1414/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπό τις διατάξεις των άρθρ. 108, 110§2, 498§1, 568§§1,2 και 576§§1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους.
Legislator headnote
AI generated1414/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Έτσι το τμήμα γης που συμπεριλήφθηκε στα όρια του αιγιαλού χωρίς να είναι πράγματι αιγιαλός δεν αποχαρακτηρίζεται μεν ως αιγιαλός, λογίζεται όμως κατά το άρθρ. 4§1 του α.ν. 2344/1940 ότι κηρύχθηκε αναγκαστικά απαλλοτριωτέο υπέρ του Δημοσίου συγχρόνως με τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της έκθεσης και του διαγράμματος της επιτροπής καθορισμού της οριογραμμής του αιγιαλού (ΑΠ 573/2008, 1334/ 2010).
Full text
Απόφαση 1414 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1414/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη), Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 16 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Γ. Ζ. του Α., και 2. Ι. Ζ. του Α., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Θεοχαρίδη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών και στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον Κων/νο Κηπουρό, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. και 2. Ε. Μ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27 Δεκεμβρίου 2001 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ιερισσού. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 40/2002 μη οριστική, 24/2003 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 9/2006 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής. Κατά της 24/2003 απόφασης του Ειρηνοδικείου Ιερισσού κατατέθηκε η από 2 Ιουνίου 2006 τριτανακοπή του Ελληνικού Δημοσίου κατά των ήδη αναιρεσειόντων και του δευτέρου των αναιρεσιβλήτων και εκδόθηκαν οι 18/2007 οριστική απόφαση του ιδίου δικαστηρίου και 81/2009 του Πολυμελούς Πρωτοδικείο Χαλκιδικής. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20 Ιουλίου 2009 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κράνης ανέγνωσε την από 9 Μαΐου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι και να αναιρεθεί η υπ' αριθ. 81/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από τις διατάξεις των άρθρ. 108, 110§2, 498§1, 568§§1,2 και 576§§1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την προσκομιζόμενη από τους αναιρεσείοντες υπ' αριθ. 3991Ε/30.6.2010 έκθεση του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ... ότι η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 81/2009 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, που δίκασε ως Εφετείο, επισπεύσθηκε με φροντίδα τους και προς το σκοπό αυτό επέδωσαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (και) στον δεύτερο των αναιρεσιβλήτων ακριβές αντίγραφο του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης με πράξη κατάθεσής της στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και προσδιορισμένο χρόνο συζήτησής της στο Α1 Τμήμα του Αρείου Πάγου με αριθμό πινακίου 15 την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης αυτής δικάσιμο της 16.5.2011, κατά την οποία ο δεύτερος αναιρεσίβλητος κλήθηκε να παραστεί (άρθρ. 122§1, 123, 126§1περ.α, 128§§1-3, 230§2, 498§§1&2, 568 ΚΠολΔ). Όμως ο αναιρεσίβλητος αυτός δεν παρέστη κατά την εν λόγω δικάσιμο στο ακροατήριο του Δικαστηρίου κατά τη νόμιμη εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, γι' αυτό πρέπει να δικασθεί ερήμην, αλλά να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτός παρών.
2. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 81/2009 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, η οποία ερήμην του δεύτερου των ήδη αναιρεσιβλήτων, αντιμωλία δε των λοιπών διαδίκων, αφού δέχθηκε από τυπικής και ουσιαστικής πλευράς την από 22.6.2007 έφεση του πρώτου των αναιρεσιβλήτων Ελληνικού Δημοσίου κατά της υπ' αριθ. 18/2007 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Ιερισσού και εξαφάνισε την απόφαση αυτή, που είχε απορρίψει ως ενεργητικά ανομιμοποίητη την από 2.6.2006 τριτανακοπή του κατά της υπ' αριθ. 24/2003 απόφασης του αυτού Ειρηνοδικείου, δέχθηκε ακολούθως την τριτανακοπή του και ακύρωσε την τριτανανοπτόμενη απόφαση, με την οποία, όπως η απόφαση αυτή επικυρώθηκε από την υπ' αριθ. 9/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 27.12.2001 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων κατά του δεύτερου των αναιρεσιβλήτων και είχε υποχρεωθεί αυτός, ο οποίος με ενέργειές του στη διερχόμενη βόρεια των όμορων ακινήτων τους κοινόχρηστη κοινοτική οδό τους απέκλεισε από τη χρήση της, προσβάλλοντας έτσι παράνομα την προσωπικότητά τους, να επαναφέρει τα πράγματα με δαπάνες του στην προηγούμενη κατάσταση και να παραλείψει στο μέλλον παρόμοιες ενέργειες στην κοινόχρηστη οδό.
3. Κατά το άρθρ. 1 του α.ν. 2344/1940 "περί αιγιαλού και παραλίας", που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρ. 53 του ΕισΝΑΚ και εξακολουθεί κατά το άρθρ. 34§2 του ν. 2971/2001 να ρυθμίζει τις εκκρεμείς υποθέσεις, δηλαδή αυτές για τις οποίες η έκθεση της επιτροπής καθορισμού του αιγιαλού και της παραλίας με το διάγραμμα της χάραξής τους συντάχθηκαν και εγκρίθηκαν πριν από τη δημοσίευση του νέου νόμου στο ΦΕΚ 285Α/19.12.2001, ο αιγιαλός είναι κοινόχρηστο κτήμα, ανήκει στο Δημόσιο και προστατεύεται και διαχειρίζεται απ' αυτό, είναι δε αιγιαλός η χερσαία ζώνη που περιστοιχίζει τη θάλασσα με ανώτατο όριο προς την ξηρά το σημείο μέχρι το οποίο φθάνουν κατά τις συνηθισμένες και όχι έκτακτες αναβάσεις τους τα κύματα της θάλασσας.
Η ιδιότητα έτσι του αιγιαλού προκύπτει από φυσικά και μόνο φαινόμενα και δεν δημιουργείται με τον καθορισμό της οριογραμμής του από την ως άνω επιτροπή κατά τα οριζόμενα στα άρθρ. 2 και 3 του α.ν. 2344/1940, αφού η διοικητική αυτή επιτροπή, που αρχικά είχε τη σύνθεση του άρθρ. 10 του ν. 1540/1938, διαπιστώνει απλώς και χαράσσει τα όρια του αιγιαλού, όπως η φύση τον δημιούργησε (ΟλΑΠ 24/2000).
Επομένως ο αιγιαλός, που χαρακτηρίζεται και από τις διατάξεις των άρθρ. 967 και 968 ΑΚ ως κοινόχρηστο δημόσιο κτήμα, αποτελεί φυσική δημόσια κτήση, δηλαδή σε αντίθεση με τα τεχνητά κατασκευάσματα δεν απαιτείται για την ένταξή του στη δημόσια κτήση διοικητική πράξη, αλλά λόγω της ίδιας της φύσης του είναι δημόσιο κτήμα δυνάμει γενικής και αφηρημένης επιταγής του νόμου.
Συνακόλουθα μόνος ο καθορισμός από την ως άνω διοικητική επιτροπή των ορίων του αιγιαλού δεν καθιστά αυτόματα αιγιαλό το τμήμα γης που δεν έχει τα αντίστοιχα χαρακτηριστικά, δηλαδή δεν είναι έδαφος βρεχόμενο από τις μεγαλύτερες αναβάσεις των θαλάσσιων κυμάτων, αφού διαφορετικά ο κύριος του εδάφους που κατά πλάνη περιλήφθηκε στα όρια του αιγιαλού, θα έχανε την ιδιοκτησία του με απλή πράξη της διοίκησης, κατά παράβαση της διάταξης του άρθρ. 17 του Συντάγματος που προστατεύει την ιδιοκτησία.
Έτσι το τμήμα γης που συμπεριλήφθηκε στα όρια του αιγιαλού χωρίς να είναι πράγματι αιγιαλός δεν αποχαρακτηρίζεται μεν ως αιγιαλός, λογίζεται όμως κατά το άρθρ. 4§1 του α.ν. 2344/1940 ότι κηρύχθηκε αναγκαστικά απαλλοτριωτέο υπέρ του Δημοσίου συγχρόνως με τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της έκθεσης και του διαγράμματος της επιτροπής καθορισμού της οριογραμμής του αιγιαλού (ΑΠ 573/2008, 1334/ 2010).
Σύμφωνα με τις διατάξεις των επόμενων παραγράφων του ίδιου άρθρ. 4 του α.ν. 2344/1940 παρέχεται εξάμηνη προθεσμία από την ως άνω δημοσίευση προκειμένου όσοι προβάλλουν δικαιώματα σε τμήματα του αιγιαλού να αναγγείλουν τις αξιώσεις τους στον Υπουργό των Οικονομικών, μετά την άπρακτη πάροδο της οποίας αποσβήνονται τα τυχόν δικαιώματά τους και οριστικοποιείται ο διοικητικός καθορισμός του αιγιαλού, εφόσον κατά τα λοιπά κατατέθηκε στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και η καθορισθείσα υπέρ των δικαιούχων αποζημίωση για την απαλλοτρίωση των ακινήτων τους που κατά πλάνη περιλήφθηκαν στον αιγιαλό.
Οι ρυθμίσεις αυτές και ειδικότερα η κήρυξη της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης με τον παραπάνω τρόπο για όσα ακίνητα εσφαλμένα περιλήφθηκαν στον αιγιαλό, δεν αντίκεινται στο άρθρ. 17 του Συντάγματος, αφού η αναγκαστική απαλλοτρίωση για τη δημιουργία αιγιαλού είναι προφανές ότι γίνεται για δημόσια ωφέλεια και συντελείται μόνο με την τήρηση όλων των προϋποθέσεων που θέτουν το Σύνταγμα και οι σχετικοί νόμοι για τη στέρηση της ιδιοκτησίας.
Εξ άλλου το άρθρ. 5 του α.ν. 2344/1940 επιτρέπει τη διαπλάτυνση του αιγιαλού με τη δημιουργία παραλιακής ζώνης, δηλαδή λωρίδας ανοικοδόμητης γης από την παρακείμενη ξηρά που προσαυξάνει τον αιγιαλό μέχρι πλάτος 20 μέτρων από τη γραμμή της μέσης στάθμης του. Κατά το άρθρ. 6§§1 και 2 του ίδιου νόμου η οριογραμμή της παραλίας καθορίζεται από την επιτροπή που καθορίζει και την οριογραμμή του αιγιαλού, εγκρίνεται δε η διαπλάτυνση του αιγιαλού και η δημιουργία της παραλίας με βασιλικό (μεταγενέστερα προεδρικό) διάταγμα που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού των Οικονομικών.
Περαιτέρω η παράγραφος 3 του αυτού άρθρου ορίζει ότι "τα επί των ακινήτων τούτων (δηλαδή του αιγιαλού και της παραλίας) εμπράγματα δικαιώματα ιδιωτών ή νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου αποζημιούνται υπό του Δημοσίου κατά τας εκάστοτε κειμένας διατάξεις περί αποζημιώσεως απαλλοτριουμένων ακινήτων λόγω δημοσίας ανάγκης ή κοινής ωφελείας - Δήμοι, κοινότητες ή άλλα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, εις α ανήκουσιν εμπράγματα δικαιώματα επί των ως άνω ακινήτων, υποχρεούνται εις δωρεάν παραχώρησιν των δικαιωμάτων αυτών προς το Δημόσιον".
Δηλαδή η υποχρέωση αυτή αφορά ακίνητα που βρίσκονται είτε στον αιγιαλό είτε στην παραλία, σε κάθε όμως περίπτωση η ίδια υποχρέωση ισχύει οπωσδήποτε αναλογικά και για τα ακίνητα των ως άνω προσώπων στον αιγιαλό, αν υποτεθεί ότι αφορά άμεσα μόνο τα ακίνητά τους στην παραλία, όπως το άρθρ. 7§3 του νέου ν.2971/2001 ορίζει, αφού η δωρεάν παραχώρηση των ακινήτων τους για τη δημιουργία παραλιακής ζώνης οφείλει για την ταυτότητα του νομικού λόγου να ισχύει εξ ίσου, αν όχι πολύ περισσότερο, και για τα ακίνητά τους που περιλήφθηκαν στον αιγιαλό.
Για την παραχώρηση αυτή δεν τίθεται από το νόμο συγκεκριμένο χρονικό όριο, όμως θα πρέπει να συντελεσθεί το αργότερο μέσα στην εξάμηνη προθεσμία του άρθρ. 4§2 του α.ν. 2344/1940, οπότε και οριστικοποιείται με τις προϋποθέσεις της παραγράφου 6 του ίδιου άρθρου ο καθορισμός του αιγιαλού, διαφορετικά, δηλαδή αν τα υπόχρεα για την δωρεάν παραχώρηση πρόσωπα αδρανούν ή αρνούνται, η παραχώρηση συντελείται αυτοδικαίως, με την έννοια ότι αποσβήνονται έκτοτε τα υπάρχοντα δικαιώματά τους, αφού αλλιώς θα μπορούσαν με την αδράνεια ή την άρνησή τους να ματαιώσουν ή να καθυστερήσουν για απροσδιόριστο χρόνο τη δημιουργία του αιγιαλού και της παραλίας.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ.561§2 ΚΠολΔ) ότι αυτή δέχθηκε ως προς την ουσία της υπόθεσης ότι η έκθεση της αρμόδιας επιτροπής με το συνοδευτικό διάγραμμα, που καθόρισαν τα όρια του αιγιαλού και της παραλίας στη θαλάσσια περιοχή του κόλπου Κομίτσας της πρώην Κοινότητας Ν.
Ρόδων Χαλκιδικής και ήδη Δήμου Σταγίρων - Ακάνθου, εγκρίθηκαν με την υπ' αριθ. 5/1504/1996 απόφαση του Περιφερειακού Διευθυντή Χαλκιδικής, η οποία δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθ. 707 Δ ΦΕΚ της 5.7.1996 και ότι με την άπρακτη έκτοτε πάροδο της προβλεπόμενης στο νόμο εξάμηνης προθεσμίας για την αναγγελία δικαιωμάτων τρίτων σε τμήματα του αιγιαλού οριστικοποιήθηκε ο διοικητικός καθορισμός του και αποσβέσθηκαν τα τυχόν δικαιώματα τρίτων, μ' αποτέλεσμα να περιέλθει ως κοινόχρηστο κτήμα στο αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο και το υπ' αριθ. 2412 τεμάχιο της συμπληρωματικής διανομής έτους 1958 του αγροκτήματος Ν.
Ρόδων Χαλκιδικής, το οποίο είναι μέσα στα όρια του αιγιαλού και μέχρι τότε ανήκε στην ομώνυμη Κοινότητα, έχοντας επίσης κοινόχρηστο χαρακτήρα. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής, που δίκασε ως Εφετείο, έκρινε ότι το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, στο οποίο ανήκει η κυριότητα του αιγιαλού και κατ' επέκταση και του παραπάνω ακινήτου, νομιμοποιείται εξ αυτού του λόγου στην άσκηση της ένδικης τριτανακοπής του, με την οποία, επικαλούμενο βλάβη στα έννομα συμφέροντά του από την έκδοση της τριτανακοπτόμενης υπ' αριθ. 24/2003 απόφασης του Ειρηνοδικείου Ιερισσού, που επικυρώθηκε με την υπ' αριθ. 9/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, ζήτησε την ακύρωση της απόφασης αυτής, η οποία, αναγνωρίζοντας τη διαμόρφωση κοινόχρηστης οδού μέσα στο παραπάνω ακίνητο, είχε δεχθεί εν μέρει την από 27.12.2001 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων κατά του δεύτερου των αναιρεσιβλήτων και είχε υποχρεώσει αυτόν, ο οποίος με ενέργειές του στην κοινόχρηστη οδό τους είχε αποκλείσει από τη χρήση της, προσβάλλοντας έτσι παράνομα την προσωπικότητά τους, να επαναφέρει τα πράγματα στην προηγούμενη κατάσταση και να παραλείψει στο μέλλον παρόμοιες ενέργειες.
Έτσι που έκρινε το ως άνω Δικαστήριο και εξαφάνισε στη συνέχεια ως εσφαλμένη την εκκαλούμενη υπ' αριθ. 18/2007 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ιερισσού, που είχε απορρίψει την ένδικη τριτανακοπή για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης του Ελληνικού Δημοσίου, επειδή, όπως το Δικαστήριο εκείνο έκρινε, το Ελληνικό Δημόσιο δεν είχε καταστεί κύριο του παραπάνω ακινήτου, αφού δεν είχε συντελεσθεί ακόμη τότε η δωρεάν παραχώρησή του σ' αυτό από την Κοινότητα Ν.
Ρόδων Χαλκιδικής και μετέπειτα Δήμο Σταγίρων - Ακάνθου, δεν παραβίασε, αλλά ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που προαναφέρθηκαν και συνεπώς είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο αντίθετος από τον αριθμό 1 του άρθρ. 560 ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης.
4. Κατά τη διάταξη του άρθρ. 586§1 ΚΠολΔ, μπορεί με τις προϋποθέσεις του άρθρ. 583 ίδιου Κώδικα να ασκηθεί τριτανακοπή κατά της οριστικής απόφασης που εκδόθηκε μεταξύ άλλων. Από το συνδυασμό της διάταξης αυτής με τη διάταξη του άρθρ. 583 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αν κάποιος δεν έλαβε μέρος ή δεν προσκλήθηκε σε δικαστική ή εξώδικη πράξη που του προκαλεί βλάβη ή θέτει σε κίνδυνο τα έννομα συμφέροντά του, δικαιούται να ασκήσει ανακοπή κατά της πράξης αυτής, προκύπτει ότι η ύπαρξη ή ο κίνδυνος βλάβης του τριτανακόπτοντος από τις συνέπειες της απόφασης που εκδόθηκε μεταξύ άλλων και θίγει με το διατακτικό ή τις αιτιολογίες της τα έννομα συμφέροντά του, θεμελιώνει και το έννομο συμφέρον του για την άσκηση της τριτανακοπής του, που δρά στην περίπτωση αυτή νομιμοποιητικά, σύμφωνα και με τον κανόνα του άρθρ. 68 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι δικαστική προστασία έχει δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον.
Κατά την έννοια αυτή το έννομο συμφέρον είναι μεν διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης, δεν αποκλείεται όμως να στηρίζεται, όπως και η νομιμοποίηση των διαδίκων (ΟλΑΠ 18/2005), στο ουσιαστικό δίκαιο, οπότε η εσφαλμένη εκτίμησή του από το δικαστήριο της ουσίας συνιστά παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου και ιδρύεται έτσι ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ.
Ο λόγος αυτός όμως είναι αλυσιτελής, όταν δεν μπορεί να ερευνηθεί στη συνέχεια με λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 14 του ίδιου άρθρου το απαράδεκτο της διαδικαστικής πράξης που ενεργήθηκε χωρίς έννομο συμφέρον, όπως συμβαίνει με τις αποφάσεις των ειρηνοδικείων και των κατ' έφεση αυτών αποφάσεων των πρωτοδικείων, για τις οποίες δεν προβλέπεται στο άρθρ. 560 ΚΠολΔ αντίστοιχος λόγος αναίρεσης.
Περαιτέρω στις περιπτώσεις των αμιγώς διαδικαστικών πράξεων που ενεργούνται στο χώρο του δικονομικού δικαίου, όπως είναι και η άσκηση τριτανακοπής, δεν εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρ. 281 ΑΚ, που απαγορεύει την καταχρηστική άσκηση των δικαιωμάτων του ουσιαστικού δικαίου, αλλά ενδείκνυται η εφαρμογή του άρθρ. 116 ΚΠολΔ, που επιβάλλει την καλόπιστη και σύμφωνη με τα χρηστά ήθη διεξαγωγή της δίκης.
Το άρθρο αυτό δεν προβλέπει ρητά ακυρότητα της διαδικαστικής πράξης που ενεργήθηκε κατά παράβασή του, όμως αν η παράβαση των επιταγών του σημαίνει έλλειψη τελικά έννομου συμφέροντος προς επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης, μπορεί ο έλεγχος του έννομου συμφέροντος να συνάπτεται κατά τα ανωτέρω με την εφαρμογή κανόνων και ουσιαστικού δικαίου, οπότε ιδρύεται και πάλι ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ.
Με την ένδικη τριτανακοπή το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο ζήτησε την ακύρωση της τριτανακοπτόμενης απόφασης, ισχυριζόμενο ότι στο χώρο που οριοθετήθηκε κατά τα προεκτεθέντα ως αιγιαλός και παραλία στον κόλπο Κομίτσας της πρώην Κοινότητας Ν. Ρόδων Χαλκιδικής και ήδη Δήμου Σταγίρων - Ακάνθου, δεν υπήρχε ούτε υπάρχει κοινόχρηστη οδός και ότι η διάνοιξη τέτοιας οδού, που επιτάσσει η τριτανακοπτόμενη απόφαση, θα βλάψει τον αιγιαλό πλήττοντας άμεσα τα έννομα συμφέροντά του.
Με το περιεχόμενο αυτό η τριτανακοπή θεμελιώνει τυπικά την επίκληση έννομου συμφέροντος του Ελληνικού Δημοσίου για την άσκησή της, σε αντιστοιχία με το οποίο αυτή δεν παρίσταται ως καταχρηστική.
Συνεπώς κρίνοντας έτσι και η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε ως προς την εκτίμηση του έννομου αυτού συμφέροντος, στο οποίο εμπεριέχεται και η κρίση της ότι η άσκηση της τριτανακοπής δεν είναι καταχρηστική, διάταξη ουσιαστικού δικαίου και είναι έτσι αβάσιμα τα αντίθετα που υποστηρίζονται με τον τρίτο και τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης. Πρωτίστως όμως οι λόγοι αυτοί, με τους οποίους αποδίδονται, κατ' εκτίμηση, πλημμέλειες στην προσβαλλόμενη απόφαση από τον αριθμό 1 του άρθρ. 560 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, αφού το επικαλούμενο απαράδεκτο της τριτανακοπής, με το οποίο συνάπτονται οι πλημμέλειες αυτές, δεν μπορεί να ερευνηθεί στο πλαίσιο του ως άνω άρθρου 560 ΚΠολΔ.
5. Κατά το άρθρ.57 ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει το δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον. Προστατεύεται έτσι η προσωπικότητα και κατ' επέκταση η αξία του ανθρώπου ως ατομικό δικαίωμα κατοχυρωμένο από το άρθρ. 2§1 του Συντάγματος, αποτελεί δε η προσωπικότητα πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου και είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα μαζί του.
Tα αγαθά αυτά δεν αποτελούν μεν αυτοτελή δικαιώματα, αλλά επί μέρους εκδηλώσεις-εκφάνσεις (πλευρές) του ενιαίου δικαιώματος επί της προσωπικότητας, όμως η προσβολή της προσωπικότητας σε σχέση με οποιαδήποτε από τις εκδηλώσεις αυτές συνιστά προσβολή της συνολικής έννοιας της προσωπικότητας. Προστατευόμενο αγαθό της προσωπικότητας και μάλιστα ιδιαίτερης αξιολογικής βαρύτητας είναι και η ελευθερία του ατόμου, όπως οριοθετείται και από το άρθρ. 5§1 του Συντάγματος, δηλαδή η δυνατότητα της ανεμπόδιστης ανάπτυξης κάθε ανθρώπινης ενέργειας αναφορικά με την επαγγελματική, οικονομική, επιστημονική και λοιπή κοινωνική δράση.
Ειδικότερα προϋποθέσεις για την προστασία της προσωπικότητας κατά τη διάταξη του άρθρου 57 ΑΚ είναι: α) η ύπαρξη προσβολής της προσωπικότητας με πράξη ή παράλειψη άλλου που διαταράσσει μια ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτόμενου κατά τη στιγμή της προσβολής και β) η προσβολή να είναι παράνομη, όπως συμβαίνει όταν γίνεται χωρίς δικαίωμα ή με βάση δικαίωμα, το οποίο όμως είτε είναι μικρότερης σπουδαιότητας στο πλαίσιο της έννομης τάξης είτε ασκείται καταχρηστικά κατά την έννοια των άρθρ. 281 ΑΚ και 25§3 του Συντάγματος.
Παράνομη προσβολή της προσωπικότητας κατά την έννοια αυτή δημιουργείται και όταν το άτομο παρακωλύεται στην ελεύθερη χρήση κοινόχρηστης οδού, δηλαδή οδού προορισμένης για χρήση από αόριστο αριθμό ατόμων, που δεν αποκτούν βέβαια άμεση εξουσία στην οδό με την έννοια δικαιώματος νομής ή κατοχής, αλλά απλή δυνατότητα χρήσης ως έκφραση της προσωπικότητάς τους, οπότε η παρεμπόδιση της κοινοχρησίας αντανακλά ακριβώς ως προσβολή της ίδιας της προσωπικότητάς τους.
Κατά την ενδεικτική αναφορά του άρθρ. 967 ΑΚ, που σύμφωνα με το άρθρ. 55 ΕισΝΑΚ εφαρμόζεται προκειμένου να κριθεί μετά την εισαγωγή του ΑΚ η ιδιότητα ενός πράγματος ως κοινοχρήστου, οι οδοί ρητά συγκαταλέγονται στα πράγματα που μπορούν να καταστούν κοινόχρηστα και μάλιστα ανεξάρτητα από τη διάκρισή τους σε εθνικές, επαρχιακές και δημοτικές ή κοινοτικές που προβλέπει το άρθρ. 1 του π.δ/τος της 25/28.11.1929 "περί κωδικοποιήσεως των περί κατασκευής και συντηρήσεως οδών κειμένων διατάξεων".
Αδιάφορο έτσι είναι το δικαίωμα κυριότητας στην οδό, το οποίο σύμφωνα και με το άρθρ. 968 ΑΚ ανήκει στο Δημόσιο, εφόσον δεν πρόκειται για δημοτική ή κοινοτική οδό. Εξ άλλου κατά μεν το άρθρ. 6§4 του α.ν. 2344/1940, η ζώνη της παραλίας θεωρείται ως παραλιακή οδός, ακόμη και αν δεν κατασκευάσθηκε ως τέτοια με τεχνικά μέσα, κατά δε το άρθρ. 7§1 του ίδιου νόμου, ο αιγιαλός και η παραλία, εκτός από τον κύριο και αρχικό προορισμό τους, που είναι η μέσω αυτών επικοινωνία από τη θάλασσα προς την ξηρά και αντιστρόφως, μπορούν να χρησιμεύουν και για άλλους σκοπούς, όπως συγκοινωνιακούς, εξωραϊστικούς και λοιπούς κοινωφελείς σκοπούς.
Συνεπώς στο χώρο της παραλίας, αλλά και του αιγιαλού, μπορεί να διαμορφωθεί κοινόχρηστη οδός και μάλιστα η ίδια η ζώνη της παραλίας θεωρείται από το νόμο ως παραλιακή οδός. Συνακόλουθα αν η κοινόχρηστη οδός προϋπήρχε της ένταξής της στα όρια του αιγιαλού ή της παραλίας, διατηρείται και στη συνέχεια ως κοινόχρηστη οδός με απλή ενδεχομένως μεταβολή του δικαιώματος κυριότητας σ' αυτή, που περιέρχεται σε κάθε περίπτωση στο Δημόσιο.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση η προσβαλλόμενη απόφαση, αφού κατά τα ανωτέρω εξαφάνισε ως εσφαλμένη την εκκαλούμενη απόφαση του Ειρηνοδικείου Ιερισσού, δέχθηκε ακολούθως την ένδικη τριτανακοπή του Ελληνικού Δημοσίου και ακύρωσε την τριτανακοπτόμενη απόφαση, κρίνοντας ότι "παρέλκει η εξέταση του ζητήματος εάν υπήρχε ή όχι δρόμος επί του αιγιαλού".
Έτσι όμως που έκρινε η προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, δεχόμενη εμμέσως ότι μετά την ένταξη του υπ' αριθ. 2412 τεμαχίου της συμπληρωματικής διανομής έτους 1958 του αγροκτήματος Ν. Ρόδων Χαλκιδικής στα όρια του καθορισθέντος διοικητικά αιγιαλού της περιοχής είναι ασυμβίβαστη η διατήρηση κοινόχρηστης οδού στον ίδιο χώρο.
Επομένως είναι βάσιμος ο σχετικός δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 560 ΚΠολΔ και πρέπει κατά παραδοχή του λόγου αυτού και συνακόλουθα της αίτησης αναίρεσης, που ασκήθηκε παραδεκτά κατά τα άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 577 ΚΠολΔ, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 81/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής και να παραπεμφθεί έτσι η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί όμως από άλλους δικαστές, πλην εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρ. 580§3 ΚΠολΔ).
Οι αναιρεσίβλητοι που ηττήθηκαν πρέπει να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρ. 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ), στους οποίους όμως η αμοιβή του πληρεξούσιου δικηγόρου τους θα επιδικασθεί μειωμένη σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, όπως στο διατακτικό ειδικότερα, δηλαδή κατά τα οριζόμενα στο άρθρ. 22§§1 και 3 ν.3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρ. 52§18 ΕισΝΚΠολΔ, σε συνδυασμό και με τα άρθρ. 5§12 ν. 1738/1987 και 2 της υπ' αριθ. 134423/1992 απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΟλΑΠ 1114/1986).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 81/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην αυτών που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, ύψους τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, τα οποία όμως ως προς το Ελληνικό Δημόσιο τα περιορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Ιουνίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Σεπτεμβρίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ