1415/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/7/2004 αγωγή προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 68/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 84/2014 του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας.
Legislator headnote
AI generated1415/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Υπέρβαση της από το άρθρο 1 του Κώδικα οριζόμενης δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων υπάρχει και όταν το δικαστήριο επιλαμβάνεται υπόθεσης, που κατά το νόμο ανήκει στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων. Ο δε σχετικός λόγος αναίρεσης αφορά τη δημόσια τάξη και μπορεί να προταθεί για πρώτη φορά και στον Άρειο Πάγο (ΚΠολΔ 562 § 2 περ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1415 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1415/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 10 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τις Αγγελική Καστανά Νομική Σύμβουλο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και Σοφία Διαμαντοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Ε. Σ. του Κ., 2)Α. Σ. του Κ., 3)Α. Κ. Σ., συζύγου Χ. Π., κατοίκων ..., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων της αποβιωσάσης αρχικά ενάγουσας Α. χήρας Κ. Σ., οι οποίοι παραστάθηκαν ο μεν πρώτος μετά, οι δε λοιποί δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Κωνσταντίνου Μαλαφάντη και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/7/2004 αγωγή προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 68/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 84/2014 του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 10/2/2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Λέκκας ανέγνωσε την από 25/11/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των δεύτερου και έκτου λόγων της αίτησης αναίρεσης και την απόρριψη των λοιπών.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ’ αριθμ. 84/2014 απόφαση του Εφετείου Καλαμάτας, η οποία εκδόθηκε επί της από 16-6-2009 έφεσης των αναιρεσιβλήτων κατά της υπ’ αριθμ. 68/2009 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, δυνάμει της οποίας είχε απορριφθεί η από 26-7-2004 αγωγή της δικαιοπαρόχου των τελευταίων.
Κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως η διάταξη αυτή ίσχυε, πριν αναθεωρηθεί με το από 6-4-2001 Ψήφισμα της Ζ’ Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, "η εκδίκαση των διαφορών ουσίας ανήκει στα υφιστάμενα διοικητικά δικαστήρια. Από τις διαφορές αυτές, όσες δεν έχουν ακόμη υπαχθεί στα δικαστήρια αυτά, πρέπει να υπαχθούν υποχρεωτικά στη δικαιοδοσία τους μέσα σε πέντε έτη από την ισχύ του Συντάγματος.
Η προθεσμία αυτή μπορεί να παραταθεί με νόμο". Σύμφωνα με την παρ. 3 του ίδιου άρθρου "στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται όλες οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και οι υποθέσεις εκουσίας δικαιοδοσίας, που τους ανατίθενται με νόμο", ενώ κατά την παρ. 1 του άρθρου 94 του Συντάγματος, όπως έχει μετά την αναθεώρηση του Συντάγματος με το από 6-4-2001 Ψήφισμα της Ζ` Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, το οποίο καταλαμβάνει την παρούσα υπόθεση, ως εκ του χρόνου ασκήσεως της ενδίκου αγωγής, "στο Συμβούλιο της Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου".
Σύμφωνα με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου "στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και υποθέσεις εκουσίας δικαιοδοσίας, όπως νόμος ορίζει". Εξάλλου, ο Ν. 1406/1983 ορίζει στην περίπτωση η’ της παρ. 2 του άρθρου 1, ότι στις διοικητικές διαφορές ουσίας, οι οποίες κατά τις διατάξεις του υπάγονται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, περιλαμβάνονται και αυτές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας που αφορά στην ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση, σύμφωνα με το άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα.
Περαιτέρω στην περίπτ. γ’ της παρ. 1 του άρθρου 9 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι η εκδίκαση των διαφορών αυτών από τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια αρχίζει από 11 Ιουνίου 1985 και στην παρ. 2 του άρθρου 9 ορίζεται ότι "για την εφαρμογή των διατάξεων της προηγουμένης παραγράφου λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος, κατά τον οποίο εκδόθηκε η διοικητική πράξη ή συντελέστηκε η παράλειψη ή κατά τον οποίο γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της".
Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 10 του Ν. 1406/1983 "διοικητικές πράξεις που εκδίδονται ή παραλείψεις που συντελούνται ή αξιώσεις που γεννιούνται και είναι δικαστικώς επιδιώξιμες μέχρι τις χρονολογίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του προηγούμενου άρθρου, εξακολουθούν να υπόκεινται στα ένδικα ή ενδικοφανή μέσα, που προβλέπονται από τις ισχύουσες, κατά το χρόνο της έκδοσης, συντέλεσης ή γέννησής τους, διατάξεις και εκδικάζονται από τα προβλεπόμενα από τις διατάξεις αυτές αρμόδια δικαστήρια ή διοικητικά όργανα".
Τέλος, στο άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα ορίζεται ότι για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του Δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το Δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης, που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος.
Κατά την έννοια των διατάξεων που παρατέθηκαν στην προηγούμενη σκέψη, τα πολιτικά δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία να επιληφθούν αγωγών κατά του Δημοσίου περί ευθύνης αυτού σε αποζημίωση από παράνομες πράξεις ή παραλείψεις οργάνων του κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας, που τους έχει ανατεθεί, εφόσον οι σχετικές αξιώσεις γεννήθηκαν και κατέστησαν δικαστικώς επιδιώξιμες πριν από την 11η Ιουνίου 1985.
Η δικαιοδοσία αυτή των πολιτικών δικαστηρίων εξακολουθεί να υπάρχει και στις περιπτώσεις εκείνες, κατά τις οποίες οι συνέπειες των ανωτέρω παράνομων πράξεων ή παραλείψεων των οργάνων του Δημοσίου εκτείνονται και μετά την ημερομηνία αυτή, με την προϋπόθεση, όμως, ότι οι σχετικές αξιώσεις είναι, είτε πριν, είτε μετά την ως άνω ημερομηνία, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, προσδιορίσιμες.
Αντιθέτως, εάν οι αξιώσεις αυτές γεννήθηκαν και κατέστησαν δικαστικώς επιδιώξιμες μετά την 11η Ιουνίου 1985, η επίλυση των σχετικών διαφορών ανήκει στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων (ΑΕΔ 31/2008). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 4 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων.
Υπέρβαση της από το άρθρο 1 του Κώδικα οριζόμενης δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων υπάρχει και όταν το δικαστήριο επιλαμβάνεται υπόθεσης, που κατά το νόμο ανήκει στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων. Ο δε σχετικός λόγος αναίρεσης αφορά τη δημόσια τάξη και μπορεί να προταθεί για πρώτη φορά και στον Άρειο Πάγο (ΚΠολΔ 562 § 2 περ.
γ’ , ΑΠ 1562/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, η αρχικώς ενάγουσα και δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων Α. Σ., χήρα Κ., ιστορούσε στην ένδικη αγωγή, ότι ο σύζυγος της, Κ. Σ., ο οποίος απεβίωσε στις 3-1-1982, είχε στην αποκλειστική κυριότητά του το αναλυτικώς περιγραφόμενο κατά θέση έκταση και όρια αγροτικό ακίνητο, που ευρίσκεται στη θέση ..." ή "..." της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Μεθώνης Μεσσηνίας, εκτάσεως εννέα στρεμμάτων περίπου, ότι, ενώ ζούσε ακόμη ο σύζυγος της, στις 23-5-1975, δυνάμει της υπ’ αριθμ.
Δ. 1985/2038/1975 αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Δημοσίων Έργων, κηρύχθηκε αναγκαστικώς απαλλοτριωτέο υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, τμήμα του ως άνω αγρού, εμβαδού 3.503,77 τ.μ., ενώ με την υπ’ αριθμ. 78/1976 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, η οποία εκδόθηκε στις 16-4-1976, καθορίστηκε η αποζημίωση των απαλλοτριωθέντων, η οποία όμως δεν καταβλήθηκε, με αποτέλεσμα να επέλθει άρση της απαλλοτρίωσης αυτής, ότι παρά το γεγονός ότι δεν καταβλήθηκε, η κατά τα άνω οφειλομένη αποζημίωση και επομένως, δεν υφίστατο απαλλοτρίωση, αυθαίρετα και αδικαιολόγητα το καλοκαίρι του έτους 1980 το Ελληνικό Δημόσιο χαρακτήρισε το προαναφερόμενο εδαφικό τμήμα της άνω έκτασης, ως απαλλοτριωθείσα έκταση και το οριοθέτησε, προκειμένου να το εντάξει στην υπό διάνοιξη Εθνική Οδό ..., ότι από την αδικοπραξία του αναιρεσείοντος ζημιώθηκε ο σύζυγός της, που απώλεσε το δικαίωμα κυριότητας επί του συγκεκριμένου ακινήτου και ως εκ τούτου, είχε δικαίωμα αποζημίωσης, ότι το εν λόγω ακίνητο, ως τμήμα μείζονος εκτάσεως, περιήλθε σε αυτήν μετά τον θάνατο του συζύγου της, δυνάμει δημόσιας διαθήκης του τελευταίου, η οποία δημοσιεύθηκε νόμιμα, ότι το έτος 1998 το Ελληνικό Δημόσιο προέβη σε ασφαλτόστρωση του πιο πάνω εδαφικού τμήματος και οργανική ένταξή του στην Εθνική οδό ..., οπότε απέκτησε και την ωφέλεια από το πράγμα αυτό, η οποία συνίσταται στην αξία του, κατά το χρόνο ενσωματώσεώς του στην περιουσία του Δημοσίου, δηλαδή σύμφωνα, με την αγοραία αξία της γης στην περιοχή, που ευρίσκεται η άνω ιδιοκτησία, την οποία ορίζει στο ποσό των 5.000 δραχμών/τ.μ.
ή το ισόποσο των 14,67 ευρώ/τ.μ. και συνολικά στο ποσό των 17.538.500 δραχμών ή το ισόποσο των 51.470,29 ευρώ. Με την επίκληση των περιστατικών αυτών, ζήτησε, μετά από παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής της, να αναγνωριστεί ότι το αναιρεσείον υποχρεούται να καταβάλει σε αυτήν σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, ενόψει παραγραφής της αξιώσεώς της εξ αδικοπραξίας, το συνολικό ποσό των 51.470,29 ευρώ, νομιμοτόκως από την επέλευση της ζημίας, άλλως από την επίδοση της αγωγής.
Με τα δεδομένα αυτά, τα πολιτικά δικαστήρια είχαν δικαιοδοσία προς εκδίκαση της κρινόμενης αγωγής, καθόσον στη συγκεκριμένη περίπτωση η αξίωση αποζημίωσης από την επικαλούμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά των οργάνων του αναιρεσείοντος γεννήθηκε και κατέστη δικαστικώς επιδιώξιμη πριν από την 11η Ιουνίου 1985 και κατά συνέπεια, τα πολιτικά δικαστήρια είχαν δικαιοδοσία προς εκδίκαση της ένδικης αγωγής.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 4 ΚΠολΔ, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και εντεύθεν απορριπτέος. Το άρθρο 904 παρ.1 εδ. α’ AK ορίζει ότι "όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια", ενώ το άρθρο 938 Α.Κ.
ορίζει ότι "όποιος οφείλει αποζημίωση από αδικοπραξία έχει την υποχρέωση, κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, να αποδώσει ό,τι περιήλθε σ’ αυτόν, ακόμη και αν η απαίτηση από την αδικοπραξία έχει παραγραφεί". Από τις διατάξεις αυτές, σαφώς προκύπτει ότι, αν από την τέλεση αδικοπραξίας, δεν επήλθε μόνο ζημία σε άλλον, αλλά συγχρόνως και ωφέλεια του αδικοπραγήσαντος από την περιουσία ή με ζημία του αδικηθέντος, τότε, παρά την παραγραφή της αξίωσης από αδικοπραξία, υφίσταται αξίωση από αδικαιολόγητο πλουτισμό, η οποία υπόκειται εφεξής στη ρύθμιση των αρθρ. 904 επ..
ΑΚ. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 91 § 1 του Ν.Δ. 321/1969 "περί Κώδικος Δημοσίου Λογιστικού", που ορίζει ότι "ο χρόνος της παραγραφής των χρηματικών αξιώσεων κατά του Δημοσίου, είναι πέντε ετών, εφόσον υπό ετέρας γενικής ή ειδικής διατάξεως δεν ορίζεται βραχύτερος χρόνος παραγραφής" και 93 του ίδιου Ν.Δ., που ορίζει ότι "η παραγραφή άρχεται από του τέλους του οικ.
έτους, καθ’ ο εγεννήθη η αξίωσις και είναι δυνατή η δικαστική αυτής επιδίωξις", οι οποίες, κατά το άρθρο 107 του Ν. 2362/1995 "περί Δημοσίου Λογιστικού ελέγχου των δαπανών του Κράτους και άλλων διατάξεων", εφαρμόζονται, εφόσον η σχετική αξίωση γεννήθηκε πριν από τη θέση σε ισχύ του εν λόγω Ν. 2362/1995, ήτοι πριν από την 1-1-1996 (βλ.
άρθρο 119 του νόμου τούτου που προβλέπει άλλωστε, στα άρθρα 90 παρ. 1 και 91 ανάλογη ρύθμιση), προκύπτει ότι παραγράφεται υπέρ του Δημοσίου κάθε ενοχικό χρέος τούτου, είτε από αδικοπραξία είτε από αδικαιολόγητο πλουτισμό, μετά παρέλευση πέντε ετών, αφότου γεννήθηκε η σχετική αξίωση και είναι νομικώς δυνατή η δικαστική επιδίωξή της, κατά τον κανόνα του άρθρου 251 ΑΚ, ο οποίος έχει γενική εφαρμογή.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις, εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται, εν όψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη νόμου, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 368/2016, ΑΠ 560/2013)..
Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.
Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 253/2013).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο Κ. Σ., κατά τον χρόνο του θανάτου του (3-1-1982), ήταν αληθινός κύριος ενός αγρού, επιφάνειας εννέα (9) περίπου στρεμμάτων, που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Μεθώνης Μεσσηνίας και συνορεύει ανατολικά με ρέμα, δυτικά με βουνό, βόρεια με ιδιοκτησία Ν.
Μ. και νότια με ιδιοκτησία κληρονόμων Δ. Μ.. Ο ως άνω αποβιώσας, άφησε μοναδική εκ διαθήκης κληρονόμο του την αρχικώς ενάγουσα σύζυγο του, η οποία αποδέχθηκε την κληρονομιά του, δυνάμει της υπ’ αριθμ. .../2002 πράξεως της συμβολαιογράφου Αθηνών Δ. Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα και συνεπώς κατέστη κυρία του ανωτέρω αγρού.
Δυνάμει της υπ’ αριθμ. ...23-5-1975 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Δημοσίων Έργων, που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 132Δ/11-6-1975), κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση για λόγους δημόσιας ωφέλειας και συγκεκριμένα για την κατασκευή της οδού .... Επί της από 4-12-1975 αιτήσεως του Ελληνικού Δημοσίου ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, απευθυνομένης κατά των εικαζομένων ιδιοκτητών των απαλλοτριούμενων ακινήτων, εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 78/1976 απόφαση, με την οποία καθορίστηκε η προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης.
Μεταξύ των απαλλοτριούμενων ακινήτων περιλαμβάνεται το υπ’ αριθμ. κτηματολογικού πίνακα ... του ως άνω αγρού, επιφανείας 3200 τ.μ. Στην επακολουθήσασα διαδικασία περί αναγνωρίσεως των δικαιούχων της ορισθείσας αποζημίωσης εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 252/1978 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, με την οποία απορρίφθηκε η από 20-4-1978 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου ως προς το προαναφερόμενο τμήμα, ιδιοκτησίας του ως άνω Κ.
Σ., επιφάνειας 3200 τ.μ., με την αιτιολογία ότι ήρθη αυτοδικαίως η απαλλοτρίωση, διότι παρήλθε άπρακτη η υπό του νόμου δεκαοκτάμηνη προθεσμία καταβολής της ορισθείσας, με την παραπάνω μνημονευόμενη υπ’ αριθμ. 78/1976 απόφαση, αποζημίωσης. Το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο δεν επανήλθε με νέα πράξη απαλλοτρίωσης, ούτε και κατέβαλε στην αρχικώς ενάγουσα ή τον σύζυγο της οποιοδήποτε χρηματικό ποσό.
Παρόλα ταύτα το έτος 1980 κατέλαβε με τα όργανά του το ως άνω επίδικο τμήμα χωρίς τη συγκατάθεση του τότε ιδιοκτήτη του Κ. Σ. και χωρίς, όπως προαναφέρθηκε, την προηγουμένη τήρηση της διαδικασίας απαλλοτρίωσης. Συγκεκριμένα το αποτύπωσε, τοπογράφησε και οριοθέτησε με πασσάλους προκειμένου να το εντάξει στην υπό διάνοιξη ΕΟ ....
Η απαίτηση από αδικοπραξία της αρχικώς ενάγουσας και του συζύγου της κατά του εναγομένου υπέπεσε σε παραγραφή την 31-12-1985. Περαιτέρω το έτος 1998 το εναγόμενο ασφαλτόστρωσε το επίδικο και το ενσωμάτωσε στην Εθνική οδό, το οποίο και παρέδωσε στην κυκλοφορία. Επομένως κατά τον άνω χρόνο (1998) επήλθε ωφέλεια στο εναγόμενο, συνισταμένη στην αγοραία αξία του επιδίκου και ανερχόμενη στο ποσό των 19.200 (3200 τ.μ.
Χ 6) ευρώ. Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι η ερειδόμενη στις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού αγωγική αξίωση υπέπεσε σε παραγραφή, καθόσον από το 1998 έως την άσκηση της αγωγής (15-3-2005) παρήλθε η προβλεπόμενη από τις προδιαληφθείσες διατάξεις πενταετία πρέπει να απορριφθεί. Και τούτο διότι η παραγραφή διεκόπη στις 18-2-2003 με την έγερση της από 14-5-2002 ομοίας κατά περιεχόμενο και αίτημα αγωγής της αρχικώς ενάγουσας κατά του εναγομένου, η οποία (αγωγή) απορρίφθηκε ως αόριστη με την υπ’ αριθμ. 92/28-4-2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας.
Το εναγόμενο δεν επικαλείται και εν πάση περιπτώσει δεν αποδεικνύει ότι η υπό κρίση αγωγή επανηγέρθη μετά την πάροδο εξαμήνου από την τελεσιδικία της ως άνω απορριπτικής απόφασης. Επομένως η ασκηθείσα με τις πρωτόδικες προτάσεις των εναγόντων αντένσταση περί διακοπής της παραγραφής με την έγερση της από 14-5-2002 ομοίας αγωγής της δικαιοπαρόχου τους (που βασίζεται στην ίδια ιστορική και νομική αιτία) είναι βάσιμη".
Ακολούθως, το Εφετείο και με βάση τις παραδοχές αυτές, δέχθηκε την έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε απορριφθεί η από 26-7-2004 αγωγή της δικαιοπαρόχου τους. Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 904 και 938 ΑΚ. Και τούτο διότι δέχθηκε ότι στην έννοια του περιελθόντος περιλαμβάνεται και η ασφαλτόστρωση του επιδίκου, ωφέλεια, που δεν είναι δυνατό να θεωρηθεί ότι προήλθε από την περιουσία ή με ζημία της δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων και αρχικής ενάγουσας και όχι μόνο η αυθαίρετη κατάληψή του από το αναιρεσείον, με περαιτέρω συνέπεια η έναρξη του χρόνου της πενταετούς παραγραφής να τοποθετηθεί όχι το έτος 1980, που έλαβε χώρα η κατάληψη, αλλά σε μεταγενέστερο χρόνο και συγκεκριμένα το έτος 1988, όταν το αναιρεσείον προχώρησε στην ασφαλτόστρωσή του.
Επομένως, οι σχετικοί δεύτερος και έκτος λόγοι αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ είναι βάσιμοι. Κατόπιν τούτων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που την εξέδωσε, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν (ΚΠολΔ 580 § 3), ενώ παρέλκει, κατόπιν αυτών, η έρευνα των λοιπών λόγων της αίτησης αναίρεσης.
Τέλος, οι αναιρεσίβλητοι πρέπει να καταδικαστούν λόγω της ήττας τους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 § 2), τα οποία, όμως, θα επιβληθούν μειωμένα (άρθρο 5 Ν. 3210/1955 και 22 § 1 του Ν.3693/1957, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την υπ’ αριθμ. 134423/8-12-1992 απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β’ 11/20-1-1993), που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 5 § 12 του Ν.1738/1987, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 84/2014 απόφαση του Εφετείου Καλαμάτας.
Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Νοεμβρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Αυγούστου 2017.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ