Legislator Case Law & Legislation
1415/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on res judicata grounds regarding prior wage claims in employment dispute.

Case Number 1415/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the Court of Appeal's decision and remanded the case for retrial. The appellant, a cleaner, sued for unpaid wages covering a period where previous judgments had already ruled on specific salary calculations. The Court held that the legal issue regarding the applicability of the prior final judgments constituted res judicata, preventing the court from re-examining the same legal relationship. Consequently, the appeal was rejected as the matter was already legally settled by earlier decisions.

Legislator headnote

AI generated

Articles 321, 322, 324, 331 of the Code of Civil Procedure; The principle of res judicata applies to prevent re-litigation of the same legal issue and factual relationship, barring a new claim on the same subject matter when prior final judgments have already determined the rights of the parties.

Keywords

AI generated
res judicata final judgment employment dispute wage claims legal issue identity remand for retrial Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 321, 322, 324 and 331 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraphs 16 and 18 of the Code of Civil Procedure
Article 580, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 1/2003

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1415 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1415/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο - Φιλήτα Περίδη και Ηλία Γιαννακάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ..... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεωνίδα Πανούση, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσίβλητου: Νοσοκομείου Αφροδισίων και Δερματικών Νόσων Αθήνας «ΑΝΔΡΕΑΣ ΣΥΓΓΡΟΣ», (Ν.Π.Δ.Δ.), που εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ζαχαρία Σεληνιωτάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/4/1994 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 450/95 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 6315/1997 του Εφετείου Αθηνών και μετά από άσκηση αναίρεσης η 226/2001 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία αναιρέθηκε η ως άνω εφετειακή απόφαση και παραπέμφθηκε η υπόθεση στο ως άνω Εφετείο για περαιτέρω εκδίκαση, το οποίο στη συνέχεια εξέδωσε την 8352/2001 μη οριστική απόφασή του. Τέλος εκδόθηκε η 8939/2002 οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21/7/2004 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Κολυβάς, ανέγνωσε την από 7/1/2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του λόγου αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψή της και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324 και 331 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι από τελεσίδικη απόφαση παράγεται δεδικασμένο και όταν το αντικείμενο της νέας δίκης που διεξάγεται μεταξύ των ιδίων προσώπων είναι διαφορετικό μεν από εκείνο της δίκης που προηγήθηκε, έχει όμως ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη, τούτο δε συμβαίνει όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια δικαιολογητική σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα με αυτό που κρίθηκε στην προηγούμενη δίκη. Ο κανόνας αυτός δεν ισχύει αν κατά τον κρίσιμο για τη μεταγενέστερη δίκη χρόνο έχει επέλθει μεταβολή του νομικού καθεστώτος που διέπει την έννομη σχέση ή τις έννομες συνέπειες που απορρέουν από αυτή, αφού δεν υπάρχει τότε η απαιτούμενη για την ενεργοποίηση του δεδικασμένου ταυτότητα νομικής αιτίας. Ειδικότερα στην περίπτωση διαρκούς ενοχικής σχέσεως από την οποία πηγάζουν πλείονες έννομες συνέπειες, όπως είναι η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία η απασχόληση του μισθωτού θεμελιώνει ποικίλες αξιώσεις που στηρίζονται σε διάφορους ουσιαστικούς νόμους, ΣΣΕ ή Δ.Α., το δεδικασμένο των αποφάσεων που κρίνου επιμέρους αξιώσεις του μισθωτού, ως έννομες συνέπειες της εν λόγω διαρκούς έννομης σχέσεως, τελεί υπό την προϋπόθεση ότι το νομοθετικό καθεστώς που ισχύει κατά τον κρίσιμο χρόνο, θα παραμείνει αναλλοίωτο και στο μέλλον.

Συνεπώς η τελεσίδικη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι η συνιστώσα προδικαστικό ζήτημα για τις επιμέρους αξιώσεις του μισθωτού σύμβαση εξαρτημένης εργασίας διέπεται από πλέγμα υφισταμένων τότε διατάξεων δεν αποτελεί δεδικασμένο για την εκτός του κριθέντος χρονικού διαστήματος και στο μέλλον αναγόμενη χρονική περίοδο, αν κατά την περίοδο αυτή δεν παρέμεινε αναλλοίωτο το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς, δηλαδή αν οι ζητούμενες με νεώτερη αγωγή επιμέρους αξιώσεις του μισθωτού που γεννήθηκαν σε μεταγενέστερο του ήδη κριθέντος χρονικό διάστημα, στηρίζονται σε νέες νομοθετικές διατάξεις, διάφορες εκείνων που ίσχυαν κατά την πρώτη δίκη.

Τέτοιες νέες νομοθετικές διατάξεις είναι, κατά το κανονιστικό τους μέρος, και οι όροι των ΣΣΕ ή Δ.Α., οι οποίοι προσδιορίζουν, ενόψει της ισχύος τους για συγκεκριμένη χρονική περίοδο (άρθρ. 9 και 16 παρ. 3 του Ν. 1876/1990), όχι μόνο την έκταση αλλά και το είδος των βασικών αποδοχών και των επιδομάτων του μισθωτού για την περίοδο εκείνη.

Επομένως, από της ισχύος κάθε νέας ΣΣΕ ή ΔΑ μεταβάλλεται το νομοθετικό καθεστώς και οι αποφάσεις που έκριναν αξιώσεις των εργαζομένων ορισμένου χρονικού διαστήματος, ρυθμιζόμενες από τις ισχύουσες τότε ΣΣΕ ή ΔΑ δεν αποτελούν δεδικασμένο και για τις αξιώσεις αυτών μεταγενέστερου χρονικού διαστήματος που στηρίζονται στις ισχύουσες κατά το διάστημα αυτό νεώτερες ΣΣΕ ή ΔΑ.

Περαιτέρω, το νομικό καθεστώς της 42/1981 απόφασης ΔΔΔΔ Πειραιώς «περί των όρων αμοιβής και εργασίας του προσωπικού νοσηλευτικών κλπ ιδρυμάτων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ», η οποία κηρύχθηκε εκτελεστή και ακολούθως υποχρεωτική με τις VA 16170/1981 και 18749/1981, αντίστοιχα, μεταβλήθηκε με την από 22-12-1988 ΕΣΣΕ η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική (ΥΑ 17853/89) για όλους τους εργοδότες και εργαζομένους του επαγγέλματος στο οποίο αφορά και ίσχυσε από 1-7-1988, σύμφωνα με το άρθρο 10 αυτής.

Με τη ΕΣΣΕ αυτή επεκτάθηκαν στους εργαζομένους με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στα νοσοκομεία του ΝΔ 2593/1953, που είναι μέλη των σωματείων των ανηκόντων στην ΠΟΕΔΗΝ, στο σύνολό τους οι διατάξεις του Ν. 1505/1984 όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 1810/1988. Με το άρθρο 9 της παραπάνω ΕΣΣΕ ορίστηκε ότι τυχόν καταβαλλόμενες ανώτερες αποδοχές από αυτές που καθορίζονται με τη συλλογική αυτή σύμβαση διατηρούνται.

Τούτο έχει την έννοια της διατήρησης των μέχρι της μεταβολής του νομικού καθεστώτος ανωτέρων αποδοχών και όχι της εξακολούθησης και μετά ταύτα του προϊσχύοντος νομικού καθεστώτος (Ολ. ΑΠ 10/2002, 3/2003). Εξάλλου από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων του Κ.Πολ.Δικ. και εκείνων των άρθρων 106, 216 παρ. 1 και 559 αριθ. 9 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι αν με αγωγή που προηγήθηκε είχε καταχθεί σε δίκη μέρος μόνο μιας απαιτήσεως, το οποίο και επιδικάστηκε, δεδικασμένο (υπό τη θετική και αρνητική λειτουργία του) γεννιέται μόνο ως προς το μέρος αυτό, αφού το επιπλέον δεν είχε προβληθεί και συνεπώς το δικαστήριο δεν επιλήφθηκε αυτού.

Στη περίπτωση αυτή ο δικαιούχος μπορεί με μεταγενέστερη αγωγή να ζητήσει το υπόλοιπο της ιδίας απαίτησης χωρίς να αποκρούεται από το δεδικασμένο. Αν όμως με την προγενέστερη αγωγή η απαίτηση είχε ασκηθεί ως αποτελούσα το όλον και η απόφαση που εκδόθηκε έκρινε για το όλον της απαιτήσεως, τότε αποκλείεται με νέα αγωγή να ζητηθεί και άλλο μέρος της ίδιας απαίτησης, αφού κρίθηκε ότι η απαίτηση ήταν αυτή που επιδικάστηκε (Ολ.

ΑΠ 1/2003).

Εν προκειμένω από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα απασχολουμένη ως καθαρίστρια στο αναιρεσίβλητο νοσοκομείο με σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, με την ένδικη αγωγή της ζήτησε διαφορές αποδοχών για το από 1-1-1989 έως 16-6-1992 χρονικό διάστημα λόγω μη υπολογισμού του ημερομισθίου της και συνακόλουθα και της αμοιβής της για εργασία κατά Κυριακές και εξαιρέσιμες ημέρες με βάση τα εκάστοτε κατώτατα ημερομίσθια εργατοτεχνίτη που προβλέπουν οι ΕΓΣΣΕ και με εφαρμογή κατά τα λοιπά του νομικού καθεστώτος της 42/1981 απόφασης του ΔΔΔΔ Πειραιώς.

Προηγουμένως η αναιρεσείουσα είχε ασκήσει κατά του αναιρεσιβλήτου δύο αγωγές επί των οποίων εκδόθηκαν οι 11028/89 και 9785/95 αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών. Με τις αποφάσεις αυτές κρίθηκε ότι η αναιρεσείουσα εδικαιούτο διαφορές αποδοχών για τα τότε επίδικα χρονικά διαστήματα από 1-1-85 έως 30-4-88 και από 1-5-88 έως 31-12-1990 με βάση υπολογισμού βασικού ημερομισθίου κατά το άρθρ. 29 της ΔΑ 42/1981, δηλαδή ημερομίσθιο ασφαλείας εκ 645 δραχμών, πλέον των διαφόρων επιδομάτων, που ζητήθηκαν και επιδικάστηκαν ως το όλον της απαιτήσεως της αναιρεσείουσας.

Επί της ένδικης αγωγής εκδόθηκε η 6315/1997 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που επιλήφθηκε επί αντιθέτων εφέσεων των διαδίκων και απέρριψε την αγωγή. Η απόφαση αυτή αναιρέθηκε με την 226/2001 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού κατά παραδοχή του λόγου ότι παρά το νόμο το Εφετείο δεν δέχθηκε δεδικασμένο από τις τελεσίδικες αποφάσεις και κυρίως από την 9785/1995 με την οποία είχε γίνει δεκτή η προγενέστερη αγωγή της αναιρεσείουσας, που αφορούσε και σε διάστημα μετά τη μεταβολή του μισθολογικού καθεστώτος, δηλαδή μετά την από 1-7-1988 έναρξη ισχύος της από 22-12-1988 ΕΣΣΕ, και είχε κριθεί ότι η αναιρεσείουσα δικαιούται αποδοχών με βάση το προηγούμενο μισθολογικό καθεστώς.

Το Εφετείο, που μετά ταύτα επιλήφθηκε ως δικαστήριο της παραπομπής, δέχθηκε την έφεση του αναιρεσίβλητου νοσοκομείου και απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, καθόσον δεν δέχθηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο από τις τελεσίδικες αποφάσεις επί των προηγουμένων αγωγών, ενώ σύμφωνα με την παραπάνω αναιρετική απόφαση, προς την οποία δεν συμμορφώθηκε, υπήρχε δεδικασμένο από την 9785/95 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Επομένως πρέπει να γίνει δεκτός ο λόγος αναιρέσεως αληθώς από τους αριθμούς 16 και 18 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ως βάσιμος στη ουσία του, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση αυτού από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 8939/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1.100) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Απριλίου 2006.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, το ακροατήριό του, στις 27 Ιουνίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ