Legislator Case Law & Legislation
1414/2014 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on co-ownership joint action procedural grounds and evidence evaluation error.

Case Number 1414/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Court of Appeal's decision regarding a co-ownership dispute. The appellant argued the lower court accepted unproven facts about the appellant's inaction, but the court found this claim baseless. The court ruled that the lower court properly evaluated existing evidence and that the appeal was inadmissible because it relied on substantive rather than procedural grounds.

Legislator headnote

AI generated

Art. 1113 Civil Code; Art. 74, 75, 76 Civil Procedure Code; Art. 559(10) Civil Procedure Code: An appeal based on the lower court accepting unproven facts is inadmissible if the court explicitly states it relied on the evaluation of all admissible evidence presented.

Keywords

AI generated
co-ownership joint action admissibility of appeal evaluation of evidence substantive law error joint action co-defendants

Cited Legislation

AI generated
Art. 1113 Civil Code
Art. 74 Civil Procedure Code
Art. 75 Civil Procedure Code
Art. 76 Civil Procedure Code
Art. 559(10) Civil Procedure Code
Art. 176 Civil Procedure Code
Art. 183 Civil Procedure Code
Art. 495(4) Civil Procedure Code

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1414 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1414/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Μαρία Βαρελά, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Α. συζ. Ι. Κ., το γένος Ι. Δ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Φατούρο.

Της αναιρεσίβλητης: Μ. συζ. Κ. Γ., το γένος Κ. Τ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κουσαή.

Κοινοποιούμενης της αιτήσεως αναίρεσης στην Σ. Δ. του Ι., η οποία δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/6/2002 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1876/2004 μη οριστική, 946/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4062/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20/10/2009 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Βαρελά ανέγνωσε την από 24/10/2013 έκθεσή της με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1113 ΑΚ αν η κυριότητα του πράγματος ανήκει σε περισσοτέρους εξ αδιαιρέτου κατ' ιδανικά μέρη, εφαρμόζονται οι διατάξεις για την κοινωνία. Εξ ετέρου, κατ' άρθρο 74 ΚΠολΔ, περισσότερα πρόσωπα μπορούν να ασκήσουν αγωγή ή να εναχθούν από κοινού ως ομόδικοι εκτός από τις περιπτώσεις που ορίζουν άλλες διατάξεις: 1) αν σχετικά με το αντικείμενο της διαφοράς έχουν κοινό δικαίωμα ή κοινή υποχρέωση ή αν τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις τους στηρίζονται στην ίδια πραγματική και νομική αιτία ή 2) αν αντικείμενο της διαφοράς είναι ομοειδείς απαιτήσεις ή υποχρεώσεις που στηρίζονται σε όμοια, κατά τα ουσιώδη στοιχεία της, ιστορική και νομική βάση και συγχρόνως το δικαστήριο έχει αρμοδιότητα για τον καθένα από τους εναγομένους.

Κατά τις διατάξεις του άρθρου 75 ΚΠολΔ, κάθε ομόδικος εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, ενεργεί στη δίκη, ανεξάρτητα από τους άλλους. Οι πράξεις και οι παραλείψεις κάθε ομοδίκου δεν βλάπτουν ούτε ωφελούν τους άλλους. Κάθε ομόδικος, έχει δικαίωμα να επισπεύσει τη δίκη. Το δικαστήριο, αν κρίνει αναγκαία την ενιαία διεξαγωγή της δίκης έχει το δικαίωμα να διατάξει το διάδικο που επισπεύδει τη διαδικασία, να καλέσει και τους ομοδίκους που δεν κάλεσε.

Κατά δε τις διατάξεις του άρθρου 76 ΚΠολΔ, όταν η διαφορά επιδέχεται ενιαία μόνο ρύθμιση ή η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους ομοδίκους ή όταν οι ομόδικοι, μόνο από κοινού μπορούν να ασκήσουν αγωγή ή να εναχθούν ή εξαιτίας των περιστάσεων που συνοδεύουν την υπόθεση, δεν μπορούν να υπάρξουν αντίθετες αποφάσεις απέναντι στους ομοδίκους, οι πράξεις του καθενός ωφελούν και βλάπτουν τους άλλους? οι ομόδικοι που μετέχουν νόμιμα στη δίκη ή έχουν προσεπικληθεί, αν δεν παραστούν, θεωρούνται ότι αντιπροσωπεύονται από εκείνους που παρίστανται.

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 513 παρ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, αν η πρωτόδικη απόφαση είναι εν μέρει οριστική, δεν επιτρέπεται έφεση ούτε κατά των οριστικών διατάξεων της πριν εκδοθεί οριστική απόφαση για την όλη δίκη. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων, συνάγεται ότι επί απλής ομοδικίας στην οποία ενούνται σε κοινή διαδικασία πλείονες έννομοι σχέσεις συνδέουσες διάφορα υποκείμενα, χωρίς να απόλλυται ή και να επηρεάζεται η ανεξάρτητη δικονομική θέση ενός εκάστου έναντι των λοιπών, η εκδοθείσα οριστική απόφαση ως προς κάποιο των ομοδίκων περατώνει τη δίκη ως προς αυτόν, η δε απόφαση είναι εκκλητή και πριν ακόμη εκδοθεί οριστική απόφαση έναντι των λοιπών ομοδίκων (ΑΠ 1223/1995).

Επί διαφορών που έχουν βάση τη συγκυριότητα, δεν δημιουργείται μεταξύ των συνεναγομένων συγκυρίων σχέση αναγκαστικής ομοδικίας με την έννοια του άρθρου 76 ΚΠολΔ, αλλά σχέση απλής ομοδικίας κατ' άρθρο 74 ΚΠολΔ. Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 315 ΚΠολΔ, αν από παραδρομή κατά τη σύνταξη της απόφασης περιέχονται λάθη γραφικά ή λογιστικά ή το διατακτικό της διατυπώθηκε κατά τρόπο ελλιπή ή ανακριβώς, το δικαστήριο που την έχει εκδώσει, μπορεί αν το ζητήσει κάποιος διάδικος ή και αυτεπαγγέλτως, να τη διορθώσει με νέα απόφασή του.

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 318 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης διόρθωσης αποφάσεως δεν εμφανισθεί κάποιος διάδικος που κλητεύθηκε νόμιμα, η διαδικασία προχωρεί σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι και αν δεν κλητεύθηκε νόμιμα ο απολιπόμενος διάδικος η συζήτηση αναβάλλεται και το δικαστήριο διατάσσει να κλητευθεί.

Γίνεται δεκτό ότι σε περίπτωση παράλειψης κλήτευσης των διαδίκων, η κλήτευση δεν είναι απαραίτητη όταν αυτή που δεν κλητεύθηκαν δεν θίγονται άμεσα, ή έμμεσα σε περίπτωση αποδοχής της σχετικής αίτησης. Για τη διόρθωση απόφασης, μπορεί να επιληφθεί το δικαστήριο που την είχε εκδώσει κατά την καθοριζόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 315 επ.

ΚΠολΔ διαδικασία. Αλλά η διόρθωση αυτή μπορεί να ζητηθεί επίσης και με την άσκηση εφέσεως, λόγω της φύσεως της τελευταίας ως τακτικού ενδίκου μέσου που μπορεί επομένως να συμπεριλάβει κάθε πλημμέλεια, ακόμη και αυτή που οφείλεται σε παραδρομή της αποφάσεως (ΑΠ 842/1976). Εξ ετέρου, κατ' άρθρο 524 ΚΠολΔ στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 227, 233 έως 269 και 271 έως 312 ΚΠολΔ, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 531 παρ. 2 ΚΠολΔ, σε περίπτωση ερημοδικίας του εφεσιβλήτου εφαρμόζονται ως προς την έφεση, οι διατάξεις του άρθρου 279 ΚΠολΔ.

Αν, ο εφεσίβλητος δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος στη δίκη κανονικά το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν η έφεση επιδόθηκε σε αυτόν νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε αντίθετη περίπτωση, κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της έφεσης. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αποδίδεται μομφή στην προσβαλλομένη απόφαση ότι το δικάσαν Εφετείο, παρά το νόμο, κατά παράβαση των δικονομικών διατάξεων των άρθρων 315, 317, 318 ΚΠολΔ, προχώρησε στη συζήτηση της εφέσεως με την οποία εζητείτο η διόρθωση πρωτοβάθμιας απόφασης μόνον ως προς την αναιρεσείουσα παρά το γεγονός ότι η δεύτερη εφεσίβλητη Σ.

Δ. που απουσίαζε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά της στο οικείο πινάκιο, δεν είχε κλητευθεί νόμιμα, ενώ όφειλε να αναβάλλει τη συζήτηση της υπόθεσης και να διατάξει τη νόμιμη κλήτευση της απούσης δεύτερης εφεσίβλητης. Όπως προκύπτει από την παραδεκτή από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, δυνάμει της υπ' αριθμόν 946/2008 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η οποία εκδόθηκε ερήμην της αγνώστου διαμονής δεύτερης εναγομένης Σ.

Δ., εγένετο δεκτή η από 17-6-2002 αγωγή της αναιρεσίβλητης Μ. συζ. Κ. Γ. με την οποία αυτή ζητούσε να αναγνωρισθεί η κυριότητά της στο επίδικο ακίνητο και να υποχρεωθούν οι εναγόμενες που είχαν παράνομα καταλάβει το ακίνητο αυτό, να της το αποδώσουν. Κατά της αποφάσεως αυτής, ασκήθηκαν, τόσον από την αναιρεσείουσα όσον και από την αναιρεσίβλητη Μ.

συζ. Κ. Γ., εφέσεις ενώπιον του Εφετείου Αθηνών. Η τελευταία (αναιρεσίβλητη) με την από 15-10-2008 έφεσή της, αιτήθηκε τη διόρθωση της πλημμελείας της εκκαλουμένης αποφάσεως ότι από προφανή παραδρομή το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αν και έκανε δεκτή ως και ουσιαστικά βάσιμη τη διεκδικητική αγωγή της ακινήτου, παρέλειψε να διαλάβει στο διατακτικό της καταψηφιστική διάταξη περί αποδόσεως σε αυτήν της επίδικης εδαφικής έκτασης.

Η αναιρεσείουσα άσκησε την από 3-7-2008 έφεση κατά της ως άνω απόφασης ζητώντας την απόρριψη της αγωγής για τους διαλαμβανομένους σε αυτήν λόγους. Επί των εφέσεων αυτών που συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε η προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 4062/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της από 15-10-2008 έφεσης της αναιρεσίβλητης Μ.

συζ. Κ. Γ. ως προς τη δεύτερη των εφεσιβλήτων Σ. Δ. η οποία κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά της στο πινάκιο, δεν εμφανίσθηκε για το λόγο ότι αυτή δεν είχε νομίμως κληθεί για να παρασταθεί κατά τη συζήτηση της εφέσεως της αναιρεσίβλητης, ενώ το δικαστήριο, προχώρησε στη συζήτηση της υποθέσεως ως προς την πρώτη των εφεσιβλήτων αναιρεσείουσα Α.

συζ. Ι. Κ., ενόψει του ότι μεταξύ των εφεσιβλήτων υπήρχε σχέση απλής ομοδικίας και δεν παρίστατο ανάγκη ενιαίας ως προς όλους τους διαδίκους διεξαγωγής της δίκης. Επίσης, με την προσβαλλομένη απόφαση, έγινε δεκτή η από 15-10-2008 έφεση της αναιρεσίβλητης (ενάγουσας) ως προς την πρώτη των εφεσιβλήτων (αναιρεσείουσα), εξαφανίσθηκε η εκκαλουμένη απόφαση μόνον κατά το κεφάλαιο της με το οποίο είχε γίνει δεκτή η από 17-6-2002 αγωγή όσον αφορά στην πρώτη των εναγομένων Α.

Κ. ως προς όλες τις διατάξεις της, έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή αναιρεσίβλητης ως προς την αναιρεσείουσα, αναγνωρίσθηκε ότι η ενάγουσα (αναρεσίβλητη) είναι κυρία εδαφικής έκτασης εμβαδού 251,30 τ.μ. και υποχρεώθηκε η αναιρεσείουσα να αποδώσει στην αναιρεσίβλητη το παραπάνω αναφερόμενο επίδικο ακίνητο, ενώ απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη η από 3-7-2008 έφεση της αναιρεσείουσας Α.

συζ. Ι. Κ.. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, όχι παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της έφεσης της αναιρεσίβλητης μόνον ως προς τη δεύτερη των εφεσιβλήτων Σ. Δ. και προχώρησε τη συζήτηση της υποθέσεως ως προς την πρώτη εφεσίβλητη Α. συζ. Ι. Κ. εφόσον οι δύο συνεναγόμενες εφεσίβλητες με διεκδικητική αγωγή ακινήτου, συνεδέοντο με δεσμό απλής ομοδικίας και επομένως κάθε ομόδικος ενεργούσε στη δίκη ανεξάρτητα από την άλλη, η δε κλήτευση της απολιπομένης εφεσίβλητης Σ.

Δ. κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 319 παρ. 2 ΚΠολΔ δεν ήταν απαραίτητη, εφόσον δεν εθίγησαν άμεσα ή έμμεσα τα συμφέροντά της δεδομένου ότι η απόφαση διορθώθηκε μόνον ως προς την πρώτη των εφεσιβλήτων αναιρεσείουσα Α. συζ. Ι. Κ., ως προς την οποία ορθώς εχώρησε η συζήτηση της υποθέσεως.

Συνεπώς, ο πρώτος εκ του άρθρου 559 αρ. 14 λόγος αναίρεσης με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο τέταρτος, εκ του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της εφέσεως μόνον ως προς τη δεύτερη εφεσίβλητη Σ.

Δ. ενώ έπρεπε να κηρύξει απαράδεκτη τη συζήτηση της έφεσης και ως προς αυτήν διότι οι δύο ομόδικες συνεδέοντο, με δεσμό αναγκαστικής ομοδικίας, εφόσον οι δύο συνεναγόμενες με διεκδικητική αγωγή ακινήτου σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη νομική σκέψη συνεδέοντο με δεσμό απλής ομοδικίας και όχι αναγκαστικής ομοδικίας όπως αβάσιμα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα.

Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ. 8 περ. β' ΚπολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί του διαδίκου που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος. "Πράγματα" υπό την έννοια αυτή αποτελούν και οι λόγοι έφεσης που αφορούν τέτοιους ισχυρισμούς.

Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων. Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο κατά την εκδίκαση της εφέσεως της αναιρεσίβλητης με την οποία αιτείτο τη διόρθωση της πρωτοβάθμιας απόφασης δεν έλαβε υπόψη του το αίτημα της ένδικης αγωγής περί υποχρεώσεων και των δύο εναγομένων σε απόδοση στην αναιρεσίβλητη ενάγουσα του επιδίκου ακινήτου, με αποτέλεσμα να διορθώσει την πρωτοβάθμια απόφαση μόνον ως προς αυτήν και να διατάξει μόνον την αναιρεσείουσα να αποδώσει το επίδικο ακίνητο στην αναιρεσίβλητη και όχι και την συνεναγομένη Σ.

Δ.. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι ορθώς το Εφετείο διόρθωσε την πρωτοβάθμια απόφαση και διέταξε μόνον τη πρώτη εφεσίβλητη αναιρεσείουσα Α. Κ. σε απόδοση στην αναιρεσίβλητη του επιδίκου ακινήτου αφού η συζήτηση της έφεσης ως προς την δεύτερη εφεσίβλητη Σ. Δ. κηρύχθηκε απαράδεκτη, οι δε δύο συνεναγομένες συνεδέοντο με δεσμό απλής και όχι αναγκαστικής ομοδικίας.

Ο τρίτος λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ με τον οποίο η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο ότι με την προσβαλλομένη απόφασή του παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 76 ΚΠολΔ πλημμελώς ερμηνεύοντας τη σχέση η οποία υφίσταται μεταξύ αυτής και της συνεναγομένης αδελφής της Σ. Δ. ως απλή ομοδικία αν και υφίσταται μεταξύ αυτών δεσμός αναγκαστικής ομοδικίας, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος εφόσον ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται επί παραβάσεως κανόνα ουσιαστικού δικαίου και όχι δικονομικού δικαίου όπως, είναι οι διατάξεις του άρθρου 76 ΚΠολΔ.

Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη ή δεν διέταξε αποδείξεις γι' αυτά. Ο προκείμενος λόγος αναίρεσης συντρέχει ειδικότερα όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς να εκθέτει ούτε γενικώς από ποιά αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη.

Δεν απαιτείται όμως να αξιολογεί το δικαστήριο τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξειδικεύει τα έγγραφα, ούτε να αναφέρει ποιά έγγραφα λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποιά για έμμεση απόδειξη. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αιτιάται την προσβαλλομένη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο δέχθηκε πράγματα που ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και ειδικότερα δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα δεν άσκησε καμία πράξη νομής επί του επιδίκου ακινήτου πριν το έτος 1983 γεγονός που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της ένστασης ιδίας κυριότητας που αυτή προέβαλε ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και επανέφερε με λόγο έφεσης ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, χωρίς το γεγονός αυτό να έχει αποδειχθεί.

Ο λόγος αυτός εκ του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος δεδομένου ότι από την υπάρχουσα στην προσβαλλομένη απόφαση διαβεβαίωση ότι προς σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος το Εφετείο έλαβε υπόψη όλα τα νομίμως επικαλούμενα και προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα (ένορκες καταθέσεις μαρτύρων, ένορκες βεβαιώσεις, έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, έκθεση πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος πραγματογνώμονα τοπογράφου μηχανικού Ι.

Κ., επισκόπηση φωτογραφιών), προκύπτει ότι το Εφετείο στην ανωτέρω παραδοχή περί μη ασκήσεως πράξεων νομής επί του επιδίκου από την αναιρεσείουσα δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη, αλλά ύστερα από την εκτίμηση των ως άνω αποδεικτικών μέσων. Ακολούθως, πρέπει να απορριφθεί η από 20-10-2009 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4062/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, να καταδικασθεί η ηττώμενη αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης κατά το νόμιμο αίτημα (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ) αυτής και να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ που προστέθηκε με άρθρο 12 παρ. 2 ν. 4055/2012.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-10-2009 αίτηση της Α. συζ. Ι. Κ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4062/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 7η Μαΐου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 24η Ιουνίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ