Legislator Case Law & Legislation
1415/2011 AI generated

1415/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1415/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Από τις διατάξεις των άρθρ. 108, 110§2, 498§1, 568 §§1,2και 576§§1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση.

Legislator headnote

AI generated

1415/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Σ. (άρθρ. 128§4 ΚΠολΔ). Όμως κατά τη δικάσιμο αυτή η αναιρεσείουσα δεν παρέστη στο ακροατήριο του Δικαστηρίου κατά τη νόμιμη εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, όπως αυτό προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου, γι' αυτό πρέπει να δικασθεί ερήμην, αλλά να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτή παρούσα (άρθρ. 576§2 ΚΠολΔ). 2.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1415 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1415/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1'Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη), Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 28 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Μ. Σ. του Μ. συζ. Σ. Τ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε.

Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Τ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Χαραμίδη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29 Νοεμβρίου 2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείου Γιαννιτσών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 17/1362.30/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 636/2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13 Ιουνίου 2007 αίτησή της.

Εκδόθηκε η 1322/2009 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Η υπόθεση έρχεται σήμερα για νέα συζήτηση, με την από 22 Νοεμβρίου 2010 κλήση του ήδη αναιρεσιβλήτου.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κράνης, ανέγνωσε την από 3 Μαρτίου 2009 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από τις διατάξεις των άρθρ. 108, 110§2, 498§1, 568 §§1,2και 576§§1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την προσκομιζόμενη από τον αναιρεσίβλητο υπ' αριθ. 1661/2.6.2008 έκθεση του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Γιαννιτσών Χ. Σ. ότι η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 637/2007 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης επισπεύσθηκε για την αρχική δικάσιμο της 28.3.2009 με επιμέλεια του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος προς το σκοπό αυτό επέδωσε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσείουσα ακριβές αντίγραφο του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης με πράξη κατάθεσής της στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και κλήση να παραστεί κατά την ως άνω δικάσιμο στο ακροατήριο του Αρείου Πάγου(άρθρ.122§1,123,128§§1-3, 230§2, 498§§1&2, 568 ΚΠολΔ).

Κατά τη δικάσιμο αυτή η υπόθεση συζητήθηκε, όμως η συζήτησή της κηρύχθηκε απαράδεκτη με την υπ' αριθ. 1322/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου. Με την από 11.11.2009 κλήση του αναιρεσιβλήτου η υπόθεση επαναφέρθηκε προς συζήτηση κατά τη δικάσιμο της 15.11.2010, κατά την οποία ματαιώθηκε, οπότε με την από 22.11.2010 νέα κλήση του αναιρεσιβλήτου ορίσθηκε χρόνος συζήτησης της υπόθεσης η αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης δικάσιμος της 28.3.2011, κατά την οποία με επιμέλειά του κλήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα να παραστεί η αναιρεσείουσα, όπως αυτό προκύπτει από την προσκομιζόμενη από τον ίδιο υπ' αριθ. 6058/5.1.2011 έκθεση του ως άνω δικαστικού επιμελητή Χ.

Σ. (άρθρ. 128§4 ΚΠολΔ). Όμως κατά τη δικάσιμο αυτή η αναιρεσείουσα δεν παρέστη στο ακροατήριο του Δικαστηρίου κατά τη νόμιμη εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, όπως αυτό προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου, γι' αυτό πρέπει να δικασθεί ερήμην, αλλά να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτή παρούσα (άρθρ. 576§2 ΚΠολΔ). 2.

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των άρθρ. 592 επ. ΚΠολΔ υπ' αριθ. 636/2007 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την από 12.7.2006 έφεση της ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 17/2006 οριστικής απόφασης του ΠολΠρΓιαννιτσών, που δέχθηκε την από 29.11.2004 αγωγή διαζυγίου του ήδη αναιρεσιβλήτου και κήρυξε λυμένο των μεταξύ των διαδίκων υφιστάμενο γάμο.

3. Από τις διατάξεις των άρθρ. 270§2εδ.α&β, 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά το ν.2915/ 2001, συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, διαφορετικά υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11γ του άρθρ.559 ΚΠολΔ.

Ειδικότερα ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και γενικώς επιτρεπτά αποδεικτικά μέσα που οποιοσδήποτε από τους διαδίκους παραδεκτά επικαλέσθηκε και νόμιμα προσκόμισε προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη.

Κατά την έννοια αυτή ο ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου έγινε η προσκόμιση και η επίκληση του κρίσιμου αποδεικτικού μέσου, πρέπει να είναι νόμιμος και να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας, δηλαδή δεν αρκεί ο ισχυρισμός να είχε προταθεί παραδεκτά μόνο στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά θα πρέπει να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό, εφόσον αναιρεσιβαλλόμενη είναι απόφαση δευτεροβάθμιου δικαστηρίου.

Εξάλλου για την πληρότητα του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 11γ του άρθρ.559 ΚΠολΔ πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας.

Περαιτέρω κατά το άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψη του ο δικαστής της ουσίας, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων της αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται σ' αυτό ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο της αναίρεσης προτάθηκε στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα παραδεκτά, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη, αλλιώς ο λόγος της αναίρεσης είναι αόριστος και απορριπτέος.

Συνεπώς ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να εξειδικεύεται ο χρόνος και ο τρόπος της πρότασης του ισχυρισμού ή της επαναφοράς του στο δικαστήριο αυτό, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Στη συγκεκριμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, όπως άλλωστε και το Πρωτοδικείο, παρά το νόμο έκρινε άκυρη και έλαβε υπόψη μόνον συμπληρωματικά την κατάθεση της μάρτυρος ανταπόδειξης της αναιρεσείουσας Π. Χ., που εξετάσθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο χωρίς να ορκισθεί, αφού ναι μεν αυτή αρνήθηκε να δώσει θρησκευτικό όρκο, όμως δεν ρωτήθηκε στη συνέχεια, όπως υπήρχε υποχρέωση από το άρθρ. 408§2 ΚΠολΔ, αν αντί για το θρησκευτικό προτιμούσε να δώσει πολιτικό όρκο, γι' αυτό και όφειλε το Εφετείο να διέτασσε συμπληρωματικές αποδείξεις. Ωστόσο στην αίτηση αναίρεσης δεν αναφέρεται, όπως θα έπρεπε σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, ότι προτάθηκε στο Εφετείο από την αναιρεσείουσα ο ισχυρισμός στον οποίο στηρίζεται ο παραπάνω λόγος της αίτησης αναίρεσης και ο οποίος δεν εμπίπτει σε κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ.

Συνεπώς ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 11γ του άρθρ. 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αόριστος, αλλά και ως αλυσιτελής, αφού η κατάθεση της ως άνω μάρτυρος, έστω και συμπληρωματικά, λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο ως μη πληρούν τους όρους του νόμου αποδεικτικό μέσο κατά το άρθρ. 270§2 ΚΠολΔ και κατ' αυτή την έννοια εκτιμήθηκε ελεύθερα από το Εφετείο, όπως ελεύθερα κατά το άρθρ. 340 ΚΠολΔ εκτιμώνται γενικώς και οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων. Δηλαδή η κατάθεση της μάρτυρος ανταπόδειξης, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ), εκτιμήθηκε ως ισοσθενές τελικά αποδεικτικό στοιχείο με την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης, πράγμα το οποίο δεν αμφισβητεί ειδικά και η αναιρεσείουσα, αφού δεν προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση συγκεκριμένο αποδεικτικό σφάλμα ή έλλειμμα από το γεγονός ότι "συμπληρωματικά", κατά την έκφραση της απόφασης, έλαβε υπόψη την κατάθεση της μάρτυρος ανταπόδειξης.

4. Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης και με πρόσχημα πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ η αναιρεσείουσα αμφισβητεί στην πραγματικότητα την εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης από το Εφετείο, ισχυριζόμενη ότι δεν αξιολόγησε σωστά τις καταθέσεις των μαρτύρων και έτσι κατέληξε σε εσφαλμένη εφαρμογή της διάταξης του άρθρ. 1439§3 ΑΚ. Όμως κατά το άρθρ. 561§1 ΚΠολΔ είναι αναιρετικά ανέλεγκτη η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης και συνεπώς ο αντίθετος δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

5. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρ. 1439§3 ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 16 του ν.1329/1983, εφόσον οι σύζυγοι βρίσκονται σε διάσταση συνεχώς από τέσσερα τουλάχιστον χρόνια, ο κλονισμός στις σχέσεις τους τεκμαίρεται αμάχητα και το διαζύγιο μπορεί να ζητηθεί, έστω και αν ο λόγος του κλονισμού αφορά το πρόσωπο του ενάγοντος, δεν εμποδίζεται δε η συμπλήρωση του χρόνου διάστασης από μικρές διακοπές που έγιναν ως προσπάθεια αποκατάστασης των σχέσεων ανάμεσα στους συζύγους.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, που καθιερώνει ως λόγο διαζυγίου τον αντικειμενικό κλονισμό της έγγαμης σχέσης των συζύγων, η τετραετής συνεχής διάσταση των συζύγων, που απαιτεί ο νόμος για να λυθεί για το λόγο αυτό ο μεταξύ τους γάμος με αγωγή οποιουδήποτε από τους συζύγους, έστω και αν πρόκειται για τον υπαίτιο της διάστασής τους, υπολογίζεται από τότε που η συμβίωσή τους διασπάσθηκε τόσο κατά τα εξωτερικά της γνωρίσματα, δηλαδή ως συγκατοίκηση υπό στενή έννοια, όσο και κατά το ψυχικό της στοιχείο, δηλαδή ως προς τη θέληση να διατηρηθεί ο γάμος, πρέπει δε να έχει συμπληρωθεί μέχρι την πρώτη στο ακροατήριο συζήτηση της αγωγής διαζυγίου, δηλαδή η τετραετής διάσταση των συζύγων υπολογίζεται αναδρομικά από το χρόνο αυτό της πρώτης στο ακροατήριο συζήτησης της αγωγής διαζυγίου, κατά τον οποίο και κρίνεται κατά τις διατάξεις των άρθρ. 68, 69, 224, 269 και 281 ΚΠολΔ το κεκτημένο του καταγόμενου στη δίκη δικαιώματος.

Η τετραετής διάσταση των συζύγων συμπληρώνεται, κατά τη ρητή νομοθετική πρόβλεψη, ακόμη και αν μεσολάβησαν μικρές διακοπές της στο πλαίσιο της προσπάθειας των συζύγων να αποκαταστήσουν τη διαταραγμένη έγγαμη σχέση τους, παρόλο που αναιρείται τότε κατά τη διάρκεια των διακοπών αυτών η πρόθεσή τους για διάσπαση της έγγαμης συμβίωσής τους.

Η πρόθεση όμως αυτή ασφαλώς δεν αναιρείται και δεν εμποδίζεται έτσι η συμπλήρωση της τετραετούς διάστασης των συζύγων στις περιπτώσεις συναντήσεών τους, που επιβάλλονται χάριν των τέκνων τους ή από λόγους κοινωνικής ευπρέπειας ή άλλων βιοτικών αναγκών τους. Εξ άλλου κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους.

Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αφενός μεν ανεπίτρεπτα και πάλι αμφισβητείται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο, αφετέρου δε αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφασή του η πλημμέλεια ότι για ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, έχει αυτή ανεπαρκείς αιτιολογίες, αφού για να αιτιολογήσει την κρίση της ότι οι διάδικοι σύζυγοι βρίσκονται σε οριστική διάσταση συνεχώς από το Μάϊο του 2001, δηλαδή για διάστημα που υπερέβαινε την τετραετία κατά τον κρίσιμο χρόνο συζήτησης της ένδικης αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (6.12.2005) και επομένως τεκμαίρεται αμάχητα ο ισχυρός κλονισμός της έγγαμης σχέσης τους, δέχθηκε μεν ότι η διάσπαση της έγγαμης συμβίωσής τους και η σταθερή πρόθεση του αναιρεσιβλήτου προς διάσπαση του συζυγικού δεσμού δεν αναιρούνται από τις σποραδικές κοινές εμφανίσεις τους για κοινωνικούς λόγους ούτε από τις σποραδικές επισκέψεις του αναιρεσιβλήτου στην οικογενειακή στέγη, αφού οι κατά καιρούς συναντήσεις τους ή και με τα τέκνα τους ήταν τυπικές και έγιναν για κοινωνικούς λόγους ή ως εκδήλωση ενδιαφέροντος προς τα τέκνα τους, όμως κατά τα λοιπά δεν διευκρινίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πότε ακριβώς έλαβαν χώρα οι συναντήσεις των διαδίκων, εάν ήταν καθημερινές, όπως στην πραγματικότητα συνέβαινε και εάν κατά τις συναντήσεις αυτές ο αναιρεσίβλητος είχε εκδηλώσει την πρόθεσή του για διακοπή της συμβίωσής τους.

Όμως σύμφωνα με όσα παραπάνω διαλαμβάνονται στον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης ως περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης και επιβεβαιώνονται και από την παραδεκτή επισκόπησή της (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ), σαφώς εκτίθεται σ' αυτή ότι μετά τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων, το Μάϊο του 2001, οι κοινές συναντήσεις τους ήταν σποραδικές - άρα όχι καθημερινές - και έγιναν για να παραστούν στην κηδεία και στα μνημόσυνα του αποβιώσαντος εντωμεταξύ πατέρα του αναιρεσιβλήτου ή προκειμένου να συναντηθούν από κοινού με τα τέκνα τους στην οικογενειακή τους στέγη ή και αλλού, δηλαδή ήταν κατά το σκοπό τους εντελώς τυπικές συναντήσεις από λόγους κοινωνικούς ή ως εκδήλωση ενδιαφέροντος προς τα τέκνα τους, γι' αυτό και δεν αναιρείται η εξ αρχής σταθερή πρόθεση του αναιρεσιβλήτου προς οριστική διάσπαση του συζυγικού τους δεσμού.

Η αιτιολογία αυτή της προσβαλλόμενης απόφαση είναι πλήρης και επιτρέπει τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης στον εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρ. 1439§3 ΑΚ, χωρίς κατά τα λοιπά να απαιτείται για την πληρότητα της αιτιολογίας να προσδιορίζεται ο ακριβής χρόνος των συναντήσεων των διαδίκων ούτε να διευκρινίζεται εάν κατ' αυτές ο αναιρεσίβλητος επανέλαβε ή όχι την πρόθεσή του για εξακολουθητική διακοπή της συμβίωσής τους, όπως αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, γι' αυτό και ο συναφής τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Συνακόλουθα η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, που ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα του αντιδίκου της, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά του (άρθρ. 176,183,189§1,191§2 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό ειδικότερα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 13.6.2007 αίτηση της Μ. Σ. του Μ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 636/2007 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δυο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιουνίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 19 Σεπτεμβρίου 2011.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ