Supreme Court dismisses State's appeal, ruling all public sector employees with indefinite contracts are entitled to statutory severance pay.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a First Instance Court decision awarding severance pay to a public sector engineer. The State argued that only specific technical personnel were eligible for this statutory benefit, while the employee claimed entitlement based on general employment laws. The court ruled that the specific exclusion for certain personnel does not negate the general right to severance pay for all indefinite contract holders, thereby upholding the lower court's award.
Legislator headnote
AI generatedArticles 55(4)(a) of PD 410/1988; Article 6(1) of Law 3320/2005; Article 47 of Law 3996/2011: The non-application of specific provisions regarding pension insurance for certain public sector employees does not preclude their entitlement to statutory severance pay under general employment regulations.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1414 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1414/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη - Εισηγήτρια, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νίκη Κατσιαούνη, Μαρία Γιαννακοπούλου και Απόστολο Φωτόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 9 Απριλίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Διονυσία Νταϊφώτη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, μη δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Ρ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Γεωργία Κορμά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η oποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-3-2018 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 687/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 2432/2022 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 15-6-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 15.6.2022 και με αριθμό εκθ. καταθ. 60206/96/21.6.2022 αίτηση αναίρεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών με αριθμό 2432/8.3.2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσία η από 20.8.2019 (αριθμ.
κατάθ. 67840/3053/21.8.2019) έφεση του εναγομένου-εκκαλούντος [αναιρεσείοντος] κατά της υπ' αριθμ. 687/2019 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσία η από 26.3.2018 και με αριθμό κατάθ. 29078/440/2018 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου. Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, εφ' όσον από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και αυτή ασκήθηκε εντός διετίας από τη δημοσίευσή της (άρθρα 147 παρ. 1, 552, 553, 556, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις του άρθρου 55 παρ. 1, 2, 4 εδ. α', 7 εδ. α' και 10 Π.Δ 410/1988 (Φ.Ε.Κ. Α' 191/1988), εκδοθέντος δυνάμει νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως του άρθρου 23 παρ. 11 Ν. 1735/1987, ως η παράγραφος 4 εδ. α' έχει αντικατασταθεί δια του άρθρου 6 παρ. 1 Ν. 3320/2005, ορίζονται τα εξής: "1. Με την επιφύλαξη των διατάξεων των παραγράφων 3 και 4 του άρθρου αυτού, η αποζημίωση λόγω απόλυσης ή καταγγελίας της σύμβασης εργασίας από την υπηρεσία καθορίζεται ως εξής:
α) Για το προσωπικό που έχει συνεχή υπηρεσία από ένα έτος μέχρι τρία έτη οι αποδοχές ενός μήνα, πάνω από τρία και μέχρι έξι έτη οι αποδοχές δύο μηνών, πάνω από έξι και μέχρι οκτώ έτη οι αποδοχές τριών μηνών και πάνω από οκτώ και μέχρι δέκα έτη οι αποδοχές τεσσάρων μηνών. β) Για κάθε συμπληρωμένο έτος υπηρεσίας μετά τα δέκα και μέχρι τριάντα έτη, η πιο πάνω αποζημίωση προσαυξάνεται με το ποσό των αποδοχών ενός μήνα. 2.
Ο υπολογισμός της αποζημίωσης γίνεται με βάση τις τακτικές αποδοχές του τελευταίου μήνα με καθεστώς πλήρους απασχόλησης. Κατά τον υπολογισμό της αποζημίωσης, οι μηνιαίες αποδοχές δε λαμβάνονται υπόψη κατά το ποσό που υπερβαίνουν το οκταπλάσιο του ημερομισθίου ανειδίκευτου εργάτη, πολλαπλασιαζόμενο με τον αριθμό τριάντα (30). 3.
Στο προσωπικό του Κεφαλαίου αυτού που υπάγεται για τη χορήγηση σύνταξης στην ασφάλιση του Δημοσίου και απολύεται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 49, 50 και 51 εφόσον κατά το χρόνο της απόλυσης δικαιούται σύνταξης από δική του υπηρεσία από το Δημόσιο, δεν καταβάλλεται η αποζημίωση που ορίζεται από την παράγραφο 1.
Στο προσωπικό αυτό που απολύεται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 52 και 53, εφόσον κατά το χρόνο της απόλυσης ή καταγγελίας της σύμβασης δικαιούται σύνταξης από δική του υπηρεσία, καταβάλλεται αποζημίωση ίση με το μισό αυτής που ορίζεται από την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού, με εξαίρεση τις περιπτώσεις α, β και γ της παραγράφου 1 του άρθρου 53, για τις οποίες δεν οφείλεται καμιά αποζημίωση. 4.
Το προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, το οποίο δεν υπάγεται, για τη χορήγηση σύνταξης, στην ασφάλιση του Δημοσίου, εφόσον συμπληρώνει τις προϋποθέσεις για λήψη σύνταξης, δύναται να αποχωρεί από την υπηρεσία λαμβάνοντας το μεν επικουρικά ασφαλισμένο το 40%, το δε μη επικουρικά ασφαλισμένο το 50% της προβλεπόμενης από τις κείμενες διατάξεις αποζημίωσης.
Στο προσωπικό αυτό που απολύεται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 49, 50, 51, 52 και 53, εφόσον κατά το χρόνο της απόλυσης δικαιούται σύνταξης από δική του υπηρεσία, καταβάλλεται αποζημίωση ίση με το μισό από αυτήν που ορίζεται στην παράγραφο 1 του άρθρου αυτού, με εξαίρεση τις περιπτώσεις α, β και γ της παραγράφου 1 του άρθρου 53, για τις οποίες δεν οφείλεται καμιά αποζημίωση.
Της ίδιας αποζημίωσης και με τις ίδιες προϋποθέσεις δικαιούται και το προσωπικό που απολύεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 13. ... 10. Οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων έχουν ανάλογη εφαρμογή και στους μισθωτούς με σχέση εργασίας αόριστου χρόνου που υπηρετούσαν κατά τη δημοσίευση του ν. 993/1979 και του ν. 1188/1981, οι οποίοι δεν ανήκουν στο ειδικό επιστημονικό, τεχνικό ή βοηθητικό προσωπικό των άρθρων 9 του ν. 993/1979 και 258 του ν. 1188/1981".
Από τις προπαρατεθείσες διατάξεις συνάγεται ότι οι υπηρετούντες με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο, οι οποίοι δεν υπάγονται ως προς την χορήγηση σύνταξης στην ασφάλιση αυτού, εφ' όσον συμπληρώνουν τις προϋποθέσεις προς λήψη συντάξεως, λαμβάνουν, αποχωρούντες από την υπηρεσία, όσοι έχουν συμπληρώσει τις προϋποθέσεις προς λήψη και επικουρικής συντάξεως, το 40% της προβλεπομένης αποζημιώσεως, όσοι δε δεν έχουν συμπληρώσει τις εν λόγω προϋποθέσεις το 50%, ενώ προ της κατά τα ανωτέρω αντικαταστάσεως της διατάξεως του άρθρου 55 παρ. 4 εδ.
α' Π.Δ. 410/1988 δια του άρθρου 6 παρ. 1 Ν. 3320/2005, της εν λόγω αποζημιώσεως εδικαιούντο μόνον οι υπό σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου είτε ανήκοντες στο ειδικό επιστημονικό, τεχνικό και βοηθητικό προσωπικό του Δημοσίου του κεφαλαίου Γ' του Ν. 993/1979 είτε υπηρετούντες κατά την δημοσίευση των Ν. 993/1979 και 1188/1981 (ΑΠ 360/2019, 316/2019).
Περαιτέρω, με τη διάταξη της παρ. 1 εδ. α του άρθρου 49 του Ν. 993/1979 (άρθρο 55 παρ. 4 του ΠΔ 410/1988) σκοπήθηκε η διευκόλυνση της ανανέωσης του επί συμβάσει ιδιωτικού δικαίου προσωπικού του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ, ώστε να παρασχεθεί στους νέους η ευχέρεια για την εξεύρεση εργασίας. Προς τούτο θεσπίσθηκε ως κίνητρο το δικαίωμα λήψης αποζημίωσης από τους ως άνω μισθωτούς με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου κατά την αποχώρηση αυτών από την υπηρεσία, κατ' εξαίρεση του γενικού κανόνα της μη λήψης αποζημίωσης, σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης εκ μέρους τους (ΑΠ 1015/1995).
Η εν λόγω αποζημίωση δεν αποτελεί ασφαλιστική παροχή, διότι δεν συναρτάται με την ύπαρξη ασφαλιστικής σχέσης ούτε με την επέλευση ασφαλιστικού κινδύνου ή με προϋποθέσεις, οι οποίες προσιδιάζουν σε ασφαλιστική παροχή αλλά αποτελεί αποζημίωση προνοιακού χαρακτήρα (ΑΠ 316/2019, 360/2019), έχουσα τη φύση έκτακτης κατά την αποχώρηση του υπαλλήλου οικονομικής ενίσχυσης του ενόψει της διακοπής της σχέσης του με το Δημόσιο κατά τη συνταξιοδότησή του (ΣτΕ 2107/2017 ).
Με τη διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 55 του άνω ΠΔ δόθηκε η δυνατότητα στο προσωπικό του Κεφαλαίου Β, το οποίο υπηρετεί στο Δημόσιο ή σε ΝΠΔΔ με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου να αποχωρεί από την υπηρεσία, εφόσον συμπληρώνει τις προϋποθέσεις για λήψη σύνταξης και δεν υπάγεται για τη χορήγηση αυτής στην ασφάλιση του Δημοσίου, λαμβάνοντας το μεν επικουρικά ασφαλισμένο προσωπικό το 40%, το δε μη επικουρικά ασφαλισμένο το 50% της προβλεπόμενης στην παρ. 1 του άνω ΠΔ άρθρου αποζημίωσης, ο καθορισμός του ποσού της οποίας συναρτάται προς τον χρόνο συνεχούς υπηρεσίας του υπαλλήλου με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στο Δημόσιο ή σε ΝΠΔΔ.
Προϋποθέσεις για τη χορήγηση της αποζημίωσης αυτής, η οποία έχει προνοιακό χαρακτήρα, όπως προαναφέρθηκε, αποτελούν αφενός η μη υπαγωγή των μισθωτών στην ασφάλιση του Δημοσίου για τη χορήγηση σύνταξης (αρνητική προϋπόθεση), αφετέρου η συμπλήρωση των προϋποθέσεων λήψης σύνταξης γήρατος από τον ασφαλιστικό φορέα στον οποίο υπάγονται (θετική προϋπόθεση), ενώ η επικουρική ασφάλισή τους και η συμπλήρωση των προϋποθέσεων απόληψής επικουρικής σύνταξης δεν αποτελεί προϋπόθεση, αλλά συνιστά περίπτωση περαιτέρω περιορισμού της μειωμένης αποζημίωσης (ΑΠ 1359/2015, 1360/2015).
Σημειωτέον δε ότι κατά τις αναφερόμενες στην αποζημίωση διατάξεις, ως επικουρικά ασφαλισμένοι νοούνται μόνο όσοι υπάγονται σε φορέα ασφάλισης για τη λήψη επικουρικής σύνταξης, όχι και όσοι υπάγονται σε φορέα που έχει ως σκοπό την πρόσθετη ασφάλιση των ασφαλισμένων του και τη χορήγηση εφάπαξ βοηθήματος (ΑΠ 1359/2015, 1774/2012).
Η αντίθετη άποψη, σύμφωνα με την οποία ο χρόνος υπηρεσίας, που υπολογίσθηκε για τη χορήγηση εφάπαξ παροχής από ασφαλιστικό φορέα, δεν υπολογίζεται νόμιμα για την αναγνώριση και καταβολή αποζημίωσης κατά τη διάταξη του άρθρου 55 παρ. 4 του ΠΔ 410/1988, δεν βρίσκει έρεισμα σε καμία νομοθετική διάταξη αλλά ούτε και στη γενική αρχή του δημοσιονομικού δικαίου, σύμφωνα με την οποία δεν νοείται υπολογισμός του αυτού χρόνου υπηρεσίας για την απόλαυση μισθολογικών πλεονεκτημάτων από δύο πηγές, εκτός αν τούτο προβλέπεται από ρητή και σαφή διάταξη νόμου.
Με το άρθρο 47 του ν. 3996/2011 (Α' 170) ορίστηκε ότι: "1. Στο τέλος του άρθρου 4 του β.δ. της 3ης/13.7.1936 "Περί Οργανισμού του Ταμείου Προνοίας Δημοσίων Υπαλλήλων" (Α' 285) προστίθεται παράγραφος 4 ως εξής: "4. Στην ασφάλιση του Τομέα Πρόνοιας Δημοσίων Υπαλλήλων υπάγονται υποχρεωτικώς από 1.7.2011 και οι επί συμβάσει ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ανεξαρτήτως χρόνου πρόσληψης, υπάλληλοι του Δημοσίου και των Ν.Π.Δ.Δ.
των οποίων το μόνιμο προσωπικό υπάγεται στην ασφάλιση του Τομέα Πρόνοιας Δημοσίων Υπαλλήλων." 2. [...] 3. [...] 4. Οι υπάλληλοι της παραγράφου 1, συνταξιοδοτούμενοι από 1.1.2012 και εφεξής, δικαιούνται εφάπαξ βοήθημα ανάλογο με το χρόνο που έχουν συμπληρώσει στην ασφάλιση του Τομέα Πρόνοιας Δημοσίων Υπαλλήλων, με βάση τα οριζόμενα στην παράγραφο 3.
Για όσους δεν έχουν συμπληρώσει πέντε έτη ασφάλισης στον Τομέα, για τον υπολογισμό του εφάπαξ βοηθήματος λαμβάνεται υπόψη ο μέσος όρος των αποδοχών του χρόνου ασφάλισης. Οι ανωτέρω υπάλληλοι δικαιούνται και αποζημίωση λόγω συνταξιοδότησης του ν. 3198/1955 (Α' 98) σε συνδυασμό με το ν. 2112/1920 (Α' 67). Το ποσό της καταβαλλόμενης αποζημίωσης είναι ανάλογο με το χρόνο υπηρεσίας που έχει διανυθεί εκτός της ασφάλισης του Τομέα προς το συνολικό χρόνο υπηρεσίας. 5. [...]".
Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων ως και των αποφάσεων των πρωτοδικείων των εκδιδομένων επί εφέσεων κατ' αποφάσεων των ειρηνοδικείων συγχωρείται αναίρεση, εάν έχει παραβιασθεί κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αντιθέτως, εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι εν λόγω προϋποθέσεις, ως επίσης εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένως, η δε παραβίαση γίνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη υπαγωγή.
Εάν το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση συντελείται ειδικότερα, εάν το δικαστήριο εφήρμοσε τον νόμο, παρ' ότι τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έκρινε ως αποδειχθέντα, δεν ήσαν επαρκή προς τούτο, ή αντιθέτως δεν εφήρμοσε τον νόμο, παρ' ότι τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά ήσαν επαρκή, ως επίσης εάν προέβη σε υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας τα περιστατικά αυτά δεν υπήγοντο.
Από την επισκόπηση κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ της ένδικης αγωγής και των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτουν τα εξής: Με την αγωγή του, ο ενάγων-εφεσίβλητος [αναιρεσίβλητος] εξέθετε ότι είναι Ναυπηγός - Μηχανολόγος Μηχανικός και απασχολήθηκε στο εναγόμενο-εκκαλούν [αναιρεσείον] με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από το έτος 1984 έως το έτος 2016, οπότε αποχώρησε λόγω συνταξιοδότησης.
Ότι καθ' όλο το χρονικό διάστημα απασχόλησής του στο εναγόμενο ήταν αποκλειστικά ασφαλισμένος στον τομέα κύριας σύνταξης και τομέα πρόνοιας του ΤΣΜΕΔΕ. Ότι κατόπιν της λύσης της σχέσης εργασίας του στο Δημόσιο πληρούνται οι προϋποθέσεις για τη λήψη της αποζημίωσης που προβλέπεται στο άρθρο 55 του ΠΔ 410/1988, την οποία το εναγόμενο αρνείται να του καταβάλει.
Ζητούσε να υποχρεωθεί το εναγόμενο να του καταβάλει το ποσό των 15.000 ευρώ για την άνω αιτία, με τον νόμιμο τόκο κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή του και να καταδικασθεί στη δικαστική του δαπάνη. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την 687/2019 απόφασή του, αφού έκρινε την αγωγή ορισμένη και νόμιμη, δέχθηκε αυτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν και επιδίκασε στον ενάγοντα το παραπάνω πόσο, με τον νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής.
Μετά την άσκηση έφεσης κατ' αυτής εκ μέρους του εναγομένου, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών εξέδωσε την ήδη προσβαλλόμενη 2432/2022 απόφασή του, με την οποία δέχθηκε τυπικά την έφεση και απέρριψε αυτή κατ' ουσία, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.
Στην προκειμένη περίπτωση, το ως Εφετείο δικάζον Μονομελές Πρωτοδικείο δέχθηκε τα εξής: "Ότι ο αναιρεσίβλητος προσελήφθη από το αναιρεσείον ως Ναυπηγός - Μηχανολόγος Μηχανικός από το έτος 1984 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου έως το έτος 2016, οπότε αποχώρησε λόγω συνταξιοδότησης, δικαιούται εφάπαξ παροχή.
Εν προκειμένω, ούτε από τη διάταξη του άρθρου 55 παρ. 4 του άνω ΠΔ ούτε από άλλη, γενική ή ειδική, διάταξη η απόληψη εφάπαξ παροχής από ασφαλιστικό φορέα τίθεται ως γεγονός διακωλυτικό ή περιοριστικό του δικαιώματος παράλληλης απόληψης της ανωτέρω αποζημίωσης λόγω συνταξιοδότησης (Γνμδ ΝΣΚ 322/2014, 112/1997). Προς τα ανωτέρω δεν έρχεται σε αντίθεση ούτε η διάταξη του άρθρου 47 του Ν. 3996/2011, που προβλέπει την υποχρεωτική υπαγωγή στην ασφάλιση του Τομέα Προνοίας Δημοσίων Υπαλλήλων από 1.7.2011 και εφεξής και των με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου υπαλλήλων του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ, των οποίων το μόνιμο προσωπικό υπάγεται στην ασφάλιση του ΤΠΔΥ και η οποία (διάταξη) προβλέπει και τον υπολογισμό του ποσού της καταβαλλόμενης αποζημίωσης σε περίπτωση αποχώρησης λόγω συνταξιοδότησης. Η διάταξη αυτή, η οποία θεσπίσθηκε στο πλαίσιο εξομοίωσης των υπαλλήλων με σχέση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ με τους μόνιμους υπαλλήλους των υπηρεσιών αυτών που ασφαλίζονται στο ΤΠΔΥ, προκειμένου και αυτοί από της υπαγωγής τους στην ασφάλιση του Τομέα να αποκτήσουν δικαίωμα εφάπαξ παροχής, δεν καταλαμβάνει υπαλλήλους ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, οι οποίοι ήδη κατά την 1.7.2011 υπάγονται στην ασφάλιση άλλου φορέα, τομέα ή κλάδου προνοίας για την παροχή εφάπαξ βοηθήματος, όπως οι ασφαλισμένοι στο ΤΣΜΕΔΕ μηχανικοί (βλ. και άρθρο 59 του Ν. 3996/2011).
Συνεπώς, το εάν οι ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου υπάλληλοι, εν προκειμένω, μηχανικοί, καταλαμβάνονται ή όχι από τη ρύθμιση του άρθρου 47 του Ν. 3996/2011 και το εάν αυτοί δικαιούνται εφάπαξ βοήθημα από το ΤΠΔΥ ή από το ΤΣΜΕ δεν αποτελεί κριτήριο που καθορίζει θετικά ή αρνητικά και το δικαίωμά τους προς απόληψη αποζημίωσης.
Η μη υπαγωγή στη ρύθμιση του άρθρου 47 του Ν. 3996/2011, ελλείψει νομοθετικής διάταξης που ρυθμίζει διαφορετικά το θέμα της αποζημίωσης στην περίπτωση αυτή δεν καταλύει την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 55 παρ. 4 του ΠΔ 410/1988, υπό την έννοια ότι αποτελεί γεγονός, διακωλυτικό ή περιοριστικό του δικαιώματος απόληψης της αποζημίωσης του άρθρου αυτού (Γνμδ ΝΣΚ187/2020).".
Με την εν λόγω κρίση το ως Εφετείο δικάζον Μονομελές Πρωτοδικείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 55 Π.Δ. 410/1988, αφού συμφώνως προς τα ανωτέρω μετά την προαναφερομένη αντικατάσταση της διάταξης του άρθρου 55 παρ. 4 εδ. α' Π.Δ. 410/1988 με το άρθρο 6 παρ. 1 Ν. 3320/2005, καθώς και τη διάταξη του άρθρου 47 του ν.3996/2011,την εν λόγω αποζημίωση δικαιούνται πλέον πάντες οι υπηρετούντες με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο, οι οποίοι δεν υπάγονται ως προς τη χορήγηση σύνταξης στην ασφάλιση αυτού και ειδικότερα ο αναιρεσίβλητος δικαιούται την αιτούμενη αποζημίωση λόγω συνταξιοδότησης, ο οποίος διορίσθηκε στο εναγόμενο-αναιρεσίβλητο Δημόσιο το έτος 1984 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου μετά την έναρξη ισχύος του Ν. 993/1979 και δεν ανήκε στο ειδικό επιστημονικό, τεχνικό και βοηθητικό προσωπικό.
Κατά συνέπεια, ο μόνος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με τον οποίο το αναιρεσείον προσάπτει στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια της εσφαλμένης ερμηνείας των ως άνω διατάξεων, ισχυριζόμενο ότι την εν λόγω αποζημίωση δικαιούνται μόνον οι υπό σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου είτε ανήκοντες στο ειδικό επιστημονικό, τεχνικό και βοηθητικό προσωπικό του Δημοσίου είτε υπηρετούντες κατά την δημοσίευση των Ν. 993/1979 και 1188/1981, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Κατ' ακολουθίαν η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα κατά το μέτρο του άρθρου 22 του Ν.3693/1957, σε συνδυασμό προς την παρ. 2 της υπ' αριθμ. 134423οικ.
της 8.12.1992/20.1.1993 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β11), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 12 παρ.5 του Ν. 1738/1987, όπως στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15.6.2022 και με αριθμό κατάθ. 60206/96/21.6.2022 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2432/2022 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Και Καταδικάζει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσόν των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Σεπτεμβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Σεπτεμβρίου 2024.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ