Supreme Court partially allows appeal against second defendant, remands case to court of first instance.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal filed by the heirs against the second defendant, Ψ1, and remanded the case to the Court of First Instance of Larissa. The court found the lower court erred in dismissing a specific claim for damages due to the death of the plaintiff's son, deeming it indefinite rather than properly substantiated. Consequently, the appeal was accepted in part regarding the relationship between the appellants and the second defendant, while the case was sent back for retrial on the merits.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(14) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court partially allows an appeal when the lower court incorrectly declares a claim indefinite, remanding the case for retrial on the merits to the original court of first instance.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1415 / 2008 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1415/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Πετράκη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ιωάννη Σίδερη (κωλυομένης της Αρεοπαγίτου Ελένης Μαραμαθά) και Γεωργία Λαλούση, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Μαΐου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων-καλούντων: 1) Χ1, 2) Χ2, 3) Χ3. Η πρώτη παρίσταται ατομικά ως αναιρεσείουσα και όπως και οι δύο άλλοι καλούντες ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της αναιρεσείουσας Χ συνεχίζουν τη δίκη και ως προς αυτό το κεφάλαιο και εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Σαμαρά και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων-καθ'ών η κλήση: 1) Ψ1, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 2) Εδρεύουσας στη Αθήνα εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ Η ΕΘΝΙΚΗ", που εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Τσατσάνη και κατέθεσε προτάσεις.
Στη συνέχεια, ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων, αφού έλαβε το λόγο, δήλωσε ότι οι αναιρεσείοντες παραιτούνται από το δικόγραφο της από 19/5/2006 αίτησής τους για αναίρεση της 527/2005 απόφασης του Εφετείου Λάρισας, ως προς τον 2ο των ως άνω αναιρεσιβλήτων.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/12/2002 αγωγή της 1ης των ως άνω αναιρεσειόντων και της Χ, η οποία απεβίωσε στις 26-1-2006 και συνεχίζουν τη δίκη οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι, πρώτη αναιρεσείουσα και οι άλλοι δύο καλούντες, καθώς και προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 207/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 527/2005 οριστική του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αρχικά αναιρεσείουσες με την από 19/5/2006 αίτησή τους, δικάσιμος της οποίας ορίστηκε η 27η Απριλίου 2007, κατά την οποία δηλώθηκε ο θάνατος της αρχικώς ενάγουσας Χ και επήλθε βιαία διακοπή της δίκης. Την υπόθεση επαναφέρουν εκ νέου προς συζήτηση οι ως άνω αναιρεσείοντες-καλούντες με την από 7/3/2008 κλήση τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Γεωργία Λαλούση, ανέγνωσε την από 17/4/2007 έκθεση του παραιτηθέντος και ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτου Αντωνίου Παπαθεοδώρου, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των τρίτου και τέταρτου λόγων αναίρεσης και την απόρριψη των λοιπών. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της 2ης αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι η παρούσα αναιρετική δίκη διακόπηκε βίαια λόγω θανάτου της δεύτερης αναιρεσείουσας Χ την 26-1-2006, η διακοπή δε επήλθε από τη γνωστοποίησή της προς τους αναιρεσιβλήτους με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της πρώτης αναιρεσείουσας κατά τη δικάσιμο της 27-4-2007, που καταχωρίστηκε στα οικεία πρακτικά με την επιπρόσθετη δήλωση ότι συνεχίζουν τη δίκη οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτής ήτοι οι α) Χ2, β) Χ3, και γ) Χ1(1η αναιρεσείουσα), μετά δε τη δήλωση αυτή η συζήτηση αναβλήθηκε με αίτημα των αναιρεσειόντων για την 7-3-2007, οπότε η συζήτηση ματαιώθηκε. Ήδη η υπόθεση φέρεται προς συζήτηση με κλήση της πρώτης αναιρεσείουσας και των εξ αδιαθέτου κληρονόμων της αποβιώσασας δεύτερης αναιρεσείουσας.
Από τις διατάξεις των άρθρων 294, 296, 297, 573 παρ. 1 και 495 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι παραίτηση ολική ή μερική από το δικόγραφο της αναίρεσης, μπορεί να γίνει και με προφορική δήλωση, πριν από την έναρξη της προφορικής συζήτησης της υπόθεσης, που καταχωρίζεται στα πρακτικά και επιφέρει αντίστοιχη (ανάλογα με το περιεχόμενο και την έκτασή της) κατάργηση της δίκης (ΟλΑΠ 4/1992), χωρίς να είναι αναγκαία η συναίνεση του αναιρεσιβλήτου.
Στην προκείμενη περίπτωση ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσειόντων, πριν από την έναρξη της προφορικής συζήτησης της υπόθεσης, δήλωσε ότι αυτοί παραιτούνται από το δικόγραφο της κρινόμενης αναίρεσης κατά το μέρος που αυτή στρέφεται κατά του πρώτου από τους αναιρεσιβλήτους Ψ1, ο οποίος δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το οικείο πινάκιο.
Η δήλωση παραίτησης, εφόσον είναι σύμφωνη προς τις διατάξεις που μνημονεύονται στην αρχή της παραγράφου επέφερε τα αποτελέσματά της και πρέπει να θεωρηθεί η αναίρεση ως μη ασκηθείσα και να καταργηθεί η δίκη ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχόμένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για σφάλμα αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 2/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείουσες, μητέρα και μάμμη αντίστοιχα του τραυματισθέντος θανάσιμα σε τροχαίο ατύχημα Γ1, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι κατά το σχηματισμό της κρίσης του για τις συνθήκες του ατυχήματος και την ύπαρξη ή όχι συνυπαιτιότητας στον θανόντα παραμόρφωσε το περιεχόμενο του σχεδιαγράμματος της τροχαίας, καθώς και τη συνοδεύουσα αυτό έκθεση αυτοψίας, τα οποία κατά τα εκτιθέμενα στον πρώτο λόγο της αναίρεσης ανέγνωσε λανθασμένα με αποτέλεσμα να δεχθεί ότι η επιφάνεια του αυτοκινήτου που συγκρούσθηκε είναι η πίσω δεξιά και της μοτοσυκλέτας η εμπρόσθια, ενώ από τα άνω δύο δημόσια έγγραφα προκύπτει ότι η επιφάνεια του αυτοκινήτου που συγκρούσθηκε είναι η δεξιά εμπρόσθια και της μοτοσυκλέτας η αριστερή.
Από την προσβαλλόμενη απόφαση, όμως, προκύπτει, ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα σχετικά με τις συνθήκες του ατυχήματος και ειδικότερα περί των επιφανειών των δύο οχημάτων που συγκρούστηκαν, έλαβε υπόψη την κατάθεση του μάρτυρα και όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και το σχεδιάγραμμα της τροχαίας, καθώς και τη σχετική έκθεση αυτοψίας, τα οποία συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα χωρίς να εξαίρει αυτά αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε.
Ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, επομένως, είναι αβάσιμος.
Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Εξάλλου, κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 2/2008).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση οι αναιρεσείουσες με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την προαναφερόμενη πλημμέλεια από τον αρ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα νομίμως προσκομισθέντα με επίκληση από αυτές κρίσιμα αποδεικτικά έγγραφα για την εκτίμηση περί υπάρξεως ή όχι συνυπαιτιότητας του θανόντος για την πρόκληση του ατυχήματος, και ειδικότερα ότι δεν έλαβε υπόψη του α) την από .....έκθεση αυτοψίας του τροχαίου ατυχήματος και β) το από .....
σχεδιάγραμμα του τμήματος τροχαίας Βόλου. Από τη βεβαίωση όμως που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενό της δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα παραπάνω έγγραφα και επομένως ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ο οποίος εφαρμόστηκε (υπαγωγικός συλλογισμός), ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου απ' αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφεια.
Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου10 του ν ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, ύστερα από αξιολόγηση του όλου αποδεικτικού υλικού, δέχθηκε ανέλεγκτα σχετικά με την παραδοχή της ένστασης συνυπαιτιότητας του τραυματισθέντος κατά το ατύχημα και θανόντος οδηγού της μοτοσικλέτας τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Για την πρόκληση όμως της ως άνω σύγκρουσης και τον εξ αυτής προκληθέντα θάνατο του Γ1 συνέβαλε και αμελής συμπεριφορά του ιδίου, αφού αυτός είχε αναλάβει την οδήγηση της ως άνω μοτοσικλέτας του ενώ εστερείτο αδείας ικανότητος οδηγού μοτοσικλέτας, δεν φορούσε κράνος ασφαλείας και παρά το ότι επλησίαζε σε ισόπεδη διασταύρωση δεν εμείωσε την ταχύτητα της μοτοσικλέτας του, αλλ' εκινείτο με υπερβολική τοιαύτη, όπως τούτο καταμαρτυρείται από τη σφοδρότητα της σύγκρουσης των ως άνω οχημάτων, από την εκτίναξη του σώματος του μοτοσικλετιστή σε ικανή απόσταση και από το γεγονός ότι αυτός δεν πρόφθασε να αντιδράσει προ του δημιουργηθέντος κινδύνου είτε δια τροχοπεδήσεως της μοτοσικλέτας του είτε δια της πραγμάτωσης αποφευκτικού ελιγμού.
Είναι φανερό ότι αυτός αντί να κινείται με ταχύτητα 40 χιλιομέτρων την ώρα (κίνηση εντός κατοικημένης περιοχής με ανώτατο όριο ταχύτητος 50 χιλιόμετρα την ώρα, πλησίασμα σε ισόπεδη διασταύρωση που επέβαλε τη μείωση της ταχύτητας των 50 χιλιομέτρων σε ακόμη μικροτέραν) εκινείτο με τοιαύτη που υπερέβαινε τα 80 χιλιόμετρα την ώρα (παραβάσεις άρθρων 94 παρ. 3περ. 9, 12 παρ. 6, 19 παρ. 3 και 20 παρ. 1, 12 ΚΟΚ για τον οδηγό της μοτοσικλέτας), της συνυπαιτιότητος αυτού συντελεσάσης στην πρόκληση του ως άνω ατυχήματος και τον εντεύθεν επελθόντα θάνατό του, σε ποσοστό 40%".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε ασαφείς αιτιολογίες σχετικά με την ένσταση συνυπαιτιότητας του θανατωθέντος οδηγού της μοτοσικλέτας, δεδομένου ότι η ένσταση συνυπαιτιότητας, την οποία προέβαλαν και με λόγο έφεσης οι εναγόμενοι είχε διπλή θεμελίωση, αφού προτεινόταν ότι ο θανατωθείς οδηγός της μοτοσικλέτας συνετέλεσε στην πρόκληση του ατυχήματος παραβιάζοντας κανόνες του ΚΟΚ κατά την οδήγηση αυτής, αλλά και ότι επιπλέον συνετέλεσε στην πρόκληση του θανάτου του επειδή δεν φορούσε προστατευτικό κράνος λαμβανομένου υπόψη ότι τραυματίστηκε στο κεφάλι.
Στην απόφαση όμως παρότι αποδίδεται αμέλεια και συντρέχον πταίσμα στον οδηγό της μοτοσικλέτας και για τις δύο περιπτώσεις δεν διευκρινίζεται κατά ποίο ποσοστό ο οδηγός της μοτοσικλέτας υπήρξε συνυπαίτιος στην πρόκληση του ατυχήματος και κατά ποίο ποσοστό συνετέλεσε στο θάνατό του η παράλειψη χρήσης προστατευτικού κράνους.
Συγκεκριμένα, δεν καθίσταται σαφές από όσα δέχεται αν σε 40% ανέρχεται το συντρέχον πταίσμα αυτού για τη σύγκρουση των οχημάτων και σε 40% για τις θανατηφόρες σωματικές βλάβες που υπέστη εκ του γεγονότος ότι δεν έφερε κράνος (βαρεία κρανιοεγκεφαλική κάκωση) ή ανέρχεται σε 40% συνολικά για αμφότερες τις αιτίες (ΑΠ 770/2005).
Τη στιγμή, μάλιστα, που η εν λόγω διευκρίνηση είναι αναγκαία για τη μείωση της οφειλόμενης αποζημίωσης, αφού η μείωση αυτής από την παράλειψη της χρήσης προστατευτικού κράνους περιορίζεται σ' εκείνο το τμήμα της αποζημίωσης προς το οποίο συνδέεται αιτιωδώς (ψυχική οδύνη λόγω θανάτου, αξίωση αποζημίωσης λόγω της στέρησης παροχής υπηρεσιών από τη μητέρα στη συγκεκριμένη περίπτωση) και όχι για τις υπόλοιπες ζημίες (υλικές ζημίες από τις φθορές της μοτοσικλέτας, έξοδα κηδείας κλπ).
Λόγω της ασάφειας αυτής καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή όχι εφαρμογή των άρθρων 297, 298, 300 και συνεπώς ο τρίτος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 914, 928 εδ β' και 1508 ΑΚ προκύπτει ότι για το ορισμένο της αγωγής με την οποία οι γονείς του θανατωθέντος τέκνου αξιώνουν αποζημίωση από τον υπαίτιο για στέρηση των προς αυτούς υπηρεσιών του τέκνου αρκεί να εκτίθεται σ' αυτή ότι το τέκνο αποτελούσε μέλος του οίκου των γονέων του και διατρεφόταν από αυτούς, καθώς και να προσδιορίζεται το είδος και η έκταση των υπηρεσιών που προσέφερε ώστε να καθίσταται δυνατό να κριθεί αν αυτές ήταν ανάλογες με τις δυνάμεις και τις βιοτικές τους συνθήκες και να αποτιμηθεί η αξία τους.
Στην προκείμενη περίπτωση η πρώτη αναιρεσείουσα-ενάγουσα, μητέρα του θανόντος οδηγού της μοτοσικλέτας, στην επιτρεπτώς επισκοπούμενη κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ αγωγή της από 20-12-2002 (αριθ. κατ. 500/2002) και στο επιγραφόμενο κεφάλαιο αυτής ως "αποζημίωση για στέρηση υπηρεσιών τέκνου" ιστορεί τα ακόλουθα: "ο θανών Γ1 συμβιούσε με την πρώτη ενάγουσα μητέρα του και διατρεφόταν από αυτή, ήταν δε το μόνο της παιδί, αποτελώντας συνάμα και το μοναδικό της στήριγμα, λόγω του γεγονότος ότι ο πατέρας του Γ1 και σύζυγος της πρώτης ενάγουσας πέθανε όταν ο ανωτέρω ήταν μόλις δέκα έξι (16) ετών, δηλαδή προς τεσσάρων ετών.
Κατά τη διάρκεια της προ του ατυχήματος συμβίωσης, ο θανατωθείς παρείχε στην πρώτη από εμάς, ενάγουσα μητέρα του, τις υπηρεσίες του για την αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών και των αναγκών διατήρησης του οίκου. Κατά το χρονικό διάστημα από του θανάσιμου τραυματισμού του (21-5-2002), η πρώτη από εμάς ενάγουσα, στερήθηκα τις υπηρεσίες του, με τις οποίες αυτός θα συνεισέφερε, ανάλογα με τις δυνάμεις του, για την αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, όπως η μέριμνα για την προμήθεια των αναγκαίων για τη διαβίωση και την πληρωμή των διαφόρων λογαριασμών (ΔΕΗ-ΟΤΕ-ΔΕΥΑΜΒ), συνεπεία δε της στερήσεως αυτών, η πρώτη από εμάς ενάγουσα, ζημιώθηκα κατά μήνα το ποσό που απαιτείται για την αναπλήρωσή τους.
Συνεπώς η ζημία της πρώτης από εμάς, ενάγουσας, από την αιτία αυτή ανέρχεται για το μεν χρονικό διάστημα από του ατυχήματος (21-5-2002) μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2002 σε κεφάλαιο εφ' άπαξ ανερχόμενο στο ποσό των ευρώ (3650) τριών χιλιάδων εξακοσίων πενήντα (7 και 1/3 μήνες Χ 500 ευρώ το μήνα)". Με βάση το ιστορικό αυτό η πρώτη ενάγουσα ζητεί να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να της καταβάλουν το ανωτέρω ποσό με το νόμιμο τόκο.
Με το ανωτέρω περιεχόμενο η αγωγή κατά το προαναφερόμενο κονδύλιο είναι πλήρως ορισμένη, εφόσον εκτίθεται σ' αυτήν ότι ο θανατωθείς γυιός της ενάγουσας αποτελούσε μέλος της οικογένειάς της, συμβιούσε και διατρεφόταν από αυτήν, και προσδιορίζεται το είδος και η έκταση των υπηρεσιών που προσέφερε, έτσι ώστε είναι δυνατό να κριθεί αν αυτές είναι ανάλογες με τις δυνάμεις και τις βιοτικές τους συνθήκες και να αποτιμηθεί η αξία τους.
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε το ανωτέρω κονδύλιο ως αόριστο, διότι η ενάγουσα "δεν προσδιόρισε τον αναγκαίο χρόνον απασχόλησης του εν λόγω τέκνου της προς επιτέλεση των ως άνω εργασιών, σε εργατώρες ημερησίως, εβδομαδιαίως, μηνιαίως ή κατά δίμηνο ή τρίμηνο (ενόψει του ότι οι λογαριασμοί ΔΕΗ και ΟΤΕ εξοφλούνται μια φορά ανά δίμηνο και ο λογαριασμός ύδατος μια φορά ανά τρίμηνο), και δεν ανήγαγε αυτές σε ημερομίσθια κατά μήνα ή δίμηνον πραγματοποιούμενα, ούτε προσδιόρισε το χρηματικό ποσό με το οποίο υπολόγισε την αμοιβή της εργατώρας ή του ημερομισθίου, αλλά προσδιόρισε την εκ της ως άνω αιτίας ζημία της, κατ' αποκοπήν και όλως αορίστως στο ποσό των 500 ευρώ το μήνα".
Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο παρά το νόμο απέρριψε ως ποσοτικά αόριστη την αγωγή κατά το ανωτέρω κονδύλιο και συνεπώς παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο. Ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης, επομένως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Η αναίρεση, κατ' ακολουθίαν πρέπει να γίνει δεκτή εν μέρει κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό μέρη (σχετικά με την ένσταση συνυπαιτιότητας του οδηγού της μοτοσικλέτας και την απόρριψη του λόγου έφεσης της πρώτης ενάγουσας που αναφέρεται στην απόρριψη του κονδυλίου για τη ζημία της από την στέρηση υπηρεσιών λόγω του θανάτου του γυιού της), να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τα ανωτέρω μέρη και μόνον όσον αφορά τις σχέσεις μεταξύ των αναιρεσειόντων και δεύτερης αναιρεσίβλητης και να παραπεμφθεί προς εκδίκαση κατά τα αναιρούμενα μέρη στο ίδιο Εφετείο Λάρισας, που μπορεί να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Καταργεί τη δίκη επί της από 19-5-2006 αίτησης για αναίρεση της 527/2005 απόφασης του Εφετείο Λάρισας κατά το μέρος που στρέφεται κατά του πρώτου αναιρεσιβλήτου Ψ1. Αναιρεί την 527/2005 απόφαση του Εφετείου Λάρισας κατά τα μέρη που αναφέρονται στο σκεπτικό και μόνον όσον αφορά τις σχέσεις μεταξύ των αναιρεσειόντων και της δεύτερης αναιρεσίβλητης.
Παραπέμπει την υπόθεση, μόνο κατά το άνω αναιρούμενο μέρος, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο Λάρισας, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Καταδικάζει την δεύτερη αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2008.
Δημοσιεύτηκε σε έκτακτη δημόσια στο ακροατήριο συνεδρίαση στις 25 Ιουνίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ