Legislator Case Law & Legislation
1416/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against compensation determination where settlement already executed extinguishes claim.

Case Number 1416/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's final decision on compensation for expropriation. The appellant sought a definitive determination of compensation after a prior settlement was reached, but the lower court found the claim extinguished because the settlement had already been executed and fully paid. The court ruled that the settlement was valid and binding, leaving the appellant with no legal interest to pursue further judicial determination of the same issue.

Legislator headnote

AI generated

Articles 22 of Law 797/1971; Article 23 of Law 2882/2001: When a settlement agreement regarding compensation for expropriation has been fully executed, the aggrieved party loses the legal interest to seek a judicial determination of compensation, rendering such a request inadmissible.

Keywords

AI generated
expropriation compensation settlement agreement legal interest extinguished claim expropriation code judicial determination execution of contract

Cited Legislation

AI generated
Article 22 of Law 797/1971
Article 23 of Law 2882/2001
Article 29 of Law 2882/2001
Article 871 of the Civil Code
Article 416 of the Civil Code
Article 68 of the Municipal and Communal Code
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
Article 307 of the Municipal and Communal Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1416 / 2008 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1416/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Πετράκη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ιωάννη Σίδερη (κωλυομένης της Αρεοπαγίτου Ελένης Μαραμαθά) και Γεωργία Λαλούση, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Μαΐου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Σαμαρά και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Δήμου ...... Ν. Μαγνησίας εκπροσωπούμενου από τον νυν Δήμαρχο, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σοφία Παπαγιαννίτση και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/4/2006 αίτηση περί οριστικού προσδιορισμού αποζημίωσης του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Εφετείο Λάρισας.

Εκδόθηκε η με αριθμό 206/2007 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 24/5/2007 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Γεωργία Λαλούση, ανέγνωσε την από 22/4/2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Το άρθρο 22 του ΝΔ 797/1971 ορίζει "1. Το αρμόδιον δικαστήριον κατά την δικάσιμον και προ πάσης συζητήσεως της αιτήσεως περί προσωρινού ή οριστικού προσδιορισμού, επιδιώκει συμβιβασμόν μεταξύ των διαδίκων. Εάν επιτευχθεί συμβιβασμός, το δικαστήριον περιορίζεται εις την σύνταξιν του οικείου πρακτικού, μετά δε την υπογραφήν τούτου υπό των διαδίκων, η διαδικασία του προσδιορισμού της αποζημιώσεως θεωρείται περατωθείσα".

Το αντίστοιχο άρθρο 23 του Ν 2882/2001 (Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων) ορίζει "1. Το δικαστήριο, κατά τη δικάσιμο και πριν από κάθε συζήτηση της αίτησης περί προσωρινού ή οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης, επιδιώκει συμβιβασμό μεταξύ των διαδίκων. Εάν επιτευχθεί συμβιβασμός, συντάσσεται ατελώς, σχετικό πρακτικό.

Με την υπογραφή του πρακτικού από τους διαδίκους η διαδικασία του προσδιορισμού της αποζημίωσης περατώνεται. 2. Η αποζημίωση δύναται να προσδιοριστεί και με εξώδικο συμβιβασμό που καταρτίζεται εγγράφως και ατελώς". Από την αντιπαραβολή των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι το ΝΔ 797/1971 δεν προέβλεπε διαδικασία προσδιορισμού της αποζημίωσης για απαλλοτριωθέν ακίνητο με εξώδικο συμβιβασμό, την οποία προβλέπει ο Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (Ν 2882/2001) και καθορίζει ότι πρέπει να καταρτίζεται εγγράφως και ατελώς.

Περαιτέρω, κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 29 (Διατηρούμενες, μεταβατικές και τελικές διατάξεις) του ανωτέρω Ν 2882/2001 "απαλλοτριώσεις που κηρύχθηκαν από 1ης Φεβρουαρίου 1971 και εφεξής διέπονται από τις διατάξεις του παρόντος από το σημείο στο οποίο βρίσκονται κατά την έναρξη ισχύος αυτού. Εξαιρούνται τα θέματα εκείνα για τα οποία κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος έχει κοινοποιηθεί εισαγωγικό δικόγραφο της σχετικής δίκης ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου ή έχει εκδοθεί σχετική διοικητική πράξη, ως προς τα οποία εφαρμόζονται μόνον οι διαδικαστικές διατάξεις του παρόντος".

Εξάλλου, κατά το άρθρο 871 ΑΚ "με τη σύμβαση του συμβιβασμού οι συμβαλλόμενοι διαλύουν με αμοιβαίες υποχωρήσεις μια φιλονικία τους, ή μια αβεβαιότητα για κάποια έννομη σχέση. Με αβέβαιη σχέση εξομοιώνεται και η επισφαλής απαίτηση". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη σύναψη της σύμβασης του συμβιβασμού απαιτείται πρόταση του ενός από τα μέρη να διαλύσουν με αμοιβαίες υποχωρήσεις έριδα ή αβεβαιότητα για κάποια έννομη σχέση και αποδοχή της πρότασης από το άλλου μέρος (ΟλΑΠ 578/1980).

Για την κατάρτιση του συμβιβασμού αρκεί να συνάγεται η βούληση των μερών για την επιδίωξή του από το περιεχόμενο της σύμβασης, χωρίς να είναι αναγκαία η πανηγυρική διατύπωση του σχετικού όρου. Η σύμβαση του συμβιβασμού αν γίνει στο πλαίσιο εκκρεμούς δίκης, υπό τους όρους του άρθρου 293 ΚΠολΔ επιφέρει την αυτοδίκαιη κατάργηση της δίκης, ενώ αν γίνει εκτός δίκης (εξώδικος), κρίνεται ως προς το κύρος του κατά τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου και μπορεί να θεμελιώσει ανατρεπτική ένσταση υπέρ του αντισυμβαλλόμενου μέρους, με την πρόταση και απόδειξη της οποίας το δικαστήριο οφείλει να εκδώσει απόφαση σύμφωνη προς το περιεχόμενο του συμβιβασμού.

Τέλος, κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 263 του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα (ΠΔ 410/1995) "κάθε αίτηση για συμβιβασμό ή κατάργηση δίκης, που αφορά δήμους, κοινότητες ή δημοτικά και κοινοτικά ιδρύματα ή λοιπά νομικά πρόσωπα των δήμων και κοινοτήτων, όπου υπηρετεί δικηγόρος, πριν εισαχθεί στο δημοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο ή στο διοικητικό συμβούλιο, του ιδρύματος ή του νομικού προσώπου, στέλνεται στο δικηγόρο, για να γνωμοδοτήσει ως προς το νομικό μέρος.

Συμβιβασμός ή κατάργηση δίκης, που γίνεται χωρίς αυτήν την γνωμοδότηση, είναι αυτοδικαίως άκυρος". Στη συγκεκριμένη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα κρίσιμα για την τύχη της αναίρεσης πραγματικά περιστατικά: "Με την 3/1993 Πράξη Εφαρμογής της πολεοδομικής μελέτης περιοχής βορείων συνοικιών του Δήμου ...., Νομού Μαγνησίας, η οποία κυρώθηκε με απόφαση του Νομάρχη Μαγνησίας και η οποία μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο ...

και αριθμό .... των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Βόλου, κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση, λόγω ρυμοτομίας, για "αθλητικό πάρκο", ενός οικοπέδου, που βρίσκεται στο νέο σχέδιο πόλης στη ..... και εμφαίνεται στο (ΟΤ ....) με το Νο .., εκτάσεως αρχικά 1628, 22 τμ. και μετά την αφαίρεση σε εισφορά από το Δήμο .... 1152 τμ.

Μεταξύ των εντασσομένων ιδιοκτησιών περιλαμβάνεται και το ακίνητο του αιτούντος, συνολικής έκτασης 576 τμ. ενώ ολόκληρο το οικόπεδο ανήκει κατά 50% εξ αδιαιρέτου στον αιτούντα και την αδελφή του ...... Περαιτέρω, αποδείχθηκε από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία ότι ο αιτών, με αίτησή του στο Δήμο ..., ζήτησε την καταβολή της αντικειμενικής αξίας του απαλλοτριούμενου τμήματος του όλου ακινήτου του, την οποία και αποδέχθηκε ως πλήρη αποζημίωση αυτού.

Το αίτημα αυτό του τελευταίου, απεδέχθη ο καθού Δήμος ...., όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της με αριθμό ... απόφασης του δημοτικού συμβουλίου και με τον τρόπο αυτό καθορίστηκε η αποζημίωση του απαλλοτριούμενου ακινήτου. Και ναι μεν ο αιτών στα πλαίσια της λήψης της ως άνω απόφασης του δημοτικού συμβουλίου υπέγραψε τη δήλωση του ν. 1599/1986/20-11-2001, με την οποία με την επιφύλαξη κάθε νομίμου δικαιώματός του παραιτήθηκε από όλα τα δικόγραφα που εκκρεμούσαν στο Μονομελές Πρωτοδικείου Βόλου και αφορούσαν τον καθορισμό προσωρινής τιμής μονάδας αποζημίωσης, πλην όμως, στη συνέχεια επανήλθε με την από 18-11-2002 και με αριθμό πρωτ. ...

αίτησή του ζητώντας συμπληρωματική αποζημίωση, επικαλούμενος έγγραφο της εφορίας με διαφορετικό προσδιορισμό της αντικειμενικής αξίας από εκείνο που έγινε αποδεκτός και από τα δύο μέρη με την ως άνω απόφαση του δημοτικού συμβουλίου. Στην αίτησή του αυτή, ο αιτών τονίζει "η συμφωνία μας είναι να αποζημιωθεί το οικόπεδό μας στην αντικειμενική αξία που ισχύει κατά το έγγραφο της εφορίας από 5-3-2001" και πιο κάτω "σε αντίθετη περίπτωση, δεν τηρείται η συμφωνία μας εξαιτίας του Δήμου ....".

Επίσης, στην από 2-2-2004 και με αριθμ. πρωτ .... αίτησή του-αναφορά στον Δήμαρχο ...., ο αιτών αναφέρει "ζητούμε την καταβολή της συμπεφωνημένης αντικειμενικής αξίας του οικοπέδου μας της πραγματικής, βάσει του εγγράφου της εφορίας και θέλουμε το δήμο αξιόπιστο" και στο τέλος της εν λόγω αίτησης "για τους λόγους αυτούς και με βάση τη συναπτόμενη αίτησή μας (εννοεί την από 18-11-2002), την οποία επανυποβάλλουμε σε εσάς..........

προς ικανοποίηση των αιτημάτων μας, δηλαδή την έγκριση της συμπληρωματικής δαπάνης για την ολοσχερή εξόφληση της πραγματικής αντικειμενικής αξίας του οικοπέδου". Δηλαδή, ο αιτών ανεπιφύλακτα πλέον ομιλεί για ολοσχερή εξόφληση της αντικειμενικής αξίας του επιδίκου οικοπέδου του. Κατόπιν των ανωτέρω, και μετά από γνωμοδότηση του νομικού συμβούλου του καθού Νικολάου Βυζιώτη και μετά από εισήγηση της αρμόδιας υπηρεσίας -πολεοδομίας- ο Δήμος .....

απεδέχθη το αίτημα του αιτούντος και με την, με αριθμό 86/2004 απόφασή του καθόρισε την αποζημίωση του απαλλοτριουμένου, στο αιτούμενο ποσό. Κατά συνέπεια, το περιεχόμενο της απόφασης αυτής ανεπιφύλακτα αποδέχθηκε ο αιτών, καθώς και την καταβολή του ορισθέντος με την ως άνω απόφαση ποσού. Από τα ως άνω προκύπτει η κατάρτιση εξώδικου συμβιβασμού κατά τα οριζόμενα στη μείζονα σκέψη, καθόσον ο αιτών ανεπιφύλακτα πλέον, όπως προαναφέρθηκε, αποδέχθηκε το περιεχόμενο των αποφάσεων του δημοτικού συμβουλίου, όσο και την καταβολή του "συμφωνηθέντος" ποσού αποζημίωσης.

Ο εξώδικος συμβιβασμός αποτελεί ανατρεπτική ένσταση, η οποία δεσμεύει με το περιεχόμενό του την απόφαση του δικαστηρίου, το οποίο πρέπει να λάβει υπόψη του τον εξώδικο συμβιβασμό που καταρτίστηκε ανάμεσα στους διαδίκους, όπως αυτός προκύπτει και από την κατάθεση του μάρτυρα της ανταπόδειξης, αλλά και από "δημόσια" έγγραφα, καθώς και ότι ήδη έχει καταβληθεί στον αντίδικο η συμφωνηθείσα αποζημίωση, όπως προκύπτει από τα προσαγόμενα και επικαλούμενα χρηματικά εντάλματα του καθού Δήμου .....

Συνεπώς, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο συμβιβασμός μεταξύ των διαδίκων είναι έγκυρος ως προς το ποσό της αποζημιώσεως. Η κτήση της κυριότητας επί του απαλλοτριουμένου ακινήτου για τον υπέρ ου η απαλλοτρίωση, συντελείται και από της εις τον δικαιούχον καταβολής της καθορισθείσης αποζημιώσεως, η δε πράξη απαλλοτρίωσης πρέπει να σημειωθεί στην οικεία μερίδα του βιβλίου μεταγραφών.

Η τελευταία, όμως, παράλειψη και εάν εισέτι υφίσταται, δεν εμποδίζει την μετάθεση κυριότητας στον υπέρ ου η απαλλοτρίωση Δήμο ..... Με τη συντέλεση της απαλλοτριώσεως επέρχεται με πρωτότυπο τρόπο η κτήση της κυριότητας του πράγματος από τον υπέρ ου η απαλλοτρίωση και αντίστοιχα η απόσβεση κάθε δικαιώματος του ιδιοκτήτη ή οποιουδήποτε τρίτου πάνω στο απαλλοτριούμενο ακίνητο.

Η απαλλοτρίωση ολοκληρώθηκε με την καταβολή αποζημιώσεως που ορίστηκε εξωδίκως, χωρίς να απαιτείται η σύνταξη συμβολαιογραφικής πράξεως καταβολής της αποζημιώσεως, καθόσον ο συγκεκριμένος συμβιβασμός αφορά το ύψος της αποζημίωσης, δεν έχει δημιουργικό χαρακτήρα και δεν προκύπτει από το περιεχόμενό του ότι οι συμβαλλόμενοι με τον συμβιβασμό θέλησαν τη σύσταση, μετάθεση, αλλοίωση εμπράγματου δικαιώματος σε ακίνητο, αλλά με τον συμβιβασμό αυτό απλώς τακτοποίησαν το ζήτημα της αποζημίωσης και απλώς αναγνωρίστηκε το ως άνω δικαίωμα του καθού και συνεπώς, ο συμβιβασμός είναι έγκυρος και χωρίς να περιβληθεί τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, ούτε χρειάζεται μεταγραφή του τυχόν συμβολαίου.

Στο σημείο αυτό, πρέπει να αναφερθεί ότι σχετική αίτηση του αιτούντος για καθορισμό προσωρινής τιμής μονάδας αποζημίωσης, απορρίφθηκε με την 25/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, με την ίδια ως άνω αιτιολογία, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν". Με τις παραδοχές αυτές του Εφετείο, το οποίο δίκασε αίτηση του αναιρεσείοντος για καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας για ακίνητό του που απαλλοτριώθηκε λόγω ρυμοτομίας, δέχθηκε την σχετική ένσταση που προέβαλε ο Δήμος ....

και απέρριψε την αίτηση του αναιρεσείοντος, ενόψει και του ότι, όπως δέχθηκε το Εφετείο, δεν είχε πλέον έννομο συμφέρον ο αναιρεσείων να εκδοθεί απόφαση σύμφωνη προς το περιεχόμενο του άνω συμβιβασμού, γιατί ο τελευταίος είχε ήδη εκτελεσθεί και ο αναιρεσείων είχε εισπράξει όλο το συμφωνημένο ποσό της αποζημίωσης, όπως βασίμως είχε ισχυρισθεί ο αναιρεσίβλητος Δήμος στα πλαίσια της ίδιας ένστασης· (άρθρα 871, 416 ΑΚ και 68 ΚΠολΔ).

Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις επικαλούμενες διατάξεις 871 ΑΚ, 23 του Ν 2882/2001, 263 του ΠΔ 410/1995, αφού οι διατάξεις του Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (Ν 2882/2001) που προβλέπουν για καθορισμό τιμής μονάδας με εξώδικο συμβιβασμό διέπουν και την ένδικη απαλλοτρίωση, η οποία είχε κηρυχθεί πριν από τη θέση του ανωτέρω κώδικα σε εφαρμογή, πλην όμως δεν είχε, σύμφωνα με τις παραδοχές κοινοποιηθεί εισαγωγικό δικόγραφο για τον καθορισμό της οριστικής αποζημίωσης.

Επίσης διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν, αφού αναπτύσσει διεξοδικά τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει η σύναψη της σύμβασης του εξώδικου συμβιβασμού (πρόταση, αποδοχή, σύναψη σύμβασης) και η τήρηση των διατυπώσεων που επιβάλλει ο Δημοτικός και Κοινοτικός Κώδικας (ΠΔ 410/1995), καθώς και ότι ο εν λόγω συμβιβασμός είχε ήδη εκτελεσθεί και ως εκ τούτου είχε αποσβεσθεί δια καταβολής (ΑΚ 416) η εξ αυτού απαίτηση του αναιρεσείοντος.

Οι λόγοι της αναίρεσης κατ' ακολουθίαν οι οποίοι, κατ' εκτίμηση, αποδίδουν στην απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμοι, όσα δε επιπλέον αναπτύσσονται στο δικόγραφο πλήττουν την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου για την ουσία της υπόθεσης και είναι απορριπτέα ως απαράδεκτα.

Τέλος, λόγω της ήττας του πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσείων σύμφωνα με τα άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου Δήμου μειωμένη, όμως, κατά το άρθρο 307 παρ. 2 του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα (Π.Δ. 410/1995).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24-5-2007 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της 206/2007 απόφασης του Εφετείου Λάρισας.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε χίλια (1.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2008.

Δημοσιεύτηκε σε δημόσια στο ακροατήριο συνεδρίαση στις 25 Ιουνίου 2008

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ