Legislator Case Law & Legislation
1415/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against final judgment for failure to specify legal error regarding cost allocation.

Case Number 1415/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the State against a final judgment regarding the allocation of execution costs. The appellant argued that the lower court failed to distinguish between two separate cost claims, violating specific civil procedure articles. The court rejected this claim, ruling that the appellate court correctly accepted the appellant's supplementary request as a whole and thus properly allocated the costs based on the established facts.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 576, 975, 979 of the Code of Civil Procedure; An appeal must clearly specify the legal error, including the violated substantive law provision and the specific judicial mistake, otherwise it is inadmissible.

Keywords

AI generated
appeal admissibility legal error specification substantive law violation cost allocation supplementary request civil procedure code final judgment

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 576 of the Code of Civil Procedure
Article 975 of the Code of Civil Procedure
Article 979 of the Code of Civil Procedure
Article 242 of the Code of Civil Procedure
Article 573 of the Code of Civil Procedure
Article 118 of the Code of Civil Procedure
Article 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure
Article 5 of Law 3210/1955
Article 22 of Law 3693/1957
Article 5 of Law 1738/1987

Cited Case Law

AI generated
Case 1253/2008
Case 954/2008

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1415 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1415/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 22 Μαΐου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Αγγελική Αναστοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ....και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Κυριλλόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ά. Κ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/11/2003 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος και την από 8/10/2003 ανακοπή της πρώτης ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κοζάνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 49/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 108/2012 του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 19/6/2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Λέκκας ανέγνωσε την από 10/11/2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την υπ' αριθμ. ....67/16-5-2016 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Κοζάνης Π. Κ. Ν., την οποία επικαλείται και προσκομίζει το αναιρεσείον, που επισπεύδει τη συζήτηση, προκύπτει ότι κατόπιν έγγραφης παραγγελίας του πληρεξούσιου δικηγόρου του, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 19-6-2015 αίτησης αναίρεσης κατά της 108/2012 απόφασης του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, με πράξεις καταθέσεως δικογράφου και ορισμού δικασίμου για τη δικάσιμο της 21-11-2016, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για σημειούμενη στην αρχή της παρούσας και κλήση προς εμφάνιση κατά τη συζήτηση αυτής, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον δεύτερο αναιρεσίβλητο.

Ο τελευταίος, όμως, δεν εμφανίστηκε κατά τη συζήτηση της εν λόγω αίτησης, κατά την οποία εκφωνήθηκε και συζητήθηκε η υπόθεση κατά τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, αλλά ούτε και κατέθεσε δήλωση ότι δε θα παραστεί κατά την εκφώνησή της, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. Επομένως, πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, παρά την απουσία του, να προχωρήσει το Δικαστήριο στη συζήτηση της υπόθεσης (ΚΠολΔ 575 και 224 § 4 εδ.

γ' και δ'). Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η 108/2012 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, η οποία εκδόθηκε επί της από 5-5-2006 έφεσης του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 49/2006 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης, με την οποία έγινε δεκτή η από 8-10-2003 ανακοπή της πρώτης των αναιρεσιβλήτων κατά του υπ' αριθμ. ....31/9-9-2003 πίνακα κατάταξης δανειστών του Συμβολαιογράφου Ι.

Κ., ενώ απορρίφθηκε ως προς την πρώτη των αναιρεσιβλήτων η από 28-11-2003 ανακοπή του αναιρεσείοντος κατά του ίδιου πίνακα κατάταξης.

Από τη διάταξη του άρθρου 975 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η κατάταξη των δανειστών στον πίνακα κατάταξης γίνεται, αφού αφαιρεθούν τα έξοδα εκτέλεσης που ορίζονται αιτιολογημένα από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού. Από τη γραμματική διατύπωση της παραπάνω διάταξης, όπου γίνεται διάκριση μεταξύ αφαίρεσης των εξόδων και κατάταξης των απαιτήσεων, προκύπτει, ότι υπέγγυο στους δανειστές είναι το ποσό που απομένει μετά την αφαίρεση των εξόδων εκτέλεσης, ως και ότι τα έξοδα εκτέλεσης δεν περιλαμβάνονται μεταξύ των προνομίων, ούτε κατατάσσονται στον πίνακα, αλλά μόνο προαφαιρούνται για να γίνει η κατάταξη των δανειστών στο εναπομένον πλειστηρίασμα.

Η αφαίρεση των εξόδων γίνεται με βάση τα έγγραφα και τις αποδείξεις, που κατατίθενται από το δικαιούχο αυτών και βρίσκονται στο φάκελο του πλειστηριασμού. Για να είναι δε εφικτός ο έλεγχος από κάθε ενδιαφερόμενο και από το δικαστήριο, κρίνοντας επί σχετικού λόγου ανακοπής, ο επί του πλειστηριασμού υπάλληλος απαιτείται να προβεί, όχι σε απλή αναφορά αυτών, αλλά σε εξειδίκευση, με αναγραφή, επί της ιδιαίτερης πράξεως εκκαθαρίσεως ή επί του πίνακα κατατάξεως, των επί μέρους κονδυλίων αυτών, της αιτίας τους και του δικαιούχου αυτών.

Στην αντίθετη περίπτωση, η αφαίρεση ως αναιτιολόγητη είναι μη νόμιμη και συνεπώς άκυρη. Στα έξοδα εκτέλεσης περιλαμβάνονται τα έξοδα της προδικασίας και των προπαρασκευαστικών πράξεων της εκτέλεσης και των εν συνεχεία πράξεων, μεταξύ δε αυτών περιλαμβάνονται πρωταρχικά τα έξοδα και δικαιώματα για τη λήψη απογράφου, σύνταξη αντιγράφου αυτού και επιταγής προς πληρωμή.

Η αφαίρεση των εξόδων εκτέλεσης αποτελεί διανομή του πλειστηριάσματος όπως και η κατάταξη των δανειστών και συνεπώς προσβάλλεται μόνο με ανακοπή του άρθρου 979 ΚΠολΔ. Εξάλλου, δικαιούχος των εξόδων εκτελέσεως, τα οποία κατά νόμο φέρει ο καθού ενεργείται η εκτέλεση (ΚΠολΔ 932), είναι ο επισπεύδων εκείνος δανειστής, που έδωσε την εντολή στα όργανα εκτελέσεως και τα έχει προκαταβάλλει, ο οποίος δικαιούται να συμμετάσχει στην ως άνω απλή διαδικασία εκκαθαρίσεως των εξόδων από τον επί του πλειστηριασμού υπάλληλο.

Ωστόσο, με την στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 979 παρ. 2 και 1006 παρ. 3 ΚΠολΔ ανακοπή, ο ανακόπτων αναγγελθείς δανειστής μπορεί να προσβάλλει τον πίνακα κατατάξεως και όταν ο επί του πλειστηριασμού υπάλληλος, κατά την εκκαθάριση με τον πίνακα των εξόδων του δικηγόρου, που κατ' εντολή του επισπεύδοντος την εκτέλεση δανειστού προέβη στις αναγκαίες προς τούτο ενέργειες, εσφαλμένα αφαιρεί ορισμένο ποσό πλειστηριάσματος προς κάλυψη τούτων, εφόσον θίγονται, με την κατ' αυτόν τον τρόπο γενομένη μείωση του πλειστηριάσματος, τα έννομα συμφέροντά του, με την κατάταξη άλλου δανειστή, ή τη μη προσήκουσα κατάταξη αυτού.

Έτσι, στην περίπτωση κατά την οποία ο ανακόπτων επικαλείται ότι εσφαλμένα προαφαιρέθηκαν από το πλειστηρίασμα έξοδα του καταταγέντος στον πίνακα γι' αυτά δικηγόρου του επισπεύδοντος την εκτέλεση, τα οποία δεν είναι νόμιμα και υπαρκτά ή υπερβαίνουν τα καθοριζόμενα από τον Κώδικα περί Δικηγόρων ή άλλους νόμους και υπουργικές αποφάσεις ποσά αμοιβής των δικηγόρων, για πράξεις που διενήργησαν κατά την διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, η ανακοπή απευθύνεται κατά του δικηγόρου ο οποίος και μόνο νομιμοποιείται παθητικά.

Αντίθετα, αν με την ανακοπή δεν αμφισβητείται η διενέργεια των πράξεων εκτελέσεως που έκανε ο δικηγόρος, αλλά το αν έγιναν προς το συμφέρον όλων των δανειστών και είναι, υπό την έννοια αυτή, έξοδα εκτελέσεως, τότε νομιμοποιείται παθητικά ως καθ' ου η ανακοπή μόνο ο επισπεύδων δανειστής (ΑΠ 658/2014). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις, εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή (ΑΠ 16/2016).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη νόμου, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 1843/2014). Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.

Οι διαδικαστικές πράξεις, που αποτελούν κύριο συστατικό στοιχείο της δίκης ως έννομης σχέσης και ως διαδικασίας, προβλέπονται και ρυθμίζονται από το νόμο και μάλιστα, ασκούνται κατά ορισμένο τύπο και έχουν ορισμένο περιεχόμενο. Κατ' ακολουθίαν, όταν η διαδικαστική πράξη παρουσιάζει ελαττώματα, είτε κατά το πραγματικό είτε κατά τις έννομες συνέπειες, είτε κατά τη λειτουργία της τελολογικής σχέσης του πραγματικού της με τα αντικειμενικώς επιδιωκόμενα έννομα ή πραγματικά αποτελέσματά της, πρόκειται για ανίσχυρη διαδικαστική πράξη.

Οι διαβαθμίσεις δε του ανισχύρου των διαδικαστικών πράξεων εκτυλίσσονται σε τέσσερις κατά βάση βαθμίδες και συγκεκριμένα στην πρώτη, κατά την οποία κρίνεται το υποστατό αυτής, στη δεύτερη, κατά την οποία εξετάζεται το ενεργό αυτής, στην τρίτη, κατά την οποία κρίνεται το παραδεκτό, και στην τέταρτη, κατά την οποία κρίνεται το βάσιμο αυτής.

Ειδικότερα, η κρίση για το παραδεκτό σημαίνει ότι η διαδικαστική πράξη παράγει διαδικαστικά αποτελέσματα και είναι προϋπόθεση για να κριθεί στη συνέχεια η πράξη αυτή και ως προς τη βασιμότητά της. Ετσι, με βάση το λόγο αυτό αναιρέσεως ελέγχεται η εσφαλμένη απόρριψη της αγωγής για έλλειψη κάποιας διαδικαστικής προϋποθέσεως, π.χ.

δικαιοδοσίας, ικανότητας διαδίκου, νομιμοποίησης, εννόμου συμφέροντος κ.λπ. Και είναι μεν αληθές ότι η νομιμοποίηση του διαδίκου απορρέει κατά κανόνα αμέσως από το νόμο και κυρίως από τις διατάξεις του ουσιαστικού ή κάποτε και του δικονομικού δικαίου, με την έννοια ότι εκείνος που εμφανίζεται κατά το ουσιαστικό δίκαιο ως δικαιούχος ή υπόχρεος νομιμοποιείται κατ' αρχήν ως ενάγων ή εναγόμενος, αντίστοιχα.

Στην περίπτωση αυτή, ο λόγος αναιρέσεως ότι δεν υπάρχει ενεργητική ή παθητική νομιμοποίηση του διαδίκου στηρίζεται στο άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ. Αν όμως ο ενάγων δεν επικαλείται τα στοιχεία νομιμοποιήσεως σύμφωνα με το νόμο, τότε η αγωγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη και ο λόγος αναιρέσεως από την έλλειψη αυτή στηρίζεται στο άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ (ΑΠ 117/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (ΚΠολΔ 561 § 2) προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 8-10-2003 ανακοπή της, η πρώτη των αναιρεσιβλήτων ιστορούσε ότι, προς ικανοποίηση χρηματικής απαίτησής της κατά των οφειλετών της Κ. και Χ. Κ., επέσπευσε σε βάρος τους αναγκαστική εκτέλεση, στα πλαίσια της οποίας εκπλειστηριάστηκε ενώπιον του υπαλλήλου του πλειστηριασμού Συμβολαιογράφου Ι.

Κ., το περιγραφόμενο σε αυτήν ακίνητό τους, ότι από τον πλειστηριασμό αυτό επετεύχθη πλειστηρίασμα ύψους 52.005 ευρώ, το οποίο δεν επαρκούσε να καλύψει τις απαιτήσεις των αναγγελθέντων δανειστών, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η ίδια και ότι ο υπάλληλος του πλειστηριασμού συνέταξε τον υπ' αριθμ. 6131/9-9-2003 πίνακα κατάταξης, με τον οποίο, αφού αφαίρεσε μεταξύ των εξόδων εκτέλεσης και ποσό 13.586 ευρώ, ως αμοιβή του δευτέρου των αναιρεσιβλήτων, δικηγόρου, που υπερβαίνει τα νόμιμα όρια, τα καθοριζόμενα από τον Κώδικα περί Δικηγόρων, κατέταξε στο ποσό των 11.816,66 ευρώ το πρώτο των καθ' ων και αναιρεσείον και στο ποσό των 23.633,33 τη δεύτερη των καθ' ων, ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "...

Α.Ε.", ως ενυπόθηκη δανείστρια, η οποία δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη. Με την επίκληση των περιστατικών αυτών, ζήτησε να ακυρωθεί ο πίνακας κατάταξης α) κατά το ποσό των 13.527,61 ευρώ και να καταταγεί σ' αυτό η ίδια, επειδή το νόμιμο ποσό που έπρεπε να αφαιρεθεί ως αμοιβή και έξοδα του προαναφερόμενου δικηγόρου ανήρχετο σε 38,38 ευρώ, β) κατά τη διάταξή του, με την οποία κατατάχθηκε το αναιρεσείον στο ποσό των 11.816,66 ευρώ, επειδή για την απαίτησή του έχει καταταγεί τούτο σε άλλους πίνακες κατάταξης, που αναφέρονται στην ανακοπή και έχει ήδη εισπράξει το ποσό της απαίτησής του και γ) κατά τη διάταξη του με την οποία κατατάχθηκε η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "...

Α.Ε.", ως πρώτη κατά χρονική σειρά ενυπόθηκη δανείστρια, για το ποσό των 23.633,33 ευρώ, για το λόγο ότι η υποθήκη αυτή έπεται χρονικώς της υποθήκης της (ανακόπτουσας - πρώτης των αναιρεσιβλήτων) και να καταταγεί στη θέση τους η ίδια. Εξάλλου, το αναιρεσείον, με την από 28-11-2003 ανακοπή του, ισχυρίστηκε ότι η πρώτη των αναιρεσιβλήτων, σε εκτέλεση της υπ' αριθμ. .....0/2000 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης, προς ικανοποίηση συνολικής απαίτησής της, ποσού 285.859 ευρώ, επέσπευσε αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος των οφειλετών της Κ.

και Χ. Κ., δυνάμει της οποίας εκπλειστηριάστηκε, ενώπιον του υπαλλήλου του πλειστηριασμού Συμβολαιογράφου Ι. Κ., το περιγραφόμενο σε αυτήν ακίνητο των προαναφερόμενων οφειλετών και ότι από τον πλειστηριασμό αυτό επιτεύχθηκε πλειστηρίασμα ύψους 52.005 ευρώ, το οποίο δεν επαρκούσε να καλύψει τις απαιτήσεις της επισπεύδουσας και των αναγγελθέντων δανειστών, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και αυτό, για απαίτηση ύψους 45.502,2 ευρώ και ότι ο υπάλληλος του πλειστηριασμού συνέταξε τον υπ' αριθμ. ....31/9-9-2003 πίνακα κατάταξης, με τον οποίο, αφού αφαίρεσε μεταξύ των εξόδων εκτέλεσης και ποσό 13.586 ευρώ, ως αμοιβή του δευτέρου των αναιρεσιβλήτων, δικηγόρου της ως άνω επισπεύδουσας, κατέταξε το ίδιο για ποσό μικρότερο της απαίτησής του και συγκεκριμένα, στο 1/3, ήτοι στο ποσό των 11.816,66 ευρώ οριστικά και προνομιακά και στα 2/3, ήτοι στο ποσό των 23.633,33 ευρώ, οριστικά και προνομιακά την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "...

Α.Ε.", ως ενυπόθηκη δανείστρια. Με βάση το ιστορικά αυτό, αμφισβητώντας την ύπαρξη των εξόδων αυτών, άλλως το ύψος τους, καθόσον υπερέβαιναν τα νόμιμα όρια, ζήτησε να ακυρωθεί ο πίνακας κατάταξης κατά το ποσό των 13.566 ευρώ, ώστε στο ποσό αυτό να καταταγεί το ίδιο, άλλως να ακυρωθεί τούτος κατά το ποσό των 13.310 ευρώ, ώστε να καταταγεί σ' αυτό, επειδή το νόμιμο ποσό που έπρεπε να αφαιρεθεί για την αιτία αυτή ανήρχετο σε 256 ευρώ.

Επί των ανακοπών αυτών εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 49/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης, δυνάμει της οποίας έγινε δεκτή η πρώτη ανακοπή και αφού ακυρώθηκε ο προσβαλλόμενος πίνακας, όσον αφορά την κατάταξη της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." στα 2/3 του εναπομείναντος πλειστηριάσματος, το δικαστήριο κατέταξε στη θέση της την πρώτη των αναιρεσιβλήτων.

Με την ίδια απόφαση, απορρίφθηκε η ανακοπή του αναιρεσείοντος ως προς την πρώτη των αναιρεσιβλήτων ως παθητικά ανομιμοποίητη, ενώ, κατά μερική παραδοχή και των δύο ανακοπών, ακυρώθηκε ο προσβαλλόμενος πίνακας όσον αφορά την κατάταξη του δευτέρου των αναιρεσιβλήτων και κατά το ποσό των 13.310 ευρώ και το δικαστήριο κατέταξε στο 1/3 αυτού το αναιρεσείον και στα 2/3 αυτού την πρώτη των αναιρεσιβλήτων.

Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε από το αναιρεσείον έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η πληττόμενη απόφαση, με την οποία και απορρίφθηκε. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεχόμενο ότι δεν νομιμοποιείται παθητικά η πρώτη αναιρεσίβλητη στην από 28-11-2003 ανακοπή, με την οποία αμφισβητήθηκε η ύπαρξη άλλως το ύψος των εξόδων και όχι το αν έγιναν προς το συμφέρον όλων των δανειστών, ορθά εφάρμοσε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και κατά συνέπεια ο πρώτος αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αριθμ.

μόνο 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κύρια θετική προϋπόθεση για την άσκηση του ένδικου μέσου της αναίρεσης είναι να υπάρχει στον αναιρεσείοντα έννομο συμφέρον. Το έννομο συμφέρον που απαιτείται, για να ασκηθεί ένα ένδικο μέσο, επομένως και η αναίρεση, προκύπτει κυρίως από τη βλάβη που υπέστη ο διάδικος, ο οποίος επιδιώκει τον έλεγχο της απόφασης.

Βλάβη του διαδίκου υπάρχει, όταν βλάπτεται (ηττάται), δηλαδή όταν απορρίπτονται ολικά ή μερικά οι προτάσεις του ή γίνονται ολικά ή μερικά δεκτές έναντι αυτού αιτήσεις του αντιδίκου του. Η βλάβη δηλαδή του αναιρεσείοντος πρέπει να υπάρχει σε σχέση με τον αντίδικό του για τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να περιέχει κάποια ευνοϊκή διάταξη.

Το έννομο συμφέρον πρέπει να κρίνεται από την προσβαλλόμενη απόφαση (ΚΠολΔ 68), εφόσον δε δεν θεμελιώνεται από τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της αναίρεσης και δεν προκύπτει από το διατακτικό της προσβαλλομένης, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Το έννομο δε συμφέρον του αναιρεσείοντος πρέπει να υπάρχει για κάθε ένα των λόγων αναίρεσης. (ΑΠ 578/2019, ΑΠ 447/2019, ΑΠ 589/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, υποστηρίζει ότι η από 8-10-2003 ανακοπή της πρώτης των αναιρεσιβλήτων κατά του δευτέρου εξ αυτών έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι "...με την με αριθμ. 435/03 ανακοπή της η 1η αναιρεσίβλητη υποστήριζε ότι το ποσό των 13.566 € που αφαιρέθηκε υπέρ του εντολοδόχου δικηγόρου της (2ου αναιρεσιβλήτου) υπερβαίνει τα νόμιμα όρια του Κώδικα Δικηγόρων (άρθρ. 127, 136, 156) και πρέπει να περιοριστεί στο ποσό των νομίμων εξόδων, ύψους 38,385 € και να καταταγεί αυτή στο υπόλοιπο ποσό των 13.527,61 €.

Η αξίωση, όμως, αυτή, έτσι όπως διατυπώθηκε στο εισαγωγικό δικόγραφο της ανακοπής, έπρεπε να απορριφθεί ως παντελώς αόριστη, δοθέντος ότι δεν αναφερόταν κανένα στοιχείο, από το οποίο να προκύπτουν με σαφήνεια, ακρίβεια και πληρότητα ποια ακριβώς επιμέρους κονδύλια υπερβαίνουν τα νόμιμα όρια, ποια είναι αυτά τα νόμιμα όρια και ποια είναι τα επιμέρους και ειδικότερα κονδύλια, που συνθέτουν το ποσό των 38,385 € ως νόμιμο όριο των αφαιρετέων εξόδων εκτέλεσης...".

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος, καθόσον το αναιρεσείον δεν υφίσταται βλάβη από την αποδιδόμενη πλημμέλεια στην πληττόμενη απόφαση, ενόψει του ότι αντικείμενο της δίκης επί της ανακοπής της πρώτης αναιρεσίβλητης κατά το μέρος που στρεφόταν κατά του δευτέρου εξ αυτών, ήταν να καταταγεί αυτή η ίδια στο ποσό των 13.527,61 ευρώ, το οποίο αντιστοιχούσε στα έξοδα εκτέλεσης.

Επίσης, για την ίδια έλλειψη εννόμου συμφέροντος είναι απορριπτέος και ο δεύτερος λόγος, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη δεν είχε έννομο συμφέρον να στραφεί με την ανακοπή της κατά του δεύτερου αναιρεσιβλήτου. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 553 § 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή για την ανταγωγή.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι σε περίπτωση που η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η απόφαση του Εφετείου, αφού, αν μεν η έφεση γίνει δεκτή, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίζεται, ενώ αν η έφεση απορριφθεί, η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται και ενσωματώνεται στην εφετειακή (ΑΠ 1253/2008).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 3, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης, από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Ειδικά, για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, εφόσον δε το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, την ελάσσονα πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 954/2008).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην πρωτόδικη απόφαση ως πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης, στην οποία ενσωματώνεται, μετά την κατ' ουσίαν απόρριψη της έφεσης, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, εφόσον "...δέχτηκε στο σύνολό του το επικουρικό αίτημα της ανακοπής μου ως προς το ύψος των νομίμων εξόδων εκτέλεσης, απορρίπτοντας σιωπηρά το αντίστοιχο, αλλά διαφορετικό αίτημα της 1ης αναιρεσίβλητης, έπρεπε να κατατάξει μόνον εμένα στο αποδεσμευθέν ποσό και όχι να διαχωρίσει αυτό σε 1/3 και σε 2/3 και να κατατάξει εμένα και την 1η αναιρεσίβλητη αντιστοίχως", παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 975 και 979 ΚΠολΔ.

Ο αναιρετικός αυτός είναι αβάσιμος. Και τούτο διότι, εφόσον, σύμφωνα με τις παραδοχές της πληττόμενης απόφασης, η μεταρρύθμιση του πίνακα, κατά το μέρος που αφορούσε τα έξοδα του δεύτερου αναιρεσιβλήτου, έγινε κατά παραδοχή της ανακοπής τόσο του αναιρεσείοντος, όσο και της πρώτης αναιρεσίβλητης και συνεπώς ορθώς το Εφετείο δέχθηκε ότι, στο ποσό που προέκυψε μετά τη μεταρρύθμιση, έπρεπε να καταταγούν οι ανωτέρω στο 1/3 και στα 2/3 αντίστοιχα.

Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί. Τέλος, το αναιρεσείον πρέπει να καταδικαστεί λόγω της ήττας του στα δικαστικά έξοδα της πρώτης των αναιρεσιβλήτων (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 § 2), που θα επιβληθούν όμως μειωμένα (άρθρο 5 Ν. 3210/1955 και 22 § 1 του Ν.3693/1957, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την υπ' αριθμ. 134423/8-12-1992 απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β' 11/20-1-1993), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 § 12 του Ν.1738/1987), κατά οριζόμενα στα διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης. Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, που ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Μαΐου 2018.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ

Και τούτου αποχωρήσαντος από την υπηρεσία ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και νυν Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Δεκεμβρίου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ