Supreme Court dismisses appeal for failure to examine specific evidence and insufficient reasoning in property ownership case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of First Instance's decision regarding a property ownership dispute. The appellant argued the lower court ignored specific evidence and provided insufficient reasoning for rejecting the claim, but the court found these grounds unconvincing. The court ruled that the lower court had properly considered all evidence and that the appellant failed to clearly identify the specific factual premises relied upon by the lower court.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 para. 1 lit. g and Art. 559 para. 1 lit. i of the Code of Civil Procedure; An appeal based on the lower court's failure to examine evidence or insufficient reasoning is inadmissible if the appellant fails to clearly identify the specific factual premises relied upon by the lower court.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1415 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1415/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου), Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη και Κωνσταντίνο Τσόλα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Απριλίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέφανο Χατζηαποστόλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που εδρεύει στην ..., το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσιά του Αικατερίνη Γαλάνη, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-5-1986 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 13870/2000 του ίδιου Δικαστηρίου και 2061/2002 μη οριστική, 1213/2006 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-11-2006 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 7-4-2010 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περίπτ.γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.
Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Για την ίδρυση του αναιρετικού αυτού λόγου απαιτείται όχι μόνο η προσκομιδή, αλλά και η σαφής και ορισμένη επίκληση των αποδεικτικών μέσων στο δικαστήριο της ουσίας από μέρους του αναιρεσείοντα (Ολ.ΑΠ 14/2005), με τις προτάσεις του της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (Ολ.ΑΠ 498/1978).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περίπτ.γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στη δικανική του κρίση περί της απόρριψης ως ουσιαστικά αβάσιμης της ένδικης αναγνωριστικής κυριότητος ακινήτου αγωγής του αναιρεσείοντα, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις τα αμέσως παρακάτω έγγραφα, δηλαδή :
α) κυρωμένο αντίγραφο των σελίδων του βιβλίου ΕΣΑΣ του Οθωμανικού Κτηματολογίου, που φυλάσσεται σε επίσημη μετάφραση στο Αρχείο της Υπηρεσίας Δημόσιων Κτημάτων, με ημερομηνία έκδοσης 29-5-2003 και υπογραφή της υπαλλήλου του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, που εξέδωσε το εν λόγω αντίγραφο, ..., έγγραφο που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα στη γραμματεία του Εφετείου, με αριθμό πράξης κατάθεσης 58/04 και ημερομηνία 14 Απριλίου 2005 και β)κυρωμένο αντίγραφο κτηματολογικού πίνακα με διάγραμμα, έτους 1932, σύνταξης από την έχουσα, τότε, την ευθύνη της διαχείρισης των ανταλλάξιμων κτημάτων, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος και έκδοσης από την ίδια πιο πάνω Υπηρεσία, το οποίο, επίσης, κατατέθηκε στη γραμματεία του Εφετείου, με την ίδια, όπως παραπάνω, πράξη κατάθεσης, καθώς επίσης:
α)τη με αριθμό ... έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα ..., που διορίστηκε με τη 1870/1999 πράξη του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και β)την από Μαρτίου 2003 έκθεση πραγματογνωμοσύνης της πραγματογνώμονα ..., που διορίστηκε με τη 2061/2002 εν μέρει οριστική και εν μέρει παρεμπίπτουσα απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης και που κατατέθηκε στη γραμματεία του τελευταίου με αριθμό πράξης κατάθεσης 58/2004 και ημερομηνία 11-3-2005, αντίστοιχα, έγγραφα και εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης, που επικαλέστηκε ο αναιρεσείων, με τις προτάσεις του της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόδειξη των ουσιωδών ισχυρισμών του, ότι οι απώτεροι δικαιοπάροχοί του, δηλαδή, οι ..., τέκνα του ..., καθώς και οι κληρονόμοι τους εξουσίαζαν το επίδικο ακίνητο τουλάχιστον από του έτους 1906 και εφεξής, ότι το εν λόγω ακίνητο ανήκει στους πιο πάνω Ισραηλίτες και για το λόγο αυτό δεν καταλαμβάνεται ως ανταλλάξιμο ή αδέσποτο από το συνεργείο της Ε.Τ.Ε.
και, τέλος, ότι το ίδιο ακίνητο συμπίπτει με το ακίνητο που καταγράφεται στο βιβλίο ΕΣΑΣ του Οθωμανικού Κτηματολογίου με αριθμό 154, εμβαδού 2251 τετρ.μέτρων, ενώ το με αριθμό ΑΚ 7075 ακίνητο, με βάση τα στοιχεία περιγραφής του στο από 13-8-1927 δελτίο απογραφής, εμβαδού πέντε (5) στρεμμάτων, δεν ταυτίζεται, ούτε συμπίπτει με το επίδικο.
Ο εξεταζόμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος, όσον αφορά μεν τα προμνημονευόμενα έγγραφα, ως απαράδεκτος, εφόσον, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) επισκόπηση των από 9-4-2005 προτάσεων του αναιρεσείοντα της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση(που κατατέθηκαν στη γραμματεία του Εφετείου Θεσσαλονίκης στις 21-10-2005), ο αναιρεσείων δεν επικαλέστηκε ρητά τα εν λόγω έγγραφα στο Εφετείο προς απόδειξη των παραπάνω ουσιωδών ισχυρισμών του, όσον αφορά δε τις επίμαχες εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης, ως αβάσιμος, αφού, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω Δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων και "από τη με αριθμό ...
έκθεση πραγματογνωμοσύνης της πραγματογνώμονα ..., που διορίστηκε με την με αριθμό 2061/2002 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού....., από την επανεκτίμηση της με αριθμό ... έκθεσης πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα ..., που διορίσθηκε πραγματογνώμων με την με αριθμό 1870/1999 πράξη αντικατάστασης πραγματογνώμονος του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης....", σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι στο αιτιολογικό της απόφασης δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το αν το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τις παραπάνω εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι το εν λόγω Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τις εκθέσεις αυτές, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγησή τους.
Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.
Δεν περιλαμβάνει όμως και στην περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεώρησε ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.
Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια κρίση του για τον αναιρεσείοντα να σχημάτισε το δικαστήριο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση, η οποία δεν συντρέχει, όταν το εν λόγω έγγραφο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην τελευταία αυτή περίπτωση δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του.
Εξάλλου ως έγγραφα, με την έννοια των αναφερόμενων στα άρθρα 339 και 432 ΚΠολΔ ως αποδεικτικών μέσων, δεν θεωρούνται τα διαδικαστικά, όπως είναι λ.χ. τα πρακτικά της δίκης ή οι εισηγητικές εκθέσεις, που περιέχουν τις μαρτυρικές καταθέσεις. Για τη θεμελίωση του αμέσως πιο πάνω αναιρετικού λόγου απαιτείται η προσκομιδή από τον αναιρεσείοντα στον Άρειο Πάγο του εγγράφου, το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς του, φέρεται ότι παραμορφώθηκε, προκειμένου να εκτιμηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, το περιεχόμενό του ως προς τη διαπίστωση της βασιμότητας του σφάλματος του δικαστηρίου της ουσίας.
Διαφορετικά ο ερευνώμενος αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος (ή αναπόδεικτος). Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, υπέπεσε στην από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί παραμόρφωσε το περιεχόμενο της με αριθμό ...
έκθεσης εξέτασης του μάρτυρα απόδειξης Στ. Χατζηαποστόλου και των από 10-8-1942 και 1-9-1942, αντίστοιχα, αιτήσεων του άμεσου δικαιοπαρόχου του αναιρεσείοντα Χ1, πατέρα του, προς το Κτηματικό Γραφείο Θεσσαλονίκης, με το να δεχθεί , ότι ο πιο πάνω μάρτυρας κατέθεσε, ότι "ο ίδιος ο δικαιοπάροχος του ενάγοντος, πατέρας του, ο οποίος είχε φιλικές σχέσεις με δικηγόρους τους οποίους κατονόμασε, αγόρασε το ακίνητο, γνωρίζοντας την καλλιέργειά του από τους ...
μετά το έτος 1918, όταν ήρθε στην περιοχή. Αντιφατικά άλλωστε ο ίδιος ο μάρτυς του εκκαλούντος, στην ίδια κατάθεσή του.....αναφέρει ότι ο δικαιοπάροχος του ενάγοντος Χ1 εγνώριζε για την καλλιέργεια του επιδίκου και για τα έτη 1900-1917...", οι αμέσως δε πιο πάνω αιτήσεις περιέχουν ομολογία ανταλλαξιμότητας του επίδικου ακινήτου από μέρους του τότε αιτούντα.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος, ως προς μεν τη με αριθμό ... έκθεση εξέτασης του μάρτυρα απόδειξης Στ.Χατζηαποστόλου, ως απαράδεκτος, εφόσον η εν λόγω έκθεση είναι διαδικαστικό έγγραφο της παρούσας δίκης, ως προς δε τις επίμαχες δύο αιτήσεις, ως αβάσιμος, εφόσον δεν προσκομίζονται από τον αναιρεσείοντα.
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ.4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιό λόγο αναίρεσης, από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Ειδικά, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να διαλαμβάνει τις πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή τη μνεία ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογίες και εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας και, αν πρόκειται για αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες, σε τί συνίσταται η αντίφαση, από ποια αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών προκύπτει και σε τί συνίσταται η ανεπάρκειά τους, ποιο, δηλαδή, στοιχείο αναγκαίο για την επάρκειά τους λείπει (ΟλΑΠ 27/1998 και 32/1996).
Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης. Ο τρίτος, επομένως, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με το να δεχθεί, ότι το επίδικο ακίνητο είναι ανεπίδεκτο χρησικτησίας, εφόσον, ως καλλιεργήσιμη γαία, δεν καλλιεργήθηκε επί μια δεκαετία πριν από τις 20-5-1917 από τους φερόμενους ως απώτερους δικαιοπαρόχους του ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα (κληρονόμους του ...), ακολούθως δε, κατά παραδοχή ως και κατ'ουσίαν βάσιμης της ένστασης του εναγόμενου και ήδη αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου περί του ότι το εν λόγω ακίνητο, περιελθόν στην κυριότητά του ως διαδόχου του Οθωμανικού Δημοσίου, δεν εξέφυγε της τελευταίας, ως μη καλλιεργούμενο από τρίτους συνεχώς επί δέκα (10) έτη και μέχρι τις 20-5-1917 και, επομένως, τυγχάνει αυτό ανεπίδεκτο χρησικτησίας, να απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένδικη αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή του αναιρεσείοντα, δεν διέλαβε αιτιολογίες, αλλιώς, διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες περί του "εάν και κατά πόσον εφαρμόζει η εγγραφή του βιβλίου ΕΣΑΣ του Οθωμανικού Κτηματολογίου έτους 1906 με αριθμό 154, εις το επίδικο, καθώς και εάν το επίδικο ταυτίζεται με το ακίνητο που έχει καταχωρηθεί ως ανταλλάξιμο με τον αριθμό ΑΚ 7075 και περιγράφεται στο από 13-8-1927 δελτίο απογραφής μουσουλμανικών ακινήτων", ζητήματα, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, εφόσον από τις εν λόγω αιτιολογίες αποδεικνύεται, ότι οι δικαιοπάροχοι του αναιρεσείοντα εξουσίαζαν το επίδικο από του έτους 1906, χρονολογία εγγραφής του επιδίκου στα πιο πάνω βιβλία και, περαιτέρω, ότι, κατά την κατά το έτος 1932 απογραφή από την Ε.Τ.Ε., ως διαχειρίστρια των ανταλλάξιμων κτημάτων, οι παραπάνω που κατείχαν αυτό, εξουσιάζοντάς το με καλλιέργεια, έγιναν συγκύριοί του και, επομένως, νόμιμα μεταβίβασαν την κυριότητά του στον άμεσο δικαιοπάροχό του - αναιρεσείοντα - το μήνα Δεκέμβριο του έτους 1942 και, έτσι στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, αφού δεν εκτίθενται σ'αυτόν οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή, τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο, υπό τα οποία και συντελέστηκαν οι φερόμενες ως παραβιάσεις του νόμου, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, αν οι αιτιάσεις που προσάπτονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση οδήγησαν σε εσφαλμένο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15.11.2006 αίτηση του Χ για αναίρεση της 1213/2006 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 25 Μαΐου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 22 Σεπτεμβρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ