Legislator Case Law & Legislation
1415/2015 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor dispute judgment due to lack of vacant post requirement and withdrawal.

Case Number 1415/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by 21 individuals against a labor dispute judgment involving the Public Electricity Corporation. The plaintiffs argued for mandatory inclusion in permanent staff categories and salary scales, but the court ruled that a vacant organizational position must be explicitly proven and cannot be inferred from temporary employment needs or future categorizations. Consequently, the appeal was rejected, and the losing party was ordered to bear the legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 294, 295, 297, 299, 573 of the Code of Civil Procedure; Article 559 of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if withdrawn by the appellant before the hearing, and a claim for permanent staff categorization fails without explicit proof of a vacant organizational position at the relevant time.

Keywords

AI generated
vacant organizational position temporary staff employment permanent staff categorization withdrawal of appeal labor dispute judgment Code of Civil Procedure legal costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Articles 294, 295, 297, 299, 573 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 288 of the Civil Code

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1415 / 2015 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1415/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πάσσο Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο τμήμα), Ασπασία Καρέλλου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα και Δήμητρα Κοκοτίνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1)Ε. Κ. του Δ., 2)Β. Γ. του Δ., 3)Σ. Κ. του Μ., 4)Κ. Τ. του Ν., 5)Κ. Χ. του Κ., 6)Χ. Κ. του Γ., 7)Δ. Κ. του Γ., 8)Π. Μ. του Γ., 9)Γ. Π. του Α., 10)Μ. Σ. του Γ., 11)Ι. Σ. του Γ., 12)Σ. Π. του Κ., 13)Χ. Π. του Ε., 14)Ά. Π. του Ν., 15)Ν. Τ. του Γ., 16)Γ. Μ. του Α., 17)Δ. Τ. του Γ., 18)Ν. Κ. του Π., 19)Δ. Χ. του Α., 20)Α. Σ. του Θ. και 21)Σ. Κ. του Θ., κατοίκων .... Όλοι, πλην των 8ου και 15ου, εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία Σωτηροπούλου - Πηλιχού, η οποία δήλωσε ότι οι ως άνω 8ος και 15ος παραιτούνται από το δικόγραφο της αναίρεσης και ότι διορθώνει το κύριο όνομα του 8ου στο ορθό "Π." από το εσφαλμένο "Π." και το επώνυμο του 1ου στο ορθό "Κ." από το εσφαλμένο "Κ.", που κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού" (Δ.Ε.Η.) Α.Ε., που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Περικλή Κατσαούνη, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/12/1998 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και προσώπων που δεν διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 684/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 5813/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 2/7/2014 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Καρέλλου ανέγνωσε την από 30/12/2014 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Χριστόφορου Κοσμίδη, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, οι εκ των αναιρεσειόντων Π. Μ. και Ν. Τ. με δήλωση τους πληρεξουσίου τους δικηγόρου που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά, παραιτήθηκαν από το δικόγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, πριν από τη συζήτηση της υπόθεσης, θα πρέπει να θεωρηθεί ότι δεν ασκήθηκε η αίτηση αναιρέσεως ως προς αυτούς (άρθρα 294, 295 παρ. 1, 297, 299 και 573 Κ.Πολ.Δ).

Επειδή, ο Άρειος Πάγος ελέγχει την επάρκεια ή μη της θεμελίωσης της αγωγής με βάση τις διακρίσεις της νομικής αοριστίας, που υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας αξίωσε περισσότερα στοιχεία απ’ όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα, της ποιοτικής αοριστίας, που υπάρχει όταν ο ενάγων επικαλείται απλώς τα στοιχεία του νόμου, χωρίς αναφορά περιστατικών και της ποσοτικής αοριστίας, που υπάρχει όταν ελλείπει η εξειδίκευση με πληρότητα των πραγματικών περιστατικών που αποτελούν προϋπόθεση της εφαρμογής του κανόνα δικαίου.

Με βάση τη διάκριση αυτή ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο η νομική αοριστία, με τον από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ λόγο (Ολ.ΑΠ 18/1998), ενώ η ποσοτική και ποιοτική αοριστία με τους από το άρθρο 559 αρ. 8 και 14 Κ.Πολ.Δ. λόγους. Εξάλλου σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 3, 3, 4 παρ. 1 και 8, 5 παρ. 3 και 4 και 42 παρ. 4 του Κανονισμού Καταστάσεως Προσωπικού της Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού (ΚΚΠ/ΔΕΗ), που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Β’ 1274/1973) με την 2842/1973 απόφαση του Υπουργού Απασχολήσεως, κυρώθηκε με το άρθρο 2 του ν.δ. 210 /1974 και επέχει ισχύ νόμου, όπως ισχύει μετά τη δημοσίευση της από 23-3-1990 ΣΣΕ Προσωπικού ΔΕΗ (ΦΕΚ Β’ 227/1990), το προσωπικό συνδέεται με τη ΔΕΗ με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου και διακρίνεται σε τακτικό και έκτακτο.

Προσωπικό έκτακτο είναι εκείνο που προσλαμβάνεται με σύμβαση ορισμένου ή αορίστου χρόνου για την κάλυψη έκτακτων ή πρόσκαιρων αναγκών και μπορεί να ενταχθεί μετά από διετή υπηρεσία στο τακτικό προσωπικό με απόφαση του διοικητή, μετά από γνώμη του πρωτοβαθμίου συμβουλίου κρίσεως. Το τακτικό προσωπικό κατατάσσεται σε κλάδους, υποδιαιρούμενους σε κατηγορίες, που μπορούν να υποδιαιρεθούν σε βαθμίδες, στις οποίες αντιστοιχούν μισθολογικά κλιμάκια και ποσοστό οργανικών θέσεων, που καθορίζεται για κάθε κατηγορία με απόφαση του γενικού διευθυντή ανάλογα με τις υπάρχουσες ανάγκες.

Κάθε μισθωτός, κατά την ένταξη του στο τακτικό προσωπικό, κατατάσσεται σε μισθολογικό κλιμάκιο, βαθμίδα, κατηγορία και κλάδο, προς πλήρωση οργανικής θέσεως. Η κατάταξη σε μισθολογικό κλιμάκιο αποτελεί αποκλειστική μισθολογική διαβάθμιση και δεν παρέχει δικαίωμα ασκήσεως καθηκόντων ορισμένης θέσεως στη διάρθρωση των υπηρεσιών της επιχείρησης.

Ο συνολικός αριθμός των οργανικών θέσεων καθορίζεται κάθε φορά από το διοικητικό συμβούλιο και είναι αντίστοιχος με την εκάστοτε ισχύουσα διάρθρωση της επιχείρησης, ενώ η κατανομή αυτών ενεργείται ανάλογα με τις υφιστάμενες ανάγκες με απόφαση του διοικητή, ο οποίος μπορεί να μεταβάλλει το ποσοστό των οργανικών θέσεων.

Η κατάταξη γίνεται σε μισθολογικό κλιμάκιο της κατώτερης βαθμίδας κάθε κατηγορίας με απόφαση του διοικητή κατόπιν προτάσεως της ιεραρχίας. Το διοικητικό συμβούλιο μετά από εισήγηση του διοικητή αποφασίζει για την ένταξη των τακτικών μισθωτών σε οποιοδήποτε μισθολογικό κλιμάκιο κάθε κατηγορίας. Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι η ένταξη του έκτακτου προσωπικού μετά τη συμπλήρωση του ελάχιστου χρόνου υπηρεσίας, αποτελεί υποχρέωση της ΔΕΗ, η οποία απορρέει από τις διατάξεις του ΚΚΠ/ΔΕΗ, σε συνδυασμό με την ατομική σύμβαση εργασίας κάθε μισθωτού, που έχει προσληφθεί ως έκτακτος και με τις εκάστοτε ισχύουσες επιχειρησιακές ΣΣΕ.

Η υποχρέωση αυτή, που βρίσκεται απέναντι στο αντίστοιχο δικαίωμα του μισθωτού, έχει ενοχικό χαρακτήρα και πρέπει να εκπληρώνεται από τον εργοδότη, όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΚ 288). Η μη εκπλήρωση της από τη ΔΕΗ, που μπορεί να εκδηλωθεί είτε με τη μη ένταξη του μισθωτού, είτε με την ένταξη του σε κατηγορία διαφορετική από εκείνη, στην οποία αυτός είχε δικαίωμα να ενταχθεί, συνιστά αθέτηση ενοχικής υποχρεώσεως και όχι αδικοπραξία (ΑΠ 244/2013).

Περαιτέρω, από τις ως άνω διατάξεις του ΚΚΠ/ΔΕΗ σαφώς συνάγεται ότι κατά την ένταξη του έκτακτου στο τακτικό προσωπικό της επιχείρησης και την κατάταξη του σε συγκεκριμένο κλάδο, κατηγορία, βαθμίδα και μισθολογικό κλιμάκιο απαραίτητη προϋπόθεση αποτελεί, εκτός των άλλων, η ύπαρξη αντίστοιχης κενής οργανικής θέσης. (ΑΠ 1252/2008).

Συνεπώς, για το ορισμένο της αγωγής με την οποία ζητείται να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της ΔΕΗ να κατατάξει τον ενάγοντα μισθωτό αυτής σε συγκεκριμένη κατηγορία, βαθμίδα και μισθολογικό κλιμάκιο του τακτικού προσωπικού της, με βάση τις προαναφερόμενες διατάξεις του ΚΚΠ/ΔΕΗ, απαιτείται να διαλαμβάνεται, εκτός των άλλων στοιχείων, η ύπαρξη κενής οργανικής θέσης, κατά τον αναφερόμενο χρόνο ένταξης, από του οποίου ζητείται να γίνει η ορθή κατάταξη (ΑΠ 1113/2011, ΑΠ 646/2008).

Στην προκείμενη περίπτωση με την από 21-12-1998 αγωγή τους, η οποία παραδεκτά επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) οι (30) ενάγοντες (εκ των οποίων 19) ήδη αναιρεσείοντες εξέθεταν, ότι προσλήφθηκαν κατά την αναφερόμενη για τον καθένα ημερομηνία (μεταξύ των ετών 1980 και 1983) ως έκτακτοι τεχνικοί υπάλληλοι με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου (πλην των Γ.Μ., Γ.

Α., Γ. Σ., Ι. Σ. και Σ.Π. που είχαν προσληφθεί ως μαθητές της Σχολής Ταχύρρυθμης Εκπαίδευσης ΔΕΗ), ότι κατά την αναφερόμενη για τον καθένα ημερομηνία, μεταξύ των ετών 1985 και 1999 .εντάχθηκαν στο τακτικό προσωπικό της αναιρεσίβλητης, στην κατηγορία Τ4-Τεχνικοί εν γένει (πλην του Ν. Κ. που εντάχθηκε στην κατηγορία Δ02-Λοιποί Διοικητικοοικονομικοί), ότι οι αναιρεσείοντες ήσαν ή κατέστησαν πτυχιούχοι σχολών ανώτερης τεχνολογικής εκπαίδευσης τριετούς φοιτήσεως, γεγονός που γνωστοποίησαν στην αναιρεσίβλητη, ότι τελικά μετατάχθηκαν στην κατηγορία Τ3- πτυχιούχοι μηχανικοί οι εις αυτή αναφερόμενοι από τους αναιρεσείοντες, ότι η αναιρεσίβλητη έπρεπε να εντάξει, σύμφωνα με την από 28-2-1990 επιχειρησιακή ΣΣΕ, όσους είχαν προσληφθεί πριν το έτος 1991, στο 9° μισθολογικό κλιμάκιο της Τ3 κατηγορίας και όσους είχαν προσληφθεί αργότερα στο 8° μισθολογικό κλιμάκιο της Τ3 κατηγορίας, ότι έκτοτε η αναιρεσίβλητη ήταν υποχρεωμένη να προάγει ανά τριετία τον καθένα από τους αναιρεσείοντες σε επόμενο μισθολογικό κλιμάκιο και να καταβάλει σε καθένα τις εκάστοτε υψηλότερες νόμιμες αποδοχές και ζητούσαν, α) να αναγνωρισθεί ότι κατά την αναφερόμενη ημερομηνία ένταξης ενός εκάστου στο τακτικό προσωπικό, η αναιρεσίβλητη κακώς ενέταξε τους Σ.Κ., Κ.Τ., Χ.Κ., Δ.

Κ., Μ.Σ., Χ. Π., Α.Π., Δ.Τ., Ν. Κ., Δ. Χ. και Α. Σ. στο 12° μισθολογικό κλιμάκιο της Τ4 κατηγορίας και τους εις αυτή αναφερόμενους αναιρεσείοντες στο 10° μισθολογικό κλιμάκιο της Τ4 κατηγορίας, ενώ θα έπρεπε όλους να τους έχει εντάξει στο 8° μισθολογικό κλιμάκιο της Τ3 κατηγορίας, πλην του Ε. Κ. , τον οποίο θα έπρεπε να έχει εντάξει στο 9° μισθολογικό κλιμάκιο της Τ3 κατηγορίας, β) να αναγνωρισθεί ότι η αναιρεσίβλητη ήταν υποχρεωμένη τους ανωτέρω υπαλλήλους να τους εντάξει (από τον Σ.

Κ. έως και τον Α. Σ.) στο 9° μισθολογικό κλιμάκιο της Τ3 κατηγορίας και τους υπόλοιπους (αναιρεσείοντες) στο 8° μισθολογικό κλιμάκιο της Τ3 κατηγορίας και στη συνέχεια να χορηγεί στον καθένα απ’ αυτούς ανά τριετία, προαγωγή στο επόμενο μισθολογικό κλιμάκιο και γ) να αναγνωρισθεί ότι η αναιρεσίβλητη υποχρεούται να καταβάλει στον καθένα από τους αναιρεσείοντες τις μισθολογικές διαφορές που προκύπτουν από την παράλειψη της ορθής ένταξης τους και της μετά ταύτα μισθολογικής τους εξέλιξης τους.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 684/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτή έγινε εν μέρει δεκτή και κατόπιν ασκήσεως εφέσεως από την αναιρεσίβλητη και αντεφέσεως από τους αναιρεσείοντες, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι η κρινόμενη αγωγή είναι αόριστη, γιατί δεν εκτίθεται σ’ αυτή, αν κατά τους συγκεκριμένους χρόνους, κατά τους οποίους έλαβε χώρα η ένταξη των αναιρεσειοντων στο τακτικό προσωπικό της αναιρεσίβλητης υπήρχε κενή οργανική θέση στην κατηγορία Τ3 και στο μισθολογικό κλιμάκιο 9° και 8° αυτής, στα οποία οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι δεν εντάχθηκαν, αντίθετα προς την καλή πίστη, ενώ έπρεπε να ενταχθούν και αφού δέχθηκε τη έφεση της αναιρεσίβλητης και απέρριψε την αντέφεση των αναιρεσειόντων και εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση, απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο ορθά εφάρμοσε τις προαναφερθείσες ουσιαστικές διατάξεις νόμου και δεν αξίωσε περισσότερα στοιχεία απ’ όσα απαιτεί ο νόμος για την κατάταξη των μισθωτών της αναιρεσίβλητης σε συγκεκριμένη κατηγορία και μισθολογικά κλιμάκια του τακτικού προσωπικού της. Η συνδρομή της ύπαρξης κενής οργανικής θέσης, που αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την ένταξη του έκτακτου προσωπικού της αναιρεσίβλητης σε κάποια από τις κατηγορίες του τακτικού προσωπικού, από την οποία εξαρτάται η εν συνεχεία μισθολογική εξέλιξη του, με την οποία θεμελιώνεται το ασκούμενο με την αγωγή σχετικό δικαίωμα του εργαζόμενου, απαιτείται να αναφέρεται ρητά και δεν μπορεί να συναχθεί σιωπηρά.

Το ότι η αναιρεσίβλητη είχε ανάγκη από τις υπηρεσίες του ως έκτακτου εργαζόμενου, δεν σημαίνει και την ύπαρξη αντίστοιχης κενής οργανικής θέσης, αφού σύμφωνα με τον ΚΚΠ/ΔΕΗ το έκτακτο προσωπικό προσλαμβάνεται για την εξυπηρέτηση έκτακτων ή πρόσκαιρων αναγκών για τις οποίες δεν επαρκεί το προσωπικό που είναι ενταγμένο σε οργανικές θέσεις, όπως επίσης το γεγονός ότι αργότερα η αναιρεσίβλητη κατέταξε ένα εργαζόμενο στην κατηγορία και το κλιμάκιο που δικαιούται, δεν σημαίνει ότι υπήρχε αντιστοίχως κενή οργανική θέση και κατά την προγενέστερη ημερομηνία, από την οποία ο εργαζόμενος επιδιώκει δικαστικά την κατάταξη του.

Επομένως ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. (οι αναιρεσείοντες επικαλούνται και το άρθρο 559 αρ. 14 και 19 Κ.Πολ.Δ.) είναι αβάσιμος. Ο πρώτος λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.πολ.Δ. με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της παραβίασης των κανόνων ουσιαστικού δικαίου του έχοντος ισχύ νόμου ΚΚΠ/ΔΕΗ και του άρθρου 288 ΑΚ, με την επίκληση ότι υφίστατο συμβατική υποχρέωση της αναιρεσίβλητης να τους εντάξει σε κατηγορία και μισθολογικά κλιμάκια, την οποία παραβίασε, ερείδεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον η απόρριψη της ένδικης αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας έγινε για το λόγο ότι οι αναιρεσείοντες δεν επικαλέσθηκαν, όπως ήταν υποχρεωμένοι, την ύπαρξη κενής οργανικής θέσης για την κατάταξη τους κατά τους αναφερόμενους σ’ αυτή χρόνους, στο τακτικό προσωπικό της αναιρεσίβλητης και όχι λόγω αμφισβήτησης της συμβατικής υποχρεώσεως της τελευταίας να τους εντάξει στο τακτικό προσωπικό της.

Συνεπώς, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Τέλος, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 14 του Κ.Πολ.Δ. αναφορικά με την απόρριψη του αιτήματος για επιδίκαση μισθολογικών διαφορών αποδοχών, είναι αλυσιτελής, καθόσον αναγκαία προϋπόθεση αυτής της αξίωσης των αναιρεσειόντων είναι η ευδοκίμηση του υπό στοιχεία β’ αιτήματος, το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, ορθώς απορρίφθηκε από το Εφετείο ως αόριστο και ο σχετικός λόγος αναιρέσεως κρίθηκε αβάσιμος. Μετά απ’ αυτά θα πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης σε βάρος των αναιρεσειόντων .

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Θεωρεί ως μη ασκηθείσα την από 2-7-2014 αίτηση αναιρέσεως από τους αναιρεσείοντες Π. Μ. και Ν. Τ..

Απορρίπτει την από 2-7-2014 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 5813/2013 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ σε βάρος των αναιρεσειόντων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Δεκεμβρίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Δεκεμβρίου 2015.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ