Legislator Case Law & Legislation
1414/2015 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against lower court ruling on unjust enrichment claim based on illegal employment contract.

Case Number 1414/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against the First Instance Court of Athens regarding an unjust enrichment claim. The plaintiff alleged the defendant gained wealth without legal cause due to an illegal employment contract, while the defendant argued the lower court correctly rejected the claim. The court held that the appeal was inadmissible because it challenged the appellate court's evidence assessment and the dismissal of procedural objections.

Legislator headnote

AI generated

Art. 904, 908 A.C.; The claim for unjust enrichment fails if the legal basis for the transfer of wealth is illegal or defective, and appeals challenging evidence evaluation or procedural dismissals are inadmissible.

Keywords

AI generated
unjust enrichment illegal employment contract inadmissible appeal evidence assessment procedural dismissal

Cited Legislation

AI generated
Art. 904 A.C.
ac
Art. 908 A.C.
ac
Art. 559 K.Pol.D.
Art. 216 K.Pol.D.
Art. 656 K.Pol.D.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1414 / 2015 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1414/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πάσσο Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο τμήμα), Ασπασία Καρέλλου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα και Δήμητρα Κοκοτίνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τους Υπουργούς Οικονομικών και Παιδείας και Θρησκευμάτων, που εδρεύουν στην Αθήνα, ως διαδόχου του καταργηθέντος Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ Κ.Ε.Ε." το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Γεώργιο Σινάνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Τ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Καραμπούλια, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/6/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1356/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 3713/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 3/11/2014 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κατσιρούμπας ανέγνωσε την από 18/9/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η από 3/11/2014, με αριθμ. εκθέσεως καταθέσεως 904/6-11-2014, αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου κατά του Γ. Τ. του Κ. περί αναιρέσεως της υπ’ αριθμ. 3713/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το άρθρο 904 του ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, προκύπτει ότι στοιχείο του πραγματικού κάθε απαιτήσεως αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι, εκτός άλλων, και η ανυπαρξία ή η ελαττωματικότητα της αιτίας, βάσει της οποίας έγινε η περιουσιακή μετακίνηση και επήλθε ο πλουτισμός του λήπτη.

Αν λείπει το στοιχείο αυτό, δηλαδή αν η ως άνω αιτία δεν είναι ανύπαρκτη ή ελαττωματική, δεν στοιχειοθετείται απαίτηση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού η απαίτηση αυτή προϋποθέτει έλλειψη αξιώσεως από την αιτία. Τέτοια έλλειψη υπάρχει και όταν η αιτία της παροχής είναι παράνομη, εξαιτίας απαγορευτικής διατάξεως νόμου.

Στην περίπτωση αυτή, αν ασκηθεί αγωγή, με την οποία αναζητείται ευθέως από τον ενάγοντα εργαζόμενο ο πλουτισμός (ωφέλεια) του εναγομένου εργοδότη, εξαιτίας της ακυρότητας της συμβάσεως εργασίας, για να είναι ορισμένη η αγωγή, θα πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφο αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 216 παρ. 1α του ΚΠολΔ, τα περιστατικά που συνεπάγονται την ακυρότητα της συμβάσεως και συνιστούν τον λόγο για τον οποίο η αιτία της εντεύθεν ωφέλειας του εργοδότη δεν είναι νόμιμη.

Αν όμως η βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό σωρεύεται, κατά δικονομική επικουρικότητα (άρθρο 219 ΚΠολΔ), υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απορρίψεως της κύριας βάσεως της αγωγής από την σύμβαση εργασίας, αρκεί για την πληρότητα της επικουρικής βάσεως από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό να γίνεται απλή επίκληση της ακυρότητας της συμβάσεως, χωρίς να απαιτείται να αναφέρονται και οι λόγοι στους οποίους οφείλεται η ακυρότητα.

Και τούτο διότι, στην τελευταία περίπτωση, η επικουρική βάση της αγωγής θα εξετασθεί μόνο αν η στηριζόμενη στην έγκυρη σύμβαση εργασίας κύρια βάση της αγωγής απορριφθεί μετά παραδοχή της ακυρότητας της συμβάσεως για συγκεκριμένο λόγο, ο οποίος, είτε κατ’ αυτεπάγγελτη έρευνα, είτε κατ’ ένσταση του εναγομένου εργοδότη, αποτέλεσε ήδη αντικείμενο της δίκης και πληρούται έτσι ο σκοπός της διατάξεως του άρθρου 216 του ΚΠολΔ, η οποία απαιτεί την σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν την αγωγή.

Επομένως, στην δικονομικώς ενιαία εκδίκαση της επικουρικής βάσεως της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, δεν είναι αναγκαία η επίκληση από τον εργαζόμενο του λόγου ακυρότητας της συμβάσεως εργασίας, που διαγνώστηκε ήδη δικαστικώς στην ίδια δίκη και είναι έτσι δεδομένος κατά την εξέταση της άνω επικουρικής βάσεως (oλ.ΑΠ 22/2003, ΑΠ 981/2013).

Περαιτέρω από το συνδυασμό των άρθρων 174, 180 και 904 Α.Κ. προκύπτει ότι επί παροχής εργασίας με άκυρη σύμβαση, δημιουργείται απλή σχέση εργασίας, η οποία γεννά απαίτηση αποδόσεως της ωφέλειας του εργοδότη από την παροχή μιας τέτοιας εργασίας κατά τις αρχές του αδικαιολογήτου πλουτισμού. Η ωφέλεια αυτή συνίσταται στις αποδοχές τις οποίες ο εργοδότης θα κατέβαλλε σε άλλο μισθωτό, που θα απασχολείτο με έγκυρη σύμβαση εργασίας κατά τον ίδιο χρόνο, υπό τις αυτές συνθήκες με τον ακύρως κατ’ αυτόν εργασθέντα (ΑΠ 67/2015, 930/1997).

Για την πληρότητα της σχετικής αγωγής του εργαζομένου κατά το άρθρο 216 ΚΠολΔ πρέπει ν’ αναφέρεται στο δικόγραφο αυτής, πέραν των άλλων στοιχείων και το ποσό που θα κατέβαλε ο εναγόμενος εργοδότης σε άλλο μισθωτό με τα ίδια προσόντα και ικανότητα και κάτω από τις ίδιες περιστάσεις αλλά με έγκυρη σύμβαση εργασίας (ΑΠ 930/1997).

Για τον προσδιορισμό του ποσού που θα κατέβαλε ο εργοδότης με έγκυρη σύμβαση εργασίας απαιτείται και αρκεί ν’ αναφέρεται στην αγωγή το είδος της εργασίας που θα παρεχόταν ο χρόνος διάρκειας της έγκυρης συμβάσεως, ο μισθός που θα καταβαλλόταν, οι όροι παροχής της εργασίας και ο χρόνος που θα διαρκούσε η σύμβαση (ΑΠ 2016/2007).

Εξ άλλου, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 68, 69, 224, 269 και 281 ΚΠολΔ, το κεκτημένο και απαιτητό του δικαιώματος, για το οποίο μπορεί να ζητηθεί προστασία που οδηγεί σε άμεση καταδίκη, κρίνεται κατά το χρόνο της πρώτης συζήτησης της αγωγής στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και όχι κατά το χρόνο της επίδοσής της στον εναγόμενο, με την οποία ολοκληρώνεται η άσκησή της (oλ.

ΑΠ 2/94, ΑΠ 364/2010, 478/2006). Τέλος η νομική αοριστία της αγωγής που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοστεί, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίση του, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος, για να κρίνει νόμιμη την αγωγή ή, αντίθετα, αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία.

Η αοριστία όμως του δικογράφου της αγωγής μπορεί να μην είναι νομική, αλλά ποσοτική ή ποιοτική, όταν στο δικόγραφο αυτής δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής (ποσοτική αοριστία), ή όταν στο δικόγραφο γίνεται απλώς επίκληση των όρων του νόμου, χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά που θεμελιώνουν την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου (ποιοτική αοριστία).

Στις περιπτώσεις αυτές (της ποσοτικής ή ποιοτικής αοριστίας της αγωγής) η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ, αντίστοιχα (ΑΠ 534/ 2014, 225/2014, 13/2014). Στην ένδικη αγωγή του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος ιστορούσε, μεταξύ άλλων, ότι προσλήφθηκε από το εναγόμενο ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΚΕΝΤΡΟ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ", του οποίου καθολικός διάδοχος εκ του νόμου (άρθρα 20 παρ. 18 και 21 στοιχ.

β’ του ν. 3966/2011), είναι το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, πρώτη φορά το έτος 2000 με την από 26.6.2000 σύμβαση, η οποία ανανεώθηκε έκτοτε τρεις (3) φορές, ήτοι την 26.6.2003, 26.6.2006 και 26.6.2007, στην κενή οργανική θέση του ερευνητή Γ’ Βαθμίδας, με επιστημονικό αντικείμενο τη Συγκριτική Εκπαίδευση. Ότι οι μηνιαίες τακτικές αποδοχές του, με βάση τη σύμβαση της 26.6.2007, που του καταβάλλονταν μέχρι 25.6.2008 ανέρχονταν, σύμφωνα με το άρθρο 38 του Ν. 3205/2003 και το άρθρο 1 του Ν. 3554/2007 (για τους Ερευνητές Β’ Βαθμίδας, με τις αποδοχές των οποίων αμειβόταν), σε 2.304 ευρώ συνολικά, αποτελούμενες ειδικότερα από:

α) βασικό μηνιαίο μισθό 1.408 ευρώ, β) επίδομα χρόνου υπηρεσίας 225 ευρώ, γ) επίδομα βιβλιοθήκης 264 ευρώ, δ) ειδικό επίδομα έρευνας 354 ευρώ και ε) οικογενειακή παροχή 53 ευρώ. Ότι με την με αριθμό 329/21.4.2005 απόφαση του ΑΣΕΠ κρίθηκε πως πληρούσε τις προϋποθέσεις μετατροπής της συμβάσεώς του σε αορίστου χρόνου, σύμφωνα με τις διατάξεις του ΠΔ 164/2004.

Ότι μετά τη λήξη της τελευταίας σύμβασης την 25.6.2008, και ενώ δεν είχε συσταθεί ακόμη η σχετική προσωποπαγής οργανική θέση στην ειδικότητα του με κοινή Υπουργική Απόφαση του αρμόδιου Υπουργού ΕΠΘ και Οικονομικών, με αποκλειστική ευθύνη των ανωτέρω φορέων, δεν ανανεώθηκε η σύμβαση εργασίας του από το εναγόμενο, το οποίο όμως συνέχισε να αποδέχεται, τις υπηρεσίες του, τις οποίες προσέφερε σ’ αυτό όπως και πριν, χωρίς όμως να του καταβάλλει τις ως άνω νόμιμες μηνιαίες αποδοχές του, παρά τις επανειλημμένες προφορικές και έγγραφες διαμαρτυρίες του.

Με βάση τα περιστατικά αυτά και ύστερα από παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής, με προφορική δήλωση της πληρεξουσίας δικηγόρου του ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που καταχωρίσθηκε στα πρακτικά, ζήτησε να υποχρεωθεί το εναγόμενο να του καταβάλλει για το διάστημα από 26.6.2008 έως 29.9.2009 δέκα τέσσερις μισθούς κατ’ έτος και ειδικότερα το ανωτέρω ποσό των 2.304 ευρώ για κάθε μήνα απασχόλησης, επιπλέον δε ένα ακόμη μηνιαίο μισθό για επίδομα εορτών Χριστουγέννων και από 1/2 του μηνιαίου μισθού για επίδομα εορτών Πάσχα και επίδομα άδειας, δηλαδή συνολικά το ποσό των 41.212,77 ευρώ, με το νόμιμο τόκο για κάθε επί μέρους μηνιαίο μισθό ή επίδομα, από τότε που έγινε ληξιπρόθεσμο και απαιτητό.

Επικουρικά στην περίπτωση που ήθελε κρίνει το Δικαστήριο, ότι η εργασιακή σχέση του με το εναγόμενο, μετά την 25.6.2008 είναι άκυρη και υφίσταται μεταξύ τους απλή σχέση εργασίας ζήτησε την καταβολή των ως άνω αποδοχών του, για το ίδιο χρονικό διάστημα, με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, δεδομένου ότι το εναγόμενο έγινε χωρίς νόμιμη αιτία, αδικαιολόγητα πλουσιότερο σε βάρος της περιουσίας του, αφού απέφυγε την καταβολή του ίδιου ποσού, που αναγκαία θα κατέβαλλε για την ίδια αιτία σε άλλον εργαζόμενο με τα ίδια με αυτόν προσόντα, για την εκτέλεση της ίδιας εργασίας κατά τον ίδιο χρόνο με έγκυρη σύμβαση.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, απέρριψε ως νόμω αβάσιμη την αγωγή τόσο κατά την κύρια, όσο και κατά την επικουρική βάση της, με την αιτιολογία, ως προς μεν την κυρία βάση, ότι οι ερευνητές μόνο με σύμβαση ορισμένου χρόνου τριετούς διάρκειας μπορούσαν νομίμως να απασχοληθούν στο εναγόμενο και όχι με σύμβαση αορίστου χρόνου, τέτοιας δε σύμβασης ορισμένου χρόνου μεταξύ των διαδίκων δεν γινόταν επίκληση, ενώ κατά την επικουρική διότι στηριζόταν στα ίδια περιστατικά στα οποία στηριζόταν και η κυρία βάση.

Κατά της απόφασης αυτής ο αναιρεσίβλητος άσκησε έφεση ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και μεταξύ άλλων πρόβαλλε με λόγο εφέσεως το παράπονο ότι κακώς κρίθηκε η αγωγή κατά την επικουρική της βάση μη νόμιμη, εφόσον κατά την κυρία βάση της απορρίφθηκε η αγωγή με την αιτιολογία ότι η αορίστου χρόνου σύμβαση, που επικαλείτο ο ενάγων ήταν άκυρη, για το λόγο ότι δεν μπορούσε να συναφθεί τέτοια σύμβαση, δεδομένου ότι από το νόμο μόνο ορισμένου χρόνου σύμβαση τριετούς διάρκειας μπορούσε να καταρτισθεί εγκύρως, ενώ έπρεπε να γίνει δεκτή ως προς τη βάση αυτή ως νόμιμη και κατ’ ουσίαν βάσιμη.

Το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του έκρινε ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε την αγωγή κατά την επικουρική της βάση μη νόμιμη και αφού απέρριψε σχετικό, περί αοριστίας της αγωγής, ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, που εν τω μεταξύ είχε, εκ του νόμου, υποκαταστήσει το εναγόμενο, δέχθηκε αυτή ως ορισμένη, νόμιμη και εν μέρει κατ’ ουσίαν βάσιμη.

Με το να δεχθεί το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του την αγωγή, με το ως άνω περιεχόμενο, ως ορισμένη κατά την επικουρική της βάση, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτο. Επομένως οι δύο πρώτοι λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση αληθώς μόνο η από τον αριθμό 14, και όχι και από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια και ειδικότερα με τον πρώτο ότι εσφαλμένα δεν απέρριψε την αγωγή ως αόριστη, παρά το ότι στο δικόγραφο αυτής ο αναιρεσίβλητος ενάγων δεν διευκρίνιζε αν διεκδικεί δεδουλευμένες αποδοχές ή μισθούς υπερημερίας, ενώ σαφώς ζητούσε τον αδικαιολόγητο πλουτισμό από παρασχεθείσα εργασία, απαραδέκτως ζητούσε μελλοντικούς μισθούς κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, ενώ πράγματι ζητούσε την ωφέλεια που αποκόμισε το εναγόμενο για χρόνο προγενέστερο της συζητήσεως ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που έλαβε χώρα την 29.11.2010, παρέθετε στην αγωγή μόνο το συνολικό ποσό που ζητούσε κατά μήνα, χωρίς περαιτέρω εξειδίκευση των επί μέρους κονδυλίων, ενώ παρατίθεται στην αγωγή αναλυτική περιγραφή των επί μέρους κονδυλίων, δεν ανέφερε τα ακριβή καθήκοντα του ενάγοντα κατά τον επίδικο χρόνο, κάτι που δεν απαιτείτο εφόσον αναφέρεται η ιδιότητα με την οποία παρείχε τις υπηρεσίες του (ερευνητής Β’ με επιστημονικό αντικείμενο τη συγκριτική εκπαίδευση), τα ειδικότερα δε καθήκοντα αναφέρονται στο νόμο (άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2327/1995 και άρθρα 1, 3, 4 και 5 του π.δ. 119/1998), ενώ με τον δεύτερο ότι εσφαλμένα δεν απέρριψε την αγωγή ως αόριστη, κατά την επικουρική της βάση του αδικαιολογήτου πλουτισμού, καίτοι δεν αναφέρονταν σ’ αυτή πραγματικά περιστατικά, διαφορετικά ή πρόσθετα από εκείνα που θεμελίωναν την κυρία βάση, ενώ η βάση αυτή της αγωγής ασκείτο κατά δικονομική επικουρικότητα, υπό την προϋπόθεση δηλαδή ότι θα απορριπτόταν η κυρία βάση που στηριζόταν στη σύμβαση εργασίας, λόγω ακυρότητας της τελευταίας, είναι αβάσιμοι.

Οι περαιτέρω αιτιάσεις στον μεν πρώτο λόγο ότι εσφαλμένα ζητείται με την αγωγή ο αδικαιολόγητος πλουτισμός με βάση τις αποδοχές του ερευνητή Β’ , ενώ ο ενάγων μετά την κατάταξή του δεν υπηρετούσε σε θέση ερευνητή Β’ αλλά σε θέση ΠΕ Παιδαγωγικού Τμήματος Δημοτικής Εκπαίδευσης, στον δε δεύτερο ότι εσφαλμένα το Εφετείο δεν απέρριψε την έφεση αφενός μεν διότι δεν υπήρχε σύμβαση εργασίας, ορισμένου ή αορίστου χρόνου μεταξύ ενάγοντος και εναγομένου, ούτε απλή σχέση εργασίας, δεδομένου ότι δεν υπήρχε ανάγκη υποχρεωτικής πρόσληψης άλλου προσωπικού στη θέση του ενάγοντος μετά τη λήξη της τελευταίας επικαλουμένης τριετούς συμβάσεώς του, γεγονός που καθίσταται αυταπόδεικτο από το γεγονός ότι ο ενάγων δεν κατατάχθηκε σε θέση ερευνητή, όπως εργαζόταν με βάση τις επικαλούμενες συμβάσεις αλλά σε θέση ΠΕ Παιδαγωγικού Τμήματος Δημοτικής Εκπαίδευσης, είναι απαράδεκτες, ως αναφερόμενες στην περί των πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Στο άρθρο 281 ΑΚ ορίζεται ότι "Η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε, ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκηση του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο με το επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο (ολ.

ΑΠ 17/95, ΑΠ 42/2015). Καταχρηστική υπό την ανωτέρω έννοια, μπορεί να είναι η άσκηση μόνο υπαρκτού δικαιώματος (ολ.ΑΠ 17/1995), δεν είναι δε νόμιμος ο εκ του εν λόγω άρθρου 281 ΑΚ ισχυρισμός όταν με αυτόν προτείνεται απλώς το νόμω αβάσιμο του αγωγικού δικαιώματος και αποκρούεται η εφαρμογή του ως μη αναγνωριζομένου από το νόμο ή προβάλλεται άρνηση της δια της αγωγής ασκούμενης αξιώσεως του ενάγοντος (ΑΠ 1884/2013).

Περαιτέρω κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005, ΑΠ 96/2015).

Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π.

ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (ολ.ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 167/2015, 96/2015). Εξ άλλου από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, συνάγεται ότι ο αναιρετικός αυτός λόγος δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία, ώστε να επιβάλλεται η λήψη υπόψη ή αναφορά αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 239/2015, 1385/2006, 936/2002).

Τέλος κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι’ αυτό προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας του δικαστηρίου, δεν ιδρύεται δε όταν η έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρεται στη σκέψη της απόφασης με την οποία η αγωγή ή ο ισχυρισμός κρίθηκαν απορριπτέοι ως μη νόμιμοι (ολΑΠ 3/1997, AΠ 1280/2014, 368/2014).

Η έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της αποφάσεως ελάσσονα πρόταση του δικαστηρίου, δηλαδή από τις παραδοχές της αποφάσεως επί των ζητημάτων που ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή αντένστασης.

Αν τα περιστατικά που προβάλλονται με τους λόγους αναίρεσης δεν αποτέλεσαν αντικείμενο έρευνας από το δικαστήριο ή αν αυτά πλεοναστικά διατυπώθηκαν ως παραδοχές της απόφασης, χωρίς να είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του αξιούμενου με την αγωγή δικαιώματος και τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης με βάση τους προταθέντες ισχυρισμούς των διαδίκων ή αν οι παραδοχές της απόφασης ανάγονται σε μη προταθέντα κατ’ ένσταση ή αντένσταση ισχυρισμό των διαδίκων, τότε οι σχετικές προς θεμελίωση των λόγων αυτών αναίρεσης αιτιάσεις στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση ή είναι αλυσιτελείς και οι λόγοι αναίρεσης απορρίπτονται ως αβάσιμοι (ΑΠ 543/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, παραδεκτά με τις προτάσεις του, ως εφεσίβλητο προς υπεράσπιση κατά της εφέσεως (άρθρο 527 αριθ.1 ΚΠολΔ), το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο πρότεινε καταχρηστική άσκηση της αγωγής εκ μέρους του τότε εκκαλούντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, επικαλούμενο προς θεμελίωσή της τα εξής περιστατικά που ενδιαφέρουν εν προκειμένω: "Ο αντίδικος, όλως καταχρηστικώς και απαραδέκτως, άσκησε την υπό κρίση αγωγή, με μοναδικό σκοπό να καταφέρει να λάβει τις αποδοχές του ερευνητή για το χρονικό διάστημα από 26.6.2008 ...

Δεν είναι τυχαίο ότι άσκησε την υπό κρίση αγωγή ένα και πλέον έτος μετά την λήξη της σύμβασης εργασίας του στις 25.6.2008, επικαλούμενος προσήκουσα παροχή υπηρεσιών και στηριζόμενος ότι θα ευδοκιμήσει η αγωγή του μόνο με την βεβαίωση του πρώην Προέδρου του Κ.Ε.Ε., κ. Δ......ο αντίδικος ενήργησε δολίως και καταχρηστικώς, με αποκλειστικό σκοπό να λάβει αποδοχές που δεν δικαιούται, καθώς αποδεδειγμένα δεν παρείχε εργασία κατά το επίδικο χρονικό διάστημα".

Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με αυτήν, απέρριψε την παραδεκτά προβληθείσα από το αναιρεσείον ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος από τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο ως μη νόμιμη με την αιτιολογία "Τέλος, απορριπτέα είναι και η ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος, που πρότεινε πρωτόδικα και παραδεκτά επαναφέρει με τις προτάσεις του το εναγόμενο, καθόσον τα επικαλούμενα περιστατικά, ότι ο ενάγων ενήργησε δολίως και καταχρηστικά με αποκλειστικό σκοπό να λάβει αποδοχές που δεν δικαιούται, διότι δεν παρείχε εργασία κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, δεν στοιχειοθετούν καταχρηστική άσκηση δικαιώματος".

Επομένως, ο τρίτος λόγος της αναιρέσεως κατά το σκέλος του με το οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, διότι κατά παραβίαση της ουσιαστικής διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού τα προς στήριξη του σχετικού ισχυρισμού επικαλούμενα από το αναιρεσείον περιστατικά αποτελούν άρνηση της αγωγικής αξίωσης.

O ίδιος λόγος κατά τα σκέλη του με τα οποία αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι πλημμέλειες από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι δηλαδή απέρριψε τον ισχυρισμό περί καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος χωρίς απόδειξη και από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου, διότι απέρριψε τον ίδιο ισχυρισμό με ανεπαρκείς αιτιολογίες είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, εφόσον όπως προαναφέρθηκε ο εν λόγω ισχυρισμός απορρίφθηκε ως μη νόμιμος από την προσβαλλομένη απόφαση.

Οι περαιτέρω αναφερόμενες στον ίδιο λόγο αιτιάσεις κατά της προσβαλλομένης οι στρεφόμενες κατά της παραδοχής της ότι δεν στοιχειοθετείται κατάχρηση δικαιώματος και για το λόγο ότι " το δικαστήριο τούτο δέχθηκε ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα προς αυτά που συγκροτούν τον ως άνω ισχυρισμό, δέχθηκε δηλαδή ότι ο ενάγων παρείχε εργασία κατά το επίδικο χρονικό διάστημα" είναι αλυσιτελείς διότι αναφέρονται σε πλεοναστική αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως, της οποίας, ως προς τον εν λόγω ισχυρισμό το διατακτικό στηρίζεται στο ότι υπό τα προτεινόμενα προς θεμελίωση του περιστατικά είναι μη νόμιμος.

Κατά το άρθρο 656 Α.Κ., αν ο εργοδότης έγινε υπερήμερος ως προς την αποδοχή της εργασίας, ο εργαζόμενος έχει το δικαίωμα να απαιτήσει το μισθό χωρίς να είναι υποχρεωμένος να παράσχει την εργασία του σε άλλο χρόνο. Ο εργοδότης όμως έχει το δικαίωμα να εκπέσει από το μισθό καθετί που ο εργαζόμενος ωφελήθηκε από τη ματαίωση της εργασίας του ή από την παροχή της αλλού.

Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι, εφόσον υπάρχει έγκυρη σύμβαση εργασίας, η οποία δεν έχει λυθεί νομίμως, και ο εργοδότης αρνείται να αποδεχτεί τις υπηρεσίες του μισθωτού, που αυτός πραγματικώς και προσηκόντως του προσφέρει, περιέρχεται σε υπερημερία και έχει την υποχρέωση να καταβάλει στο μισθωτό τις αποδοχές που εκείνος θα λάμβανε σύμφωνα με την εργασιακή σύμβαση και το νόμο (Σ.Σ.Ε.

ή Δ.Α.), αν δεν μεσολαβούσε η άρνηση του εργοδότη να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του. Από τις αποδοχές όμως αυτές ο εργοδότης έχει το δικαίωμα να αφαιρέσει την ωφέλεια που αποκόμισε ο μισθωτός από τη ματαίωση της εργασίας του, δηλαδή από τη χρησιμοποίηση του χρόνου του που έμεινε ελεύθερος λόγω της υπερημερίας του εργοδότη, είτε αυτοαπασχολούμενος είτε απασχολούμενος σε άλλο εργοδότη.

Αντίθετα δεν αφαιρείται η ωφέλεια που προέρχεται από την αξιοποίηση εκ μέρους του μισθωτού του εκτός του ωραρίου εργασίας χρόνου του. Δηλαδή πρέπει να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της υπερημερίας του εργοδότη και της ωφέλειας του μισθωτού (ΑΠ 282/2009, 1165/2007). Συνακόλουθα ο σχετικός από το άρθρο 656 εδ.

β’ ΑΚ ισχυρισμός δεν προβάλλεται νομίμως στην περίπτωση που ο εργαζόμενος δεν ζητάει αποδοχές υπερημερίας, αλλά δεδουλευμένες αποδοχές ή τον αδικαιολόγητο πλουτισμό από την εργασία που παρείχε στα πλαίσια απλής σχέσης εργασίας. Στην προκειμένη περίπτωση με τις προτάσεις του, ενώπιον του Εφετείου, προς υπεράσπιση κατά της εφέσεως, το αναιρεσείον πρότεινε την εκ του άρθρου 656 εδ.

β’ ΑΚ ένσταση ισχυριζόμενο ότι ο ενάγων, απασχολείτο παράλληλα κατά πλήρες ωράριο στο Πανεπιστήμιο της Κρήτης, όπου δίδασκε κατά το χρονικό διάστημα από 1.3.2008 έως 31.8.2009 και κέρδιζε κατ’ ελάχιστον 1824,10 ευρώ μηνιαίως. Το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του απέρριψε την ένσταση αυτή ως μη νόμιμη. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε το ως άνω άρθρο 656 εδ.

β’ ΑΚ, ούτε παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο. Επομένως ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι από τους αριθμούς 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες με την απόρριψη της ενστάσεως αυτής είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος του με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη η από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια της απόρριψης της ενστάσεως αυτής με πλημμελείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, εφόσον το Εφετείο την απέρριψε ως μη νόμιμη, είναι απαράδεκτος.

Οι ίδιες αιτιάσεις αναφερόμενες στην πλεοναστική αιτιολογία του Εφετείου, στην οποία επικουρικά σε σχέση με την απόρριψη της ενστάσεως ως μη νόμιμης, τούτο αναφέρει: "εξ άλλου το εναγόμενο γνώριζε εξαρχής, από το έτος 2000, την παράλληλη απασχόληση του ενάγοντος στο ως άνω Πανεπιστήμιο, του οποίου (εναγομένου) το Δ.Σ., έκανε δεκτό το αίτημά του για χορήγηση άδειας.

Άλλωστε, ο ενάγων δίδασκε συνολικά 9 ώρες εβδομαδιαίως για το χρονικό διάστημα από 1.3.2008 έως 31.8.2008, 6 ώρες εβδομαδιαίως για το χρονικό διάστημα από 1.9.2008 έως 28.2.2009 και 9 ώρες για το χρονικό διάστημα από 1.3.2009 έως 31.8.2009. Σύμφωνα δε με την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη με αριθ. πρωτ. 12007/ 9.11.2010 βεβαίωση του ως άνω Πανεπιστημίου, ο ενάγων είχε κύρια θέση στο Κέντρο Εκπαιδευτικής Έρευνας και αμειβόταν από το Πανεπιστήμιο Κρήτης ως δεύτερη θέση" είναι αλυσιτελείς, αφού η κύρια αιτιολογία απόρριψης του εν λόγω ισχυρισμού στηρίζει επαρκώς το διατακτικό της αποφάσεως.

Με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων 904 και 908 ΑΚ και χωρίς αιτιολογίες δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος δικαιούται αποδοχές ερευνητή Β’ βαθμίδος, ενώ αν έκρινε ορθά θα έπρεπε να δεχθεί ότι οι τυχόν αποδοχές του θα έπρεπε να υπολογιστούν με βάση τις αποδοχές του υπαλλήλου ΠΕ Παιδαγωγικού Τμήματος Δημοτικής Εκπαίδευσης. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι υπό την επίφαση των πλημμελειών από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ , προσβάλλεται η ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί το αναιρεσείον, ως ηττηθέν στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2), μειωμένα σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 22 παρ.1 και 3 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ.18 ΕισΝΚΠολΔ, σε συνδυασμό και με τα άρθρα 5 παρ.12 του ν. 1738/1987 και 2 της 134423/1992 απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 3.11.2014, με αριθ. εκθέσεως καταθέσεως 904/6.11.2014, αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου κατά του Γ. Τ. του Κ. περί αναιρέσεως της υπ’ αριθ. 3713/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον στην πληρωμή τριακοσίων (300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 24 Νοεμβρίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 15 Δεκεμβρίου 2015.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ