Legislator Case Law & Legislation
1415/2020 AI generated

Supreme Court partially allows appeal, striking down political rights deprivation due to repealed statute and extending benefit to co-defendants.

Case Number 1415/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against a fifth-instance verdict, striking down the deprivation of political rights provision. The court found the relevant article of the Penal Code had been repealed by the new Drugs Law, rendering the penalty void. Consequently, the favorable outcome was extended to co-defendants who did not file their own appeals.

Legislator headnote

AI generated

Articles 469, 473, 474 of the Code of Civil Procedure; Articles 1, 58, 61 of Law 3459/2006; Article 100 of Law 4139/2013: When a penal provision repealed by subsequent legislation is applied to a defendant, the favorable result of the appeal extends to co-defendants convicted of the same act who did not file an appeal.

Keywords

AI generated
repealed penal code deprivation of political rights extension of favorable result co-defendants without appeal new drugs law partial annulment procedural extension

Cited Legislation

AI generated
Articles 469, 473, 474 of the Code of Civil Procedure
Law 3459/2006
Law 4139/2013

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1415 / 2020 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1415/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Γεωργίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Παπαηλιάδη -Εισηγητή, Βασιλική Ηλιοπούλου, Μαρία Βασδέκη και Νικόλαο Βεργιτσάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου Παπαγεωργίου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Η. K. του S., κρατούμενου στο Αγροτικό Κατάστημα Κράτησης ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κακαράντζα, για αναίρεση της υπ'αριθ. 29/2019 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.

Το Πενταμελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26.11.2019 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 35/26.11.2019 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1727/19.

Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε: α) να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, μόνον ως προς τις διατάξεις της περί απορρίψεως του ισχυρισμού για αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθου 84 παρ. 2 στοιχ. ε' Π.Κ, περί επιβολής ποινής και παρεπόμενης ποινής και περί δήμευσης του με αρ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου ιδιοκτησίας του αναιρεσείοντος και β) να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει την υπόθεση και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η από 26-11-2019 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 35/26-11-2019 αίτηση του (επώνυμο) H. (όνομα) K. του (πατρώνυμο) S.και της (μητρώνυμο) S., κατοίκου ... (οδός ... αριθμός ..), και ήδη κρατουμένου στο Αγροτικό Κατάστημα Κράτησης ..., για αναίρεση της υπ' αριθμό 29/2019 καταδικαστικής απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, από τον ίδιο προσωπικά, ενώπιον του Διευθυντή του εν λόγω Καταστήματος, Δ. Α. (άρθρα 473 παρ. 2, 3 και 474 παρ. 1 εδάφ. β', 3 του Κ.Π.Δ.), αφού η προσβαλλομένη απόφαση καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού τμήματος του εν λόγω Εφετείου, στις 8-11-2019, με αριθμό 136.

Συνεπώς, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την βασιμότητα των λόγων της.

Με το νέο Νόμο περί ναρκωτικών 4139/20-3-2013, "Νόμος περί εξαρτησιογόνων ουσιών και άλλες διατάξεις", (με το άρθρο 100 του οποίου καταργήθηκε από την έναρξη της ισχύος του (20-3-2013), Νόμος 3459/2006, εκτός από τα άρθρα 1 παρ. 1, 58 και 61 αυτού) ρυθμίζονται οι παραβάσεις της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών με νέες διατάξεις και ειδικότερα διατηρείται το ενδιαφέρον τη συγκεκριμένη ένδικη υπόθεση άρθρο 20 με τον ίδιο αριθμό.

Έτσι με το άρθρο 20 παρ. 1 του νέου αυτού Νόμου, τυποποιείται ως βασικό έγκλημα η παράνομη διακίνηση ναρκωτικών, ως τοιαύτης νοουμένης, κατά την παράγραφο 2, κάθε πράξης με την οποία συντελείται η κυκλοφορία ναρκωτικών ουσιών ή πρόδρομων ουσιών που αναφέρονται στους πίνακες της παραγράφου 2 του άρθρου 1 αυτού.

Ειδικότερα, κατά το άρθρο 20 παρ. 1 του παραπάνω Νόμου 4139/2013, "όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις που προβλέπονται στα άρθρα 21, 22 και 23, διακινεί παράνομα ναρκωτικά, τιμωρείται με κάθειρξη τουλάχιστον οκτώ (8) ετών και με χρηματική ποινή μέχρι τριακόσιες χιλιάδες (300.000) ευρώ". Με την παράγραφο 2 καθορίσθηκαν ενδεικτικά οι τρόποι τέλεσης, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται η εισαγωγή, μεταφορά και κατοχή.

Κατά την παρ. 2 του ιδίου ως άνω άρθρου "αν η πράξη έχει τελεσθεί με περισσότερους τρόπους από τους προβλεπόμενους στην προηγούμενη παράγραφο, αφορά όμως την ίδια ποσότητα ναρκωτικών, στον υπαίτιο επιβάλλεται μία μόνο ποινή, κατά την επιμέτρηση της οποίας λαμβάνεται υπόψη η συνολική εγκληματική δραστηριότητα του δράστη".

Ειδικότερα, κατά την επιμέτρηση της ποινής λαμβάνεται υπόψη το σύνολο των επιμέρους πράξεων εισαγωγής-μεταφοράς-κατοχής, το είδος, η συνολική ποσότητα και η καθαρότητα του ναρκωτικού, καθώς και η βαρύτητα των σχετικών επιπτώσεων στην υγεία. Επίσης, στο άρθρο 46 παρ. 1 εδάφ. α' του παλαιού Π.Κ., ορίζετο ότι: "Με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται επίσης:

α) όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε", όμοιου περιεχομένου είναι και η διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 του νέου Π.Κ., αφού με αυτή ορίζεται ότι: "1. Με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε".

Για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτείται να συντρέχουν αντικειμενικώς μεν: α) πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε άλλον της απόφασης να διαπράξει ορισμένη αξιόποινη πράξη, η πρόκληση δε αυτή μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο και μέσο, όπως με συμβουλές, υπόσχεση ή χορήγηση αμοιβής, παραινέσεις, προτροπές (παρακίνηση, παρόρμηση, ενθάρρυνση), πειθώ, φορτικότητα, πίεση, απειλή, εκμετάλλευση οποιασδήποτε πλάνης, πραγματικής ή νομικής ή περί τα παραγωγικά αίτια της βούλησης, με τη διέγερση μίσους κατά του θύματος, με την επιβολή λόγω υπηρεσιακής ή άλλης εξάρτησης ή την επιρροή προσώπου λόγω της ιδιότητας και της θέσης του ή και της σχέσης του με το φυσικό αυτουργό κ.λ.π.

και β) διάπραξη από τον άλλο (αυτουργό) της πράξης αυτής, την οποίαν αποφάσισε με τον πιο πάνω τρόπο. Υποκειμενικώς δε απαιτείται δόλος του ηθικού αυτουργού, δηλαδή συνειδητή και ηθελημένη πρόκληση της απόφασης για τη διάπραξη από τον άλλο της αντικειμενικής υπόστασης ορισμένου εγκλήματος με τη θέληση και γνώση ή αποδοχή της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξης χωρίς να είναι αναγκαίος ο καθορισμός της πράξης αυτής μέχρι λεπτομερειών, αρκεί δε και ενδεχόμενος δόλος, εκτός αν για την υποκειμενική θεμελίωση του οικείου εγκλήματος απαιτείται άμεσος ή υπερχειλής δόλος, οπότε ο δόλος αυτός πρέπει να συντρέχει και στο πρόσωπο του ηθικού αυτουργού (Α.Π. 797/2020).

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 45 του Π.Κ. συνάγεται ότι με τον όρο "από κοινού" τέλεση μιας αξιόποινης πράξης νοείται αντικειμενικώς σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης και υποκειμενικώς κοινός δόλος, δηλαδή ο κάθε συμμέτοχος να θέλει ή να αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, που διαπράττεται, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι ενεργούν με δόλο τέλεσης του ιδίου εγκλήματος.

Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης μπορεί να συνίσταται ή στο ότι ο καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επιμέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές. Ο κοινός δόλος αρκεί, χωρίς να υπάρχει ανάγκη εξειδίκευσης των επιμέρους τυπικών ενεργειών του καθενός συναυτουργού (Α.Π. 1043/2020, Α.Π. 264/2020).

Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σε αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά, τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της.

Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του Κ.Π.Δ., για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προέκυψε από το καθένα χωριστά.

Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνον ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και η συγκριτική στάθμιση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή.

Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Η συνδρομή του δόλου, κατ' αρχήν, δεν απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία, διότι αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και αποδεικνύεται, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών και η σχετική με αυτόν αιτιολογία εμπεριέχεται στην κύρια επί της ενοχής αιτιολογία, μόνο δε όταν αξιώνονται πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και συγκεκριμένα είτε η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος), είτε η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης), ο δόλος απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία.

Όμως, δεν αποτελούν λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττεται ανεπιτρέπτως, η αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλομένης, υπ' αριθμό 29/2019, καταδικαστικής απόφασής του, το Πενταμελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα, επί λέξει, πραγματικά περιστατικά: "Στις 22-12-2016 και περί ώρα 13.00 αστυνομικοί του Τμήματος Δίωξης Ναρκωτικών ..

και της Ομάδας Πάταξης Διασυνοριακού Εγκλήματος του Τ. Σ.Φ. .., αντιλήφθηκαν, στη δασική περιοχή των ..., δύο άτομα να κινούνται πεζή, έχοντας έναν ημίονο φορτωμένο με δύο σάκους. Άμεσα τέθηκαν σε παρακολούθηση γιατί υπήρχαν πληροφορίες για εισαγωγή από την Αλβανία ναρκωτικών ουσιών και μεταφοράς τους στην Ελλάδα από την άνω περιοχή.

Κατά την παρακολούθησή τους αντιλήφθηκαν να αποκρύβουν τους δύο ταξιδιωτικούς σάκους σε δασικό δρόμο, κοντά στην επαρχιακή οδό .... Η απόκρυψή τους έγινε με ξύλα και πέτρες. Τα δύο άτομα δεν απομακρύνθηκαν, αλλά παρέμειναν στο άνω σημείο προς φύλαξη των δύο σάκων. Άμεσα η περιοχή τέθηκε σε διακριτή παρακολούθηση καθώς θεωρήθηκε ότι πρόκειται για περίπτωση διακίνησης ναρκωτικών ουσιών.

Περί ώρα 21.30' έφτασε στο άνω σημείο απόκρυψης των δύο σάκων το υπ1 αριθμ. κυκλ. ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, SKODA. Στο αυτοκίνητο επέβαιναν δύο άτομα (ο οδηγός και ο συνοδηγός του). Οι δύο ετπβάτες του οχήματος συναντήθηκαν με τους δύο άνω πεζούς, που εισήλθαν από την Αλβανία μεταφέροντας τους σάκους. Συνομίλησαν μεταξύ τους και μάλιστα με φανερή την ένταση μεταξύ τους.

Δεν παραλαμβάνει κανένας τους σάκους και το όχημα, με τους δύο άνω επιβάτες, απομακρύνεται για 200 μέτρα. Όμως ο οδηγός του κάνει αναστροφή και επιστρέφει στο ίδιο σημείο, όπου γίνεται και πάλι συνάντηση με τα δυο άνω άτομα. Ακολουθεί και πάλι μεταξύ τους έντονος διάλογος και στη συνέχεια, το όχημα κατευθύνεται προς το ..., χωρίς και πάλι κανένας να παραλάβει τους δύο σάκους.

Τα δύο άνω άτομα, που εισήλθαν από την Αλβανία, ξεκίνησαν την επιστροφή τους για την Αλβανία. Άμεσα αστυνομικοί ακινητοποίησαν το άνω όχημα στο ... και σ' αυτό επέβαιναν ο τρίτος κατ/νος, οδηγός και ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου και ο τέταρτος κατ/νος. Και οι δύο, αδέλφια μεταξύ τους είναι υπήκοοι Αλβανίας. Ο τέταρτος, έγγαμος με δύο τέκνα, από το έτος 2011 ζει στην Αλβανία, όπου εργάζεται, ενώ ο τρίτος είναι από ετών κάτοικος .., όπου τελευταία εργαζόταν σε επιχείρηση πώλησης ψαριών.

Συγχρόνως δε με τη σύλληψη των δύο ως άνω επιβατών του οχήματος, άλλοι αστυνομικοί συλλαμβάνουν τους παραπάνω δύο πεζούς, οι οποίοι, απομακρυνόμενοι, με τον ημίονο, από το σημείο που έκρυψαν τους σάκους, κατευθύνονταν και πάλι προς την Αλβανία. Οι δύο συλληφθέντες είναι, όπως επιβεβαιώθηκε στη συνέχεια, οι δύο πρώτοι κατ/νοι, υπήκοοι Αλβανίας, οι οποίοι ήταν καταχωρημένοι στον Εθνικό Κατάλογο Ανεπιθύμητων Αλλοδαπών (ο πρώτος, συνεπεία δικαστικής απέλασης και ο δεύτερος, συνεπεία διοικητικής απέλασης).

Έγινε δε παράλληλα και έρευνα στο σημείο απόκρυψης των δύο ταξιδιωτικών σάκων και αποδείχθηκε ότι μέσα σ' αυτούς υπήρχαν 21 αυτοσχέδιες συσκευασίες, οι οποίες περιείχαν 36,127 χιλιόγραμμα ακατέργαστης ινδικής κάνναβης, δηλαδή ναρκωτικής ουσίας κατά την έννοια των άρθρων 1 παρ. 2 Πιν Α, αριθμ. 6 του ν. 3459/2006 και του ν. 4139/2013.

Με αυτά αποδείχθηκε ότι οι δύο πρώτοι κατ/νοι, ενεργώντας από κοινού και μετά από συναπόφαση, στις 22-12-2016 εισήγαγαν στην Ελλάδα από την Αλβανία και μετέφεραν στην άνω δασική περιοχή .. την προαναφερόμενη ποσότητα ναρκωτικών ουσιών (=μικτού βάρους 37.250 γραμμαρίων ακατέργαστης ινδικής κάνναβης και καθαρού βάρους 36.127,1 γραμμαρίων).

Την ποσότητα αυτή, οι δύο άνω κατ/νοι, κατείχαν από κοινού, καθόσον ενεργώντας από κοινού και κατόπιν συναπόφασής τους, είχαν τη φυσική εξουσίαση, ώστε καθένας από αυτούς, ενεργώντας και για λογαριασμό και του άλλου, να μπορεί ανά πάσα στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξη και κατά τη βούλησή του να τη διαθέτει πραγματικά (πρβλ για την έννοια της συγκατοχής:

ΑΠ 884/2019, ΑΠ 545/2015, ΑΠ 1346/2015, ΑΠ 688/2015). Η πράξη τους αυτή (της κατοχής, εισαγωγής και μεταφοράς) πραγματώθηκε από τις άνω προσδιοριζόμενες ταυτόχρονες κοινές ή και συγκλίνουσες ενέργειές τους (φόρτωση των ναρκωτικών στον ημίονο, πεζή κίνησή τους και είσοδό τους στην Ελλάδα από μη ελεγχόμενο σημείο της Ελληνοαλβανικής μεθορίου, απόκρυψη των ναρκωτικών στην άνω θέση).

Οι ίδιοι, οι ως άνω δύο πρώτοι κατ/νοι, δεν αρνούνται τις πράξεις της εισαγωγής στην Ελλάδα και της μεταφοράς των ναρκωτικών ουσιών, υποστηρίζοντας ότι την άνω ποσότητα ινδικής κάνναβης έδωσε σ' αυτούς (και μάλιστα στο δεύτερο) στην Αλβανία (πριν τα σύνορα), ένας ομοεθνής τους (με μόνα στοιχεία: C.., κατά το δεύτερο) για να μεταφέρουν απλώς στην άνω περιοχή αντί αμοιβής τους 500 € για τον καθένα, χωρίς οι ίδιοι να έχουν την εξουσίαση της διάθεσής της.

Ωστόσο, ανεξάρτητα από ποιον (ή ποιους) παρέλαβαν την άνω ποσότητα στην Αλβανία, αποδείχθηκε ότι οι δύο πρώτοι κατ/νοι εισήγαγαν στην Ελλάδα μετέφεραν και κατείχαν την άνω ποσότητα μετά από συνεχείς προτροπές και παραινέσεις του τρίτου και τέταρτου των κατ/νων. Οι τελευταίοι, ενεργώντας από κοινού και συναπόφαση, με πειθώ και φορτικότητα, μετά από συνεχείς τηλεφωνικές (τουλάχιστον) επικοινωνίες και συνεννοήσεις προκάλεσαν στους δύο πρώτους κατ/νους την απόφαση να εκτελέσουν τις άνω μερικότερες πράξεις (εισαγωγής, μεταφοράς και κατοχής) της διακίνησης των ναρκωτικών.

Οι δύο πρώτοι είχαν τηλεφωνική επικοινωνία με τους τρίτο και τέταρτο κατά τον άνω χρόνο, τουλάχιστον, της μεταφοράς και απόκρυψης της ινδικής κάνναβης στην παραπάνω δασική περιοχή. Η τηλεφωνική επικοινωνία αυτή έγινε μεταξύ του δεύτερου κατ/νου και του τέταρτου με τα κινητά τηλέφωνά τους, με αριθμ. κλήσεως ...

και ..., αντίστοιχα. Οι επικοινωνίες τους (και σίγουρα και προηγούμενες) αποδεικνύονται και από το γεγονός ότι οι τρίτος και τέταρτος των κατ/νων μετέβησαν με το άνω όχημα στη θέση όπου οι δύο πρώτοι απέκρυψαν την ποσότητα ινδικής κάνναβης. Εκεί μάλιστα συναντήθηκαν με τους δύο πρώτους και είδαν το ακριβές σημείο της απόκρυψης των ναρκωτικών.

Έφυγαν δε από την άνω τοποθεσία μετά από κάποια ένστασή τους, για άγνωστο λόγο, με τους δύο πρώτους. Αποχώρησαν δε κατά τα άνω, για να επιστρέψουν στην Αλβανία, και οι δύο πρώτοι κατ/νοι. Άφησαν δε όλοι τους την ποσότητα των ναρκωτικών ουσιών στο σημείο απόκρυψής της. Και τούτο γιατί, κατά τον εν γένει, σχεδιασμό των κατ/νων (ή και άλλων αγνώστων δραστών) στην άνω διακίνηση των ναρκωτικών, η συμμετοχή των δύο πρώτων κατ/νων, όπως γι* αυτή πείστηκαν από τους τρίτο και τέταρτο, καθορίστηκε μόνο στην εισαγωγή, κατοχή και μεταφορά των ναρκωτικών μέχρι την άνω θέση απόκρυψης και όχι στην περαιτέρω μεταφορά τους (προφανώς προς Θεσ/νίκη) και διάθεσή τους.

Από την άνω θέση η μεταφορά θα γινόταν από άλλους άγνωστους δράστες. Οι τρίτος και τέταρτος των κατ/νων αρνούνται οποιαδήποτε συμμετοχή στην άνω διακίνηση των ναρκωτικών, υποστηρίζοντας ότι, έχοντας ξεκινήσει από τη θεσ/νίκη με προορισμό την Αλβανία για το λόγο ότι η θυγατέρα του τέταρτου αυτών αντιμετώπιζε πρόβλημα υγείας, κατά τη διαδρομή τηλεφωνικά ενημερώθηκαν από κάποιον ομοεθνή τους ονόματι Μ., να μεταβούν στην άνω περιοχή, όπου και η συνάντησή τους με τους δύο πρώτους, για να τους μεταφέρουν μόνο (χωρίς καμία άλλη γνώση για την εμπλοκή αυτών στη διακίνηση ναρκωτικών) στην Αλβανία, ότι οι άνω τηλεφωνικές ετπκοινωνίες (ή εν γένει κλήσεις) έγιναν μόνο για τον καθορισμό του σημείου συνάντησής τους και ότι, με τη μετάβασή τους στην άνω θέση και τη συνάντησή τους, μόλις αντιλήφθηκαν ότι δεν είχαν τα αναγκαία νομιμοποιητικά έγγραφα διαμονής στην Ελλάδα (γι' αυτό και η μεταξύ τους ένταση κατά τη συζήτηση), αποχώρησαν χωρίς να τους παραλάβουν με πρόθεση να συνεχίσουν το ταξίδι τους προς την Αλβανία.

Όμως ο ισχυρισμός τους αυτός ότι δηλαδή μετέβησαν εκεί, κατά τη διαδρομή του ταξιδιού τους για Αλβανία, για να μεταφέρουν τους δύο πρώτους στην Αλβανία, δεν ενισχύεται από κανένα στοιχείο. Ο με στοιχεία (κατά τους κατ/νους) Μ. δεν εμφανίσθηκε σε όλη τη ποινική διαδικασία να επιβεβαιώσει όσα υποστηρίζουν, ούτε άλλο στοιχείο επιβεβαιώνει τις μεταξύ τους συνομιλίες με το εκτιθέμενο απο αυτούς περιεχόμενο.

Αντίθετα αποδείχθηκε ότι οι δύο άνω κατ/νοι (τρίτος και τέταρτος) συναντήθηκαν με τους δύο πρώτους σε δασική περιοχή, στην άκρη χωματόδρομου, που βρίσκεται εκτός της διαδρομής τους για Αλβανία. Μάλιστα οι δύο αυτοί κατ/νοι πήγαν στο σημείο συνάντησης κατευθείαν χωρίς να χρειαστεί να ερευνήσουν την περιοχή (βλ.

την κατάθεση του Αθ. Γ.), γεγονός που, παρότι εκτός διαδρομής (ο δρόμος οδηγούσε σε χωριό), δεικνύει ότι γνώριζαν τη θέση των δύο πρώτων. Η γνώση αυτή, σε μία τέτοια τοποθεσία, δεν αποκτήθηκε με τις άνω μόνο τηλεφωνικές επικοινωνίες. Αλλά και πάλι πως ήταν δυνατόν οι δύο πρώτοι να επιθυμούσαν τη μεταφορά τους με το όχημα των δύο τελευταίων όταν αυτοί είχαν μαζί τους και τον ημίονο.

Αλλά και το γεγονός της συνάντησης δΓίτλα στο σημείο απόκρυψης των ναρκωτικών και ο τρόπος που αυτή έγινε ή και της αποχώρησης όλων από εκεί (όπως εκτέθηκε μετά την πρώτη συνάντηση και την αρχική αποχώρηση των τρίτου και τέταρτου, οι τελευταίοι, με αναστροφή του οχήματος, επέστρεψαν ξανά σε νέα συνάντησή τους με τους δύο πρώτους), ενισχύει την κατάθεση του μάρτυρα Αθ.

Γ., αστυνομικού με εμπειρία και ιδίως άμεση εικόνα, τη στιγμή εκείνη (των συναντήσεων), όλων των κατ/νων, ότι οι τρίτος και τέταρτος των κατ/νων είχαν γνώση της διακίνησης των ναρκωτικών, συμμετείχαν σ' αυτή και συναντήθηκαν με τους δύο πρώτους, γνωρίζοντας για το σημείο απόκρυψης, στα πλαίσια του εν γένει σχεδιασμού της διακίνησης.

Επί πλέον, προς ενίσχυση των άνω, είναι χαρακτηριστικό ότι οι τρίτος και τέταρτος των κατ/νων κατά τη σύλληψή τους αρνήθηκαν οποιαδήποτε συνάντησή τους με τους δύο πρώτους (βλ. την κατάθεση του αστυνομικού Κων. Π.). Ακόμη, δε πρέπει δε να αναφερθεί, ως ένα επί πλέον κρίσιμο στοιχείο, ενισχυτικό της άνω εμπλοκής των δύο τελευταίων κατ/νων είναι και το γεγονός ότι οι ναρκωτικές ουσίες ήταν τυλιγμένες σε μία σακούλα που χρησιμοποιεί η επιχείρηση πώλησης ψαριών, στη Θεσ/νίκη, όπου εργαζόταν τότε ο τέταρτος κατ/νος (βλ.

κατάθεση του Αθ. Γ.). Με όσα αποδειχθήκαν, ενεργώντας κατά τα άνω με κοινό δόλο και συναπόφαση οι τρίτος και τέταρτος των κατ/νων, αιτιολογείται πλήρως (και το Δικαστήριο πείσθηκε περί αυτού) ο τρόπος και τα μέσα με τα οποία αυτοί οι δύο προκάλεσαν στη συγκεκριμένη περίπτωση στους πιο πάνω δύο πρώτους φυσικούς αυτουργούς την απόφαση να εκτελέσουν την άνω άδικη πράξη της διακίνησης των ναρκωτικών (πρβλ ΑΠ 206272006.

ΑΠ 1000/2005). Με όσα αναφέρθηκαν, ως αποδειχθέντα. οι κατ/νοι διέπραξαν με δόλο: α) οι δυο πρώτοι το έγκλημα της διακίνησης από κοινού των άνω ναρκωτικών ουσιών, (= 36.127,1 γραμμαρίων ακατέργαστης ινδικής κάνναβης), με τις μερικότερες πράξεις της εισαγωγής στη χώρα. μεταφοράς και κατοχής αυτών (άρθρ. 45 του Π.Κ., 1 του ν. 3459/2006, 1 και 20 παρ. 1-3 του ν. 4139/2013) και β) οι τρίτος και τέταρτος, το έγκλημα της ηθικής αυτουργίας κατά συναυτουργία στην προαναφερόμενη πράξη της διακίνησης των δύο πρώτων άρθρ. 45, 46 παρ. 1α του Π.Κ., 20 παρ. 1-3 του ν. 4139/2013).

Οι πράξεις τους αυτές αφορούν την ίδια ποσότητα ναρκωτικών ουσιών και, έτσι, σύντρεχε] μόνο ένα έγκλημα (άρθρο 20 παρ. 3 του ν. 4139/2013).

Συνεπώς πρέπει οι κατ/νοι να κηρυχθούν ένοχοι, κατά τα συμπληρωματικώς στο διατακτικό. Πρέπει, όμως, να αναγνωριστεί στους 3° και 4° κατ/νους η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 α' του Π.Κ. (του πρότερου έντιμου βίου), όπως δέχθηκε και η προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρ. 470 του ΚΠΔ, βλ. ΑΠ 546/2015)".

Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας, που δίκασε, όπως προεκτέθηκε, σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο, με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α' του Π.Κ., για την αξιόποινη πράξη της ηθικής αυτουργίας σε διακίνηση ναρκωτικών ουσιών από κοινού και του επέβαλε ποινή κάθειρξης οκτώ (8) ετών και χρηματική ποινή είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ, με το ακόλουθο, κατά πιστή μεταφορά, διατακτικό: "ΚΗΡΥΣΣΕΙ ένοχους τους 3° (Η.

K.) και 4° (Η. B.) των κατηγορουμένων, του ότι, σε μη εξακριβωμένο σημείο της περιοχής μεταξύ της ελληνοαλβανικής μεθορίου και δασικού δρόμου πλησίον της επαρχιακής οδού ... την 22-12-2016, ειδικότερα ενεργώντας από κοινού, και με συναπόφαση, με πρόθεση προκάλεσαν σε άλλους την απόφαση να εκτελέσουν την άδικη πράξη της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, με την μορφή της εισαγωγής, μεταφοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών κατά συναυτουργία, που αυτοί διέπραξαν.

Ως παράνομη διακίνηση δε νοείται, κάθε πράξη με την οποία συντελείται η κυκλοφορία ναρκωτικών ουσιών, κατά την έννοια του νόμου (άρθρ. 1 §§1, 2 Ν. 4139/2013), ήτοι ουσιών με διαφορετική χημική δομή και διαφορετική δράση στο κεντρικό νευρικό σύστημα και με κοινά χαρακτηριστικά γνωρίσματα τη μεταβολή της θυμικής κατάστασης του χρήστη και την πρόκληση εξάρτησης διαφορετικής φύσης, ψυχικής ή και σωματικής και ποικίλου βαθμού, καθώς και την ανακούφιση των χρονίως πασχόντων από τα συμπτώματα συγκεκριμένης νόσου, για την οποία αυτές κρίνονται ιατρικά επιβεβλημένες, οι οποίες περιλαμβάνονται στους πίνακες της παραγράφου 2 του άρθρου 1 Ν. 3459/2006, ενώ πράξεις διακίνησης αποτελούν μεταξύ άλλων και η εισαγωγή, κατοχή και μεταφορά ναρκωτικών.

Συγκεκριμένα, ενεργώντας από κοινού και μετά από συναπόφαση, με πειθώ και φορτικότητα, προκάλεσαν στους δύο πρώτους κατηγορούμενους, S. Z. και B. F. αντίστοιχα, την απόφαση να τελέσουν την άδικη πράξη της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, με την μορφή της εισαγωγής, μεταφοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών κατά συναυτουργία, οι οποίες παραπάνω υπό στοιχείο "Α" περιγράφονται, έχοντας τηλεφωνική επικοινωνία με αυτούς, πριν την σύλληψή τους περί ώρα 02.45 από αστυνομικούς του Τμήματος Δίωξης Ναρκωτικών Καστοριάς, χρησιμοποιώντας το με αριθμό κλήσης ...

κινητό τηλέφωνο του τέταρτου κατηγορουμένου, Η. B., καθόσον στο κινητό τηλέφωνο με αριθμό κλήσεως ... του δευτέρου κατηγορουμένου B. F., βρέθηκαν τέσσερις αναπάντητες, δέκα εισερχόμενες και είκοσι οκτώ εξερχόμενες κλήσεις από και στο με αριθμό κλήσεως ... κινητό τηλέφωνο. Μάλιστα οι τρίτος και τέταρτος κατηγορούμενοι, Η.K.

και Η. B. συνάντησαν τους δύο πρώτους κατηγορούμενους, S.Z. και B. F. αντίστοιχα στο σημείο, όπου είχαν τοποθετήσει οι τελευταίοι τις προαναφερόμενες ναρκωτικές ουσίες, ήτοι σε δασικό δρόμο πλησίον της επαρχιακής οδού ..., όπου μετέβησαν με το υπ'αριθμ. κυκλ. ... Ε.Ι.Χ. αυτοκίνητο, μάρκας SKODA OCTAVIA, ιδιοκτησίας του τρίτου κατηγορουμένου, Η.K., που οδηγούσε ο ίδιος και στο οποίο επέβαινε ως συνοδηγός ο τέταρτος κατηγορούμενος, Η.

B..

ΔΕΧΕΤΑΙ το Δικαστήριο ότι όλοι οι τρίτος και τέταρτος των κατ/νων έζησαν έως το χρόνο που τέλεσαν την ανωτέρω πράξη τους έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή και ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ σ' αυτούς τη συνδρομή στο πρόσωπο τους της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 α' Π.Κ.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ τους λοιπούς αυτοτελείς ισχυρισμούς όλων των κατηγορουμένων." Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, κατ' αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο και καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 8, 12, 13 εδαφ.

στ', 14, 18 εδαφ. α', 26 παρ. 1 εδαφ. α', 27, 45, 46 παρ. 1 εδαφ. α', 51, 52, 57, 60, 63, 65, 74, 76, 79, 80, 83 περ. γ', 84 παρ. 2 περ. α' του Π.Κ., 1 παρ. 1, 2 πίν. Α', αριθμ. 6 του Νόμου 3459/2006, 1 παρ. 1, 2, 20 παρ. 1-3, 36, 37, 38, 40, 41, 99, 100 παρ. 1 εδαφ. α' του Νόμου 4139/2013, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, αφού:

εκτίθενται όλα τα στοιχεία που απαρτίζουν τη νομοτυπική υπόσταση του εγκλήματος της ηθικής αυτουργίας από κοινού σε διακίνηση ναρκωτικών ουσιών, ενώ παρατίθενται τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και κατέληξε στην καταδικαστική του κρίση, χωρίς να παρίσταται αναγκαία κατά νόμο, η αναλυτική παράθεσή τους, η αναφορά του τι προκύπτει από το καθένα από αυτά, όπως και η συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση του περιεχομένου τους και η ανάλογη δικαιοδοτική εκτίμησή τους, αφού εκ τούτου δεν συνάγεται ότι το Δικαστήριο για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, περιορίσθηκε επιλεκτικά σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα και αγνόησε τα υπόλοιπα.

Περαιτέρω, αιτιολογείται με σαφήνεια και εμπεριστατωμένα ο τρόπος με τον οποίον έδρασε ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων μετά του συγκατηγορουμένου του στην τέλεση της ως άνω πράξης της ηθικής αυτουργίας από κοινού σε διακίνηση ναρκωτικών ουσιών, με την παράθεση πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν και την κατάφαση της υποκειμενικής υπόστασης της ηθικής αυτουργίας στην εν λόγω αξιόποινη πράξη.

Συγκεκριμένα υφίστανται παραδοχές του Εφετείου περί της με πειθώ και φορτικότητα, μετά από συνεχείς τηλεφωνικές επικοινωνίες και συνεννοήσεις πρόκληση στους δύο πρώτους κατηγορουμένους (φυσικούς αυτουργούς) της απόφασης προς εκτέλεση της εισαγωγής-μεταφοράς και κατοχής των ναρκωτικών ουσιών, για τους αριθμούς των κινητών τηλεφώνων που χρησιμοποίησαν για τις μεταξύ τους επικοινωνίες, για την από κοινού με τον έτερο συγκατηγορούμενό του-αδελφό του τη μετάβαση, με το αυτοκίνητο του αναιρεσείοντος μετά του συγκατηγορουμένου του στον τόπο όπου οι φυσικοί αυτουργοί απέκρυψαν την ποσότητα της ινδικής κάνναβης, για τη μετά από την λογομαχία μεταξύ τους απομάκρυνση αυτών από το ως άνω σημείο και η επιστροφή τους σ' αυτό.

Ακόμη, με την προσήκουσα αιτιολογική επάρκεια το ως άνω Δικαστήριο απέρριψε τον αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό και υπερασπιστικό επιχείρημα αυτού ότι δεν είχε ουδεμία σχέση με την ανωτέρω κυρία πράξη, ο λόγος δε που συναντήθηκαν με τους έτερους δύο κατηγορουμένους-αυτουργούς, ήταν για να τους μεταφέρουν στην Αλβανία και ότι δεν δέχθηκαν τελικά να συνταξιδέψουν γιατί δεν είχαν νομιμοποιητικά έγγραφα με την μεταξύ άλλων στη δεύτερη σελίδα του 29ου φύλλου παραδοχή "Αλλά και πάλι πως ήταν δυνατόν οι δύο πρώτοι να επιθυμούσαν τη μεταφορά τους με το όχημα των δύο τελευταίων όταν αυτοί είχαν μαζί τους και τον ημίονο".

Τέλος, οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που αναφέρονται σε εσφαλμένη αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων, με παράθεση σκέψεων και συλλογισμών του αναιρεσείοντος, που, κατά την άποψή του, οδηγούν σε διαφορετικά συμπεράσματα από εκείνα, στα οποία κατέληξε το Δικαστήριο της ουσίας και αιτιάσεων περί ασαφών, ελλιπών και αντιφατικών αιτιολογιών, που αφορούν στην επί της ουσίας κρίση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου και αποτελούν απλώς υπερασπιστικά επιχειρήματα και αμφισβήτηση των σε βάρος του παραδοχών της προσβαλλομένης καταδικαστικής απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματός της, δεν συνιστούν, κατά τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, λόγους αναίρεσης και απαραδέκτως προβάλλονται, διότι με την επίφαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που επιχειρείται να θεμελιωθεί στο άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ' του Κ.Π.Δ., πλήττουν ανεπιτρέπτως την ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Κατά συνέπεια, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ. προβαλλόμενος μοναδικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίον πλήττεται η προσβαλλομένη καταδικαστική απόφαση, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Περαιτέρω, η κατά τα ανωτέρω αιτιολογία, όπως προεκτέθηκε, απαιτείται όχι μόνον για την απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξάρτητα αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε.

Ειδικότερα δε, στην περίπτωση που διατάσσεται με την απόφαση η δήμευση των κατασχεθέντων, απαιτείται να περιλαμβάνει και τις σκέψεις, με βάση τις οποίες το δικαστήριο της ουσίας έκρινε, με αναφορά στη συγκεκριμένη διάταξη νόμου που την προβλέπει, ότι συντρέχει νόμιμη κατ' ουσίαν περίπτωση για να δημευθούν τα κατασχεθέντα (Α.Π. 782/2019, Α.Π. 1550/2016, Α.Π. 821/2015).

Όταν, μάλιστα, πρόκειται για δήμευση μεταφορικού μέσου, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 40 του Νόμου 4139/2013, πρέπει να αιτιολογείται επαρκώς, με παράθεση πραγματικών περιστατικών, πώς το εν λόγω μεταφορικό μέσο χρησιμοποιήθηκε για την τέλεση της αξιόποινης πράξης διακίνησης ναρκωτικών. Στην προκειμένη περίπτωση, το Δικαστήριο της ουσίας, με την προσβαλλομένη απόφασή του, μετά την καταδίκη του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος, διέταξε τη δήμευση του με αριθμό κυκλοφορίας ...

ιδιωτικής χρήσεως επιβατηγού αυτοκινήτου και της άδειας κυκλοφορίας αυτού μετά των κρατικών πινακίδων κυκλοφορίας και πρώτη άδεια κυκλοφορίας 17-5-2016, εργοστασίου κατασκευής SKODA, μοντέλου OCTAVIA, με αριθμό πλαισίου ..., με αριθμό κινητήρα .., με αριθμό θυρών 5, χρώματος μαύρου, ιδιοκτησίας του H.K., καθόσον αυτό χρησίμευσε από τον άνω ιδιοκτήτη του (τρίτο κατηγορούμενο) για την τέλεση της άνω πράξης του, απορριπτομένου του αιτήματός του για απόδοση του οχήματος.

Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας και διέταξε τη δήμευση του με αριθμό κυκλοφορίας ... ιδιωτικής χρήσεως επιβατηγό αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του αναιρεσείοντος, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του και συγκεκριμένα και στο σκεπτικό και το διατακτικό τμήμα της ενοχής που αλληλοσυμπληρούμενα περιέχονται ως προεκτεθέντα σ' αυτήν (προσβαλλομένη απόφαση) στο σκεπτικό περί δήμευσης του αυτοκινήτου ιδιοκτησίας του αναιρεσείοντος την απαιτουμένη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ.

ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 40 του Νόμου 4139/2013, την οποίαν ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε.

Οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, αφού: εκτίθεται η μετάβαση του αναιρεσείοντος μετά του συγκατηγορουμένου αδελφού του, με το προαναφερθέν αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του και το οποίο οδηγούσε ο ίδιος, κατευθείαν στο σημείο της δασικής περιοχής, όπου είχαν αποκρύψει οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι-αυτουργοί την ποσότητα της ναρκωτικής ουσίας της ινδικής κάνναβης, η συνάντησή τους με τους τελευταίους, που πραγματοποιήθηκε προκειμένου να βεβαιωθεί ότι τελέσθηκε από τους αυτουργούς η αξιόποινη πράξη που ο ίδιος ως ηθικός αυτουργός τους έπεισε να τελέσουν και η αποχώρησή τους κατόπιν αυτής με το εν λόγω αυτοκίνητο.

Έτσι με τις παραδοχές αυτές προσδιορίζεται ο τρόπος που χρησιμοποιήθηκε το εν λόγω αυτοκίνητο για την από τον αναιρεσείοντα τέλεση της αξιόποινης πράξης της ηθικής αυτουργίας στη διακίνηση των ναρκωτικών ουσιών, για την οποίαν και καταδικάσθηκε.

Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγος αναίρεσης, για έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αναφορικά με τη δήμευση του εν λόγω αυτοκινήτου του αναιρεσείοντος, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Η απαιτουμένη, κατά τα ανωτέρω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της απόφασης πρέπει να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία, αλλά να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του.

Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του Κ.Π.Δ. και τείνουν στην άρση του αδίκου της πράξης ή την άρση ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αρκεί να προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους.

Διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους (Α.Π. 96/2020). Αυτοτελής ισχυρισμός είναι και εκείνος που προβάλλεται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του για συνδρομή στο πρόσωπό του των ελαφρυντικών περιστάσεων από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 του Π.Κ., αφού η παραδοχή τους οδηγεί, κατά την παράγραφο 1 του ιδίου άρθρου, στην επιβολή μειωμένης ποινής κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ιδίου Κώδικα.

Ως ελαφρυντική περίσταση, κατά το άρθρο 84 παρ. 2 του Π.Κ. (όπως αυτό ίσχυε κατά το χρόνο εκδίκασης της υπόθεσης), θεωρείται, μεταξύ άλλων και ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του (περ. ε'). Στην περίπτωση αυτή, για τη στοιχειοθέτηση της ελαφρυντικής περίστασης της μεταγενέστερης καλής συμπεριφοράς πρέπει να αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά της καλής συμπεριφοράς επί μακρόν χρόνο μετά την τέλεση της πράξης (Α.Π. 286/2009).

Ενώ, κατά την ισχύουσα από 1-7-2019 επιεικέστερη διάταξη του ιδίου άρθρου με το νέο Π.Κ. (Νόμος 4619/2019) η μεταγενέστερη καλή συμπεριφορά του υπαιτίου μπορεί να λάβει χώρα ακόμη και κατά την κράτησή του.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης απόφασης, ο αναιρεσείων, δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του, κατά την ανάπτυξη των αυτοτελών ισχυρισμών του (σελίδα 6 των πρακτικών), ζήτησε, να αναγνωρισθεί, στο πρόσωπο του εντολέα του, το ελαφρυντικό της μετέπειτα καλής συμπεριφοράς, με το ακόλουθο, κατά πιστή μεταφορά, περιεχόμενο: "Να μου αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό της μετέπειτα καλής συμπεριφοράς διότι επί μακρό διάστημα ήτοι εδώ και τρία περίπου έτη, από την ημερομηνία που μου αποδίδεται η συγκεκριμένη πράξη, διάγω έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή.

Όπως προκύπτει από τη με αριθμ. πρωτ: 17392/19-12-2017 βεβαίωση του Κ.Κ. ..., κατά το διάστημα της κρατήσεώς μου σε διάφορες φυλακές από 27-12-2016 σύμφωνα με το ατομικό δελτίο πειθαρχικού ελέγχου δεν είχα τιμωρηθεί πειθαρχικά και επέδειξα άριστη διαγωγή, προθυμία, υπακοή και συνέπεια στους κανονισμούς του εκάστοτε καταστήματος.

Επιπροσθέτως, όπως προκύπτει και από το λογαριασμό ασφαλισμένου ΕΦΚΑ Μισθωτών, συνεχίζω να εργάζομαι και μετά την αποφυλάκισή μου. Επέδειξα δε θετική ατομική, οικογενειακή και κοινωνική συμπεριφορά, με κριτήριο τη στάση του μέσου συνετού και νομοταγούς πολίτη, αφού ουδεμία εμπλοκή έχω σε καμία απολύτως παράνομη συμπεριφορά, ουδόλως έχω απασχολήσει τις διωκτικές και δικαστικές αρχές της περιοχής όπου κατοικώ αδιαλείπτως από την αποφυλάκισή μου και εντεύθεν.

Αντιθέτως, διαβιώ με την οικογένειά μου, συνεχίζω να εργάζομαι σε εταιρεία με υφάσματα για αυτοκίνητα στη .. και όλο μου το ενδιαφέρον έχει επικεντρωθεί αποκλειστικά και μόνον στην φροντίδα της οικογένειάς μου και των δύο ανήλικων θυγατέρων μου, ηλικίας δώδεκα και εννέα ετών αντίστοιχα. Η μεγάλη μου κόρη Μ., φοιτά στην ΣΤ' τάξη του 3ου Δημοτικού Σχολείου ...

και έχει διαγωγή εξαίρετη, ενώ η μικρότερη κόρη μου, η Α., φοιτά στην Ρ τάξη του ιδίου σχολείου αντιμετωπίζοντας όμως αρκετές δυσκολίες, καθώς παρουσιάζει ελαφρά νοητική καθυστέρηση και έχει διαγνωσθεί με διαταραχές της άρθρωσης, διαταραχή της έκφρασης και της αντίληψης του λόγου, σοβαρά γνωστικά ελλείμματα, διαταραχή της κινητικής λειτουργίας και γραφοκινητικές (βλ.

προσκομιζόμενα πιστοποιητικά). Όλη μου η προσοχή έχει επικεντρωθεί στη φροντίδα της οικογένειάς μου. Επειδή το χρονικό διάστημα που παρήλθε από την τέλεση της αποδιδόμενης σε εμένα πράξης μέχρι σήμερα, μπορεί να χαρακτηρισθεί "σχετικά μεγάλο", η δε συμπεριφορά μου στο ίδιο αυτό χρονικό διάστημα, μπορεί να χαρακτηρισθεί "άριστη", των όρων "αρκετά μεγάλο" και "άριστη" νοούμενων κατά την έννοια του άρθρου 84 παρ. 2ε του Π.Κ.

Επειδή η συμπεριφορά μου είναι προϊόν ελεύθερης βούλησης και όχι αποτέλεσμα φόβου ή καταναγκασμού λόγω της αναμενόμενης δικαστικής κρίσης σε δεύτερο βαθμό, αφού έλαβα με τον χειρότερο τρόπο το μάθημά μου και δεν σκοπεύω να ξαναφέρω τον εαυτό μου αλλά κυρίως την οικογένειά μου σε δύσκολη θέση". Το Δικαστήριο της ουσίας απέρριψε τον προαναφερθέντα αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου- αναιρεσείοντος, με την ακόλουθη, κατά πιστή μεταφορά, αιτιολογία: "Πρέπει να απορριφθεί τέλος, και ο ισχυρισμός του τρίτου κατηγορουμένου περί αναγνωρίσεως της ελαφρυντικής περιστάσεως της μεταγενέστερης καλής συμπεριφοράς, κατ' άρθρο 84 παρ. 2ε του Π.Κ., καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι συντρέχουν οι επικαλούμενες συνθήκες που προϋποθέτει η διάταξη του άρθρου αυτού.

Και τούτο γιατί ειδικότερα ο άνω κατηγορούμενος, όντας κρατούμενος μέχρι τέλους Ιανουαρίου 2018, δεν αποδείχθηκε ότι επέδειξε πρόδηλα διακριτή συμπεριφορά της συνήθους συμπεριφοράς του κρατουμένου. Ενώ υπό καθεστώς ελευθερίας (έκτοτε) δεν παρήλθε σχετικά μεγάλο διάστημα, ενώ σε κάθε περίπτωση, χωρίς να αρκεί η απλά καλή και συνήθης συμπεριφορά του και η εργασία του και η ομαλή οικογενειακή ζωή του, δεν αποδείχθηκε, με συγκεκριμένα περιστατικά, θετική και επωφελής συμπεριφορά του, δηλωτικά της αρμονικής κοινωνικής συμβιώσεώς του και της σαφούς μεταστροφής του χαρακτήρα του".

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 511 περ. δ' του Κ.Π.Δ. αν εμφανισθεί ο αναιρεσείων και κριθεί παραδεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο Άρειος Πάγος εφαρμόζει αυτεπαγγέλτως το μεταγενέστερο της δημοσίευσης της προσβαλλομένης απόφασης επιεικέστερο νόμο σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του Π.Κ.

Στην προκειμένη περίπτωση, ύστερα από τη θέση σε ισχύ από την 1-7-2019 του νέου Ποινικού Κώδικα (Νόμος 4619/2019), δηλαδή μετά τη δημοσίευση της προσβαλλομένης υπ' αριθμό 29/2019 καταδικαστικής απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, η καλή συμπεριφορά του υπαιτίου μετά την πράξη, βάσει της νέας διάταξης του άρθρου 84 παρ. 2 περ. ε' του Π.Κ., αξιολογείται ως ελαφρυντική περίσταση και όταν αυτός υφίσταται τον εξαναγκασμό της φυλακής, και αυτή η παράμετρος καθιστά ευμενέστερη τη νυν ισχύουσα διάταξη (Α.Π. 1466/2019). Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα, αφού η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή, συντρέχει εν προκειμένω, περίπτωση εφαρμογής, αυτεπαγγέλτως, κατά τα άρθρα 2 παρ. 1 του Π.Κ. και 511 περ. δ' του Κ.Π.Δ. της επιεικέστερης ως άνω διάταξης, που ίσχυσε μετά τη δημοσίευση της προσβαλλομένης απόφασης. Εξάλλου, με το Νόμο 4619/2019 καταργήθηκαν από την 1-7-2019 οι διατάξεις των άρθρων 60 και 61 προϊσχύσαντος Π.Κ. περί επιβολής της παρεπόμενης ποινής της αποστέρησης των πολιτικών δικαιωμάτων. Στην προκειμένη περίπτωση το Δικαστήριο της ουσίας, κατέγνωσε στον καταδικασθέντα, σε ποινή κάθειρξης οκτώ (8) ετών, αναιρεσείοντα, αποστέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων, για χρονικό διάστημα τριών (3) ετών.

Συνεπώς, κατ' εφαρμογή, κατά τα προεκτεθέντα, του άρθρου 2 παρ. 1 του νέου Π.Κ. δεν προβλέπεται πλέον η εν λόγω παρεπόμενη ποινή. Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα πρέπει: 1) να αναιρεθεί, εν μέρει, η προσβαλλομένη καταδικαστική απόφαση, ως προς τις διατάξεις της: α) περί απόρριψης της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 περ. ε' του Π.Κ., β) περί επιβολής ποινής και γ) περί αποστέρησης των πολιτικών δικαιωμάτων του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος διάρκειας τριών (3) ετών και στη συνέχεια: α) να απαλειφθεί από το Δικαστήριο αυτό από το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης η διάταξη, με την οποίαν καταγιγνώσκεται στον αναιρεσείοντα, η αποστέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων, αφού δεν συντρέχει περίπτωση παραπομπής του στο Δικαστήριο της ουσίας, ελλείψει αντικειμένου έρευνας, κατά τούτο, β) να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο, ως άνω μέρος της, για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρα 519 και 522 του Κ.Π.Δ.) και 2) να απορριφθεί, κατά τα λοιπά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.

Κατά τις διατάξεις του άρθρου 469 του Κ.Π.Δ. "αν στο έγκλημα συμμετείχαν περισσότεροι ή αν η ποινική ευθύνη ενός κατηγορουμένου εξαρτάται σύμφωνα με το νόμο από την ευθύνη του άλλου, το ένδικο μέσο που ασκεί κάποιος από τους κατηγορουμένους, ακόμη και όταν χορηγείται μόνο σ' αυτόν από το νόμο, καθώς και οι λόγοι τους οποίους προτείνει,, αν δεν αναφέρονται αποκλειστικά στο πρόσωπό του, ωφελούν και τους υπόλοιπους κατηγορουμένους......".

Κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης, δικαιολογητικός λόγος της οποίας είναι η αρχή της ισότητας και η εναρμόνιση των ευνοϊκών αποτελεσμάτων για όλους τους συμμετόχους, γενικές προϋποθέσεις για όλες τις ως άνω προβλεπόμενες περιπτώσεις εφαρμογής του άρθρου αυτού είναι: α) να ασκήθηκε το ένδικο μέσο από συγκατηγορούμενο που δικαιούτο αυτό και δεν κρίθηκε για οποιονδήποτε λόγο απαράδεκτο, β) οι προταθέντες από αυτόν λόγοι να μην αρμόζουν αποκλειστικώς στο πρόσωπό του και γ) οι υπόλοιποι είτε δεν δικαιούνται να ασκήσουν το ένδικο μέσο είτε δικαιούνται μεν αλλά δεν το άσκησαν εντός της νόμιμης προθεσμίας ή το άσκησαν και τούτο απορρίφθηκε ως απαράδεκτο ή ανυποστήρικτο.

Δηλαδή καθιερώνεται υπέρ του συγκατηγορουμένου του ασκήσαντος το ένδικο μέσο της αναίρεσης, επέκταση της ευνοϊκής κρίσης του Αρείου Πάγου, αν οι λόγοι που έγιναν δεκτοί δεν αρμόζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο αυτού που άσκησε παραδεκτά το ένδικο μέσο, το οποίο τελικά έγινε δεκτό και ως βάσιμο. Εάν συντρέχουν οι όροι αυτοί, εφόσον με το ασκηθέν ένδικο μέσο βελτιώθηκε η θέση αυτού που το άσκησε, ωφελούνται και οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι, αλλά μόνο για αντικειμενικούς λόγους που δεν αρμόζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του ασκήσαντος το ένδικο μέσο και όχι για λόγους προσωπικούς.

Οι ωφελούμενοι κατά τα παραπάνω από το επεκτατικό αποτέλεσμα, δικαιούνται και δεν υποχρεούνται να συμμετάσχουν στη δίκη ως διάδικοι, κατά τη συζήτηση του ενδίκου μέσου του άλλου και να ζητήσουν εφαρμογή του επεκτατικού αποτελέσματος και σε αυτούς, χωρίς να δικαιούνται να προβάλουν ίδιους λόγους, κυρίους ή προσθέτους, το δε δικαστήριο επεκτείνει και σε αυτούς αυτεπαγγέλτως το ευεργετικό αποτέλεσμα που προέκυψε από το ένδικο μέσο του αναιρεσείοντος (Α.Π. 189/2020, Α.Π. 761/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο Άρειος Πάγος έκρινε ότι πρέπει να απαλειφθεί από το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης, η διάταξη περί της παρεπόμενης ποινής της αποστέρησης των πολιτικών δικαιωμάτων του αναιρεσείοντος, αφού η διάταξη του παλαιού Ποινικού Κώδικα που τη θέσπιζε καταργήθηκε. Με τα δεδομένα αυτά, το προαναφερθέν επωφελές αποτέλεσμα για τον αναιρεσείοντα, το οποίο δεν αναφέρεται αποκλειστικά στο πρόσωπό του, πρέπει να επεκταθεί, κατ' άρθρο 469 του Κ.Π.Δ. στο συγκατηγορούμενό του Η. B. του S. και της S., κατοίκου ..., που καταδικάσθηκε για την ίδια αξιόποινη πράξη και στους συγκατηγορουμένους του ως αυτουργούς S. Z. του E. και B. F. του R. και που δεν άσκησαν αναίρεση κατά της ως άνω απόφασης, ως προς το αμέσως παραπάνω κεφάλαιο (Α.Π. 189/2020).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί, εν μέρει, την απόφαση, με αριθμό 29/2019, του Πενταμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, καθόσον αφορά τον αναιρεσείοντα H. K. του S. ως προς τις διατάξεις της: α) περί απόρριψης της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 περ. ε' του Π.Κ., β) περί της επιβλητέας ποινής και γ) περί αποστέρησης των πολιτικών δικαιωμάτων.

Απαλείφει από το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης τη διάταξη που αφορά την αποστέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων του αναιρεσείοντος, η διάρκεια της οποίας ορίσθηκε για τρία (3) χρόνια.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο, ως άνω μέρος της, για νέα, κατά τούτο, συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Επεκτείνει το ως άνω αναιρετικό αποτέλεσμα της παρούσας απόφασης και στους καταδικασθέντες συγκατηγορουμένους του αναιρεσείοντος (επώνυμο) H. (όνομα) B. του (πατρώνυμο) S. και της (μητρώνυμο) S., κατοίκου ..., S. Z. του E. και B. F. του R. κατά τη διάταξη περί αποστέρησης των πολιτικών τους δικαιωμάτων, η διάρκεια της οποίας ορίσθηκε για τρία (3) χρόνια.

Απορρίπτει, κατά τα λοιπά, την από 26-11-2019 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης του Διευθυντή του Αγροτικού Καταστήματος Κράτησης ... 35/26-11-2019 αίτηση του (επώνυμο) H. (όνομα) K. του (πατρώνυμο) S. και της (μητρώνυμο) S., κατοίκου ... (οδός ... αριθμός .) και ήδη κρατουμένου στο Αγροτικό Κατάστημα Κράτησης ..., για αναίρεση της υπ' αριθμό 29/2019 καταδικαστικής απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Νοεμβρίου 2020.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Δεκεμβρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ