Supreme Court dismisses appeal on consumer contract terms, ruling mandatory law clauses are not abusive.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' appeal against a final judgment regarding a loan contract dispute. The court found that the contested clause was clear, transparent, and reflected mandatory legal provisions rather than abusive terms. Consequently, the appeal was rejected, the costs were awarded to the bank, and the original judgment stood.
Legislator headnote
AI generatedDirective 93/13/EEC Art. 1(2); Directive 93/13/EEC Preamble 13: Terms reflecting mandatory legal provisions are not subject to the Directive's provisions on abusive clauses.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1415 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1415/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Παναγιώτα Πασσίση - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Κ. του Τ., κατοίκου ... και 2) Α. θυγατέρας Γ. Κ., κατοίκου .... Ο πρώτος αναιρεσείων παραστάθηκε για τον εαυτό του, με την ιδιότητα του δικηγόρου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., ενώ η δεύτερη αναιρεσείουσα εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Κασιούμη, ήδη πρώτο αναιρεσείοντα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "….ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Παναγιώτη Τζανετόπουλο και Ναταλία Λούβρου, οι οποίοι ανακάλεσαν τις από 4-11-2021 δύο δηλώσεις τους για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-04-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 161/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 125/2018 του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 2-9-2019 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική τους δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Το άρθρο 1 παρ. 2 της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 5ης Απριλίου 1993 σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές προβλέπει ότι: "Οι ρήτρες της σύμβασης που απηχούν νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις αναγκαστικού δικαίου, καθώς και διατάξεις ή αρχές διεθνών συμβάσεων, στις οποίες έχουν προσχωρήσει τα κράτη μέλη ή η Κοινότητα, ιδίως στον τομέα των μεταφορών, δεν υπόκεινται στις διατάξεις της παρούσας Οδηγίας.
Η έκφραση "νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις αναγκαστικού δικαίου" που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 καλύπτει επίσης τους κανόνες οι οποίοι εφαρμόζονται κατά νόμον μεταξύ των συμβαλλομένων, εάν δεν έχει συμφωνηθεί άλλως". Επιπλέον, στην 13η σκέψη του Προοιμίου της εν λόγω Οδηγίας εξηγείται ότι: "Οι νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις των κρατών μελών που καθορίζουν, άμεσα ή έμμεσα, τους όρους των συμβάσεων με τους καταναλωτές θεωρείται ότι δεν περιέχουν καταχρηστικές ρήτρες - ότι, κατά συνέπεια, δεν χρειάζεται να υπάγονται στις διατάξεις της παρούσας Οδηγίας οι ρήτρες που απηχούν νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις αναγκαστικού δικαίου, καθώς και αρχές ή διατάξεις διεθνών συμβάσεων, στις οποίες έχουν προσχωρήσει τα κράτη-μέλη ή η Κοινότητα, ότι, γι' αυτόν το λόγο, η έκφραση "νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις αναγκαστικού δικαίου" που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 καλύπτει τους κανόνες οι οποίες εφαρμόζονται κατά νόμο μεταξύ των συμβαλλομένων, εάν δεν έχει συμφωνηθεί άλλως".
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι, κατά την Οδηγία 93/13, συμβατικοί όροι οι οποίοι απηχούν, δηλαδή επαναλαμβάνουν νοηματικά ή ταυτίζονται με, διατάξεις μιας χώρας-μέλους, εξ ορισμού δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας και επομένως δεν υπόκεινται σε έλεγχο διαφάνειας ούτε καταχρηστικότητας ως γενικοί όροι συναλλαγών, αφού αυτό που προβλέπεται ως συμβατικός όρος θα ίσχυε έτσι και αλλιώς, ακόμη και αν δεν υπήρχε η επίμαχη ρήτρα.
Αιτιολογία του αποκλεισμού αυτού είναι το γεγονός ότι οι εθνικές διατάξεις εξ ορισμού δεν περιέχουν καταχρηστικές ρήτρες, αφού ο εθνικός νομοθέτης ήδη προέβη σε στάθμιση συμφερόντων των μερών και μία τέτοια νομοθετική στάθμιση δεν μπορεί να είναι καταχρηστική. Σε διαφορετική περίπτωση, ο έλεγχος των ρητρών αυτών για καταχρηστικότητα θα σήμαινε στην ουσία έλεγχο σκοπιμότητας του νομοθετικού έργου από τα δικαστήρια, πράγμα που αντίκειται στη διάκριση των εξουσιών (άρθρο 26 Συντ.) Οι όροι αυτοί, αποκαλούμενοι "δηλωτικοί", μπορεί να απηχούν εθνικές ρυθμίσεις όχι μόνον αναγκαστικού αλλά και ενδοτικού δικαίου, όπως σαφώς εξηγείται στην προπαρατιθέμενη σκέψη του Προοιμίου, με αποτέλεσμα η αναφορά του άρθρου 1 παρ. 2 σε "νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις αναγκαστικού δικαίου" να μη συνιστά νομική ακριβολογία και γι` αυτό πρέπει να νοηθεί ως διατάξεις απλώς δεσμευτικού, αναγκαστικού ή ενδοτικού, δικαίου, αφού και οι διατάξεις του ενδοτικού δικαίου περιέχουν σταθμισμένες από το νομοθέτη ρυθμίσεις, οι οποίες λαμβάνουν υπόψη τα συμφέροντα και των δύο μερών (ΑΠ 948/2021).
Συνακόλουθα, ένας τέτοιος "δηλωτικός" όρος εξ ορισμού αποκλείεται από το πεδίο εφαρμογής του ν. 2251/1994. Η ερμηνεία αυτή είναι σύμφωνη και με το σκοπό της Οδηγίας, όπως αυτός εκφράζεται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 αυτής και εξηγείται στη 13η σκέψη του Προοιμίου της (ΟλΑΠ 4/2019). Άλλωστε, το ΔΕΕ με την απόφαση της 21.12.2021 στην υπόθεση C-243-2020 (σε προδικαστικό ερώτημα που υποβλήθηκε από το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών) έκρινε ότι: 1) Το άρθρο 1 παράγραφος 2 της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ, σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές, έχει την έννοια ότι ρήτρα σε σύμβαση μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή, η οποία απηχεί νομοθετική ή κανονιστική διάταξη ενδοτικού δικαίου, ήτοι διάταξη που εφαρμόζεται κατ' αρχήν, ελλείψει διαφορετικής συμφωνίας των συμβαλλομένων, εξαιρείται από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας, ακόμη και αν δεν έχει αποτελέσει αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης και 2) το ανωτέρω άρθρο 1 παράγραφος 2 της Οδηγίας έχει την έννοια ότι εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής της οι ρήτρες στις οποίες αναφέρεται το εν λόγω άρθρο, ακόμη και αν αυτό δεν έχει μεταφερθεί τυπικά στην έννομη τάξη ορισμένου κράτους μέλους.
Ειδικότερα, στη σύμβαση τραπεζικού στεγαστικού δανείου σε αλλοδαπό νόμισμα, στην οποία υφίσταται Γ.Ο.Σ., που υποχρεώνει τον οφειλέτη να εκπληρώνει τις εντεύθεν υποχρεώσεις του προς την Τράπεζα είτε στο νόμισμα της χορηγήσεως, είτε σε ευρώ, με βάση την τρέχουσα τιμή πωλήσεως του νομίσματος χορηγήσεως την ημέρα της καταβολής, ανακύπτει το ζήτημα, εάν ο όρος αυτός είναι "δηλωτικός", ταυτίζεται δηλαδή ή απηχεί κατά περιεχόμενο εθνικές ρυθμίσεις, και μάλιστα όχι μόνο αναγκαστικού αλλά και ενδοτικού δικαίου.
Το άρθρο 291 ΑΚ ορίζει σχετικά: "Όταν πρόκειται για χρηματική οφειλή σε ξένο νόμισμα που πρέπει να πληρωθεί στην ημεδαπή ο οφειλέτης, αν δεν συμφωνήθηκε το αντίθετο, έχει δικαίωμα να πληρώσει σε εγχώριο νόμισμα με βάση την τρέχουσα αξία του ξένου νομίσματος στο χρόνο και τον τόπο της πληρωμής". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι στον οφειλέτη, που εγκύρως ανέλαβε οφειλή σε ξένο νόμισμα, παρέχεται η ευχέρεια να εξοφλήσει την οφειλή του αυτή είτε στο νόμισμα της οφειλής είτε σε εγχώριο νόμισμα, με βάση την τρέχουσα αξία του ξένου νομίσματος στο χρόνο και τον τόπο της πληρωμής, δηλαδή την αξία που θα απαιτηθεί, προκειμένου ο δανειστής να αποκτήσει το νόμισμα της οφειλής.
Κατά συνέπεια, στην περίπτωση αυτή υφίσταται μία οφειλή, σε ξένο νόμισμα, πλην όμως παρέχεται στον οφειλέτη η διαζευκτική ευχέρεια να καταβάλει άλλη παροχή αντί εκείνης που από την αρχή οφείλεται, και συγκεκριμένα σε εγχώριο νόμισμα, με βάση την τρέχουσα αξία του ξένου νομίσματος στο χρόνο και τον τόπο της πληρωμής.
Ωστόσο, ένας τέτοιος όρος σε σύμβαση τοκοχρεολυτικού δανείου μεταξύ Τράπεζας και δανειολήπτη, όπως στην προκείμενη περίπτωση, απηχεί το περιεχόμενο της διατάξεως του άρθρου 291 ΑΚ, και κατά συνέπεια, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, δεν νοείται διατάραξη της ισορροπίας των συμβαλλομένων, ούτε καταχρηστικότητα του σχετικού όρου.
Ειδικότερα, η αναγραφή στον όρο αυτό, ότι ο οφειλέτης υποχρεούται να εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του προς την Τράπεζα είτε στο νόμισμα της χορηγήσεως, είτε σε ευρώ, με βάση την τρέχουσα τιμή πωλήσεως του νομίσματος χορηγήσεως την ημέρα της καταβολής, δεν συνιστά διαζευκτική ενοχή, κατά την έννοια των άρθρων 305 επ.
ΑΚ, παρά τη χρήση της λέξεως υποχρεούται, αφού δεν οφείλονται δύο αλλά μόνο μία παροχή, αυτή στο ξένο νόμισμα, και απλώς παρέχεται στον οφειλέτη η ευχέρεια να την εκπληρώσει, είτε στο νόμισμα της χορηγήσεως, είτε σε ευρώ, που είναι πλέον το εθνικό νόμισμα από 1.1.2001, με βάση την τρέχουσα τιμή πωλήσεως του νομίσματος χορηγήσεως την ημέρα της καταβολής.
Κατά συνέπεια, στην περίπτωση αυτή δεν έχουν έδαφος εφαρμογής οι διατάξεις των άρθρων 305 επ. ΑΚ περί διαζευκτικής ενοχής, ώστε να τίθεται ζήτημα επιλογής εκ μέρους του οφειλέτη, εφόσον με τον όρο αυτό δεν του αφέθηκε η επιλογή, αν θα έχει δάνειο σε ξένο νόμισμα ή σε ευρώ, αλλά εξαρχής έχει προβεί στην επιλογή δανείου σε ξένο νόμισμα, και του παρέχεται η ευχέρεια να το εξοφλήσει είτε στο ξένο νόμισμα είτε σε ευρώ με βάση την τρέχουσα τιμή πωλήσεως του νομίσματος χορηγήσεως την ημέρα της καταβολής.
Για το λόγο αυτόν ένας τέτοιος όρος δεν επαναλαμβάνει μεν νοηματικά, απηχεί όμως το περιεχόμενο του άρθρου 291 ΑΚ (ΟλΑΠ 4/2019). Τα ανωτέρω ισχύουν και στην περίπτωση, κατά την οποία στη σύμβαση τραπεζικού στεγαστικού δανείου σε αλλοδαπό νόμισμα μεταξύ των διαδίκων υφίσταται Γ.Ο.Σ., που υποχρεώνει τον οφειλέτη να εκπληρώνει τις εντεύθεν υποχρεώσεις του προς την Τράπεζα αποκλειστικά σε ευρώ και, ειδικότερα, ορίζει ότι οι δόσεις αποπληρωμής του δανείου θα υπολογίζονται σε ελβετικά φράγκα με βάση το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο και θα εξοφλούνται κατά το ισότιμο ποσό σε ευρώ, το οποίο θα προκύπτει από τη μετατροπή του ποσού της δόσης από ελβετικά φράγκα σε ευρώ, με βάση την τιμή πώλησης του ελβετικού φράγκου από την τράπεζα κατά την ημερομηνία πληρωμής της δόσης.
Και τούτο, διότι και στην περίπτωση αυτή, δηλαδή του συμβατικού αποκλεισμού της ευχέρειας του οφειλέτη να καταβάλει τη δόση του δανείου σε ελβετικά φράγκα, η επιβαλλόμενη με το σχετικό όρο υποχρέωση αυτού να εκπληρώσει την υποχρέωσή του προς την τράπεζα από το δάνειο αποκλειστικά σε ευρώ, με βάση την τρέχουσα τιμή πωλήσεως του ως άνω νομίσματος χορηγήσεως την ημέρα της καταβολής, απηχεί το περιεχόμενο της διατάξεως του άρθρου 291 ΑΚ, κατά το μέρος που αντιστοιχεί στη μία από τις προβλεπόμενες από αυτό δυνατότητες, χωρίς να εισάγει απόκλιση από αυτήν και χωρίς να τη συμπληρώνει με επιπλέον ρυθμίσεις, δεδομένου ότι οι όροι των συναλλαγών υπόκεινται σε έλεγχο μόνον όταν και στο μέτρο που αποκλίνουν από το ισχύον δίκαιο.
Η επιβαλλόμενη δε ως άνω υποχρέωση, να εκπληρώσει ο οφειλέτης την υποχρέωσή του σε ευρώ, με βάση την τρέχουσα τιμή πωλήσεως του ελβετικού φράγκου την ημέρα της καταβολής, είναι σύμφωνη και όχι αντίθετη με τη διάταξη του άρθρου 291 ΑΚ. Επομένως, και στην περίπτωση αυτή δεν νοείται διατάραξη της ισορροπίας των συμβαλλομένων και καταχρηστικότητα του σχετικού όρου.
Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 291 ΑΚ εφαρμόζεται για κάθε χρηματική οφειλή σε ξένο νόμισμα που πρέπει να πληρωθεί στην ημεδαπή και, συνεπώς, δεν αποκλείεται η εφαρμογή της επί συμβάσεων δανείου σε αλλοδαπό νόμισμα, που συνήφθησαν μεταξύ καταναλωτών και τραπεζών, στις οποίες ισχύουν και νομοθετικές/κανονιστικές διατάξεις, που επιβάλλουν στις τράπεζες υποχρέωση ενημέρωσης του καταναλωτή.
Επομένως, δεν μπορεί να γίνει λόγος ότι το άρθρο 291 ΑΚ αφορά άλλο τύπο συμβάσεων σε σχέση με τις συμβάσεις τραπεζικών στεγαστικών δανείων σε αλλοδαπό νόμισμα, στις οποίες περιλαμβάνεται ο προαναφερόμενος όρος (ΑΠ 53/2021). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με την υπ' αριθμ. ...
σύμβαση δανείου, η οποία καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων στα Ιωάννινα, στις 14.4.2008, η εναγομένη τραπεζική εταιρεία (ήδη αναιρεσίβλητη) χορήγησε στους ενάγοντες (ήδη αναιρεσείοντες) στεγαστικό δάνειο ποσού 240.000 ελβετικών φράγκων. Για την εξασφάλιση της απαίτησης της εναγομένης ενεγράφη προσημείωση υποθήκης ποσού 312.000 ελβετικών φράγκων επί του ακινήτου που θα αγόραζαν οι ενάγοντες και συγκεκριμένα επί του υπό στοιχεία ΑΙ διαμερίσματος του πρώτου ορόφου, εμβαδού 158 τ.μ., της πολυκατοικίας...επί της οδού..., της πόλης των Ιωαννίνων.
Περαιτέρω, με τον όρο αρ. 4 της σύμβασης συμφωνήθηκε ότι "Μετά την εγγραφή της προσημείωσης ή υποθήκης.... πιστώνεται σε συνδεδεμένο με το δάνειο λογαριασμό καταθέσεων του οφειλέτη το ποσό που προκύπτει από τη μετατροπή του ποσού του δανείου από ελβετικά φράγκα σε ευρώ με βάση την τιμή αγοράς από την Τράπεζα του ελβετικού φράγκου κατά την ημέρα της εκταμίευσης.
Το ποσό του δανείου δύναται να καταβληθεί εφάπαξ ή τμηματικά ανάλογα με τον σκοπό αυτού. Σε περίπτωση τμηματικών καταβολών, το εκάστοτε ισότιμο ποσό σε ευρώ θα προσδιορίζεται με βάση την τιμή αγοράς από την Τράπεζα του ελβετικού φράγκου κατά την ημερομηνία της κάθε εκταμίευσης...". Προκύπτει, επομένως, από τον όρο αυτό ότι η επίδικη σύμβαση δεν ήταν κατά κυριολεξία δάνειο σε ελβετικά φράγκα, αλλά σύμβαση δανείου με ρήτρα ελβετικού φράγκου, αφού η εκταμίευση του ποσού του δανείου δε θα γινόταν σε ελβετικά φράγκα, αλλά σε ευρώ και σε ευρώ, επίσης, θα γινόταν και οι καταβολές των δόσεων, με βάση τις ισοτιμίες των δύο νομισμάτων, όπως θα αναφερθεί ειδικότερα στη συνέχεια.
Επίσης, με τον αρ. 14 της σύμβασης συμφωνήθηκαν τα ακόλουθα σχετικά με τη διάρκεια και την εξόφληση του δανείου "Το συνομολογούμενο δάνειο θα εξοφληθεί από τον οφειλέτη κατά το σύστημα της σύνθετης χρεολυσίας (προοδευτικού χρεολυσίου ή γαλλικό) εντός προθεσμίας ΔΩΔΕΚΑ (12) ετών, με την πληρωμή από τον οφειλέτη στη δανείστρια ΕΚΑΤΟΝ ΣΑΡΑΝΤΑ ΤΕΣΣΕΡΙΣ (144) συνεχών μηνιαίων τοκοχρεολυτικών δόσεων.
Οι δόσεις αποπληρωμής του δανείου θα υπολογίζονται σε ελβετικά φράγκα με βάση τα εκάστοτε ισχύοντα επιτόκια, όπως αυτά περιγράφονται στο επόμενο άρθρο και θα εξοφλούνται με χρέωση του συνδεδεμένου με το δάνειο λογαριασμού καταθέσεων του οφειλέτη κατά το ισότιμο ποσό σε ευρώ, το οποίο προκύπτει από τη μετατροπή του ποσού της δόσης από ελβετικά φράγκα σε ευρώ με βάση την τιμή πώλησης από την Τράπεζα του ελβετικού φράγκου κατά την ημερομηνία πληρωμής της δόσης. [...].
Ο οφειλέτης και ο εγγυητής δηλώνουν ότι αναλαμβάνουν συναλλαγματικό κίνδυνο, ήτοι τυχόν αυξημένη επιβάρυνσή τους σε ευρώ για την αποπληρωμή του δανείου (δόσεις, έξοδα, ασφάλιστρα, κεφάλαιο) λόγω δυσμενούς γι' αυτούς μεταβολής της συναλλαγματικής ισοτιμίας του ελβετικού φράγκου σε σχέση με το ευρώ". Περαιτέρω, με τον όρο αρ. 15 της σύμβασης συμφωνήθηκαν τα ακόλουθα σχετικά με το επιτόκιο του δανείου: "Για τον υπολογισμό των δόσεων αποπληρωμής του δανείου θα εφαρμόζονται τα παρακάτω επιτόκια, τα οποία συνομολογούνται προς:
Α) ΔΥΟ ΚΑΙ ΕΞΗΝΤΑ ΔΥΟ ΕΚΑΤΟΣΤΑ τοις εκατό (2,62%) ετησίως συμπεριλαμβανομένης της κατά περίπτωση νόμιμης εισφοράς του Ν.128/1975, σταθερό για το πρώτο έτος αποπληρωμής του δανείου. Β) ΤΡΙΑ ΚΑΙ ΟΓΔΟΝΤΑ ΔΥΟ ΕΚΑΤΟΣΤΑ τοις εκατό (3,82%) ετησίως συμπεριλαμβανομένης της κατά περίπτωση νόμιμης εισφοράς του Ν.128/1975, σταθερό για τα επόμενα 3 έτη αποπληρωμής του δανείου και Γ) κυμαινόμενο για την υπολειπόμενη διάρκεια μέχρι τη λήξη του συμβατικού χρόνου εξυπηρέτησης του δανείου.
Το κυμαινόμενο επιτόκιο συμφωνείται και ορίζεται από τώρα ότι θα ισούται με το επιτόκιο London Interbank Offered (LIBOR) του ελβετικού φράγκου διάρκειας ενός μηνός (επιτόκιο αναφοράς), στρογγυλοποιημένο στα τρία (3) δεκαδικά ψηφία, όπως αυτό καθορίζεται δύο εργάσιμες ημέρες πριν την ημερομηνία έναρξης της περιόδου εκτοκισμού εκάστης δόσης προσαυξημένο κατά περιθώριο 1%, καθώς και τη νόμιμη, κατά περίπτωση, εισφορά του Ν. 128/75.
Το ανωτέρω περιθώριο θα παραμείνει σταθερό για όλη τη διάρκεια του δανείου. Το επιτόκιο του παρόντος δανείου θα μεταβάλλεται μηνιαία με βάση το ως άνω συμφωνημένο επιτόκιο αναφοράς όπως αυτό θα εμφαίνεται στην αντίστοιχη σελίδα του Reuter Libor 02, δύο εργάσιμες ημέρες πριν την ημερομηνία έναρξης της περιόδου εκτοκισμού εκάστης δόσης.
Το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο LIBOR ελβετικού φράγκου διάρκειας ενός μηνός δημοσιεύεται στην ημερήσιο τύπο". Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι στις 23.4.2008 εκταμιεύθηκε το ποσό του δανείου, δηλαδή το ποσό των 240.000 ελβετικών φράγκων και πιστώθηκε ο λογαριασμός των εναγόντων με το ποσό των 148.717,31 ευρώ, όπως είχε συμφωνηθεί με τον ανωτέρω όρο 4 της δανειακής σύμβασης.
Μετά δε την πάροδο ενός μηνός και συγκεκριμένα από 23.5.2008, οι ενάγοντες άρχισαν να πληρώνουν κατά τους όρους της σύμβασης τις τοκοχρεολυτικές δόσεις του στεγαστικού δανείου, καταθέτοντας τα ποσά της κάθε δόσης στον λογαριασμό εξυπηρέτησης του δανείου. Κατά την ημέρα εκταμίευσης του δανείου η ισοτιμία μεταξύ των δύο νομισμάτων (ελβετικό φράγκο-ευρώ) βρισκόταν στο 1,66 (1 ευρώ = 1,66 ελβετικά φράγκα), πλην όμως, από το 2009 και μετά, η ισορροπία αυτή άρχισε να διαταράσσεται σε βάρος του ευρώ.
Συγκεκριμένα, το 2009 η ισοτιμία ήταν 1,522, το 2010 ήταν 1,4184, το 2011 ήταν 1,2286, το 2012 ήταν 1,2011, το 2013 ήταν 1,2421 και από την 1.4.2014 η ισοτιμία διαμορφώθηκε σε 1,2194. Προκύπτει, επομένως, ότι επήλθε σημαντική αύξηση της αξίας του ελβετικού φράγκου έναντι του ευρώ. Με βάση δε την ισοτιμία αυτή και τις ειδικότερες συμφωνίες για το επιτόκιο, όπως αυτές εκτέθηκαν παραπάνω, το ποσό της μηνιαίας δόσης ανερχόταν αρχικά κατά τον πρώτο χρόνο σε 1.240 ευρώ κατά μέσον όρο, στη συνέχεια ανήλθε σε 1.390 ευρώ κατά μέσον όρο και στη συνέχεια ανήλθε σε 1.650 ευρώ, ενώ σε ορισμένους μήνες έφθασε και σε 1.900 ευρώ περίπου.
Εξ αιτίας, δηλαδή, της δυσμενούς εξέλιξης της ισοτιμίας των δύο νομισμάτων οι ενάγοντες υποχρεώθηκαν να καταβάλλουν πιο πολλά ευρώ προκειμένου να αποπληρώσουν τις τοκοχρεολυτικές δόσεις του δανείου τους, που ήταν καθορισμένες σε ελβετικά φράγκα. Η ανατροπή αυτή της ισοτιμίας των δύο νομισμάτων επηρέασε αρνητικά και το άληκτο κεφάλαιο του δανείου εκφρασμένο σε ευρώ.
Συγκεκριμένα, μέχρι τις 23.4.2014, οι ενάγοντες κατέβαλαν συνολικά 108.019,67 ευρώ, υπολείπονταν δε ακόμα 72 δόσεις ή 6 χρόνια. Το άληκτο, όμως, κεφάλαιο του δανείου εκφρασμένο σε ευρώ, όπως συνομολογείται, δεν είχε μειωθεί αντίστοιχα με το ποσό αυτό σε σχέση με το αρχικό κεφάλαιο σε ευρώ, που έλαβαν οι ενάγοντες (148.717,31 ευρώ), αλλά αντίθετα είχε αυξηθεί, ενώ εκφρασμένο σε ελβετικά φράγκα ανέρχεται ήδη σε 133.128,04.
Περαιτέρω, όπως προαναφέρθηκε, συμφωνήθηκε με τον όρο 14 της δανειακής σύμβασης ότι οι δόσεις του δανείου θα υπολογίζονται σε ελβετικά φράγκα με βάση τα εκάστοτε ισχύοντα (και συμφωνημένα) επιτόκια και ότι θα εξοφλούνται από τους ενάγοντες κατά το ισότιμο ποσό σε ευρώ, το οποίο θα προκύπτει από τη μετατροπή του ποσού της δόσης από ελβετικά φράγκα σε ευρώ, με βάση την τιμή πώλησης από την εναγομένη Τράπεζα του ελβετικού φράγκου κατά την ημερομηνία πληρωμής της δόσης.
Ο όρος αυτός,..., δεν υπόκειται σε έλεγχο καταχρηστικότητας, καθώς εντάσσεται στους "δηλωτικούς όρους" της σύμβασης, αν ληφθεί υπόψη ότι επαναλαμβάνει ουσιαστικά την ενδοτικού δικαίου διάταξη του άρθρου 291 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία, όταν πρόκειται για χρηματική οφειλή σε ξένο νόμισμα που πρέπει να πληρωθεί στην Ελλάδα, ο οφειλέτης, εάν δεν συμφωνήθηκε το αντίθετο, έχει δικαίωμα να πληρώσει σε εγχώριο νόμισμα με βάση την τρέχουσα αξία του ξένου νομίσματος στο χρόνο και στον τόπο της πληρωμής.
Επίσης, δεν εισάγει ο όρος αυτός κάποια απόκλιση από την ως άνω διάταξη του ΑΚ, ούτε τη συμπληρώνει με επί πλέον ρυθμίσεις και κυρίως δεν καταλείπει τον προσδιορισμό του ύψους της συναλλαγματικής ισοτιμίας στην κρίση της εναγομένης Τράπεζας. Με άλλα λόγια, ο ανωτέρω όρος, ως "δηλωτικός όρος" κατά την έννοια που προεκτέθηκε, δεν μπορεί εξ ορισμού να είναι καταχρηστικός, αφού το περιεχόμενό του συμπίπτει με τη ρύθμιση του νόμου, ώστε να εκφεύγει του δικαστικού ελέγχου, σύμφωνα και με τη ρητή επιταγή του άρθρου 1 παρ. 2 της Οδηγίας 93/13.
Εξ άλλου, ο όρος αυτός είναι και όρος που ρυθμίζει το κύριο αντικείμενο της δανειακής σύμβασης, την παροχή δηλαδή των εναγόντων-οφειλετών (...). Ο χαρακτήρας δε του ως άνω όρου ως δηλωτικού, που αποκλείει παντελώς τον έλεγχό του για καταχρηστικότητα, υπερισχύει, ώστε να μην απαιτείται περαιτέρω έρευνα σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 2 της Οδηγίας 93/13 για το αν αυτός είναι διατυπωμένος κατά τρόπο σαφή και κατανοητό.
Ανεξάρτητα, όμως, από όλα τα παραπάνω, ο ανωτέρω όρος δεν είναι καταχρηστικός διότι, ..., καταχρηστικοί είναι οι ΓΟΣ που επιφυλάσσουν στον προμηθευτή, και στην προκειμένη περίπτωση στην εναγομένη Τράπεζα, δικαιώματα που επιφέρουν σημαντική διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή, και στην προκειμένη περίπτωση των εναγόντων, πράγμα που δεν συμβαίνει στην κρινόμενη υπόθεση.
Τούτο δε αν ληφθεί υπόψη ότι η διαμόρφωση της συναλλαγματικής ισοτιμίας στην επίδικη σύμβαση δανείου, με βάση την οποία καθορίζεται τελικά σε ευρώ το ποσό της κάθε δόσης και το άληκτο κεφάλαιο, δεν εναπόκειται στη βούληση της εναγομένης Τράπεζας, ούτε γίνεται από αυτήν μονομερώς, αλλά καθορίζεται από διεθνή χρηματοοικονομικά δεδομένα, χωρίς αυτή να μπορεί να επηρεάσει και να καθορίσει την ισοτιμία των δύο νομισμάτων (ελβετικού φράγκου και ευρώ).
Ούτε, επίσης, το ύψος της παροχής των εναγόντων ανατίθεται με τη σύμβαση στην απόλυτη κρίση της εναγομένης, αλλά εξαρτήθηκε από την ισοτιμία των δύο νομισμάτων, που αποτελεί αποτέλεσμα της παγκόσμιας διατραπεζικής αγοράς και των διεθνών χρηματοοικονομικών δεδομένων. Το γεγονός εξ άλλου ότι συμφωνήθηκε κατά τα προαναφερθέντα ότι η μετατροπή της κάθε δόσης του δανείου από ελβετικά φράγκα σε ευρώ θα γίνεται με βάση την τιμή πώλησης από την εναγομένη Τράπεζα του ελβετικού φράγκου κατά την ημερομηνία πληρωμής της δόσης, δεν μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι προκαλεί σημαντική διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβληθέντων διαδίκων σε βάρος των εναγόντων καταναλωτών, δεδομένου ότι: 1) η τιμή πώλησης του ελβετικού φράγκου από την εναγομένη Τράπεζα (όπως και από όλες τις Τράπεζες) διαμορφώνεται καθημερινά με βάση τις διεθνείς χρηματοπιστωτικές συνθήκες και τη διεθνή αγορά συναλλάγματος, 2) ήταν απαραίτητο να συμφωνηθεί ο τρόπος μετατροπής της δόσης από ελβετικό φράγκο σε ευρώ με βάση κάποια ισοτιμία, η οποία, όμως δεν ήταν δυνατόν να συμφωνηθεί επακριβώς εκ των προτέρων, λόγω της διακύμανσης της αξίας των νομισμάτων στη διεθνή αγορά συναλλάγματος και 3) η τιμή πώλησης του ελβετικού φράγκου από την εναγομένη Τράπεζα κατά την ημερομηνία πληρωμής της δόσης, όπως συμφωνήθηκε και συγκεκριμενοποιήθηκε έτσι κατά κάποιο τρόπο το ποσό της μετατροπής, δεν αφορούσε αποκλειστικά τους ενάγοντες δανειολήπτες, αλλά όλους τους πελάτες της Τράπεζας, η τιμή δε αυτή ανακοινώνεται καθημερινά στα καταστήματα της εναγομένης (όπως και σε όλα τα καταστήματα των Τραπεζών) προκειμένου να ενημερωθούν όλοι οι ενδιαφερόμενοι πελάτες της.
Θα πρέπει δε να σημειωθεί, επίσης, ότι η ισοτιμία του ελβετικού φράγκου έναντι του ευρώ είναι πληροφορία που εύκολα γίνεται γνωστή για τον κάθε ενδιαφερόμενο (μέσω του έντυπου τύπου, από τις Τράπεζες κλπ), ενώ το σε ευρώ ισάξιο των ελβετικών φράγκων βρίσκεται με απλό μαθηματικό υπολογισμό. Επί πλέον, από την ανάγνωση του όρου αρ. 14 της δανειακής σύμβασης, όχι μόνο δεν προκύπτει απόκλιση του περιεχομένου του από τις σχετικές διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, οι οποίες προσιδιάζουν σε συμβάσεις δανείου σε συνάλλαγμα, όπως η επίδικη, αλλά αντίθετα ο συγκεκριμένος όρος της επίδικης σύμβασης ως προς τον τρόπο αποπληρωμής του δανείου, όπως ήδη προαναφέρθηκε, εναρμονίζεται πλήρως με τις διατάξεις του άρθρου 291 ΑΚ, που αποτυπώνει ενδοτικό δίκαιο, αλλά και του άρθρου 6 παρ. 1 Ν. 5422/1932.
Για το λόγο αυτό στον ανωτέρω όρο δεν υφίσταται καμία αοριστία αναφορικά με τα κριτήρια υπολογισμού των δόσεων και του εκάστοτε άληκτου κεφαλαίου του δανείου των εναγόντων. Επίσης, ο ίδιος όρος, ο οποίος συνδέεται με ουσιώδες στοιχείο της παροχής των εναγόντων, δηλαδή με το είδος και την έκτασή της, δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως αόριστος, καθώς από τη γραμματική του διατύπωση, που είναι απόλυτα σαφής, με (ενν.
μη) επιδεχόμενη διαφορετική ερμηνεία, προκύπτει ότι μπορούσε να γίνει αντιληπτός από τους ενάγοντες. Μπορούσαν, επίσης, να γίνουν αντιληπτοί από τους ενάγοντες και οι κίνδυνοι της σχετικής συμφωνίας, ενόψει του ότι, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας είναι γνωστό στο μέσο συναλλασσόμενο ότι η ισοτιμία των νομισμάτων είναι μεταβαλλόμενη, ακόμα και με μεγάλη κατά καιρούς διακύμανση.
Μάλιστα, όπως κατέθεσε ο μάρτυρας (και υπάλληλος) της εναγομένης, ενημέρωσε τον πρώτο των εναγόντων για τους κινδύνους που αναλαμβάνουν με τη συγκεκριμένη μορφή του δανείου (σε ελβετικά φράγκα), λόγω του κινδύνου ανατροπής της συναλλαγματικής ισοτιμίας και ότι επί πλέον του χορήγησε το έντυπο της προσυμβατικής ενημέρωσης της Τράπεζας σχετικά με το συγκεκριμένο δάνειο.
Ότι, επίσης, του συνέστησε να επιλέξει τη δυνατότητα προστασίας της δόσης για ορισμένο χρονικό διάστημα, επιλογή όμως την οποία αυτός δεν έκανε, επειδή αυτό θα σήμαινε επιβάρυνση στο επιτόκιο κατά 0,20%. Θα πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι κατά τις διαπραγματεύσεις με την εναγομένη Τράπεζα για τη σύναψη του δανείου παρευρισκόταν μόνο ο πρώτος των εναγόντων, ως εκπρόσωπος και της δεύτερης εξ αυτών θυγατέρας του, την οποία μάλιστα εκπροσώπησε και κατά την κατάρτιση του δανείου δυνάμει ειδικής προς τούτο πληρεξουσιότητας.
Άλλωστε, όπως προαναφέρθηκε, στον ίδιο πιο πάνω αρ. 14 όρο, περιλήφθηκε η παρατήρηση ότι οι οφειλέτες-ενάγοντες δήλωσαν ότι γνωρίζουν ότι αναλαμβάνουν συναλλαγματικό κίνδυνο με τη σύναψη του δανείου σε ελβετικά φράγκα και συγκεκριμένα αυξημένη επιβάρυνσή τους σε ευρώ για την αποπληρωμή του δανείου και μάλιστα τόσο σε σχέση με τις δόσεις, όσο και σε σχέση με το κεφάλαιο, σε περίπτωση δυσμενούς για αυτούς μεταβολής της συναλλαγματικής ισοτιμίας του ελβετικού φράγκου σε σχέση με το ευρώ. [...].
Περαιτέρω, λαμβανομένου υπόψη ότι ο πρώτος των εναγόντων είναι δικηγόρος και η δεύτερη εξ αυτών, κατά το χρόνο κατάρτισης του δανείου, φοιτήτρια της Νομικής Σχολής, ήταν σε θέση να γνωρίζουν και πράγματι γνώριζαν (ειδικά ο πρώτος εξ αυτών, λόγω του επαγγέλματός του, που, όπως προαναφέρθηκε, λειτουργούσε και ως αντιπρόσωπος της δεύτερης ...) τα περί ισοτιμίας του εγχώριου νομίσματος σε σχέση με ξένο νόμισμα.
Καθίσταται, επομένως, σαφές ότι δεν μπορεί να γίνει λόγος για άγνοια των εναγόντων αναφορικά με τη λειτουργία της ισοτιμίας των νομισμάτων στην αγορά συναλλάγματος και των κινδύνων της, καθώς δεν πρόκειται για αδαείς περί τις συναλλαγές αντισυμβαλλομένους της Τράπεζας. Αντίθετα, αποδεικνύεται από τα ανωτέρω ότι οι ενάγοντες ήταν γνώστες της αγοράς και ήταν σε θέση να αντιληφθούν όλους της όρους της δανειακής σύμβασης και ειδικά τον όρο αρ. 14, που ρυθμίζει τη λειτουργία της ισοτιμίας στον καθορισμό του ποσού των δόσεων και του άληκτου κεφαλαίου, αλλά και τους εν γένει κινδύνους της επιλογής τους, να καταρτίσουν δηλαδή το επίδικο δάνειο σε ελβετικά φράγκα και ειδικότερα ότι, αν η ισοτιμία ευρώ-ελβετικού φράγκου, όπως αυτή είχε διαμορφωθεί κατά το χρόνο κατάρτισης της σύμβασης, υποχωρούσε στη συνέχεια σε βάρος του ευρώ, το δάνειο αυτό θα αποδεικνυόταν ασύμφορο.
Έτσι, οι ενάγοντες ανέλαβαν το συναλλαγματικό κίνδυνο της ανατροπής της ως άνω ισοτιμίας και μάλιστα σε μία σύμβαση δωδεκαετoύς διάρκειας, καθώς το μοναδικό κριτήριό τους για τη σύναψη της επίδικης δανειακής σύμβασης σε ελβετικά φράγκα και ως αντιστάθμισμα του κινδύνου διακύμανσης της συναλλαγματικής ισοτιμίας, αποτέλεσε το χαμηλό επιτόκιο της σύμβασης βάσει LIBOR, σε σχέση με τα σαφώς υψηλότερα επιτόκια για δάνεια που χορηγούσαν οι τράπεζες σε ευρώ βάσει EURIBOR και εξ αυτού του λόγου οι χαμηλές εξοφλητικές δόσεις.
Αποδεικνύεται, επομένως, με βάση όλα τα παραπάνω ότι ο συγκεκριμένος όρος αρ. 14 της επίδικης δανειακής σύμβασης, ως προδιατυπωμένος στη σύμβαση και ως γενικός όρος συναλλαγών, αφού δεν αποτέλεσε αντικείμενο διαπραγμάτευσης μεταξύ των συμβληθέντων διαδίκων, ήταν σαφής από γραμματική άποψη και διαφανής κατά το περιεχόμενό του και τις οικονομικές ή άλλης φύσης συνέπειές του, η δε λειτουργία του ήταν κατανοητή από τους ενάγοντες κατά την υπογραφή της επίδικης σύμβασης, την οποίαν οι τελευταίοι επέλεξαν ως συμφέρουσα γι' αυτούς για τους λόγους που προαναφέρθηκαν.
Ως εκ τούτου δεν συντρέχει περίπτωση ακυρότητας του όρου αυτού ως καταχρηστικού είτε λόγω της αντίθεσής του στο άρθρο 2 παρ. 6 και 7 Ν. 2251/1994, είτε λόγω της υπέρβασης των ορίων που τάσσονται από το άρθρο 281 ΑΚ. Κατά συνέπεια, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του δέχθηκε τα αντίθετα και ειδικότερα:
α) ότι οι ενάγοντες δεν είχαν τις οικονομικές γνώσεις περί τα τραπεζικά προϊόντα, με αποτέλεσμα να μην αντιληφθούν κατά την κατάρτιση της σύμβασης τις συνέπειες που θα είχε κατά τη διάρκεια εξόφλησης του δανείου ο σχετικός ως άνω όρος της σύμβασης, σε περίπτωση μεταβολής της ισοτιμίας ελβετικού φράγκου και ευρώ, β) ότι οι ενάγοντες δεν ενημερώθηκαν από τους υπαλλήλους της εναγομένης για τους συναλλαγματικούς κινδύνους που αναλάμβαναν κατά την υπογραφή της επίδικης σύμβασης και γ) ότι ο ως άνω όρος αρ. 14 είναι αόριστος και ασαφής και ως εκ τούτου καταχρηστικός και άκυρος και με τις παραδοχές αυτές αναγνώρισε την ακυρότητα, προφανώς από παραδρομή, του όρου αρ. 15 της σύμβασης, αντί του ορθού αρ. 14, όπως ζήτησαν οι ενάγοντες με την αγωγή τους, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των σχετικών διατάξεων και εσφαλμένα επίσης εκτίμησε τις αποδείξεις, όπως βάσιμα παραπονείται η εναγομένη Τράπεζα με τους σχετικούς λόγους της έφεσής της.
Πρέπει, επομένως, να γίνει δεκτή η από 28.12.2015 έφεση της εκκαλούσας-εναγομένης τραπεζικής εταιρείας ως κατ' ουσίαν βάσιμη, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη 161/2015 απόφαση και το Δικαστήριο αυτό να κρατήσει και δικάσει κατ' ουσίαν την υπόθεση (άρθρ. 535 παρ. 1 ΚΠολΔ), ήτοι την από 28.4.2014 αγωγή, η οποία, με βάση όσα προεκτέθηκαν, πρέπει να απορριφθεί ως προς την ανωτέρω βάση της.
Στη συνέχεια, λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης (άρθρ. 522 ΚΠολΔ), πρέπει το Δικαστήριο να προχωρήσει στην έρευνα των επικουρικών βάσεων της αγωγής, οι οποίες δεν ερευνήθηκαν από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (...). Όσον αφορά δε την από 16.12.2015 έφεση των εκκαλούντων-εναγόντων, μετά την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης, η έφεση αυτή πρέπει να απορριφθεί ως άνευ αντικειμένου πλέον, αφού οι περιλαμβανόμενοι σ' αυτήν λόγοι, προϋποθέτουν την απόρριψη της από 28.12.2015 έφεσης της εκκαλούσας-εναγομένης και τη μη εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης. [...].
Οι ενάγοντες ισχυρίζονται επικουρικά, και κατ' εκτίμηση του σχετικού ισχυρισμού τους, ότι η επίδικη σύμβαση δανείου είναι άκυρη, λόγω αντίθεσής της στα χρηστά ήθη, καθώς, και εξ αιτίας του γεγονότος ότι η εναγομένη, εκμεταλλευόμενη δια των υπαλλήλων της την απειρία τους περί τα οικονομικά δεδομένα που αφορούν τις αγορές συναλλάγματος, καθώς και την κουφότητά τους και παραλείποντας να τους ενημερώσει για τους κινδύνους που αναλάμβαναν, τους έπεισε με παραπειστικό τρόπο να συμφωνήσουν στην κατάρτιση της επίδικης σύμβασης δανείου, η οποία, με τη δυσμενή στη συνέχεια ανατροπή της ισοτιμίας του ελβετικού φράγκου έναντι του ευρώ, κατέστη κατάφωρα αισχροκερδής σε βάρος τους και καταπλεονακτική, καθώς τους έχει δεσμεύσει, σε υπέρμετρο βαθμό, κατά τα ειδικότερα στην αγωγή.
Η επικουρική, όμως, αυτή βάση της αγωγής, που επιχειρείται να στηριχθεί στη διάταξη του άρθρου 178 ΑΚ, είναι μη νόμιμη και απορριπτέα. Και τούτο διότι υπό τα αναφερόμενα στην αγωγή περιστατικά δεν προκύπτει το στοιχείο της ανηθικότητας στην επίδικη σύμβαση δανείου σε ξένο νόμισμα, όταν μάλιστα ο ανωτέρω όρος αρ. 14 επαναλαμβάνει ουσιαστικά τη διάταξη του άρθρου 291 ΑΚ, σε οποιαδήποτε δε περίπτωση ανάγεται στην ίδια τη συμβατική ελευθερία η επιλογή εκ μέρους των συμβαλλομένων μερών η επιλογή του νομίσματος με βάση το οποίο καταρτίζεται η σύμβαση, αλλά και η εκπλήρωσή της.
Επί πλέον, η συμφωνία του δανείου σε ελβετικό φράγκο, όπως προκύπτει από την αγωγή, ήταν κατά τη σύναψη της σύμβασης, αλλά και για αρκετό χρόνο στη συνέχεια, ευνοϊκή για τους ενάγοντες λόγω του χαμηλού επιτοκίου του δανείου και της σταθερής ισοτιμίας ελβετικού φράγκου σε σχέση με το ευρώ, ώστε να μην συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση καταχρηστική άσκηση της συμβατικής ελευθερίας από τον οικονομικά ισχυρότερο και αντίθεση ως εκ τούτου της σύμβασης στις αντιλήψεις του μέσου χρηστού και εμφρόνως σκεπτομένου ανθρώπου περί τις επιταγές της ηθικής.
Όσον αφορά τη στηριζόμενη στο άρθρο 179 ΑΚ επικουρική βάση της αγωγής, αυτή τυγχάνει μη νόμιμη και απορριπτέα για το λόγο αυτό. Και τούτο διότι, υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή περιστατικά, δεν συντρέχει η προϋπόθεση του ανωτέρω άρθρου περί προφανούς δυσαναλογίας παροχής και αντιπαροχής κατά την κατάρτιση της σύμβασης, αφού η χορήγηση και η αποπληρωμή του δανείου σε ξένο νόμισμα δεν ήταν εξαρχής σε βάρος των εναγόντων, όπως άλλωστε συνομολογείται εμμέσως πλην σαφώς από αυτούς, αλλά η αύξηση της οφειλόμενης δόσης επήλθε μετά την ανατροπή της ισοτιμίας ελβετικού φράγκου-ευρώ, δηλαδή σε μεταγενέστερο της σύναψης της σύμβασης χρόνο, ο οποίος είναι και ο κρίσιμος χρόνος για να κριθεί η συνδρομή της ανωτέρω προϋπόθεσης [...].
Όσον αφορά, τέλος, τη στηριζόμενη στο άρθρο 281 επικουρική βάση της αγωγής περί ακυρότητας της σύμβασης ως καταπλεονακτικής λόγω της καταχρηστικότητάς της, αυτή είναι μη νόμιμη και απορριπτέα, καθώς υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή περιστατικά, η επελθούσα μετά την υπογραφή της σύμβασης και κατά τη διάρκεια του δανείου υποτίμηση του ευρώ έναντι του ελβετικού φράγκου και η εξ αυτού του λόγου επιβάρυνση των εναγόντων για καταβολή μεγαλύτερου ποσού δόσης ή κεφαλαίου σε ευρώ, δεν καθιστά άνευ ετέρου τη σύμβαση καταχρηστική και συνακόλουθα καταπλεονακτική [...].
Με την έτερη επικουρική βάση της αγωγής τους ισχυρίζονται οι ενάγοντες ότι η επίδικη σύμβαση δανείου είναι ακυρώσιμη λόγω απάτης, εξ αιτίας της δόλιας απόκρυψης εκ μέρους των υπαλλήλων της εναγομένης των οικονομικών κινδύνων που αναλάμβαναν με την κατάρτιση της σύμβασης, αλλά και των ψευδών παραστάσεων των τελευταίων, κατά τα ειδικότερα στην αγωγή.
Επικουρικά, ισχυρίζονται ότι η επίδικη σύμβαση είναι ακυρώσιμη λόγω πλάνης, καθώς υφίσταται διάσταση μεταξύ της δήλωσής τους και της δικαιοπρακτικής τους βούλησης, η οποία προήλθε από τη δόλια απόκρυψη των στοιχείων που αφορούσαν την επίδικη σύμβαση και τα οποία στοιχεία, αν τα γνώριζαν δεν θα προέβαιναν στη σύναψή της.
Ότι, τέλος, η πλάνη τους αυτή, που προήλθε από τη δόλια συμπεριφορά των υπαλλήλων της εναγομένης, εξακολούθησε σε όλη της διάρκεια της σύμβασης, κατά τα ειδικότερα στην αγωγή. Υπό τα εκτιθέμενα ως άνω περιστατικά, η αγωγή είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 147 και 140 ΑΚ, είναι όμως απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Ειδικότερα, κατά τα παραπάνω εκτιθέμενα ως αποδειχθέντα, οι ενάγοντες ενημερώθηκαν από τους υπαλλήλους της εναγομένης για τους κινδύνους που αναλάμβαναν με την υπογραφή της συγκεκριμένης σύμβασης, ενώ επί πλέον, γνώριζαν και οι ίδιοι τα περί ισοτιμίας του ευρώ με το ελβετικό φράγκο και τις επιπτώσεις της ανατροπής της ισοτιμίας αυτής τόσο στο ποσό των δόσεων, όσο και στο ποσό του άληκτου κεφαλαίου.
Πολύ δε περισσότερο, τις γνώσεις αυτές διέθετε ο πρώτος των εναγόντων λόγω του επαγγέλματός του, ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε, ενεργούσε και ως αντιπρόσωπος της δεύτερης εξ αυτών θυγατέρας του, ενώ επί πλέον γίνεται ειδική μνεία στον όρο αρ. 14 της σύμβασης για το γεγονός ότι οι ενάγοντες δήλωσαν ότι γνωρίζουν τους συναλλαγματικούς κινδύνους που αναλαμβάνουν με την υπογραφή της σύμβασης λόγω ενδεχόμενης δυσμενούς γι' αυτούς μεταβολής της συναλλαγματικής ισοτιμίας των νομισμάτων ευρώ-ελβετικού φράγκου.
Επομένως, καμία εξαπάτηση δεν έγινε σε βάρος του πρώτου των εναγόντων από τους υπαλλήλους της εναγομένης και συνακόλουθα ούτε και σε βάρος και της δεύτερης εξ αυτών (άρθρ. 214 ΑΚ), ούτε πλανήθηκαν οι ενάγοντες για τους ίδιους λόγους σχετικά με το τι πραγματικά ήθελαν και συμφώνησαν, παρά τα όσα αντίθετα και γι' αυτό αβάσιμα και απορριπτέα ισχυρίζονται με την αγωγή τους.
Ισχυρίζονται, επίσης, επικουρικά οι ενάγοντες και κατ' εκτίμηση του σχετικού ισχυρισμού τους, ότι η σύμβαση δανείου σε ελβετικά φράγκα που συνήψαν με την εναγομένη είναι εικονική και γι' αυτό άκυρη, καθώς η σύμβαση δανείου με τη μορφή αυτή έγινε μόνο κατά φαινόμενο και χωρίς να προκύπτει βούληση της εναγομένης να τους μεταβιβάσει με τη μορφή του δανείσματος ποσότητα ελβετικών φράγκων, όσο και να καταστεί η ποσότητα αυτή αντικείμενο της οφειλής τους [...].
Ο ισχυρισμός, όμως, αυτός είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος [...]. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη. Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται σε οποιαδήποτε ενοχή, ασχέτως αν αυτή απορρέει από σύμβαση [...] ή αν συντρέχουν οι ειδικές προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 388 ΑΚ [...].
Στην προκειμένη περίπτωση οι ενάγοντες ζητούν, επικουρικά με την αγωγή τους, να αναπροσαρμοσθεί με βάση το άρθρο 288 ΑΚ η ληξιπρόθεσμη οφειλή τους από το χρόνο επίδοσης της αγωγής τους, στο ποσό των 99.846,03 ελβετικών φράγκων και συγκεκριμένα, από 133.128,04 ελβετικά φράγκα που είναι η ληξιπρόθεσμη οφειλή κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, να μειωθεί κατά 33.282,01 ελβετικά φράγκα.
Το επικουρικό, όμως, αυτό αίτημα της αγωγής είναι αόριστο και συνεπώς απορριπτέο για το λόγο αυτό [...]. Κατά συνέπεια και με βάση όλα τα παραπάνω, η κρινόμενη από 28.4.2014 αγωγή πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της ως αβάσιμη...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού συνεκδίκασε, κατ' αντιμωλίαν, τις δύο αντίθετες εφέσεις των διαδίκων μερών κατά της πρωτόδικης απόφασης, κρίνοντας ότι η ένδικη σύμβαση συνιστά σύμβαση στεγαστικού δανείου με ρήτρα ελβετικού φράγκου και ότι ο επίμαχος με αριθ. 14 όρος αυτής [με τον οποίο συμφωνήθηκε ως εφαρμοστέα ισοτιμία αυτή του χρόνου πληρωμής, για την σε ευρώ πληρωμή των υπολογιζόμενων σε ελβετικά φράγκα δόσεων του δανείου, ποσού 240.000 ελβετικών φράγκων] εκφεύγει του δικαστικού ελέγχου και δεν υπόκειται σε έλεγχο καταχρηστικότητας, κατά την έννοια του ν. 2251/1994 σε συνδυασμό με την Οδηγία 93/13, διότι εντάσσεται στους "δηλωτικούς όρους" της σύμβασης, καθώς επαναλαμβάνει ουσιαστικά (και δεν αποκλίνει από) την ενδοτικού δικαίου διάταξη του άρθρου 291 ΑΚ, η οποία προσιδιάζει σε συμβάσεις δανείου σε συνάλλαγμα, όπως είναι και η επίδικη, και ότι ο χαρακτηρισμός του όρου ως "δηλωτικού", που ρυθμίζει το κύριο αντικείμενο της δανειακής σύμβασης, την παροχή δηλαδή των ήδη αναιρεσειόντων, υπερισχύει ώστε παρέλκει περαιτέρω ο έλεγχός του υπό το πρίσμα της αρχής της διαφάνειας, ήτοι για το αν αυτός είναι διατυπωμένος κατά τρόπο σαφή και κατανοητό, κατ' άρθρο 4 παρ. 2 της Οδηγίας 93/13, και δεχόμενο, στη συνέχεια, με επάλληλη αιτιολογία, ότι ο ίδιος επίμαχος ΓΟΣ δεν είναι άκυρος ως καταχρηστικός είτε λόγω της αντίθεσής του στο άρθρο 2 παρ. 6 και 7 του ν. 2251/1994 είτε λόγω υπέρβασης των τασσομένων από το άρθρο 281 ΑΚ ορίων, διότι δεν συνεπάγεται, εν προκειμένω, σημαντική διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος των εναγόντων-αναιρεσειόντων, ούτε είναι αόριστος, καθώς μπορούσε να γίνει αντιληπτός από τους τελευταίους, όπως και οι κίνδυνοι της σχετικής συμφωνίας, τελικώς, απέρριψε την από 16.12.2015 έφεση των αναιρεσειόντων, δέχθηκε κατ' ουσίαν την από 28.12.2015 έφεση της εναγομένης, ήδη αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την αντιθέτως κρίνασα πρωτόδικη απόφαση που είχε δεχθεί εν μέρει ως κατ' ουσίαν βάσιμη την αγωγή, κράτησε και δίκασε την υπόθεση, και απέρριψε την αγωγή των αναιρεσειόντων κατά την άνω βάση της, ακολούθως δε, και κατά τις επικουρικές βάσεις της περί ακυρότητας της δανειακής σύμβασης, που δεν είχαν εξεταστεί πρωτοδίκως.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11γ του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη υποστατά και, αναλόγως, έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη.
Κατά την έννοια αυτή ο ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου έγινε η προσκόμιση και η επίκληση του κρίσιμου αποδεικτικού μέσου, πρέπει να είναι νόμιμος και να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας. Για την ίδρυση πάντως του παραπάνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη.
Ωστόσο, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνον από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 466/2019, ΑΠ 1557/2018, ΑΠ 1349/2017).
Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης, πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο αυτά, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσκόμισής τους, να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και προσκόμισή τους και να καθορίζεται ο συγκεκριμένος ουσιώδης ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνύονταν με τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 917/2020, ΑΠ 584/2017, ΑΠ 150/2015, ΑΠ 931/2014).
Ο ως άνω λόγος αναίρεσης πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για σφάλματα τα οποία έχουν γίνει κατά την έρευνα της αλήθειας ή όχι των πραγματικών περιστατικών με βάση τα οποία καταστρώνεται η ελάσσων πρόταση του νομικού συλλογισμού. Επομένως, ο λόγος αυτός δεν μπορεί να δημιουργηθεί όταν το δικαστήριο της ουσίας απορρίπτει την αγωγή ως απαράδεκτη ή νόμω αβάσιμη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν προβαίνει σε έρευνα των πραγματικών περιστατικών (Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 615/2019, ΑΠ 1409/2018).
Με το μοναδικό αναιρετικό λόγο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 γ' ΚΠολΔ, πλημμέλεια, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος περί μη ακυρότητας της ένδικης δανειακής σύμβασης, δεν έλαβε υπόψη ουσιώδες αποδεικτικό μέσο, και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη την υπ' αριθ. 12/22.1.2007 Υπηρεσιακή Εγκύκλιο της αναιρεσίβλητης Τράπεζας προς τους αρμόδιους υπαλλήλους της, αναφορικά με την "τοποθέτηση στεγαστικών προϊόντων σε ελβετικό φράγκο (CHF)", που είχαν νόμιμα προσκομίσει μετ' επικλήσεως οι αναιρεσείοντες προς απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών τους περί πλημμελούς και ανεπαρκούς προσυμβατικής ενημέρωσής τους από τους υπαλλήλους της αντιδίκου τους για το συναλλαγματικό κίνδυνο που αναλάμβαναν με τη σύναψη στεγαστικού δανείου, συνομολογηθέντος με ρήτρα ελβετικού φράγκου, η ευδοκίμηση των οποίων (ισχυρισμών) θα είχε ως αποτέλεσμα την ακυρότητα της δανειακής σύμβασης λόγω ακυρότητας του όρου 14 αυτής ως καταχρηστικού κατ' άρθρα 2 παρ. 6,7 του ν. 2251/1994 και 281 ΑΚ, άλλως λόγω αντίθεσής της στα χρηστά ήθη, ως αισχροκερδούς (καταπλεονεκτικής), κατ' άρθρα 178, 179, 281 ΑΚ, άλλως λόγω απάτης και πλάνης κατ' άρθρα 147, 140 ΑΚ, αντίστοιχα, καθόσον με την άνω εγκύκλιο η αναιρεσίβλητη Τράπεζα είχε δώσει σαφή εντολή στους αρμόδιους υπαλλήλους της να προβάλουν-αναδεικνύουν στους υποψήφιους πελάτες μόνο τα πλεονεκτήματα του νέου στεγαστικού προϊόντος σε ελβετικό φράγκο (χαμηλό επιτόκιο, διαχρονική σταθερότητα στην ισοτιμία CHF -ευρώ), καθώς και τις απλοποιημένες και τυποποιημένες διαδικασίες χορήγησής του και όχι το συναλλαγματικό κίνδυνο λόγω της ανατροπής της συναλλαγματικής ισοτιμίας.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος, κατά το μέρος που με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε, κατά τα προεκτιθέμενα, η ένδικη αγωγή ως μη νόμιμη, κατά την ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων 178, 179, 281 ΑΚ επικουρική της βάση, είναι απαράδεκτος εφόσον, κατά τα εκτιθέμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, το Εφετείο δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία κατά την έρευνα των εν λόγω αγωγικών βάσεων.
Κατά τα λοιπά, ο ανωτέρω λόγος, καθ' ο μέρος αφορά την ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 6, 7 του ν. 2251/1994 και 281 ΑΚ απορριφθείσα ως αβάσιμη (με κύρια και επάλληλη αιτιολογία) κύρια βάση της αγωγής και τις, ερειδόμενες στις διατάξεις των άρθρων 147 και 140 ΑΚ, απορριφθείσες ως κατ'ουσίαν αβάσιμες, επικουρικές αγωγικές βάσεις, είναι αβάσιμος, καθόσον από τη βεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλόμενη απόφασή του ότι στην περί πραγμάτων κρίση του κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και τα έγγραφα, τα οποία νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, προκειμένου να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, (χωρίς να λάβει υπόψη την ένορκη βεβαίωση του πρώτου ενάγοντος-αναιρεσείοντος, ως μη αποτελούσα αποδεικτικό μέσο) και ιδιαίτερα από τις παραδοχές της αποφάσεως που αφορούν τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων περί καταχρηστικότητας του όρου 14 της επίδικης δανειακής σύμβασης και περί απάτης και πλάνης, προς απόδειξη των οποίων αυτοί επικαλέστηκαν το προαναφερόμενο αποδεικτικό μέσο, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και το φερόμενο ως αγνοηθέν, ως άνω, αποδεικτικό μέσο, χωρίς, όπως προεκτέθηκε, το Δικαστήριο να έχει υποχρέωση να αναφερθεί ειδικώς και αναλυτικώς σ' αυτό, αφού στην απόφαση γίνεται αναφορά ότι ο επίμαχος όρος 14 της δανειακής σύμβασης, ως προδιατυπωμένος σ' αυτήν και ως γενικός όρος συναλλαγών, αφού δεν αποτέλεσε αντικείμενο διαπραγμάτευσης μεταξύ των συμβληθέντων διαδίκων, ήταν σαφής από γραμματική άποψη και διαφανής κατά το περιεχόμενό του και τις οικονομικές ή άλλες συνέπειές του, η δε λειτουργία του ήταν κατανοητή από τους αναιρεσείοντες κατά την υπογραφή της σύμβασης, την οποία οι τελευταίοι επέλεξαν ως συμφέρουσα και δεν συντρέχει, ως εκ τούτου, ακυρότητα αυτού ως καταχρηστικού λόγω αντίθεσής του στις άνω διατάξεις, καθώς και ότι οι ενάγοντες, ήδη αναιρεσείοντες, ενημερώθηκαν από τους υπαλλήλους της εναγομένης, ήδη αναιρεσίβλητης, για τους κινδύνους που αναλάμβαναν με την υπογραφή της συγκεκριμένης σύμβασης, ότι γνώριζαν και οι ίδιοι τα περί ισοτιμίας του ευρώ με το ελβετικό φράγκο και τις επιπτώσεις της ανατροπής της ισοτιμίας αυτής τόσο στο ποσό των δόσεων όσο και στο ποσό του άληκτου κεφαλαίου, ότι, πολύ περισσότερο, τις γνώσεις αυτές διέθετε ο πρώτος των εναγόντων λόγω του επαγγέλματός του, ο οποίος ενεργούσε και ως αντιπρόσωπος της δεύτερης εξ αυτών θυγατέρας του, ότι συνεστήθη σ' αυτούς να επιλέξουν τη δυνατότητα προστασίας της δόσης για ορισμένο χρονικό διάστημα, ενώ γίνεται και ειδική μνεία στον όρο 14 της σύμβασης για το γεγονός ότι οι ενάγοντες δήλωσαν πως γνώριζαν τους συναλλαγματικούς κινδύνους που αναλάμβαναν με την υπογραφή της σύμβασης λόγω ενδεχόμενης δυσμενούς γι' αυτούς μεταβολής της συναλλαγματικής ισοτιμίας ευρώ-ελβετικού φράγκου, και ότι, ενόψει τούτων, καμία εξαπάτηση δεν έγινε σε βάρος τους από τους υπαλλήλους της αντιδίκου τους ούτε πλανήθηκαν, για τους ίδιους λόγους, σχετικά με το τι πραγματικά ήθελαν και συμφώνησαν.
Εξάλλου, ο ίδιος λόγος, όσον αφορά την προβαλλόμενη αιτίαση ότι από το παραπάνω αποδεικτικό μέσο συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση κρίνεται απαράδεκτη, καθόσον, με την επίκλησή της, πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικώς, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 47/2020, ΑΠ 917/2020, ΑΠ 609/2013, ΑΠ 495/13).
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του, κατατεθέντος για την άσκησή της, παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττώμενοι διάδικοι, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθ. 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2.9.2019 αίτηση των 1) Γ. Κ. και 2) Α. θυγ. Γ. Κ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 125/2018 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση αναιρέσεως παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Ιουνίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 5 Σεπτεμβρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ