1414/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-10-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:313/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6819/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12-4-2010 αίτησή της.
Legislator headnote
AI generated1414/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, κατά το όρθρο 591 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ "Τα άρθρα 1 έως 590 εφαρμόζονται και οτις ειδικές διαδικασίες, εκτός αν αντιβαίνουν προς τις ειδικές διατάξεις των διαδικασιών αυτών. Αν στις τελευταίες δεν ορίζεται διαφορετικά α) οι προτάσεις κατατίθενται στο ακροατήριο β) όλοι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί προτείνονται προφορικά και όσοι δεν περιέχονται στις προτάσεις καταχωρίζονται στα πρακτικά ...".
Full text
Απόφαση 1414 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1414/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Της εταιρείας με την επωνυμία "Α. Π. κ ΣΙΑ Ε.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "ΟΡΑΣΙΣ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε και διόρισε πληρεξούσιο δικηγόρο της τον Αλέξιο Φίλιο και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ό. Π. του Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου της δικηγόρου Διαμαντή Μπιλιάνη, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-10-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:313/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6819/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12-4-2010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου ανέγνωσε την από 29-4-2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή κατά τον δεύτερο και κατά το μέρος αυτού από το άρθρο 559 αριθ, 8 Κ.Πολ.Δ. λόγο και να απορριφθεί κατά τους λοιπούς λόγους αυτής, η αίτηση αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθ. 12 Ν. 813/1978, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 3 του Ν. 2041/1992 (άρθρ. 43 Π.Δ. 34/1995 περί εμπορικών μισθώσεων), η οποία θεσπίσθηκε προς προστασία του εκμισθωτή, από τον κίνδυνο πρόωρης και αιφνίδιας λύσης της μίσθωσης, ο μισθωτής μπορεί, μετά την πάροδο διετίας, από την έναρξη της σύμβασης, να καταγγείλει εγγράφως τη μίσθωση, οπότε οφείλει στον εκμισθωτή, ως αποζημίωση, το καταβαλλόμενο κατά τον χρόνο της καταγγελίας μίσθωμα τεσσάρων (4) μηνών.
Τα αποτελέσματα της καταγγελίας αυτής επέρχονται μετά την πάροδο της προθεσμίας των έξη (6) μηνών, με συνέπεια, κατά το χρονικό αυτό διάστημα να υπέχει ο μισθωτής υποχρέωση καταβολής των αντίστοιχων μισθωμάτων. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, τα ως άνω ποσά (αποζημίωσης και μισθωμάτων) δεν οφείλονται, όταν ο μισθωτής καταγγέλλει προώρως τη μίσθωση, για σπουδαίο λόγο, κατά τα άρθρα 281, 288, 588, 672 ΚΑΙ 766 ΑΚ, οπότε τα συγκροτούντα τον λόγο αυτόν περιστατικά πρέπει να αποτελούν και το περιεχόμενο της καταγγελίας, Στην τελευταία αυτή περίπτωση, ο μισθωτής, εναγόμενος από τον εκμισθωτή, προς καταβολή του ποσού της αποζημίωσης των τεσσάρων μισθωμάτων και των μισθωμάτων έξη (μηνών), ένεκα της πρόωρης καταγγελίας της μίσθωσης, μπορεί να προβάλλει, κατ' ένσταση, ότι η καταγγελία της μίσθωσης έγινε για σπουδαίο λόγο, οπότε δεν υποχρεούται προς καταβολή των ως άνω ποσών (ΑΠ 861/1999).
Εξάλλου, κατά το όρθρο 591 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ "Τα άρθρα 1 έως 590 εφαρμόζονται και οτις ειδικές διαδικασίες, εκτός αν αντιβαίνουν προς τις ειδικές διατάξεις των διαδικασιών αυτών. Αν στις τελευταίες δεν ορίζεται διαφορετικά α) οι προτάσεις κατατίθενται στο ακροατήριο β) όλοι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί προτείνονται προφορικά και όσοι δεν περιέχονται στις προτάσεις καταχωρίζονται στα πρακτικά ...".
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών με εκείνες των άρθρων 649 και 650 Κ.Πολ.Δ, συνάγεται ότι στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών, όπου δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και επιπλέον οι ισχυρισμοί αυτοί καταχωρίζονται στα πρακτικά με σαφή, έστω και συνοπτική, έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν (άρθρ. 262 παρ. 1 ΚΠολΔ), εκτός εάν περιέχονται στις κατατιθέμενες στο ακροατήριο προτάσεις, Σε κάθε περίπτωση, απαιτείται προφορική πρόταση των ισχυρισμών, που ως γενόμενο κατά τη συζήτηση, σημειώνεται στα πρακτικά, διαφορετικά είναι απαράδεκτοι.
Από δε τη διάταξη του άρθρου 296 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠολΔ συνάγεται ότι η κατά τη διάταξη του άρθρου 591 παρ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ σημείωση της προφορικής πρότασης του ισχυρισμού στα πρακτικά, πρέπει να προκύπτει ευθέως, από το περί των δηλώσεων και προτάσεων τμήμα των πρακτικών και δεν επιτρέπεται έμμεση συναγωγή της δήλωσης ή πρότασης των ισχυρισμών είτε από το περιεχόμενο των ακολούθως καταχωρούμενων μαρτυρικών καταθέσεων, είτε από το περιεχόμενο των κατατιθέμενων εγγράφων προτάσεων (Ολ.ΑΠ 2/2005, ΑΠ 13/2008, ΑΠ 128/2008, ΑΠ 549/2008).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο, το οποίο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κήρυξε απαράδεκτο τον προταθέντα από την εναγόμενη - μισθώτρια - νυν αναιρεσείουσα ισχυρισμό - ένσταση ότι δεν υποχρεούται σε καταβολή των αιτουμένων, με την στηριζόμενη στο άρθρο 43 του Π.Δ. 34/1995, αγωγή της ενάγουσας - εκμισθώτριας - νυν αναιρεσίβλητης ποσών, διότι η υπό της ενάγουσας - μισθώτριας πρόωρη καταγγελία της μίσθωσης έγινε για σπουδαίο λόγο, υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ πλημμέλεια.
Το Εφετείο, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, απέρριψε ως απαραδέκτως προβληθείσα την ως άνω ένσταση, με την αιτιολογία ότι "όπως αποδεικνύεται από τα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η εναγομένη δεν είχε προτείνει προφορικά ενώπιον εκείνου του Δικαστηρίου τον ως άνω καταλυτικό της αγωγής ισχυρισμό, αφού τέτοια δήλωση της δεν περιέχεται σε αυτά, όπου ρητώς διαλαμβάνονται οι ενστάσεις <<καταχρηστικής άσκησης, παραγραφής και συμψηφισμού>>.
Αντίθετα η ένσταση περιλήφθηκε στις από 19-12-2008 προτάσεις της ενώπιον του ως άνω Δικαστηρίου. Έτσι, όμως και σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στη νομική σκέψη, η παραπάνω ένσταση προβλήθηκε απαραδέκτως, εφόσον δεν έγινε προφορική πρόταση της και συνοπτική καταχώρηση της στα πρακτικά και δεν είναι αρκετή η έκθεση του ισχυρισμού στις έγγραφες προτάσεις της εναγομένης".
Από τα, παραδεκτώς κατ' άρθ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκοπούμενα πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, προκύπτει σαφώς ότι σ' αυτά έχουν καταχωρηθεί ως προταθείσες από την εναγομένη - νυν αναιρεσείουσα οι "ενστάσεις καταχρηστικής άσκησης, παραγραφής και συμψηφισμού, ως στις προτάσεις", ενώ, ουδόλως έχει καταχωρηθεί, ως προταθείσα η ως άνω ένσταση (περί καταγγελίας) της μίσθωσης, για σπουδαίο λόγο), η οποία περιέχεται (μόνον) και κατ' εκτίμηση του παραδεκτώς ελεγχομένου δικογράφου των κατατεθεισών προτάσεων, σ' αυτό.
Πλην όμως, σύμφωνα, με τα προαναφερθέντα στη νομική σκέψη, δεν αρκεί μόνη η έκθεση του αυτοτελούς αυτού ισχυρισμού στις προτάσεις, χωρίς την καταχώρησή του στα πρακτικά και κατά συνέπεια, δεν προτάχθηκε παραδεκτώς, όπως ορθώς έκρινε και το Εφετείο, το οποίο δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ και ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος.
Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους προβληθέντες από την εναγομένη - μισθώτρια - νυν αναιρεσείουσα ισχυρισμούς, οι οποίοι θεμελίωναν τη βάση της προταθείσας υπ' αυτής ένστασης, περί συμψηφισμού της αιτούμενης από την ενάγουσα - εκμισθώτρια αποζημίωσης του άρθρου 43 Π.Δ. 34/1995, με την αξίωσή της, για απόδοση της καταβληθείσας υπ' αυτής προς την εκμισθώτρια εγγύησης, ποσού 3.000 ευρώ, με αποτέλεσμα να απορρίψει την ένστασή της αυτή, ως αόριστη.
Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο απέρριψε την ως άνω ένσταση, ως αόριστη, με την αιτιολογία ότι "δεν εκτίθεται η αιτία, για την οποία υπάρχει η υποχρέωση επιστροφής της εγγύησης στην εναγομένη". Πλην όμως, από τα, παραδεκτώς, κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, ελεγχόμενα δικόγραφα των προτάσεων της εναγομένης - νυν αναιρεσείουσας, των κατατεθεισών ενώπιον του Πρωτοδικείου και ενώπιον του Εφετείου, προκύπτει ότι περιέχονται, κατά τρόπο ορισμένο, πλήρη και σαφή, τα περιστατικά τα οποία συνιστούν μη καλή εκπλήρωση της μισθωτικής σύμβασης, από πλευράς της εκμισθώτριας - ενάγουσας, λόγω ύπαρξης ελαττωμάτων του μισθίου, που δικαιολογούν την απόδοση της εγγύησης και θεμελιώνουν την περί συμψηφισμού ένσταση αυτής, περιστατικά, όμως, τα οποία δεν έλαβε υπόψη το Εφετείο, υποπέσαν έτσι στην από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια, κατά τον βάσιμο περί τούτου δεύτερο λόγο αναίρεσης, ο οποίος πρέπει να γίνει δεκτός.
Μετά απ' αυτά πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά ένα μέρος, δηλαδή (μόνο) κατά το μέρος αυτής που αφορά την ένσταση της εναγομένης - μισθώτριας, περί συμψηφισμού προς την αγωγική αξίωση, της αξίωσής της κατά της ενάγουσας - εκμισθώτριας για απόδοση της εγγύησης, ποσού 3.000 ευρώ και να παραπεμφθεί στη συνέχεια η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της απόφασης, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, γιατί είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 520 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί, κατά ένα μέρος, όπως στο σκεπτικό αναφέρεται, την υπ' αριθμ. 6819/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της απόφασης, στο ίδιο Εφετείο, για περαιτέρω εκδίκασή της από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500,00) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιουνίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Σεπτεμβρίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ