Legislator Case Law & Legislation
1415/2024 AI generated

Supreme Court partially allows appeal, overturning only the legal reasoning on the equalization allowance issue.

Case Number 1415/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's final decision. The appellant argued that the lower court incorrectly applied the Unified Pay Scale regarding the equalization allowance, while the respondent maintained the original ruling was correct. The court found the lower court's legal reasoning on this specific issue erroneous but upheld the rest of the judgment, ordering costs to be offset between the parties.

Legislator headnote

AI generated

Articles 614(3)(a) and 621 of the Code of Civil Procedure; When the legal reasoning of a final judgment is erroneous but the operative part is correct, the Supreme Court rejects the appeal unless there is a legal interest to avoid res judicata, in which case it annuls only the erroneous reasoning.

Keywords

AI generated
partial annulment of judgment erroneous legal reasoning res judicata avoidance equalization allowance unified pay scale costs offset civil procedure appeal

Cited Legislation

AI generated
Articles 614(3)(a) and 621 of the Code of Civil Procedure
Article 559(1)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 179 final paragraph of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Judgment 8/1993
Supreme Court Judgment 1624/2008
Supreme Court Judgment 30/1998
Supreme Court Judgment 27/1998
Supreme Court Judgment 540/2017
Supreme Court Judgment 60/2011

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1415 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1415/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Ελένη Χροναίου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 1η Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Π. Γ. του Α., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Πολυτίμης Τασίκα, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρίας Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΚΑΛΑΜΑΡΙΑΣ-ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΟΤΑ" και το δ.τ. "ΔΕΤΕΚ Α.Ε. Ο.Τ.Α.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Πλάζ Αρετσούς Καλαμαριάς Θεσσαλονίκης και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Βασιλικής Μπογιατζή, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-11-2019 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν η 8408/2020 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1948/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9-3-2022 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ελένη Χροναίου. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 09-03-2022 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου 769/101/10-03-2022 και του παρόντος Δικαστηρίου 806/2022 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η, με αριθμό 1948/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε κατ' αντιμωλία των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών - εργατικών διαφορών (άρθρα 614 αρ. 3, στοιχ.

α' και 621 του ΚΠολΔ). Με την προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσία η από 21-10-2020 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 17565/1939/2020, έφεση του ενάγοντος - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της εκδοθείσας, κατά την ίδια διαδικασία, με αριθμό 8408/2020, οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, το οποίο είχε δεχθεί εν μέρει, ως βάσιμη κατ' ουσία, την από 07-11-2019 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 22724/18902/25-11-2019 αγωγή του.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της, κατά νόμο, διετούς καταχρηστικής προθεσμίας, ως εκ του χρόνου δημοσίευσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, καθόσον κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόσαντος την απόφαση αυτή Δικαστηρίου στις 10-03-2022 και δεν προκύπτει η, με επιμέλεια οποιουδήποτε διαδίκου, επίδοση της απόφασης, η οποία δημοσιεύθηκε στις 01-12-2021, ούτε, άλλωστε, οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής (άρθρα 552, 553, 556, 558 564 παρ. 3 - όπως η παρ. 3 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, ΦΕΚ Α' 87/23-07-2015, με έναρξη ισχύος από 01-01-2016, άρθρο 1 άρθρο ένατο του Ν. 4335/2015 - 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ).

Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των διαλαμβανομένων σε αυτή λόγων αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Κατά τις διατάξεις του άρθρου 252 του Ν. 3463/2006 (ΦΕΚ Α' 114) "Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων", το οποίο φέρει τον τίτλο "Επιχειρήσεις Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης", ορίζονται τα εξής: "1. Οι Δήμοι και οι Κοινότητες μπορούν να συνιστούν ή να συμμετέχουν σε επιχειρήσεις, οι οποίες καλούνται επιχειρήσεις Ο.Τ.Α., σύμφωνα με τις παρακάτω ειδικότερες ρυθμίσεις.

Οι επιτρεπόμενες μορφές των επιχειρήσεων αυτών είναι οι εξής: α. Δημοτικές ή κοινοτικές κοινωφελείς επιχειρήσεις. β. Ανώνυμες εταιρείες Ο.Τ.Α.. 3. Οι ανώνυμες εταιρείες Ο.Τ.Α. συνιστώνται είτε μόνον από έναν ή περισσότερους Δήμους ή Κοινότητες, είτε με Νομαρχιακές Αυτοδιοικήσεις ή και άλλους φορείς Τοπικής Αυτοδιοίκησης ή τρίτους, σύμφωνα με τις παρακάτω διακρίσεις.

Οι εταιρείες αυτές λειτουργούν σύμφωνα με τις διατάξεις του κ.ν. 2190/1920. α. Οι ανώνυμες εταιρείες που συνιστώνται από περισσότερους Δήμους ή Κοινότητες, είτε με Νομαρχιακές Αυτοδιοικήσεις ή άλλους φορείς Τοπικής Αυτοδιοίκησης, θεωρούνται επιχειρήσεις Ο.Τ.Α., εφόσον τα νομικά αυτά πρόσωπα διαθέτουν την πλειοψηφία του εταιρικού κεφαλαίου.

Το υπόλοιπο εταιρικό κεφάλαιο μπορεί να κατέχεται από άλλα φυσικά ή νομικά πρόσωπα. Στην εταιρεία της μορφής αυτής είναι δυνατή η συμμετοχή του Δημοσίου ή Ν.Π.Δ.Δ. β. Οι ανώνυμες εταιρείες, στο εταιρικό κεφάλαιο των οποίων συμμετέχουν μόνο Ο.Τ.Α. α' και β' βαθμού ή άλλοι φορείς Τοπικής Αυτοδιοίκησης και έχουν ως αποκλειστικό αντικείμενο την επιστημονική και τεχνική υποστήριξη των Ο.Τ.Α.

και των ενώσεών τους ή και της αποκεντρωμένης κρατικής διοίκησης την προώθηση της επιχειρηματικής οικονομικής και γενικότερα βιώσιμης ανάπτυξης του Δήμου ή της Κοινότητας, καθώς και την ανάπτυξη δραστηριοτήτων προστασίας του περιβάλλοντος, τη συμμετοχή τους σε αντίστοιχα προγράμματα ή την εφαρμογή σχετικών πολιτικών σε διαδημοτικό ή σε ευρύτερο γεωγραφικό χώρο, αποτελούν αναπτυξιακές ανώνυμες εταιρείες Ο.Τ.Α..

Στην ανώνυμη εταιρεία αυτής της μορφής, είναι δυνατή η συμμετοχή και φορέων του δημόσιου τομέα, συνεταιρισμών και ενώσεων αυτών, επιστημονικών φορέων, επιμελητηρίων, φορέων συλλογικών κοινωνικών ή οικονομικών συμφερόντων, καθώς και τραπεζών και πιστωτικών ιδρυμάτων. Στην περίπτωση αυτή, οι Ο.Τ.Α. και οι λοιποί φορείς Τοπικής Αυτοδιοίκησης κατέχουν την πλειοψηφία του εταιρικού κεφαλαίου ... 5.

Οι επιχειρήσεις των προηγουμένων παραγράφων αποτελούν νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου. 6. Οι Δήμοι και οι Κοινότητες δεν επιτρέπεται να συνιστούν ή συμμετέχουν σε καμία άλλη εταιρεία ή κοινοπραξία οποιασδήποτε μορφής, πέραν αυτών που περιλαμβάνονται στο παρόν άρθρο. Η απαγόρευση αυτή δεν ισχύει για τη συμμετοχή τους σε ανώνυμη εταιρεία, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 265 παρ. 2 του παρόντος ή σε άλλα εταιρικά σχήματα, τα οποία ειδικοί κανόνες προβλέπουν για την εφαρμογή εθνικών ή κοινοτικών προγραμμάτων ... 8.

Η ευθύνη Δήμου ή Κοινότητας που συμμετέχει σε επιχείρηση Ο.Τ.Α., περιορίζεται κατά το τμήμα της συμμετοχής του στο κεφάλαιο της επιχείρησης". Στο στοιχείο β' της παρ. 3 του άρθρου 252 του ν. 3463/2006, προστέθηκε εδάφιο τελευταίο, ως ακολούθως: "6. Αναπτυξιακές ανώνυμες εταιρίες Ο.Τ.Α. θεωρούνται και εκείνες στις οποίες συμμετέχουν μόνο Τ.Ε.Δ.Κ., αντί των Ο.Τ.Α.

α' βαθμού", ενώ στο τέλος της περίπτωσης β' της παρ. 3 του άρθρου 252 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων, όπως η περίπτωση αυτή συμπληρώθηκε, κατά τα ανωτέρω, με την παρ. 6 του άρθρου 25 του ν. 3613/2007 (Α' 263), προστίθενται εδάφια ως εξής: "Οι αναπτυξιακές ανώνυμες εταιρείες Ο.Τ.Α., δεν ανήκουν στους φορείς του δημοσίου τομέα, δεν επιχορηγούνται άμεσα ή έμμεσα από Ο.Τ.Α., δεν υλοποιούν αυτοδιοικητικές αρμοδιότητες και δεν ανήκουν σε Ο.Τ.Α., κατά την έννοια της επίτευξης αυτοδιοικητικού σκοπού.

Ο έλεγχος και η εποπτεία επί των εταιρειών αυτών γίνεται, σύμφωνα με τις διατάξεις του κ.ν. 2190/1920, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά σε ειδικότερες διατάξεις". Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 265 του ως άνω Ν. 3463/2006 ορίζεται ότι: 1. Δήμοι ή Κοινότητες, μόνοι ή με Νομαρχιακές Αυτοδιοικήσεις ή και άλλους φορείς Τοπικής Αυτοδιοίκησης ή τρίτους, δύνανται να συνιστούν ανώνυμες εταιρείες, οι οποίες λειτουργούν σύμφωνα με τις διατάξεις της εμπορικής και φορολογικής νομοθεσίας και τις ειδικότερες ρυθμίσεις των επόμενων παραγράφων.

α. Οι Δήμοι, οι Κοινότητες, οι Νομαρχιακές Αυτοδιοικήσεις και οι λοιποί φορείς Τοπικής Αυτοδιοίκησης, διατηρούν πάντοτε κοινές μη προνομιούχες μετοχές, που αντιπροσωπεύουν αθροιστικά την πλειοψηφία του μετοχικού κεφαλαίου. Κατά το υπόλοιπο, μπορεί να συμμετέχουν το Δημόσιο και φυσικά ή νομικά πρόσωπα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου.

β. Όλες οι μετοχές είναι ονομαστικές και δεν εισάγονται στο Χρηματιστήριο Αξιών. Οι κοινές μετοχές είναι δεσμευμένες ονομαστικές σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 7 του άρθρου 3 του Κ.Ν. 2190/1920 και οι προνομιούχες χωρίς δικαίωμα ψήφου. γ. Αν η επιχείρηση λυθεί, οι Ο.Τ.Α. που συμμετέχουν σε αυτή έχουν δικαίωμα προτίμησης για την αγορά της εκποιούμενης περιουσίας. 2. ... 3.

Οι ανώνυμες εταιρείες Ο.Τ.Α. της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, δεν επιχορηγούνται άμεσα ή έμμεσα από Ο.Τ.Α. Κατ' εξαίρεση, είναι επιτρεπτή η επιχορήγηση από Ο.Τ.Α. νησιωτικών περιοχών ανώνυμης εταιρείας ή ναυτικής εταιρείας του Ν. 959/1979, που αυτοί έχουν συστήσει ή συμμετέχουν κατά πλειοψηφία στο εταιρικό τους κεφάλαιο για τη διεξαγωγή θαλάσσιων συγκοινωνιών και μεταφορών, καθώς επίσης και στις περιπτώσεις για τις οποίες υφίσταται ειδική νομοθετική ρύθμιση. 5.

Δεν επιτρέπεται η μεταβίβαση ή η σύσταση εμπράγματου βάρους επί ακίνητης περιουσίας που έχει εισφερθεί από Δήμο ή Κοινότητα σε ανώνυμη εταιρεία, την οποία έχει συστήσει ή στην οποία συμμετέχει για την εξυπηρέτηση του καταστατικού της σκοπού, χωρίς την προηγούμενη έγκριση του οικείου δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου. 6.

Το προσωπικό των ανωνύμων εταιρειών Ο.Τ.Α. προσλαμβάνεται σύμφωνα με τις ρυθμίσεις προεδρικού διατάγματος, το οποίο εκδίδεται ύστερα από πρόταση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομίας και Οικονομικών και Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας και μετά από γνώμη της Κ.Ε.Δ.Κ.Ε., η οποία παρέχεται εντός αποκλειστικής προθεσμίας ενός (1) μηνός, αφότου ζητηθεί ...".

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1 παρ. 5 του ν. 3833/2010 (όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 90 παρ. 5 του ν. 3842/2010): "Οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές γενικά, καθώς και τα με οποιαδήποτε άλλη ονομασία οριζόμενα και από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητική απόφαση ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία προβλεπόμενα, των εργαζομένων, χωρίς εξαίρεση, σε νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.), που ανήκουν στο κράτος, σε Ν.Π.Δ.Δ.

ή σε Ο.Τ.Α. ή επιχορηγούνται τακτικά από τον κρατικό προϋπολογισμό ή είναι δημόσιες επιχειρήσεις, κατά την έννοια των παραγράφων 1, 2 και 3 του άρθρου 1 του ν. 3429/2005, μειώνονται, κατά ποσοστό επτά τοις εκατό (7%). Τα επιδόματα των Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας μειώνονται, κατά τριάντα τοις εκατό (30%) αντίστοιχα.

Από τη μείωση του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής, εξαιρούνται τα επιδόματα που συνδέονται με την οικογενειακή κατάσταση ή την υπηρεσιακή εξέλιξη, καθώς και τα συνδεόμενα με το ανθυγιεινό ή επικίνδυνο της εργασίας τους και τον μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών τους. Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής, καθώς και της παραγράφου 4, κατισχύουν κάθε γενικής ή ειδικής διάταξης ή ρήτρας ή όρου συλλογικής σύμβασης εργασίας διαιτητικής απόφασης ή ατομικής σύμβασης εργασίας ή συμφωνίας".

Κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του ίδιου νόμου: "Οι πάσης φύσεως αποδοχές και πρόσθετες αμοιβές ή απολαβές, που καταβάλλονται στους λειτουργούς ή υπαλλήλους ή μισθωτούς με σχέση εργασίας δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α., των Ενόπλων Δυνάμεων, της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και του Λιμενικού Σώματος, απαγορεύεται να υπερβαίνουν τις αποδοχές Γενικού Γραμματέα Υπουργείου, όπως αυτές κάθε φορά καθορίζονται, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η οικογενειακή παροχή, τα επιδόματα εορτών και αδείας, καθώς και τα επιδόματα των παραγράφων 7, 8 και 9 του άρθρου 12 του ν. 3205/2003.

Στο ανωτέρω όριο δεν συνυπολογίζεται το επίδομα για υπηρεσία στην αλλοδαπή, όπως προβλέπεται από τις ισχύουσες διατάξεις". Κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου (όπως αυτή συμπληρώθηκε με το άρθρο 90 παρ. 5 ν. 3842/2010): "Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου έχουν εφαρμογή και για τα αιρετά όργανα Ο.Τ.Α., τους διοικητές, υποδιοικητές προέδρους, αντιπροέδρους και τα μέλη των συλλογικών οργάνων διοίκησης των Ν.Π.Δ.Δ., τους προέδρους, αντιπροέδρους και τα μέλη των ανεξάρτητων διοικητικών αρχών, τους προέδρους, αντιπροέδρους, διευθύνοντες συμβούλους και τα μέλη διοικητικών συμβουλίων καθώς και στο πάσης φύσεως προσωπικό των Ν.Π.Ι.Δ., που ανήκουν στο κράτος, σε Ν.Π.Δ.Δ.

ή σε Ο.Τ.Α. ή επιχορηγούνται τακτικά από τον Κρατικό Προϋπολογισμό ή είναι δημόσιες επιχειρήσεις, κατά την έννοια των παραγράφων 1, 2 και 3 του άρθρου 1 του ν. 3429/2005[...]". Στη συνέχεια, με το άρθρο τρίτο παρ. 4, 5 και 6 του ν. 3845/2010, έλαβε χώρα περαιτέρω μείωση των αποδοχών των λειτουργών, υπαλλήλων και μισθωτών που προαναφέρθηκαν και συγκεκριμένα ορίσθηκαν τα εξής: "Οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές γενικά, καθώς και τα με οποιαδήποτε άλλη ονομασία οριζόμενα και από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας ή διαιτητική απόφαση ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία προβλεπόμενα των εργαζομένων, χωρίς εξαίρεση, στους φορείς του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 5 του άρθρου 1 του ν. 3833/2010, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, μειώνονται κατά ποσοστό τρία τοις εκατό (3%).

Από τη μείωση του προηγούμενου εδαφίου, εξαιρούνται τα επιδόματα που συνδέονται με την οικογενειακή κατάσταση ή την υπηρεσιακή εξέλιξη, καθώς και τα συνδεόμενα με το ανθυγιεινό ή επικίνδυνο της εργασίας τους και τον μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών τους" (παρ. 4). "Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου έχουν εφαρμογή και για τα αιρετά όργανα Ο.Τ.Α., τους διοικητές, υποδιοικητές, προέδρους αντιπροέδρους των Ν.Π.Δ.Δ., τους προέδρους, αντιπροέδρους και τα μέλη των ανεξάρτητων διοικητικών αρχών καθώς και τους προέδρους, αντιπροέδρους, διευθύνοντες συμβούλους και εκτελεστικά μέλη διοικητικών συμβουλίων των Ν.Π.Ι.Δ., που ανήκουν στο Κράτος, σε Ν.Π.Δ.Δ.

ή σε Ο.Τ.Α. ή επιχορηγούνται τακτικά από τον Κρατικό Προϋπολογισμό, σε ποσοστό τουλάχιστον πενήντα τοις εκατό (50%) του προϋπολογισμού τους ή είναι δημόσιες επιχειρήσεις, κατά την έννοια των παραγράφων 1, 2 και 3 του άρθρου 1 του ν. 3429/2005" (παρ. 5). "Τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας, που προβλέπονται από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητική απόφαση ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία, για λειτουργούς, υπαλλήλους και μισθωτούς που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των παραγράφων 1 έως και 4 καθώς και για τα πρόσωπα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παραγράφου 5, καθορίζονται ως εξής:

α) Το επίδομα εορτών Χριστουγέννων σε πεντακόσια (500) ευρώ. β) Το επίδομα εορτών Πάσχα σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. γ) Το επίδομα αδείας, σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Τα επιδόματα του προηγούμενου εδαφίου καταβάλλονται εφόσον οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα και αμοιβές, συμπεριλαμβανομένων και των επιδομάτων του προηγούμενου εδαφίου, δεν υπερβαίνουν κατά μήνα, υπολογιζόμενες σε δωδεκάμηνη βάση, τα τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

Αν με την καταβολή των επιδομάτων του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής, οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα και αμοιβές υπερβαίνουν το ύψος αυτό, τα επιδόματα του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής καταβάλλονται μέχρι του ορίου των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, με ανάλογη μείωσή τους" (παρ. 6).

Με βάση τα ανωτέρω, οι εργαζόμενοι, οι οποίοι απασχολούνται στις επιχειρήσεις οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου, υπάγονται στο ρυθμιστικό πεδίο των ν. 3833 και 3429/2010 και υποβάλλονται στις μισθολογικές περικοπές, που προβλέπονται από τις ανωτέρω διατάξεις (Ολ. Α.Π. 5/2022, Α.Π. 1155/2023, Α.Π. 1079/2023).

Με τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο, παρά τον νόμο, είτε έλαβε υπόψη του πράγματα, που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν, επίσης, ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 του ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 του ΚΠολΔ), ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και άρα, ως ουσιώδεις ισχυρισμοί, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης, που περιέχει παράπονο κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης (Ολ.

Α.Π. 25/2003, Ολ. Α.Π. 3/1997, Ολ. Α.Π. 11/1996, Α.Π. 308/2020, Α.Π. 1446/2019, Α.Π. 1614/2017, Α.Π. 1225/2004), δηλαδή οι ισχυρισμοί, που κατά τον νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (Ολ. Α.Π. 2/1989, Α.Π. 1072/2005). Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού, είναι κάθε περιστατικό, το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί, κατά νόμο, στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (Α.Π. 1795/2008). "Πράγματα" κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης, αποτελούν και οι επιμέρους λόγοι έφεσης ή αντέφεσης που περιέχουν παράπονα κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε αυτοτελής ισχυρισμός του εκκαλούντος ή αντεκκαλούντος ή έγινε δεκτός αυτοτελής ισχυρισμός του αντιδίκου του (Ολ.

Α.Π. 22/2005, Ολ. Α.Π. 11/1996, Α.Π. 845/2011, Α.Π. 1434/2010), όχι όμως και οι λόγοι έφεσης ή αντέφεσης, που αφορούν ισχυρισμούς αρνητικούς της αγωγής (Α.Π. 1462/2019, Α.Π. 248/2019, Α.Π. 650/2017). Επίσης, "πράγμα", κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης, η μη λήψη του οποίου ιδρύει τον, εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, αποτελεί και η ένσταση περί ύπαρξης δεδικασμένου (Α.Π. 89/2013), ακόμη και όταν προτάθηκε εμμέσως, αλλά σαφώς στο δικαστήριο της ουσίας (Α.Π. 2225/2014, Α.Π. 1257/2013, Α.Π. 1007/2010, Α.Π. 1442/2002).

Επομένως, δεν θεωρούνται "πράγματα", κατά την προαναφερθείσα έννοια, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, της ανταγωγής ή της ένστασης, ούτε οι ισχυρισμοί, που συνιστούν πραγματικά επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, ούτε τα οριζόμενα στο άρθρο 339 του ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (Α.Π. 237/2019, Α.Π. 598/2019, Α.Π. 261/2016, Α.Π. 87/2013, Α.Π. 1955/2009, Α.Π. 2019/2007), έστω και αν διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου έφεσης (Α.Π. 1566/2017, Α.Π. 87/2013, Α.Π. 701/2008 Α.Π. 625/2008, Α.Π. 558/2008), αλλά ούτε και οι εκπρόθεσμοι, αόριστοι ή γενικώς απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο, ισχυρισμοί ή απλώς αρνητικοί ή διευκρινιστικοί ισχυρισμοί, δηλαδή ισχυρισμοί που δεν καταλήγουν στην επίκληση έννομης συνέπειας, αφού αυτοί δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (Ολ.

Α.Π. 8/2013, Ολ. Α.Π. 2/1989, Α.Π. 867/1988, Ολ. Α.Π. 3/1997, Α.Π. 1058/1998, Ολ. Α.Π. 14/2004, Α.Π. 179/2019, Α.Π. 76/2016, Α.Π. 139/2014).

Εξάλλου, ο εκ του άνω άρθρου, λόγος αναίρεσης, δεν στοιχειοθετείται και απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε, για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. Α.Π. 12/1997, Ολ. Α.Π. 25/2003 Α.Π. 12/1991, Α.Π. 37/2008, Α.Π. 2102/2007, Α.Π. 2068/2007), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία, εκ του πράγματος, προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων, γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Α.Π. 85/2020, Α.Π. 667/2018, Α.Π. 76/2016), έστω και αν η απόρριψή του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (Ολ. Α.Π. 11/1996, Α.Π. 1108/2020, Α.Π. 1266/2020, Α.Π. 50/2020, Α.Π. 1437/2017, Α.Π. 771/2017, Α.Π. 1434/2010, Α.Π. 148/2009).

Τέλος, κατά το άρθρο 522 του ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης, η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Η διάταξη αυτή, ρυθμίζει ειδικώς, σε σχέση με την έφεση, την καθιερούμενη, από το άρθρο 106 του ΚΠολΔ, γενική αρχή της διάθεσης, σύμφωνα με την οποία, το δικαστήριο ενεργεί μόνον ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς, που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν και, συνεπώς, με την άσκησή της δεν μεταβιβάζεται στο σύνολό της η υπόθεση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αλλά μόνον κατά τα διαγραφόμενα από την έφεση όρια, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά.

Το αίτημα, συνεπώς, της έφεσης και οι λόγοι αυτής, που το στηρίζουν, οριοθετούν το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης. Έτσι, το Εφετείο για να κρίνει αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αποφάσισε σωστά και να αποφασίσει αν πρέπει να εξαφανίσει ή όχι την εκκαλούμενη απόφαση, είναι υποχρεωμένο να περιοριστεί στην έρευνα μόνο των παραπόνων, που διατυπώνονται με τους λόγους της έφεσης, που περιέχονται στο εφετήριο ή το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων, που συνιστούν τη νομική βάση αυτής, καθώς και των ισχυρισμών, τους οποίους, ως υπεράσπιση κατά των λόγων αυτών, προβάλλει, σύμφωνα με το άρθρο 527 αριθμός 1 του ΚΠολΔ, ο εφεσίβλητος, όπως, επίσης, και εκείνων των ζητημάτων, η έρευνα των οποίων προηγείται, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο, για να ληφθεί απόφαση, σε σχέση με τα παράπονα, που διατυπώνονται με τους λόγους έφεσης και τα οποία, κατά νόμο, εξετάζει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, όπως είναι το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής ή της ένστασης, που αυτεπαγγέλτως τα εξετάζει το εφετείο, στην περίπτωση που με την έφεση διατυπώνονται παράπονα μόνον για την κρίση, ως προς την ουσιαστική βασιμότητα αυτών (Α.Π. 732/2022, Α.Π. 924/2021, Α.Π. 385/2021, Α.Π. 916/2020, Α.Π. 821/2020, Α.Π. 248/2019, Α.Π. 727/2017, Α.Π. 781/2017 ).

Επομένως, σφάλματα ή παραλείψεις που δεν προβλήθηκαν από διάδικο, με λόγο έφεσης ή αντέφεσης, δεν μπορούν να εξετασθούν αυτεπαγγέλτως από το Εφετείο, του οποίου η εξουσία οριοθετείται κατά τα ανωτέρω, από τους λόγους έφεσης και το αίτημα που στηρίζεται σε αυτούς (Α.Π. 1529/2001), ούτε επιτρέπεται σ' αυτό, αν διαπιστώσει τέτοια σφάλματα του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, να εξαφανίσει ή μεταρρυθμίσει την απόφαση που εκκλήθηκε, παρά μόνο αν αφορούν άλλους λόγους μη νομιμότητας της αγωγής, εκτός των προβαλλόμενων με την έφεση, οπότε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έχει την εξουσία να τους ερευνήσει αυτεπαγγέλτως (Ολ. Α.Π. 22/2005, Α.Π. 924/2021).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 536 του ιδίου κώδικα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν μπορεί να εκδώσει απόφαση επιβλαβέστερη για τον εκκαλούντα, χωρίς ο εφεσίβλητος να ασκήσει έφεση ή αντέφεση. Μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης και την εκδίκαση της υπόθεσης κατ' ουσίαν, μπορεί να εκδώσει απόφαση δυσμενέστερη για τον εκκαλούντα και χωρίς την άσκηση από τον εφεσίβλητο έφεσης ή αντέφεσης.

Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι μόνο το τυπικό δικονομικό σφάλμα του Εφετείου, σε σχέση με την εφαρμογή του άρθρου 534 του ΚΠολΔ και την απόρριψη της έφεσης, με αντικατάσταση των αιτιολογιών, εφόσον κρίνεται ορθό το διατακτικό της απόφασης, δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης, εκτός αν με το παραγόμενο δεδικασμένο επέρχεται βλάβη του διαδίκου και δικαιολογείται έτσι έννομο συμφέρον αυτού για την άσκηση αναίρεσης (Α.Π. 347/2020, Α.Π. 519/2008).

Επίσης όπως παραπάνω αναφέρθηκε, με την άσκηση της έφεσης, η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μόνο "κατά τα προσβαλλόμενα κεφάλαια" και ως προς τα "κεφάλαια" αυτά, για τα οποία μεταβιβάζεται η υπόθεση, μπορεί το Εφετείο να εκδώσει, μετά την παραδοχή της έφεσης ή αντέφεσης και την εξαφάνιση της πρωτοβάθμιας απόφασης και δυσμενέστερη για τον εκκαλούντα απόφαση, κατά μεταρρύθμιση της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, χωρίς την άσκηση αντίθετης έφεσης ή αντέφεσης και χωρίς η απόφασή του, στην περίπτωση αυτή, να προσκρούει στην, από το άρθρο 536 του ΚΠολΔ, αρχή της μη χειροτέρευσης της θέσης του εκκαλούντα. "Κεφάλαιο" θεωρείται η αυτοτελής αίτηση δικαστικής προστασίας, που δημιουργεί χωριστό αντικείμενο δίκης, στα πλαίσια της ιδίας διαφοράς και εκκρεμοδικία, για την οποία εκδόθηκε χωριστή διάταξη της απόφασης.

Το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης, είναι διάφορο της έννοιας "του αναγκαστικά συνεχομένου κεφαλαίου", που προβλέπεται επί πρόσθετων λόγων έφεσης και αναίρεσης (ΚΠολΔ 520 παρ. 2 - Α.Π. 798/2010) Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων, προκύπτει ότι, με την άσκηση της έφεσης μεταβιβάζεται στο Εφετείο, στο σύνολό του, κάθε κεφάλαιο της πρωτόδικης απόφασης, το οποίο προσβάλλεται με λόγο της έφεσης.

Τα κεφάλαια αυτά και μόνο μπορεί να εξετάσει το Εφετείο, για να κρίνει αν υπήρξε σφάλμα του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ενώ δεν έχει δυνατότητα να εξετάσει κεφάλαιο που δεν προσβλήθηκε με την έφεση, ακόμη και αν διαπιστώσει σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης σ' αυτό. Όμως, το Εφετείο, κατά τις επιταγές του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, μπορεί να εξετάσει το εκκληθέν κεφάλαιο που μεταβιβάζεται σ' αυτό με την έφεση, μόνο μέσα στα όρια της έκτασης αυτού, δηλαδή κατά το μέρος που πλήττεται με τους λόγους έφεσης και όχι στο σύνολό του (Α.Π. 924/2021, Α.Π. 1462/2019, Α.Π. 12/1992), ανεξάρτητα από το ότι μεταβιβάστηκε με την έφεση ολόκληρο αδιαιρέτως, ώστε υπάρχει η δικονομική δυνατότητα άσκησης αντέφεσης και πρόσθετων λόγων έφεσης γι' αυτό και παρά την τυχόν γενικότητα της διατύπωσης του διατακτικού της εφετειακής απόφασης.

Η εξουσία του Εφετείου να εξετάσει στο σύνολό του το εκκληθέν κεφάλαιο της απόφασης, ήτοι τα θέματα του κεφαλαίου που υποβλήθηκαν πρωτόδικα, προκύπτει μόνο μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, λόγω της παραδοχής λόγου έφεσης, με τον οποίο προσβάλλεται το κεφάλαιο αυτό και όχι σφάλματος που δεν προβλήθηκε και τούτο διότι η εξουσία αυτή τελεί υπό τον περιορισμό του άρθρου 522 του ΚΠολΔ.

Η παράβαση δε του Εφετείου σχετικά με την έκταση του μεταβιβαστικού, κατά τα άνω άρθρα, αποτελέσματος της ασκηθείσας έφεσης με την παραδοχή ανύπαρκτου λόγου αυτής, η έρευνα από το δικαστήριο της ουσίας και επανάκριση κεφαλαίων της υπόθεσης, που δεν είχαν προσβληθεί με την έφεση ή έξω από τα όρια αυτής, ή η μη λήψη υπόψη λόγου έφεσης, συνιστούν πλημμέλειες της απόφασης, που εμπίπτουν στον προβλεπόμενο, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 8 του ΚΠολΔ, αναιρετικό λόγο, της λήψης ή μη υπόψη πράγματος, που (αναλόγως) δεν προτάθηκε ή προτάθηκε, εκτός αν πρόκειται για ισχυρισμούς που, κατά τα ανωτέρω, όφειλε να ερευνήσει και αυτεπαγγέλτως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο (Ολ.

Α.Π. 8/2008, Ολ. Α.Π. 22/2005, Α.Π. 568/2023, Α.Π. 717/2022, Α.Π. 924/2021, Α.Π. 385/2021, Α.Π. 821/2020, Α.Π. 871/2019 Α.Π. 782/2019, Α.Π. 1514/2018, Α.Π. 806/2018, Α.Π. 16/2018, Α.Π. 781/2017, Α.Π. 207/2017). Τέλος, κατά την αληθινή έννοια της εν λόγω διάταξης, ισχυρισμοί που αναφέρονται σε κεφάλαια, τα οποία δεν προσβάλλονται με την έφεση, είναι απαράδεκτοι, γιατί είναι άσχετοι προς το αντικείμενο της δευτεροβάθμιας δίκης.

Συνεπώς, είναι απαράδεκτοι και οι λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους προβάλλονται πλημμέλειες της απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, σχετικές με τους ισχυρισμούς αυτούς (Α.Π. 1065/2021, Α.Π. 302/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 07-11-2019 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 22724/18902/25-11-2019 αγωγή του, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων εξέθετε ότι με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και πλήρους απασχόλησης, προσελήφθη στις 06-06-1985 από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη δημοτική επιχείρηση του Δήμου Καλαμαριάς, που έχει συσταθεί από τον οικείο Δήμο Καλαμαριάς, δυνάμει των άρθρων 265 επ.

του Ν. 3463/2006, άμεσα διεπόμενη από τις διατάξεις του Ν. 2190/1920 και έκτοτε απασχολείται με την ειδικότητα του υπαλλήλου, ενώ από τον Οκτώβριο του έτους 2012 ανέλαβε καθήκοντα γενικού διευθυντή, με μικτό μηνιαίο μισθό, ύψους τριών χιλιάδων εκατόν δώδεκα ευρώ και δέκα επτά λεπτών (3.112,17). Ότι η εναγομένη, αν και δεν συμπεριλαμβάνεται στους φορείς του δημοσίου τομέα, καθώς δεν επιχορηγείται άμεσα ή έμμεσα από το κράτος, ούτε η διοίκησή της ελέγχεται από αυτό, θεωρώντας εσφαλμένα, ότι υπάγεται μισθολογικά στις ρυθμίσεις του Ν. 4024/2011, παράνομα εφάρμοσε από 01-01-2013 το ενιαίο μισθολόγιο, για τον υπολογισμό των αποδοχών του, με συνέπεια να μην του καταβάλλονται τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και αδείας, καθώς και επίδομα ισολογισμού.

Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησε: α) να αναγνωρισθεί ως μη νόμιμη η εφαρμογή από 01-01-2013 του ενιαίου μισθολογίου, για τον καθορισμό και καταβολή των μηνιαίων αποδοχών του και β) να υποχρεωθεί η εναγομένη, με κύρια βάση την, εκ της συμβάσεως εργασίας, απορρέουσα ευθύνη της και επικουρική βάση - σε περίπτωση που αυτή κριθεί άκυρη - τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, να του καταβάλει για διαφορές αποδοχών των ετών 2014 έως 2019, το συνολικό χρηματικό ποσό των σαράντα επτά χιλιάδων επτακοσίων σαράντα έξι ευρώ και δέκα τεσσάρων λεπτών (47.746,14), όπως κάθε μερικότερο κονδύλιο εξειδικεύεται στην αγωγή, με τον νόμιμο τόκο επιδικίας από τότε που κάθε επιμέρους αξίωση κατέστη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή, άλλως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση.

Επί της υπόθεσης αυτής, η οποία συζητήθηκε κατ' αντιμωλία των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία που ακολουθείται για την επίλυση των περιουσιακών - εργατικών διαφορών (άρθρα 614 αρ. 3 στοιχ. α' και 621 του ΚΠολΔ, όπως αυτά ίσχυαν, ενόψει του χρόνου άσκησης της αγωγής, μετά την τροποποίησή τους από το άρθρο 1 - άρθρο τέταρτο του Ν. 4335/2015 - ΦΕΚ Α' 87/23.07.2015, ισχύον για την ειδική αυτή διαδικασία από 01.01.2016 κατά το άρθρο 1 - άρθρο ένατο του Ν. 4335/2015), το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξέδωσε τη με αριθμό 8408/2020 οριστική απόφασή του, με την οποία απέρριψε ως μη νόμιμη:

α) την αξίωση του ενάγοντος για καταβολή επιδομάτων εορτών και αδείας, για τους διαλαμβανόμενους στην απόφαση αυτή λόγους, β) το αίτημα να αναγνωρισθεί ότι παρανόμως η εναγομένη εφάρμοσε το ενιαίο μισθολόγιο, για τον καθορισμό και την καταβολή των μηνιαίων αποδοχών του ενάγοντος, με την ειδικότερη αιτιολογία ότι τούτο δεν συνιστά έννομη σχέση, αλλά προδικαστικό ζήτημα της υποχρέωσης ή μη της εναγομένης να καταβάλει τα αξιούμενα με την αγωγή επιδόματα και γ) την επικουρική βάση της, στηριζόμενη στις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, για τον λόγο ότι οι αξιώσεις επιδομάτων εορτών και αδείας στηρίζονται ευθέως στον νόμο.

Κατά τα λοιπά, ήτοι ως προς την αξίωση καταβολής επιδόματος ισολογισμού, δέχθηκε την ένδικη αγωγή ως νόμιμη και, στη συνέχεια, δέχθηκε αυτήν εν μέρει, ως βάσιμη και κατ' ουσίαν, υποχρεώνοντας την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα, για την αιτία αυτή, το συνολικό χρηματικό ποσό των έξι χιλιάδων εννιακοσίων σαράντα ενός ευρώ και δέκα πέντε λεπτών (6.941,15), με τον νόμιμο τόκο από την παρέλευση ενός μήνα από την περάτωση σύνταξης του αντίστοιχου ετήσιου ισολογισμού και μέχρι την πλήρη εξόφληση.

Ακολούθως, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, επιλαμβανόμενο της υπόθεσης, μετά την άσκηση της από 21-10-2020 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 17565/1939/2020 έφεσης, εκ μέρους του εν μέρει ηττηθέντος ενάγοντος - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, με την οποία παραπονείτο για την απόρριψη του αγωγικού αιτήματος περί επιδίκασης επιδομάτων (δώρων) εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων και επιδόματος αδείας, εξέδωσε την προσβαλλόμενη με αριθμό 1948/2021 τελεσίδικη απόφασή του , με την οποία, δικάζοντας κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ίδια ως άνω ειδική διαδικασία, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την ένδικη έφεση αντικαθιστώντας εν μέρει, κατ' άρθρο 534 του ΚΠολΔ , τις αιτιολογίες της πρωτόδικης απόφασης.

Ειδικότερα, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) προκύπτει ότι, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά από παράθεση των νομικών σκέψεων και διατάξεων, που συγκροτούν τη μείζονα σκέψη του δικανικού του συλλογισμού, έκρινε ότι η ένδικη αγωγή, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τυγχάνει απορριπτέα, ως μη νόμιμη.

Την, κατά τα ανωτέρω απορριπτική της έφεσης του ενάγοντος - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος κρίση του, στήριξε, κατ' ακριβή αντιγραφή στα εξής: "Η ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΚΑΛΑΜΑΡΙΑΣ - ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ Ο.Τ.Α." [ήδη αναιρεσίβλητη] αποτελεί νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου της παρ. 5 του άρθρου 252 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων (Κ.Δ.Κ.), όπως κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 3463/2006 και λειτουργεί ως αναπτυξιακή ανώνυμη εταιρία, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 265 περιπτ.

β' του Ν. 3463/2006 και του κ.ν. 2190/1920. Ειδικότερα, με το με αριθ. ...-2009, συμβόλαιο σύστασης ανώνυμης εταιρείας της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Β. Φ., που καταχωρήθηκε νόμιμα στα οικεία Μητρώα Ανωνύμων Εταιριών και δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 1467/24-2-2009 (τεύχος Δ'), συστάθηκε η εναγόμενη ανώνυμη εταιρία Ο.Τ.Α., η οποία προέκυψε από συγχώνευση και μετατροπή των τέως δημοτικών επιχειρήσεων:

α) της αμιγούς Δημοτικής Επιχείρησης Τουριστικής και Πολιτιστικής Ανάπτυξης Καλαμαριάς (Δ.Ε.Τ.Π.Α.Κ.) και β) της αμιγούς Δημοτικής Επιχείρησης Τελετών και Αρωγής Καλαμαριάς (Δ.Ε.Τ.Α.Κ.) του Δήμου Καλαμαριάς. Τις μετοχές της κατέχουν ο Δήμος Καλαμαριάς, κατά ποσοστό 99,99% και ο Εμπορικός Σύλλογος Καλαμαριάς, κατά ποσοστό 0,01%.

Σύμφωνα με το καταστατικό της, σκοποί της εναγομένης είναι η οργάνωση και τέλεση κηδειών, ο ανθοστολισμός των κηδειών και η πώληση ανθέων στο Δημοτικό Νεκροταφείο, η οργάνωση και τέλεση δεξιώσεων, που ακολουθούν κηδείες και μνημόσυνα, η οργάνωση και εκμετάλλευση αναψυκτηρίων, στην περιοχή του Δήμου Καλαμαριάς, η λειτουργία του κινηματογράφου "ΑΥΡΑ", η διοργάνωση ψυχαγωγικών εκδηλώσεων, η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, η εκμετάλλευση του αποκλειστικού δικαιώματος ανάμματος των καντηλιών των ταφικών μνημείων, εντός του Κοιμητηρίου του Δήμου Καλαμαριάς και οι συνδυασμένες διοικητικές υπηρεσίες γραφείου.

Κατά συνέπεια, η Δ.Ε.Τ.Ε.Κ. Α.Ε., ανήκει στα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου Ο.Τ.Α., έχουσα [...] αυτοδιοικητικό σκοπό την προώθηση της επιχειρηματικής, οικονομικής και γενικότερα βιώσιμης ανάπτυξης του Δήμου Καλαμαριάς. Περαιτέρω, ο Δήμος δύναται να ασκεί έμμεσα αποφασιστική επιρροή στα πεπραγμένα της εταιρείας, λόγω της αποφασιστικής του συμμετοχής στο μετοχικό της κεφάλαιο (99,99%) και της, εξ αυτού του λόγου, χρηματοοικονομικής συμμετοχής του, η οποία δεν αίρεται από την απαγόρευση οποιασδήποτε μορφής επιχορήγησής της από τον Δήμο (αρθ. 265 Κ.Δ.Κ.), υπό τις εξής, εκ του νόμου, προκείμενες (ενν.

προυποθέσεις): α) ο Δήμος Καλαμαριάς είναι ο κύριος των μετοχών, που εκπροσωπεί την πλειοψηφία του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου της, β) ελέγχει τα δικαιώματα ψήφου στη γενική της συνέλευση, γ) συμμετέχει στη διοίκηση (ενδεκαμελές συμβούλιο), δια του δικαιώματος εκλογής των μελών της, μέσω της γενικής συνέλευσης των μετόχων.

Στο διοικητικό συμβούλιο, ο Δήμος Καλαμαριάς συμμετέχει με τα ένδεκα μέλη, τα οποία διαμορφώνουν τη στρατηγική και την πολιτική ανάπτυξης της εταιρείας, όπως και τους αναπληρωτές τους και δ) το προσωπικό της ανώνυμης εταιρείας συνδέεται με αυτή, με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου και προσλαμβάνεται με βάση τις αντίστοιχες διατάξεις, που ισχύουν για την πρόσληψη του προσωπικού των Ο.Τ.Α, με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου (αρθ. 258 παρ. 1, σε συνδ.

με αρ. 266 παρ. 4 ν. 3463/2006). Ο εκκαλών [ήδη αναιρεσείων] στην προκειμένη περίπτωση, με την αγωγή του όπως το περιεχόμενό της εκτέθηκε ανωτέρω, επικαλούμενος ότι συνδέεται με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με την εφεσίβλητη Δ.Ε.Τ.Ε.Κ. Α.Ε. Ο.Τ.Α., η οποία αποτελεί ανώνυμη εταιρία Ο.Τ.Α. και ότι η τελευταία δεν συμπεριλαμβάνεται στους φορείς του δημόσιου τομέα, καθώς δεν επιχορηγείται άμεσα ή έμμεσα από το κράτος, ούτε η διοίκησή της ελέγχεται από αυτό, τον υπήγαγε στο πεδίο εφαρμογής των νόμων 3833/2010, 3845/2010 και 4024/2011 (και όχι 2024/2011, όπως εκ προφανούς παραδρομής, ανεγράφη) αναφορικά με τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και αδείας, πλην όμως παράνομα, διότι, ως ευρισκόμενη εκτός του ευρύτερου δημόσιου τομέα, δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των νόμων αυτών και ζήτησε να αναγνωρισθεί η μη νόμιμη εφαρμογή από 1-1-2013 του ενιαίου μισθολογίου, για τον καθορισμό και καταβολή των μηνιαίων αποδοχών του.

Όμως, με το περιεχόμενο αυτό, η αγωγή κρίνεται μη νόμιμη, καθόσον αφενός μεν η εφεσίβλητη ανώνυμη εταιρία Δ.Ε.Τ.Ε.Κ. Α.Ε. Ο.Τ.Α., σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη της παρούσας, αποτελεί νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου της παρ. 5 του άρθρου 252 του ν. 3463/2006, ... έχουσα τον χαρακτήρα της αναπτυξιακής ανώνυμης εταιρίας, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 265 περιπτ.

β' του Ν. 3463/2006, δηλαδή επιχείρηση Ο.Τ.Α. με αυτοδιοικητικό χαρακτήρα, τον οποίο δεν αρκεί να της στερήσει η εφαρμογή επ' αυτής και των διατάξεων περί ανωνύμων εταιρειών του ν. 2190/1920, δοθέντος ότι η εν λόγω κατηγοριοποίηση δεν είναι κρίσιμη, ούτε καθοριστική για την ένταξη στο ρυθμιστικό πεδίο του άρθρου 31 του ν. 4024/2011 και, επομένως, δεν εξαιρείται από το ρυθμιστικό πεδίο των νόμων 3833/2010, 3845/2010 και 4024/2011 (και όχι 2024/2011, όπως εκ προφανούς παραδρομής, ανεγράφη), όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο εκκαλών.

Το πρωτοβάθμιο, επομένως Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφαση έκρινε μη νόμιμη την αγωγή, ως προς την αξίωση του ενάγοντος, για καταβολή επιδομάτων εορτών και αδείας από 1-1-2013, έστω και με εν μέρει διάφορες και εσφαλμένες αιτιολογίες, οι οποίες αντικαθίστανται από αυτές της παρούσας (ΚΠολΔ 534), ορθά κατ' αποτέλεσμα έκρινε και δεν έσφαλε και οι αναφερόμενοι στο δικόγραφο της έφεσης, υπό στοιχ.

Α, Β και Γ λόγοι, που υποστηρίζουν τα αντίθετα, κρίνονται κατ' ουσίαν αβάσιμοι και απορριπτέοι ...". Έτσι, όμως, που αποφάνθηκε το Εφετείο, κρίνοντας με την προσβαλλόμενη απόφασή του, μη νόμιμη την προμνημονευόμενη αγωγή, στο σύνολό της, υπέπεσε στην αποδιδόμενη, εκ του αριθμού 8 εδαφ. α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αναιρετική πλημμέλεια, όπως βάσιμα υποστηρίζει με τον πρώτο αναιρετικό λόγο, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, ο αναιρεσείων.

Τούτο διότι ερεύνησε το εκκληθέν και απορριφθέν από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κεφάλαιο, περί επιδίκασης επιδομάτων (δώρων) εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και επιδόματος αδείας των ετών 2014 έως 2019, έξω από τα όρια της έφεσης, που αυτός είχε ασκήσει κατά της πρωτόδικης απόφασης, κατά παράβαση του μεταβιβαστικού αποτελέσματος αυτής.

Ειδικότερα, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με τη με αριθμό 8408/2020 οριστική του απόφαση, κατά την έρευνα της νομιμότητας της αγωγής, απέρριψε τα συναφή αγωγικά κονδύλια, με την ακόλουθη, κατά λέξει, αιτιολογία: "... ακόμη και υπό την παραδοχή ότι η εναγομένη, ως ανώνυμη εταιρία Ο.Τ.Α., δεν πληροί τις προϋποθέσεις υπαγωγής στο ενιαίο μισθολόγιο του δημοσίου τομέα, σύμφωνα με τις ρυθμίσεις των άρθρων 31 παρ. 1 ν. 4024/2011, 1 παρ.

Γ υποπ. Γ1 περ. 12 ν. 4093/2012 και 7 παρ. 1 ν. 4354/2015 [...], εξακολουθούν να τυγχάνουν εφαρμογής οι επιβληθείσες περικοπές των άρθρων 1 παρ. 5 ν. 3833/2010 και 3 παρ. 4 ν. 3845/2010, καθώς η εναγομένη αποτελεί Ν.Π.Ι.Δ., που ανήκει σε Ο.Τ.Α. Για την εφαρμογή δε των νόμων αυτών (3833/2010 και 3845/2010) σε Ν.Π.Ι.Δ. που ανήκει σε Ο.Τ.Α., δεν απαιτούνταν τα επιπλέον κριτήρια (επίτευξη κρατικού ή δημόσιου ή αυτοδιοικητικού σκοπού εποπτεία, διορισμός και έλεγχος της πλειοψηφίας της διοίκησής τους, ή κρατική επιχορήγηση άνω του 50%, που τέθηκαν με τους νόμους 4024/2011, 4093/2012 και 4354/2015.

Εφόσον, δε, οι μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντος υπερέβαιναν στις 31-12-2012 το ποσό των 3.000 Ε (συγκεκριμένα 3.112,17 Ε), σύμφωνα με όσα εκθέτει ο ίδιος στην αγωγή του, αυτός δεν δικαιούται ούτε τα μειωμένα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και επίδομα αδείας (500 και 250 ευρώ αντίστοιχα) κατ' άρθρο 3 παρ. 6 ν. 3845/2010, βάσει του 2ου εδαφίου της ίδιας παραγράφου [...]".

Αντίθετα, ως προς την αξίωση καταβολής του επιδόματος ισολογισμού, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε την ένδικη αγωγή ως νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 361 648, 651 652, 653, 655, 669 του Α.Κ., ΔΑ 45/2009 (Υ.Α. 580/89/13-1-2010 - ΦΕΚ Β' 44/21-1-2010) "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των λογιστών και βοηθών λογιστών των βιομηχανικών βιοτεχνικών, ξενοδοχειακών, εμπορικών και των πάσης φύσεως επιχειρήσεων και εκμεταλλεύσεων όλης της χώρας", καθώς και στις διατάξεις των Ν. 4024/2011, 4093/2012 και 4354/2015 και εν μέρει, ως βάσιμη κατ' ουσίαν, επιδικάζοντας το εν λόγω επίδομα μειωμένο, κατά ποσοστό 7%, κατ' άρθρο 1 παρ. 5 του ν. 3833/2010 και επιπλέον μειωμένο, κατά ποσοστό 3%, κατ' άρθρο 3 παρ. 4 του ν. 3845/2010, δεχόμενο ότι η εναγομένη δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις υπαγωγής στις ρυθμίσεις του άρθρου 31 παρ. 1 του ν. 4024/2011 και, συνακόλουθα, στις ρυθμίσεις των άρθρων 1 παρ.

Γ' υποπ. Γ1 περ. 12 του ν. 4093/2012 και 7 παρ. 1 του ν. 4354/2015 και ότι, κατά συνέπεια, μη σύννομα εφάρμοσε από 01-01-2013 το ενιαίο μισθολόγιο των δημοσίων υπαλλήλων (και του ευρύτερου δημόσιου τομέα). Κατά της ως άνω απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ο ενάγων - εκκαλών και ήδη αναιρεσείων άσκησε την από 21-10-2020 έφεσή του, προσβάλλοντας, ως είχε έννομο συμφέρον, μόνο το σκέλος της απόφασης, που απέρριψε την αγωγή του, ήτοι ως προς το κεφάλαιο της απόφασης, με την οποία απορρίφθηκαν τα αγωγικά κονδύλια περί επιδίκασης επιδομάτων (δώρων) εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και επιδόματος αδείας των επιδίκων ετών, παραπονούμενος ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 5 του ν. 3833/2010 και 3 παρ. 4 του ν. 3845/2010 και, συνακόλουθα, προσέβαλε την κρίση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ως προς το εάν η εναγομένη - εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσίβλητη υπαγόταν ή μη στο ρυθμιστικό πεδίο των διατάξεων των νόμων αυτών.

Ωστόσο, μολονότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, κατά τις επιταγές του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, είχε την εξουσία να ερευνήσει τη νομιμότητα του εκκληθέντος και απορριφθέντος, κατά τα άνω, κεφαλαίου, που μεταβιβάστηκε σ' αυτό με την ένδικη έφεση, μόνο μέσα στα όρια της έκτασης αυτού και συγκεκριμένα να ερευνήσει εάν το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ορθώς εφάρμοσε τους δημοσιονομικούς περιορισμούς, που εισήγαγαν οι ν. 3833/2010 και 3845/2010 και, συνακόλουθα, να αποφανθεί εάν ο εκκαλών, ο οποίος κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή απασχολήθηκε στην εφεσίβλητη, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, εδικαιούτο να διεκδικήσει ή όχι τα εκκληθέντα και απορριφθέντα, ως μη νόμιμα, αγωγικά κονδύλια, δηλαδή αυτά που αφορούσαν τα επιδόματα (δώρα) εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και επίδομα αδείας, προχώρησε στην εξέταση της συνδρομής των προϋποθέσεων εφαρμογής και των διατάξεων του ν. 4024/2011 "Συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις, ενιαίο μισθολόγιο - βαθμολόγιο, εργασιακή εφεδρεία και άλλες διατάξεις εφαρμογής του μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής 2012-2015" (ΦΕΚ Α' 226/27.10.2011), αντικαθιστώντας, κατ' άρθρο 534 του ΚΠολΔ, τις εσφαλμένες, κατά την κρίση του, αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης.

Έτσι, έκρινε ότι η ένδικη αγωγή είναι μη νόμιμη, κατά παράβαση του μεταβιβαστικού αποτελέσματος αυτής (άρθρο 522 του ΚΠολΔ), δεχόμενο ότι η εφεσίβλητη αποτελεί νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου της παρ. 5 του άρθρου 252 του ν. 3463/2006, έχουσα το χαρακτήρα της αναπτυξιακής ανώνυμης εταιρίας σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 265 περιπτ.

β' του Ν. 3463/2006, δηλαδή επιχείρηση Ο.Τ.Α., με αυτοδιοικητικό χαρακτήρα και ότι, επομένως, δεν εξαιρείται από το ρυθμιστικό πεδίο των νόμων 3833/2010 3845/2010, αλλά και του νόμου 4024/2011, μεταβάλλοντας, έτσι, τα αντικειμενικά όρια του δεδικασμένου (άρθρο 324 ΚΠολΔ), που απέρρεε από την πρωτόδικη απόφαση, η οποία έκρινε, όπως παραπάνω αναφέρθηκε, ότι η εναγομένη επιχείρηση δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις υπαγωγής της στις ρυθμίσεις του άρθρου 31 παρ. 1 του ν. 4024/2011 και, συνακόλουθα, στις ρυθμίσεις των άρθρων 1 παρ.

Γ υποπ. Γ1 περ. 12 του ν. 4093/2012 και 7 παρ. 1 του ν. 4354/2015, παραβιάζοντας τελικά και την αρχή της μη χειροτέρευσης της θέσης του εκκαλούντος (άρθρο 536 παρ. 1 του ΚΠολΔ). Ειδικότερα, εφόσον δεν υπήρχε σχετικός λόγος αντίθετης έφεσης ή αντέφεσης από την εναγομένη - εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσίβλητη, όπως είχε έννομο συμφέρον, προκειμένου να αποτρέψει τη δημιουργία δεδικασμένου, αναφορικά με την κρίση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ότι ο αντίδικός της δεν υπαγόταν στο ρυθμιστικό πεδίο των διατάξεων του Ν. 4024/2011 και ως προς την επιδίκαση σ' αυτόν του επιδόματος ισολογισμού, δεν μεταβιβάστηκε, κατά το μέρος τούτο, η υπόθεση στο Εφετείο, το οποίο είχε υποχρέωση να περιοριστεί μόνο στην έρευνα των παραπόνων που διατυπώθηκαν από τον ενάγοντα - εκκαλούντα και ήδη αναιρεσείοντα στο εφετήριο, ως λόγοι της έφεσης και οριοθετούσαν το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα αυτής και δεν μπορούσε, ως εκ τούτου, να ασχοληθεί με τη συνδρομή εφαρμογής των διατάξεων του Ν. 4024/2011 και να εξετάσει σφάλματα που δεν προβλήθηκαν, ακόμη και αν διαπίστωνε την ύπαρξη τέτοιων σφαλμάτων.

Επομένως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατά τη μεταβιβασθείσα σ' αυτό, με λόγο έφεσης του ενάγοντος - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, αγωγική βάση και συγκεκριμένα ως προς το κεφάλαιο για την επιδίκαση επιδομάτων (δώρων) εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και επιδόματος αδείας, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 5 (όπως η παρ. 5 τροποποιήθηκε με το άρθρο 90 παρ. 5 ν. 3842/2010) του ν. 3833/2010 και 3 παρ. 4 του ν. 3845/2010, οι οποίες κατά περιεχόμενο αναλύονται στις νομικές σκέψεις, που αναπτύχθηκαν στη μείζονα πρόταση της παρούσας, επικυρώνοντας, κατά το σχετικό κεφάλαιο, την εκκληθείσα οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου.

Πλην, όμως, δεχόμενο ότι η εναγομένη δεν εξαιρείται από το ρυθμιστικό πεδίο του Ν. 4024/2011, μετέβαλε τα όρια του δεδικασμένου και κατέστησε, έτσι δυσμενέστερη τη θέση του εκκαλούντος, σε σχέση με την πρωτόδικη κρίση, αναφορικά με το μη εκκληθέν κεφάλαιο του επιδόματος ισολογισμού , το οποίο είχε κριθεί ως νόμιμο και εν μέρει ως βάσιμο κατ' ουσίαν, κεφάλαιο το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, δεν μεταβιβάστηκε στο Εφετείο από την εφεσίβλητη, με αντίθετη έφεση ή αντέφεση.

Συνοψίζοντας όλα τα ανωτέρω, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με το να κρίνει ότι η αγωγή ήταν μη νόμιμη στο σύνολό της, δεχόμενο ότι η ήδη αναιρεσίβλητη υπάγεται στο ρυθμιστικό πεδίο και των διατάξεων του Ν. 4024/2011, αν και δεν αποτελούσε αντικείμενο έρευνας η υπαγωγή της στο ρυθμιστικό πεδίο του νόμου αυτού, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, με συνέπεια να δημιουργείται δυσμενές δεδικασμένο για τις ουσιαστικές έννομες σχέσεις του ήδη αναιρεσείοντος, καθόσον δεν θα μπορέσει να διεκδικήσει την καταβολή του επιδόματος αυτού για το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα, γεγονός που δικαιολογεί και την ύπαρξη του επικαλούμενου εννόμου συμφέροντος αυτού, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης (άρθρα 516, 556, 68 και 73 του ΚΠολΔ).

Περαιτέρω, με τον ίδιο, από τον αριθμό 8 περ. β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού και σε συνάφεια και συνάρτηση με τον προηγούμενο αναιρετικό λόγο, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι το Εφετείο, παρά τον νόμο, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα ότι παρέλειψε να λάβει υπόψη του και να εκτιμήσει τον, νομίμως προταθέντα, ουσιώδη ισχυρισμό περί δεδικασμένου που είχε δημιουργήσει, ως προς το προαναφερόμενο κεφάλαιο, η τελεσιδικία της πρωτόδικης απόφασης.

Ο ως άνω αναιρετικός λόγος είναι βάσιμος. Ειδικότερα, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτει ο εκκαλών και ήδη αναιρεσείων, με τις ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου από 15-09-2021 προτάσεις του, επικαλέστηκε την ύπαρξη δεδικασμένου, που απέρρεε από την πρωτόδικη απόφαση, η οποία του επιδόθηκε, με την επιμέλεια της αναιρεσίβλητης στις 30-09-2020, όπως τούτο προκύπτει από την επ' αυτής σχετική επισημείωση του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Χ.

Θ. Ρ., προσκόμισε δε μετ' επικλήσεως το υπ' αριθμ. πρωτ. ...-2021 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με το οποίο βεβαιώνεται ότι κατά της ως άνω απόφασης, είχε ασκηθεί το ένδικο μέσο της έφεσης μόνο από τον ίδιο και, ως εκ τούτου κατά το μέρος του κεφαλαίου που δεν προσβλήθηκε από την εναγομένη - εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσίβλητη, με αντίθετη έφεση ή αντέφεση, ήτοι αναφορικά με τη μη συνδρομή των προϋποθέσεων εφαρμογής του Ενιαίου Μισθολογίου, η απόφαση αυτή κατέστη τελεσίδικη (άρθρο 321 ΚΠολΔ).

Επομένως το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν είχε τη δικονομική δυνατότητα να ερευνήσει τις προϋποθέσεις υπαγωγής της στο ρυθμιστικό πεδίο του Ν. 4024/2011 και συνακόλουθα τη νομιμότητα του επιδικασθέντος πρωτοδίκως κονδυλίου του επιδόματος ισολογισμού, δεσμευόμενο από το δεδικασμένο, που είχε δημιουργήσει η τελεσιδικία της πρωτόδικης απόφασης, ως προς το κεφάλαιο τούτο.

Με βάση όλα τα προεκτεθέντα, το Εφετείο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 8 εδαφ. α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και, συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, ως κατ' ουσία βάσιμος.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά τον νόμο, δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, συνάγεται ότι ο λόγος αυτός αφορά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, που εμφιλοχώρησαν κατά το στάδιο της κρίσης του Δικαστηρίου για το ουσία βάσιμο των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών και, συνεπώς, δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία, ώστε να επιβάλλεται η λήψη υπόψη των άνω αποδεικτικών μέσων, αλλά απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, αφού στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο δεν προβαίνει σε έρευνα των πραγματικών περιστατικών (Ολ. Α.Π. 3/1997 Α.Π. 460/2019, Α.Π. 149/2016, Α.Π. 1220/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, το οποίο, κατά τα παραπάνω αναφερόμενα, είχε απορρίψει την αγωγή ως μη νόμιμη, ως προς τα κεφάλαια που αφορούσαν την επιδίκαση επιδομάτων (δώρων) εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και επιδόματος αδείας των επιδίκων ετών. Επομένως, εφόσον το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν εισήλθε στην έρευνα της ουσίας της διαφοράς, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθμός 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, παρά τον νόμο, δεν έλαβε υπόψη το προσαχθέν ενώπιόν του και επικληθέν από τον αναιρεσείοντα με αριθμό πρωτ. 768/31-05-2010 εσωτερικό έγγραφο/ερώτημα της αναιρεσίβλητης προς το Υπουργείο Εργασίας, περί παροχής διευκρινίσεων, ως προς την υπαγωγή της μισθοδοσίας του προσωπικού της, στις διατάξεις του Ν. 3833/2020, από το οποίο (έγγραφο) αποδεικνυόταν ότι η αναιρεσίβλητη δεν υπάγεται στο πεδίο εφαρμογής ούτε των Ν. 3833/2010 και Ν. 3845/2010, ούτε και των Ν. 4024/2011, Ν. 4093/2012 και Ν. 4354/2015, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 εδαφ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού (Ολ. Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013, Ολ. Α.Π. 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, ελέγχεται, δηλαδή αν η αγωγή, ένσταση, κ.λ.π., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ή αν, κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσία (Ολ. Α.Π. 27/1998), καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (Α.Π. 19/2020, Α.Π. 319/2017, Α.Π. 1420/2013).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης, αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και, επομένως, προϋποθέτει έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και διατύπωση αποδεικτικού πορίσματος από το δικαστήριο της ουσίας την οποία (ελάσσονα πρόταση) και πλήττει. Κατά συνέπεια, δεν ιδρύεται ο αναιρετικός αυτός λόγος αν το Δικαστήριο δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία, όταν, δηλαδή, η έλλειψη ή ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών αναφέρονται, κατά τον οικείο αναιρετικό λόγο, στη νομική σκέψη της απόφασης, με την οποία η αγωγή κρίθηκε νόμιμη ή μη νόμιμη ή αόριστη. Τέλος, δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός, όταν οι ελλείψεις της απόφασης ανάγονται στη μείζονα σκέψη του νομικού συλλογισμού (Ολ. Α.Π. 3/1997, Α.Π. 598/2019, Α.Π. 1482/2019, Α.Π. 1410/2017, Α.Π. 701/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο και τελευταίο, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι διαλαμβάνει ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ωστόσο, εφόσον το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δεν εισήλθε στην, κατ' ουσία, διερεύνηση της υπόθεσης, αλλά, ερευνώντας τη νομιμότητα της αγωγής, όπως προεκτέθηκε, απέρριψε κατ' ουσία την, υπό του αναιρεσείοντος ασκηθείσα έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία, σε σχέση με το κεφάλαιο περί επιδίκασης επιδομάτων (δώρων) εορτών και αδείας, κρίθηκε ότι η ένδικη αγωγή δεν ήταν νόμιμη, δεν ιδρύεται ο, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, καθόσον η στοιχειοθέτηση αυτού προϋποθέτει ότι το δικαστήριο εισήλθε στην ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης και διατύπωσε συναφές αποδεικτικό πόρισμα και όχι όταν απέρριψε, όπως στην προκειμένη περίπτωση, την αγωγή ως μη νόμιμη.

Άλλωστε σημειώνεται ότι με τον λόγο αυτό πλήττεται απαραδέκτως, για έλλειψη αιτιολογίας η μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της προσβαλλόμενης απόφασης και, κατά συνέπεια, δεν ιδρύεται ο σχετικός ως άνω λόγος αναίρεσης. Επομένως ο, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, διαλαμβάνοντας το μεν ανεπαρκείς, το δε αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

Ο ίδιος ως άνω τρίτος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, με το οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ειδικότερα, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 252 παρ. 3 περ.

β' τελευταίο εδάφιο του Κ.Δ.Κ. (όπως αυτό προστέθηκε με το άρθρο 16 του Ν. 4483/2017), αφού, ακόμη και αν ήθελε θεωρηθεί ότι η αναιρεσίβλητη αποτελεί αναπτυξιακή ανώνυμη εταιρεία Ο.Τ.Α., αυτή, κατά ρητή νομοθετική πρόβλεψη του ως άνω άρθρου, δεν ανήκει στους φορείς του δημοσίου τομέα, δεν επιχορηγείται άμεσα ή έμμεσα από Ο.Τ.Α., δεν υλοποιεί αυτοδιοικητικές αρμοδιότητες και δεν ανήκει σε Ο.Τ.Α., κατά την έννοια της επίτευξης αυτοδιοικητικού σκοπού.

Ο εξεταζόμενος αναιρετικός λόγος, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα νομική σκέψη της παρούσας απόφασης, είναι απαράδεκτος καθόσον με αυτόν προβάλλονται πλημμέλειες της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, που δεν συνάπτονται με το αντικείμενο της δευτεροβάθμιας δίκης. Ειδικότερα, για την έρευνα της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των προαναφερομένων διατάξεων, δεν λαμβάνονται υπόψη οι αιτιάσεις που αναφέρει στον άνω αναιρετικό λόγο ο αναιρεσείων για τη θεμελίωση αυτού, εφόσον δεν αποτέλεσαν αντικείμενο έρευνας από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο άλλωστε, όπως ήδη αναφέρθηκε, ήταν υποχρεωμένο να περιοριστεί στην έρευνα μόνο των παραπόνων που περιέχονται στο εφετήριο δικόγραφο, ήτοι των προϋποθέσεων εφαρμογής ή μη των, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 5 (όπως η παρ. 5 τροποποιήθηκε με το άρθρο 90 παρ. 5 του ν. 3842/2010) του ν. 3833/2010 και 3 παρ. 4 του ν. 3845/2010 και ως εκ τούτου, δεν έχει τη δυνατότητα να στηρίξει λόγο αναίρεσης, προβάλλοντας πλημμέλειες του Εφετείου, σχετικά με ισχυρισμούς που δεν είχε προτείνει παραδεκτώς στο Δικαστήριο της ουσίας, ώστε να ληφθούν υπόψη κατά τον αναιρετικό έλεγχο.

Επομένως, ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 αριθμός 1 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης των ως άνω ουσιαστικού δικαίου κανόνων, κρίνεται απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί.

Επειδή, στο άρθρο 578 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν το αιτιολογικό της απόφασης που προσβάλλεται κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση, μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της.

Ως αιτιολογικό νοείται η νομική αιτία, δηλαδή η διάταξη νόμου, που αποτελεί τη μείζονα πρόταση του δικανικού (νομικού) συλλογισμού. Σε περίπτωση εσφαλμένου αιτιολογικού, δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά, που, ανελέγκτως, δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, υπάγονται σε άλλο κανόνα δικαίου, εφόσον η υπαγωγή αυτή απολήγει σε πόρισμα όμοιο προς το διατακτικό της, το διατακτικό της αποφάσεως του Αρείου Πάγου περιέχει διάταξη απορριπτική της αναίρεσης, χωρίς αντικατάσταση των αιτιολογιών (Ολ.

Α.Π. 8/1993, Α.Π. 1624/2008) και στο σκεπτικό παρατίθενται οι ορθές νομικές διατάξεις (Ολ. Α.Π. 30/1998). Και τούτο διότι, η ευδοκίμηση λόγου αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ευθεία παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. α' του ΚΠολΔ), εξαρτάται από την ορθότητα του διατακτικού της απόφασης, το οποίο αιτιωδώς συνάπτεται με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας (Ολ.

Α.Π. 27/1998). Όταν, όμως, οι αιτιολογίες (νομικές αιτίες) επιδρούν επί του διατακτικού της απόφασης, διότι διαφοροποιούν το, εκ της απόφασης, δεδικασμένο και ο αναιρεσείων έχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί το εντεύθεν δεδικασμένο, τότε η απόφαση αναιρείται μόνο ως προς τις αιτιολογίες της αυτές (Α.Π. 540/2017, Α.Π. 60/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την εσφαλμένη, ως άνω, αιτιολογία της προσβαλλομένης απόφασης, που αφορά τη νομική κρίση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου περί της συνδρομής των προϋποθέσεων εφαρμογής του Ενιαίου Μισθολογίου και, συνακόλουθα, ως προς τη νομιμότητα του πρωτοδίκως επιδικασθέντος και μη μεταβιβασθέντος στο Εφετείο, κεφαλαίου της αγωγής, που αφορά το επίδομα ισολογισμού, παράγεται δεδικασμένο, που, είναι καταφανώς δυσμενές για τον αναιρεσείοντα, ο οποίος με την ένδικη αίτηση αναίρεσης, επιδιώκει την ανατροπή του και, ως εκ τούτου, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή και η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί, μόνο ως προς την εσφαλμένη ως άνω αιτιολογία της (νομική αιτία) και να απορριφθεί αυτή, κατά τα λοιπά. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της αναιρετικής δίκης πρέπει να συμψηφισθούν στο σύνολό τους μεταξύ των διαδίκων διότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν για την υπόθεση αυτή, ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρα 179 εδ. τελ., 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της απόφασης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί τη, με αριθμό 1948/2021, απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, μόνο ως προς την αιτιολογία (νομική αιτία) που επισημαίνεται στο σκεπτικό και αφορά το επιδικασθέν πρωτοδίκως και μη μεταβιβασθέν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με λόγο έφεσης, επίδομα ισολογισμού.

Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης κατά τα λοιπά.

Συμψηφίζει στο σύνολό τους, μεταξύ των διαδίκων, τα δικαστικά έξοδα της αναιρετικής δίκης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Οκτωβρίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ