIUΜ ΟΤ ΜΕΝΤΑΖ", της από 30-9-79 κατάσχεσης σε βάρος του ... για οφειλές κατά της "FORTIOR" κ.ά., η από 3.1.1976 αναγγελία του σε επισπευδόμενο πλειστηριασμό του ..., καθώς και η εγγραφή υπέρ του -αναιρεσιβλήτου - πρώτης υποθήκης στο επίδικο με το .../960/24.3.1969 έγγραφο του τότε Υπουργού Συντονισμού Ν.Μακαρέζου, - που συνιστά πολιτειακή πράξη αναγνώρισής του ότι δεν είναι κύριο του ενυπόθηκου ακινήτου, - εξώδικα ομολόγησε την ανυπαρξία κυριότητάς του στο τελευταίο, έτσι δε, στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της.
Ο εξεταζόμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, εφόσον οι αμέσως πιο πάνω αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση του αποδεικτικού μέσου της εξώδικης ομολογίας του αναιρεσιβλήτου και δεν αποτελούν ζήτημα κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ. Ο ίδιος αναιρετικός λόγος εκτιμώμενος ως πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περίπτ.
γ' ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις την επίμαχη εξώδικη ομολογία του αναιρεσιβλήτου, είναι, επίσης, απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση του δικογράφου της έφεσης των αναιρεσειόντων, οι τελευταίοι δεν επικαλέστηκαν νόμιμα εξώδικη ομολογία του αντιδίκου τους με τα προεκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, άλλωστε, δεν συνιστούν κατά νόμο τέτοια ομολογία.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1.10.2006 αίτηση του Χ1, κ.ά. για αναίρεση της 301/2004 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Σεπτεμβρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ