Supreme Court dismisses appeal claiming lower court distorted documents regarding land ownership usage duration.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appeal filed by a charitable society against a final court decision regarding land ownership. The appellant argued the lower court distorted specific documents to falsely claim the appellant's client exercised ownership rights for over twenty years. The court ruled that the error concerned the evaluation and interpretation of evidence rather than a factual misreading, which falls outside the scope of appellate review.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 559(20) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court does not review errors of fact or evaluation of evidence, only legal violations, and cannot correct distortions of documents unless they constitute a diagnostic error in reading the text itself.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1415 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1415/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Φιλανθρωπικού Σωματείου με την επωνυμίαν "ΕΛΕΗΜΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΘΗΝΩΝ (ΓΗΡΟΚΟΜΕΙΟΝ-ΠΤΩΧΟΚΟΜΕΙΟΝ)" που εδρεύει στην Αθήνα και νόμιμα εκπροσωπείται. Παραστάθηκε ο νόμιμος εκπρόσωπος αυτού Αρχιμανδρίτης ... και διόρισε πληρεξούσιο δικηγόρο τον Στυλιανό Γρηγορίου.
Της αναιρεσιβλήτου: ....συζ. Σ1, το γένος Π1, κατοίκου... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Σπυριδάκη.
ΚΟΙΝΟΠΟΙΟΥΜΕΝΗ και στον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-7-1994 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6897/1995 μη οριστική, 2634/1998 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7536/1999 του Εφετείου Αθηνών. Κατά της ανωτέρω εφετειακής απόφασης ασκήθηκε αίτηση αναίρεσης και εκδόθηκε η 1025/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών. Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 1523/2003 απόφαση κατά της οποίας ασκήθηκε αίτηση αναίρεσης και εκδόθηκε η 110/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών. Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 4206/2006 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείων με την από 6-12-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 11-1-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναφέρεται στην παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου δηλαδή κανόνων που ρυθμίζουν τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλουν κυρώσεις, χωρίς να ενδιαφέρει σε ποιο επίπεδο εντάσσεται ο κανόνας από άποψη ιεραρχίας των πηγών του δικαίου. 'Αρα, ο αναιρετικός αυτός λόγος δεν ιδρύεται, όσον αφορά την παραβίαση δικονομικών διατάξεων, που καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας.
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι δεδικασμένο, δηλαδή δέσμευση από την αναγνωριζόμενη στην απόφαση έννομη συνέπεια παράγεται από την τελεσιδικία της απόφασης ανεξάρτητα από το είδος της παρεχόμενης έννομης προστασίας, δηλαδή τόσο από την καταψηφιστική, όσο και από την αναγνωριστική ή διαπλαστική απόφαση.
Η ύπαρξη και η έκταση του δεδικασμένου προκύπτει από το περιεχόμενο της απόφασης και όχι από αυτό της αγωγής που κρίθηκε, έστω και αν το δικαστήριο δεν εξάντλησε το αντικείμενό της ή το υπερέβη ή απομακρύνθηκε από αυτό, αφού δεδικασμένο παράγεται και από εσφαλμένη απόφαση (Ολ.ΑΠ 1/2005). Το δεδικασμένο αφορά το δικαίωμα, το οποίο είχε προβληθεί με την αγωγή με βάση τη συγκεκριμένη ιστορική αιτία και την συνακόλουθη νομική αιτία των οποίων έγινε η επίκληση, δηλαδή, το ίδιο νομικό γεγονός, το παραγωγικό, τροποποιητικό, καταργητικό ή αποσβεστικό κλπ.
της συγκεκριμένης έννομης σχέσης. Από τη διάταξη, επίσης, του άρθρου 324 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι το δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ίδιων προσώπων με την ίδια ιδιότητα μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία, προκύπτει, ότι το δεδικασμένο προϋποθέτει ταυτότητα αντικειμένου, στο οποίο αναφέρεται το κριθέν και υπό κρίση δικαίωμα, καθώς και ταυτότητα της ιστορικής και νομικής αιτίας.
Ιστορική αιτία είναι τα πραγματικά περιστατικά επί των οποίων θεμελιώνεται η αγωγή, νομική δε αιτία η διάταξη του νόμου από την οποία απορρέει το προστατευμένο δικαίωμα. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 225 παρ.1 και 2 και 325 αριθ.2 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η μεταβίβαση του αντικειμένου της δίκης κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας δεν επιφέρει μεταβολή στην έννομη σχέση της δίκης αυτής, ο ειδικός δε διάδοχος του διαδίκου είτε με βάση σύμβαση, είτε από το νόμο (άρθρα 319, 488, 614, 858, 1298, 1490 παρ.2 ΑΚ, 210 Ε.Ν.), είτε με πολιτειακή βούληση (όπως λ.χ.
με κατακύρωση σε πλειστηριασμό), δεν αποκτά μεν την ιδιότητα του διαδίκου, δικαιούμενος να ασκήσει παρέμβαση (κύρια ή πρόσθετη, αφού ο νόμος δεν κάνει διάκριση), δεσμεύεται όμως από το δεδικασμένο που παράγεται από την τελεσίδικη απόφαση που εκδόθηκε στη δίκη εκείνη. Επισημαίνεται ότι η πρωτότυπη κτήση του δικαιώματος δεν συνιστά "διαδοχή", γιατί το δικαίωμα του αποκτήσαντος δεν θεμελιώνεται στο δικαίωμα άλλου προσώπου.
Εκείνος, επομένως, που απέκτησε με πρωτότυπη κτήση δεν δεσμεύεται από το έναντι του προηγούμενου δικαιούχου δεδικασμένο. Από τη διάταξη, τέλος, του άρθρου 559 αριθ.16 εδάφ. α' ΚΠολΔ, που ορίζει ότι λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο, προκύπτει, ότι ο λόγος αυτός προϋποθέτει, ότι το δικαστήριο, αυτεπαγγέλτως ή κατά πρόταση διαδίκου, ερεύνησε περί της συνδρομής των προϋποθέσεων του δεδικασμένου και, ακολούθως, δέχθηκε την ύπαρξη ή μη ύπαρξη αυτού.
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ.2) επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτουν τα ακόλουθα: Το επίδικο ακίνητο με την πάνω σ'αυτό οικία αποτελεί τμήμα μεγαλύτερης έκτασης, συνολικού εμβαδού 5.518 τετρ. μέτρων, το οποίο αγόρασαν κατ'ισομοιρίαν οι αδελφές Λ1, Λ2, Λ3 και Λ4 θυγ.Ν1 από τον ...
με βάση το ...συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Γ.Απαλοδήμου, που μεταγράφηκε νόμιμα. Ακολούθως, οι απ'αυτές Λ4, Λ1 και Λ2 θυγ. Ν1 πέθαναν αλληλοδιαδόχως (στις 1-8-1945, 28-1-1958 και 5-11-1959, αντίστοιχα), χωρίς να αφήσουν διαθήκη. 'Ετσι, μετά το θάνατο της καθεμιάς απ'αυτές το επίδικο ακίνητο περιήλθε στις λοιπές αδελφές κατά το αντίστοιχο ιδανικό μερίδιο, οι οποίες αποδέχθηκαν νομότυπα τις διαδοχικές κληρονομίες και μετέγραψαν τις οικείες δηλώσεις.
Η τελευταία ζώσα αδελφή Λ3 θυγ.Ν1 η οποία ήδη είχε γίνει αποκλειστική κυρία του επίδικου ακινήτου, πέθανε στις 6-12-1960. Η ίδια, με βάση τις από 1-2-1959, και 24-11-1959, αντίστοιχα, ιδιόγραφες διαθήκες της, που δημοσιεύθηκαν νόμιμα, εγκατέστησε μοναδικό κληρονόμο της το ήδη αναιρεσείον σωματείο, το οποίο αποδέχθηκε την εν λόγω κληρονομία και μετέγραψε την οικεία δήλωση.
Εν των μεταξύ, με βάση το ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πειραιά Ιωάννη Λυμπερόπουλου, που μεταγράφηκε νόμιμα, ο .... ο οποίος κατά το έτος 1949 κατέλαβε ένα μεγάλο τμήμα του μεγαλύτερου πιο πάνω ακινήτου και διένειμε αυτό σε οικόπεδα, πούλησε και μεταβίβασε την κυριότητα του επίδικου οικοπέδου στις Π2 σύζ.
Π1 και Θ1 κατ'ισομοιρίαν. Κατά των τελευταίων οι αδελφές Λ1, Λ2 και Λ3 θυγ. Ν1 άσκησαν την από 31-7-1955 διεκδικητική αγωγή, με την οποία, ισχυριζόμενες ότι είναι συγκύριες του επίδικου ακινήτου κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου η καθεμιά απ'αυτές, αντίστοιχα, τη συγκυριότητα του οποίου απέκτησαν αυτές με παράγωγο, αλλιώς με πρωτότυπο τρόπο (τακτική και έκτακτη χρησικτησία), ζήτησα την αναγνώριση της συγκυριότητάς τους αυτής και την απόδοση στις ίδιες του επίδικου ακινήτου κατά το ανήκον στην καθεμιά εξ αδιαιρέτου ποσοστό.
Στην αγωγή αυτή εκδόθηκαν αρχικά μεν οι με αριθμούς 324/1956, 15.994/1958, 6636/1965 και 18.396/1966, αντίστοιχα, μη οριστικές αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στη συνέχεια δε, μετά την από 3-10-1977 κλήση προς περαιτέρω συζήτηση του ήδη αναιρεσείοντος, που συνέχισε τη δίκη, ως καθολικός διάδοχος της τελευταίας αποκλειστικής κυρίας του επίδικου ακινήτου Λ3 θυγ.
Ν1 (εναπομείνασας μοναδικής ενάγουσας), εκδόθηκε η με αριθμό 4390/1978 οριστική απόφαση του ίδιου πιο πάνω Δικαστηρίου, η οποία δέχθηκε την αγωγή ως και κατ'ουσία βάσιμη. Η εν λόγω απόφαση επικυρώθηκε με τις 5961/1979 και 222/1994 αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών και του παρόντος Δικαστηρίου, αντίστοιχα, εκτελέστηκε δε, με επίσπευση του αναιρεσείοντος, με τη με αριθμό ....
έκθεση βίαιης αποβολής και εγκατάστασης του δικαστικού επιμελητή Αθηνών .... Κατά τη διάρκεια όμως της εκκρεμοδικίας η Π2 σύζ. Π1, μητέρα της ήδη αναιρεσίβλητης, ενόψει του γάμου της με τον Σ1, συνέστησε υπέρ αυτής και προς τον πιο πάνω Σ1, ως αδιατίμητη προίκα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1412 παρ.2 και 1414 ΑΚ, όπως ίσχυαν πριν από την κατάργηση και αντικατάστασή τους με τις ήδη ισχύουσες διατάξεις - με την διάταξη του άρθρου 15 του ν.1329/1983-, το ιδανικό της μερίδιο (1/2 εξ αδιαιρέτου) στο επίδικο ακίνητο, με βάση το ...
προικοσυμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Κων/νου Καλούδα, που μεταγράφηκε νόμιμα. Η αναιρεσίβλητη, ακολούθως, άσκησε κατά του αναιρεσείοντος την ένδικη, από 20-7-1994, αναγνωριστική αγωγή της κατά του αναιρεσείοντος, με την οποία, επικαλούμενη την κτήση της συγκυριότητάς της στο επίδικο ακίνητο με έκτακτη χρησικτησία λόγω της εξακολουθητικής από μέρους της με διάνοια κυρίας άσκησης της συννομής της στο επίδικο ακίνητο, αφότου της παραδόθηκε η κατοχή του εν λόγω ακινήτου από την άμεση δικαιοπάροχο, μητέρα της, δηλαδή, από το χρόνο σύνταξης του πιο πάνω προικοσυμβολαίου και εφεξής μέχρι το χρόνο άσκησης της εν λόγω αγωγής, δηλαδή επί χρόνο μεγαλύτερο της 20ετίας, ζήτησε την αναγνώριση της συγκυριότητάς της αυτής.
Για την αγωγή εκδόθηκε αρχικά η 6897/1995 προδικαστική απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, στη συνέχεια δε, η 2634/1998 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, η οποία την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη. Η έφεση που ασκήθηκε από την αναιρεσίβλητη κατά της αμέσως πιο πάνω απόφασης απορρίφθηκε ως και κατ'ουσίαν αβάσιμη με την 7536/1999 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η κατ'αυτής, όμως, αίτηση αναίρεσης της αναιρεσίβλητης έγινε δεκτή με τη 1025/2002 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου για πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού η τότε προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες, μεταξύ άλλων, ζήτημα της έλλειψης στο πρόσωπο της ήδη αναιρεσίβλητης των στοιχείων της συννομής χρησικτησίας.
Η έφεση απορρίφθηκε εκ νέου με τη 1523/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών ως ουσιαστικά αβάσιμη, η κατ'αυτής όμως αίτηση αναίρεσης έγινε δεκτή με την 110/2005 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου για πλημμέλεια, επίσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της συνδρομής ή μη των στοιχείων της νομής του επίδικου ακινήτου στο πρόσωπο της τότε αναιρεσείουσας και ήδη αναιρεσίβλητης.
Με τις από 28-2-1995 πρωτόδικες προτάσεις του το ήδη αναιρεσείον πρόβαλε, μεταξύ άλλων, την ένσταση του δεδικασμένου, απορρέοντος από την ήδη τελεσίδικη, αλλά και αμετάκλητη 4390/1978 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή ως και κατ'ουσίαν βάσιμη, όπως προειπώθηκε, η διεκδικητική του επίδικου ακινήτου αγωγή των αδελφών Λ1, Λ2 και Λ3 θυγ.Ν1 κατά των Π2 σύζ.
Π1 και Θ1 το οποίο και δεσμεύει σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 325 αριθ.2 ΚΠολΔ, την ήδη αναιρεσίβλητη, ως ειδική διάδοχο της Π2 σύζ. Π1 ενόψει του ότι κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας, μεταβιβάστηκε το επίδικο ακίνητο κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου από τη Π2 συζ. Π1 στη θυγατέρα της και ήδη αναιρεσίβλητη με το ...
προικοσυμβόλαιο ως αδιατίμητη προίκα. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την 6897/1995 προδικαστική του απόφαση, απέρριψε την εν λόγω ένσταση ως αβάσιμη, με την αιτιολογία, ότι η ένδικη αναγνωριστική αγωγή έχει διαφορετική νομική βάση από εκείνη στην οποία στηρίχθηκε η 4390/1978 οριστική απόφαση, που προπαρατέθηκε.
Το Εφετείο, επίσης, με την προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε την επαναφερόμενη παραδεκτά ενώπιόν του από το αναιρεσείον, με τις προτάσεις του της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η εν λόγω απόφαση, ένσταση του δεδικασμένου, με την αιτιολογία ότι ο σχετικός ισχυρισμός "είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, εφόσον η ενάγουσα επικαλείται και αποδεικνύεται άλλωστε κτήση του επίδικου με πρωτότυπο τρόπο, ώστε να μην υφίσταται η ως άνω δέσμευση γι'αυτήν, αφού δεν ασκεί δικαίωμα του να περιήλθε σε αυτήν από την αρχική διάδικο μητέρα της".
Ακολούθως, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την ένδικη αναγνωριστική αγωγή της αναιρεσίβλητης και αναγνώρισε αυτή συγκυρία του επίδικου ακινήτου κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, αφού, όπως δέχθηκε, νεμήθηκε η ίδια με διάνοια κυρίως το ακίνητο αυτό "επί χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας (τέλη 1973 έως Ιούλιο του 1994)".
Απορρίπτοντας, επομένως, το Εφετείο την ένσταση του δεδικασμένου, παραγομένου από την 4390/1978 οριστική (και ήδη τελεσίδικη και αμετάκλητη) απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, σωστά έκρινε, εφόσον η αναιρεσίβλητη, επικαλούμενη με την ένδικη αγωγή της κτήση του δικαιώματος της συγκυριότητάς της στο επίδικο ακίνητο με πρωτότυπη κτήση (έκτακτη χρησικτησία), η οποία -αγωγή-, άλλωστε, και έγινε δεκτή ως και κατ'ουσίαν βάσιμη, στηριζόμενη στην εν λόγω βάση της, δεν άσκησε δικαίωμα που περιήλθε σ'αυτή από την αρχική συνεναγόμενη μητέρα της και, συνακόλουθα, ως μη ταυτιζόμενη προς αυτή, δεν δεσμεύεται από το δεδικασμένο, του οποίου τα υποκειμενικά όρια περιορίστηκαν στις αρχικές διαδίκους.
Με τα δεδομένα αυτά, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο, κατά μεν το πρώτο μέρος του και κατ' ορθή εκτίμησή του, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για ευθεία από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., παραβίαση, των διατάξεων των άρρθων 225, 322 και 325 Κ.Πολ.Δ., κατά δε το δεύτερο μέρος του, προβάλλεται αιτίαση από τον αριθμό 16 εδάφ.
β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, δεν δέχθηκε την ύπαρξη του δεδικασμένου, που απορρέει από την προμνημονευόμενη 4390/1978 οριστική (και ήδη τελεσίδικη και αμετάκλητη απόφαση) του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και δεσμεύει την αναιρεσίβλητη, ως ειδική διάδοχο της αρχικής συνεναγόμενης Π2 συζ.
Π1 στην προηγούμενη δίκη, κατ'εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 325 αριθ.2 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ.3, 566 παρ. 1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί αν και ποίο λόγο αναίρεσης, από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Ειδικά, για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης πρέπει να περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τη συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, εφόσον δε το δικαστήριο έκρινε κατ'ουσίαν την υπόθεση, την ελάσσονα πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 32/1996).
Για το ορισμένο, επίσης, του λόγου της αναίρεσης σε περίπτωση παραβίασης περισσότερων της μιας διατάξεων πρέπει να εξειδικεύονται για καθεμιά απ'αυτές οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου και το υπαγωγικό σφάλμα του τελευταίου. Ο δεύτερος, επομένως, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με το να δεχθεί ως και κατ'ουσίαν βάσιμη την ένδικη αναγνωριστική περί συγκυριότητας ακινήτου αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, στηριζόμενη στην έκτακτη χρησικτησία, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 974 και 1045 ΑΚ, είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, αφού, μολονότι παρατίθενται σ'αυτόν οι πιο πάνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι παραβιάστηκαν και εκτίθενται, επίσης, στον ίδιος οι απόψεις του αναιρεσείοντος σε σχέση με την έννοια των εν λόγω διατάξεων, καθώς και η καταληκτική κρίση του Εφετείου, δεν εξειδικεύεται το υπαγωγικό σφάλμα του Εφετείου, δηλαδή, αν η παραβίαση της καθεμιάς από τις προμνημονευόμενες ουσιαστικές διατάξεις οφείλεται σε ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή της και δεν διαλαμβάνονται σ'αυτόν οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο, υπό τα οποία και συντελέστηκε η φερόμενη ως παραβίαση του νόμου, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, αν οι αιτιάσεις που προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οδήγησαν σε εσφαλμένο διατακτικό.
Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.
Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεώρησε ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον 'Αρειο Πάγο.
Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια κρίση του για τον αναιρεσείοντα να σχημάτισε το δικαστήριο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση, η οποία δεν συντρέχει, όταν το εν λόγω έγγραφο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην τελευταία αυτή περίπτωση δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του.
Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των, ειδικότερα, μνημονευόμενων σ'αυτόν εγγράφων, δηλαδή: α) της από το 10-5-1975 "πρότασης" της Π2 συζ.
Π1 (μητέρας της αναιρεσίβλητης) και Θ1 (θείας της αναιρεσίβλητης) προς το Συμβούλιο του αναιρεσείοντος, β) της από 26-5-1987 αίτησης της αναιρεσίβλητης προς το Διοικητικό Συμβούλιο του αναιρεσείοντος και γ) των από 1-11-1987, 4-2-1991 και 3-2-1992, αντίστοιχα, αιτήσεων των Π2 χας Π1 και Θ1 προς την Επιτροπή ακινήτων του αναιρεσείοντος, με θέμα:
Οικόπεδο κληρονομίας Ν1 (επίδικο ακίνητο), με το να δεχθεί, από εσφαλμένη και πλημμελή εκτίμησή τους, ότι η αναιρεσίβλητη ασκούσε στο επίδικο ακίνητο νομή με διάνοια κυρίας για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της 20ετίας (από τα τέλη του έτους 1973 έως το μήνα Ιούλιο 1994), μολονότι από τα εν λόγω έγγραφα, με τα οποία προτείνεται από την αναιρεσίβλητη, τη μητέρα της Π2 σύζ.
Π1 και τη θεία της Θ1 προς το αναιρεσείον η συμβιβαστική επίλυση της ένδικης διαφοράς τους σε σχέση με το επίδικο ακίνητο κατά τη διάρκεια της επιδικίας, προκύπτει, ότι η αναιρεσίβλητη δεν ασκούσε νομή με διάνοια κυρίας στο εν λόγω ακίνητο, σε κάθε δε περίπτωση υπάρχει, "δυσαρμονία" μεταξύ "πρόθεσης και βούλησης" της τελευταίας για την κτήση της κυριότητάς της σ'αυτό το ακίνητο με έκτακτη χρησικτησία.
Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, αφού με αυτόν δεν αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση διαγνωστικό σφάλμα ως προς το αληθινό περιεχόμενο των πιο πάνω εγγράφων, δηλαδή λάθος κατά την ανάγνωση, αλλά σφάλμα ως προς την εκτίμηση και ερμηνεία του περιεχομένου τους.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6-12-2006 αίτηση του Φιλανθρωπικού Σωματείου με την επωνυμίαν "ΕΛΕΗΜΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΘΗΝΩΝ (ΓΗΡΟΚΟΜΕΙΟΝ-ΠΤΩΧΟΚΟΜΕΙΟΝ)" για αναίρεση της 4206/2006 οριστικής απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ