Legislator Case Law & Legislation
1414/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling appellate court properly considered all evidence.

Case Number 1414/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by three appellants against a second-instance court decision regarding property ownership. The appellants argued the appellate court failed to consider their claims that the respondents never held title and that they had possessed the land for over twenty years. The court rejected these arguments, stating the lower court had examined and rejected the claims, and that the appellate court correctly evaluated all submitted evidence without needing to weigh each item individually.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(8)(b) and 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the lower court considered the claim and rejected it for any reason, and the appellate court's review of evidence is valid if it generally considers all submitted means without requiring individual assessment.

Keywords

AI generated
appeal inadmissibility lower court consideration evidence evaluation property ownership dispute Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 559(8)(b) of the Code of Civil Procedure
Article 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1414 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1414/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1, 2. Χ2 και 3. Χ3, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Λεωνίδα Πανούση ο οποίος ανακάλεσε την από 13-1-2009 δήλωση του εκ του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ψ1, κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 2. Ψ2, κατοίκου ..., 3. Ψ3, κατοίκου ομοίως, 4. Ψ4, κατοίκου ομοίως, 4 α). Ψ5, νομίμου διαχειριστή και εκπροσώπου των συνιδιοκτητών της πολυκατοικίας που βρίσκεται στην ... .

Των προσθέτως παρεμβαινόντων: 1. α). Φ1-Α, β) Φ1-Β, 2. Φ2, 3. Φ3, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 4. Φ4, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 5. Φ5, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 6. Φ6, 7. Φ7, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 8. Φ8, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 9. Φ9, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 10.

Φ10, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 11. Φ11, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 12. Φ12, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 13. Φ13, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 14. Φ14, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 15. Φ15, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 16. Φ16, 17. Φ17, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 18.

Φ18, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 19. Φ19, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 20. α) Φ20-Α, β) Φ20-Β, γ) Φ20-Γ, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 21. Φ21, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 22. α) Φ22-Α, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο β) Φ22-Β, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 23. α) Φ23-Α, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, β) Φ23-Β, 24.

α) Φ24-Α, β) Φ24-Β, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, και 25. Φ25, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, κατοίκων ομοίως απάντων ... . Οι από τους αναιρεσιβλήτους με αριθμό 2, 3, 4, 4α, εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Μαλεβίτη. Οι προσθέτως παρεμβάντες με αριθμούς: 1α, 1β, 2, 6, 16, 20α, 20β, 23β, 24α, εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο τους (Αντώνιο Μαλεβίτη).

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις α) 30-12-1998 αγωγή των Χ1, Χ2 και Χ3 και β) 21-5-1998 αγωγή των Ψ1 και Ψ2 και Ψ3, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5149/2000 του ίδιου Δικαστηρίου. Κατόπιν ασκήθηκαν η από 20-3-2001 πρόσθετη παρέμβαση του Φ1-Α κλπ, και η από 10-5-2001 πρόσθετη παρέμβαση του ΦΦ κλπ, που κατατέθηκαν στο Εφετείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκε η 6931/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 8-9-2004 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 22-2-2006 έκθεση του αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Αλεξάνδρου Κασιώλα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις εκθέσεις επίδοσης ..., ..., ..., ..., ... και ... του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., καθώς και ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ... και ... του ιδίου ως άνω δικαστικού επιμελητή, στις οποίες προσαρτώνται οι από 15-9-2008 και 29-9-2008, αντίστοιχα, αποδείξεις παραλαβής από τον αρμόδιο αξιωματικό του Αστυνομικού Τμήματος ...

των δικογράφων που θυροκολήθηκαν και οι από 19-5-2008 και 29-9-2008 αντίστοιχες βεβαιώσεις περί αποστολής της ταχυδρομικής ειδοποίησης που ορίζει το άρθρο 128 παρ.4γ ΚΠολΔ, και τις οποίες (εκθέσεις επίδοσης) προσκομίζουν οι αναιρεσείοντες που επισπεύδουν τη συζήτηση της υπό κρίση από 8-9-2004 αίτησης αναίρεσης, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αίτησης αυτής, για την οποία δικάσιμος για τη συζήτησή της ορίστηκε η 23-1-2008, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμο της 14-1-2009, και κλήση για να παραστούν κατά την τελευταία ως άνω δικάσιμο, επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο Ψ1 και στους προσθέτως παρεμβαίνοντες Φ3, Φ17, Φ19, Φ22-Α, Φ22-Β, Φ25, Φ10, Φ18, Φ23-Α, Φ4, Φ5, Φ7, Φ8, Φ9, Φ11, Φ12, Φ14, Φ15, Φ21 και Φ24-Β.

Όμως οι ανωτέρω δεν εμφανίστηκαν κατά την πιο πάνω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου τους, κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 εδ.

α' και γ' ίδιου Κώδικα).

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 1002, 1117 ΑΚ και 2 παρ. 1, 4 παρ. 1, 5 παρ. 1 α και 13 του Ν. 3741/1929 "περί ιδιοκτησίας κατ' ορόφους", που, κατά το άρθρο 54 Εισ.Ν.ΑΚ, εξακολουθεί να ισχύει και μετά την εισαγωγή του Α.Κ., προκύπτει ότι οι ιδιοκτήτες οριζοντίων ιδιοκτησιών οικοδομής έχουν αναγκαστική συγκυριότητα και δικαίωμα συμμετοχής στη χρήση σε όλα τα ενδεικτικώς οριζόμενα κοινόκτητα και κοινόχρηστα μέρη της οικοδομής, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται το έδαφος και η αυλή και μπορούν, με ομόφωνη απόφασή τους, που πρέπει να καταρτισθεί συμβολαιογραφικώς και να μεταγραφεί, να ρυθμίσουν κατά διάφορο τρόπο το δικαίωμα χρήσης εκάστου επί των κοινοκτήτων και κοινοχρήστων μερών και ειδικότερα να συμφωνήσουν ότι κάποιος από τους ιδιοκτήτες οριζοντίων ιδιοκτησιών θα έχει δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης επί των ως άνω μερών.

Οι συμφωνίες με τις οποίες κανονίζονται κατά διαφορετικό τρόπο τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των ιδιοκτητών αυτών στα κοινόκτητα και κοινόχρηστα πράγματα, δημιουργούν περιορισμούς της αναγκαστικής συγκυριότητας επ' αυτών, από την οποία απορρέει το δικαίωμα συμμετοχής στη χρήση τους. Οι κατ' αυτόν τον τρόπο δημιουργούμενοι περιορισμοί, χωρίς να είναι δουλείες με την έννοια των άρθρων 1118 επ., 1142 επ.

και 1188 επ. του Α.Κ., φέρουν τον χαρακτήρα δουλείας, σύμφωνα με το άρθρο 13 παρ. 3 του Ν. 3741/1929, υπό την έννοια ότι δεσμεύουν τους καθολικούς και ειδικούς διαδόχους των ιδιοκτητών των οριζοντίων ιδιοκτησιών που τους συνομολόγησαν και αντιτάσσονται κατά τρίτων (ΑΠ 1841/1999, ΑΠ 689/1997). Εξάλλου, η ρύθμιση που εισάγεται με το Ν. 3741/1929, σε σχέση με την απόκτηση ή κατάργηση ιδιαιτέρων δικαιωμάτων χρήσης επί των κοινοκτήτων και κοινοχρήστων μερών της υπαγόμενης στη ρύθμισή του ιδιοκτησίας είναι ειδική και έχει υπαγορευθεί από την ιδιαιτερότητα του θεσμού της κατ' ορόφους ιδιοκτησίας.

Από τα ανωτέρω παρέπεται ότι οι γενικές διατάξεις του ΑΚ, που προβλέπουν τη σύσταση με χρησικτησία και την κατάργηση με αχρηστία των δουλειών δεν μπορούν να εφαρμοσθούν, ευθέως ή κατ' αναλογίαν και για τη σύσταση ή κατάργηση των ανωτέρω περιορισμών. Ειδικότερα, κανένας από τους ιδιοκτήτες οριζοντίου ιδιοκτησίας δεν μπορεί, με χρησικτησία, να αποκτήσει δικαίωμα αποκλειστικής μεγαλύτερης από τη μερίδα του χρήσης επί των κοινοκτήτων και κοινοχρήστων μερών, ούτε να χάσει με αχρησία το δικαίωμα συμμετοχής του στην κοινή χρήση των ως άνω μερών (Α.Π. 121/1993).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: Δυνάμει του ... συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Παντελή Μανωλοπούλου, που μεταγράφηκε νόμιμα, η ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "... και Σία" αγόρασε από τον ... ένα οικόπεδο, που βρίσκεται στη θέση ..., επί της οδού ...

αριθ. ..., έχει έκταση 2.460 τ.μ. και απεικονίζεται με τα στοιχεία Α Β Γ Δ Ε Ζ Α στο από μηνός Φεβρουαρίου 1965 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού ... . Στο παραπάνω οικόπεδο η εν λόγω εταιρεία, μετά την έκδοση της ... οικοδομικής άδειας του Πολεοδομικού Γραφείου ..., ανήγειρε πολυώροφη οικοδομή, την οποία στη συνέχεια, από κοινού με την ΑΑ, προς την οποία, δυνάμει του ...

αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του ίδιου συμβολαιογράφου, είχε μεταβιβάσει ένα διαμέρισμα του πρώτου ορόφου μετά των αναλογούντων σ' αυτό 20/1000 εξ αδιαιρέτου του όλου οικοπέδου, υπήγαγαν στις διατάξεις του Ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 Α.Κ., δυνάμει της μεταξύ τους υπογραφείσας ... πράξης σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και κανονισμού πολυκατοικίας του παραπάνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα.

Τόσο στην παραπάνω συστατική της οριζόντιας ιδιοκτησίας πράξη όσο και στο τοπογραφικό διάγραμμα μηνός Φεβρουαρίου 1965 του μηχανικού ..., στο οποίο αυτή ρητά παραπέμπει, η έκταση του οικοπέδου στο οποίο έχει ανεγερθεί η πολυκατοικία και που έχει υπαχθεί στο σύνολό της και διέπεται από τις διατάξεις του ανωτέρω Ν. 3741/1929, είναι 2460 τ.μ.

πλέον ή έλαττον. Ένα τμήμα του παραπάνω οικοπέδου, εμβαδού 403,40 τ.μ., που βρίσκεται στη βόρεια πλευρά του και απεικονίζεται με τα στοιχεία Η-Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Λ-Η στο από μηνός Ιουνίου 1997 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού ..., δεν οικοδομήθηκε, επειδή είναι εκτός σχεδίου πόλης και παρέμεινε ως τμήμα του ακάλυπτου χώρου της πολυκατοικίας, χωρίζεται δε στη μία πλευρά του από τον υπόλοιπο ακάλυπτο χώρο αυτής, με μανδρότοιχο.

Καμία ιδιαίτερη μνεία δεν γίνεται στην παραπάνω σύσταση της οριζόντιας ιδιοκτησίας για διαχωρισμό και αφαίρεση του τμήματος αυτού από την συνολική έκταση του οικοπέδου που κτίστηκε η πολυκατοικία και περιορισμό αυτής σε 1987,26 τ.μ. ή για παροχή ιδιαιτέρων δικαιωμάτων στο τμήμα αυτό υπέρ κάποιου ή κάποιων από τους συνιδιοκτήτες.

Στο εν λόγω επίδικο εδαφικό τμήμα, που κατά τους εφεσιβλήτους έχει εμβαδόν 472 τ.μ., είχαν ελεύθερη πρόσβαση όλοι οι συνιδιοκτήτες της πολυκατοικίας, μεταξύ των οποίων οι ενάγοντες αλλά και η εναγομένη της πρώτης από 22-5-1998 αγωγής Χ1, ως ιδιοκτήτρια του Ι3 διαμερίσματος του ισογείου ορόφου με ποσοστό 20/100 εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου εμβαδού 2.640 τ.μ., όπως αναφέρεται στον κτητικό τίτλο αυτής (βλ.

το ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Κωνσταντίνου Μητρέλη), οι οποίοι χρησιμοποιούσαν αυτό ως κοινόκτητο και κοινόχρηστο χώρο της πολυκατοικίας για να παίζουν τα παιδιά τους, να σταθμεύσουν τα αυτοκίνητά τους και γενικά να ενεργούν ελεύθερα και ανεμπόδιστα κάθε πράξη που απορρέει από το δικαίωμα της συγκυριότητας τους σ' αυτό.

Επίσης δέχθηκε ότι το παραπάνω ακάλυπτο τμήμα του οικοπέδου της πολυκατοικίας, δεν αφαιρέθηκε από τη συνολική έκταση αυτού των 2460 τ.μ. ώστε να μην ανήκει στη συνιδιοκτησία, με τη διευκρινιστική δήλωση του νομίμου εκπροσώπου της ανωτέρω αρχικής οικοπεδούχου και κατασκευάστριας της πολυκατοικίας εταιρίας ΒΒ, που έγινε με την ...

πράξη του συμβολαιογράφου Αθηνών Παντ. Μανωλόπουλου και μεταγράφηκε, όπως ισχυρίστηκαν οι εφεσίβλητοι και ήδη αναιρεσείοντες και τούτο διότι κατά το χρόνο που συντάχθηκε η πράξη αυτή (15-1-1966), με την οποία μεταβάλλονται και περιορίζονται τα δικαιώματα των συνιδιοκτητών στους κοινόκτητους και κοινόχρηστους χώρους της πολυκατοικίας, όπως αυτοί καθορίζονται από τις προαναφερόμενες διατάξεις του νόμου και στην ...

πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας, υπήρχαν και άλλοι συγκύριοι της πολυκατοικίας όπως η ΑΑ, η Φ6, ο Φ7και η Φ5, προς τους οποίους είχαν ήδη μεταβιβαστεί διαμερίσματα αυτής με τα αναλογούντα ποσοστά επί του οικοπέδου, δυνάμει των ..., ..., ... και ... αγοραπωλητηρίων συμβολαίων του ανωτέρω συμβολαιογράφου Παντ.

Μανωλόπουλου, που έχουν μεταγραφεί, και συνεπώς η επικαλούμενη από τους αναιρεσείοντες μονομερής τροποποίηση της αρχικής πράξης σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας είναι άκυρη και δεν επέφερε έννομα αποτελέσματα. Τέλος, δέχθηκε ότι είναι αβάσιμος ο ισχυρισμός των αναιρεσειόντων ότι η πρώτη από αυτούς και ο αποβιώσας στις 16-10-1996 σύζυγός της και πατέρας των λοιπών ΧΧ, την κληρονομία του οποίου αποδέχτηκαν ως μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμου του και μετέγραψαν την πράξη αποδοχής, είχαν γίνει αποκλειστικοί συγκύριοι του επίδικου ανωτέρω εδαφικού τμήματος με έκτακτη χρησικτησία, ως νεμηθέντες αυτό από τις 10-5-1966, που ο νόμιμος εκπρόσωπος της κατασκευάστριας εταιρίας "...

και Σία ΟΕ" ΒΒ τους πούλησε την έκταση αυτή, κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, με ιδιωτικό συμφωνητικό της ίδιας χρονολογίας, και τούτο διότι κατά τον χρόνο της επικαλούμενης μεταβίβασης (10-5-1966), η αναφερόμενη δικαιοπάροχος των ανωτέρω εναγόντων και ήδη εφεσιβλήτων εταιρεία, δεν είχε αποκλειστικά δικαιώματα κυριότητας, νομής και χρήσης επί της επίδικης εδαφικής λωρίδας, η οποία, ως τμήμα του οικοπέδου των 2460 τ.μ., επί του οποίου έχει ανεγερθεί η πολυκατοικία, είχε υπαχθεί με την ...

συμβολαιογραφική πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και κανονισμό πολυκατοικίας, στο καθεστώς του Ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ και ανήκει συνεπώς στην συγκυριότητα όλων των συνιδιοκτητών της πολυκατοικίας, οι δε αναιρεσείοντες και ο δικαιοπάροχός τους δεν άσκησαν αποκλειστικά αυτοί ως διάδοχοι της παραπάνω κατασκευάστριας εταιρίας διακατοχικές πράξεις νομής στην επίδικη έκταση του ακάλυπτου χώρου της πολυκατοικίας, η οποία παρέμενε πάντοτε στην ελεύθερη κοινή χρήση όλων των συνιδιοκτητών της πολυκατοικίας μέχρι τις 29-5-1997 που η εναγόμενη Χ1 περιέφραξε με σύρμα και σιδερένια πόρτα συνολικού μήκους 7,25 μ.

και ύψους 1,50 μ., την ανατολική πλευρά αυτής που συνορεύει με την οδό ... και έτσι απέκλεισε αυτούς παράνομα από τη σύγχρηση του ανωτέρω τμήματος του κοινόχρηστου ακαλύπτου χώρου και τους απέβαλε από τη συννομή τους σ' αυτόν. Με βάση τα ανωτέρω το Εφετείο δέχθηκε ως και κατ' ουσίαν βάσιμη την από 21-5-1998 αγωγή των αναιρεσιβλήτων περί αποβολής από τη συννομή τους επί του επιδίκου απορρίπτοντας ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την από το άρθρο 992 ΑΚ ένσταση της ετήσιας παραγραφής και απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την από 30-12-1998 αγωγή των αναιρεσειόντων με την οποία ζήτησαν να αναγνωρισθούν συγκύριοι αυτού.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του ν. 3741/1929, 1, 2 του ν.δ. 1003/1971, του ν.δ. 1024/1971 και των άρθρων 992, 1002 και 1117 Α.Κ., ούτε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σ' αυτή επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο.

Επομένως, οι πρώτος, πέμπτος και έβδομοι λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

- Επειδή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 647 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. οι διαφορές που προκύπτουν μεταξύ των ιδιοκτητών ορόφων ή διαμερισμάτων από τη σχέση της οροφοκτησίας, δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 648 έως 657 του ίδιου Κώδικα. Ως διαφορές μεταξύ των ιδιοκτητών ορόφων ή διαμερισμάτων από τη σχέση της οροφοκτησίας, στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 17 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

είναι εκείνες που δημιουργούνται από τη σχέση της οροφοκτησίας, ανεξάρτητα από τη συνδρομή άλλης σχέσεως, δηλαδή είναι συναφείς με την ερμηνεία και την εφαρμογή του ν. 3741/1929, του ν.δ. 1024/1971 και των άρθρων 1002 και 1117 του Α.Κ., σε συνδυασμό και με τη συστατική πράξη και τον κανονισμό της οροφοκτησίας και αποτελούν γενικώς διένεξη ως προς την ύπαρξη, την έκταση και την διάρκεια των αντιστοίχων δικαιωμάτων και υποχρεώσεών τους ως συνιδιοκτητών της ίδιας πολυκατοικίας, είτε αυτά αφορούν τις αυτοτελείς οριζόντιες ιδιοκτησίες τους, είτε αφορούν τα κοινά μέρη της οικοδομής και του οικοπέδου της.

Στις παραπάνω διαφορές, που δικάσθηκαν κατά την ανωτέρω διαδικασία η προθεσμία της εφέσεως, αν ο εκκαλών διαμένει στην Ελλάδα, είναι δέκα πέντε ημέρες. Στην προκείμενη περίπτωση, με την από 21-5-1998 αγωγή τους οι αναιρεσίβλητοι, συνιδιοκτήτες της αναφερόμενης σ' αυτή πολυκατοικίας, που έχει υπαχθεί στις διατάξεις του ν. 3741/1929, από τους οποίους ο πρώτος άσκησε αυτήν (αγωγή) και ως εκπρόσωπος και για λογαριασμό και των λοιπών συνιδιοκτητών της πολυκατοικίας, ως νόμιμα εκλεγμένος διαχειριστής ισχυρίσθηκαν ότι η εναγόμενη και ήδη πρώτη αναιρεσείουσα, ιδιοκτήτρια επίσης διαμερίσματος της ίδιας πολυκατοικίας, στις 29-5-1997 κατέλαβε παράνομα και αυθαίρετα τμήμα του κοινόχρηστου ακάλυπτου χώρου του οικοπέδου της πολυκατοικίας, εμβαδού 403,40 τ.μ., ισχυριζόμενη ότι αυτό δεν αποτελεί τμήμα του ακάλυπτου χώρου της πολυκατοικίας αλλά δική της ιδιοκτησία και έτσι απέβαλε αυτούς (ενάγοντες) παράνομα από τη συννομή τους στον παραπάνω χώρο, με βάση δε αυτά τα πραγματικά αυτά περιστατικά ζήτησαν να αναγνωρισθούν συννομείς του επίδικου εδαφικού τμήματος και να υποχρεωθεί η εναγόμενη - πρώτη αναιρεσείουσα στην απόδοσή του.

Από το περιεχόμενο της αγωγής αυτής προκύπτει ότι η με αυτήν καταγόμενη σε δίκη διαφορά δεν αποτελεί διαφορά που προέκυψε μεταξύ ιδιοκτητών ορόφων ή διαμερισμάτων ώστε να είναι εκδικαστέα κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 648 έως 657 Κ.Πολ.Δ. και τούτο διότι η με αυτήν εναγόμενη, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι είναι ιδιοκτήτρια διαμερίσματος της παραπάνω πολυκατοικίας, προβάλλει ότι το επίδικο δεν περιλαμβάνεται στα κοινόχρηστα μέρη της πολυκατοικίας, το δε δικαίωμα κυριότητας επ' αυτού (επιδίκου) δεν στηρίζει στην σχέση της οροφοκτησίας.

Επομένως, ορθά το Εφετείο συνεκδίκασε την αγωγή αυτή με την παραπάνω από 30.12.1998 αγωγή των αναιρεσειόντων και ορθά έκρινε παραδεκτή την κατά της πρωτόδικης απόφασης έφεση των αναιρεσιβλήτων, που άσκησαν εντός της προθεσμίας των 30 ημερών και όχι δέκα πέντε (15) ημερών, που ισχύει για τις διαφορές, οι οποίες εκδικάζονται κατά την παραπάνω ειδική διαδικασία των άρθρων 648 έως 657 Κ.Πολ.Δ.

Επίσης, ορθά το Εφετείο έκρινε ορισμένη την αγωγή αυτή, αφού παραδεκτά ζητήθηκε μ' αυτή η απόδοση της νομής του επιδίκου στους ενάγοντες - ιδιοκτήτες διαμερισμάτων της πολυκατοικίας κατά το ποσοστό της αναλογίας εκάστου επί των κοινών μερών της πολυκατοικίας. Επομένως, οι τρίτος και τέταρτος, κατά το πρώτο τμήμα του από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλονται, αντίστοιχα, ότι απαραδέκτως συνεκδικάστηκαν οι δύο παραπάνω αγωγές και ότι το Εφετείο, παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη, την μεν αγωγή λόγω αοριστίας της διότι δεν αναφέρεται σ' αυτή το ποσοστό της συννομής κάθε ενάγοντος επί του επιδίκου, τη δε έφεση γιατί δεν ασκήθηκε εντός δέκα πέντε ημερών από της επιδόσεως της πρωτόδικης απόφασης, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Περαιτέρω ο τέταρτος λόγος, κατά το δεύτερο τμήμα του, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο "παρέβη και ουσιαστική διάταξη νόμου σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ." είναι αόριστος για έλλειψη αντίστοιχου πραγματικού. Επίσης απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο έκτος, από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο έπρεπε να απορρίψει ως απαράδεκτη την συμμετοχή του τετάρτου αναιρεσιβλήτου στην κατ' έφεση διότι δεν υπήρξε διάδικος στην πρωτοβάθμια δίκη, αφού, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, αυτός ήταν νόμιμα εκλεγμένος διαχειριστής των συνιδιοκτητών της εν λόγω πολυκατοικίας και ως τέτοιος νόμιμα συνέχιζε τη δίκη που άρχισε ο προηγούμενος - αρχικός ενάγων διαχειριστής.

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 80 Κ.Πολ.Δ., αν σε δίκη που εκκρεμεί μεταξύ άλλων τρίτος έχει έννομο συμφέρον να νικήσει κάποιος διάδικος, έχει δικαίωμα, έως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση για να υποστηρίξει τον διάδικο αυτόν. Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με την από 30.12.1998 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκθέτοντας ότι με έκτακτη χρησικτησία έγιναν συγκύριοι, κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, της σ' αυτήν αναφερομένης εδαφικής εκτάσεως και ότι οι εναγόμενοι και ήδη τρεις πρώτοι αναιρεσίβλητοι, που είναι ιδιοκτήτες διαμερισμάτων παρακείμενης πολυκατοικίας, αρνούνται την συγκυριότητά τους επί της εκτάσεως αυτής, ζήτησαν να αναγνωριστεί η συγκυριότητά τους επί της εκτάσεως αυτής.

Επί της αγωγής αυτής, η οποία συνεκδικάσθηκε με την από 21.5.1998 αγωγή των τριών πρώτων αναιρεσιβλήτων, με την οποία οι ενάγοντες αυτοί, που είναι ιδιοκτήτες διαμερισμάτων της ανωτέρω πολυκατοικίας, ο δε πρώτος απ' αυτούς και διαχειριστής, ισχυριζόμενος ότι η παραπάνω εδαφική έκταση αποτελεί κοινόχρηστο χώρο της πολυκατοικίας και ότι οι αναιρεσείοντες τους απέβαλαν παράνομα από τη συννομή τους στο χώρο αυτό, ζήτησαν να αναγνωρισθούν συννομείς του χώρου αυτού και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι - αναιρεσείοντες στην απόδοσή του.

Επί των παραπάνω αγωγών εκδόθηκε η 5149/2000 απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή η πρώτη (από 30.12.1998) αγωγή και απορρίφθηκε η δεύτερη (από 21.5.1998) και στη συνέχεια ασκήθηκε από τους ηττηθέντες ενάγοντες η από 7.12.2000 έφεση. Κατά την εκδίκαση της εφέσεως αυτής είκοσι εννέα ιδιοκτήτες διαμερισμάτων της εν λόγω πολυκατοικίας, επικαλούμενοι ότι ως συννομείς και αυτοί του επίδικου χώρου έχουν έννομο συμφέρον στην ανωτέρω δίκη να νικήσουν οι αναιρεσίβλητοι, διότι με τον τρόπο αυτό δεν θα απωλέσουν και οι ίδιοι τη χρήση του επιδίκου χώρου, άσκησαν την από 20.3.1991 πρόσθετη υπέρ των αναιρεσιβλήτων παρέμβαση.

Η παρέμβαση αυτή ήταν νόμιμη και παραδεκτή, αφού είναι πρόδηλο το έννομο συμφέρον των παρεμβαινόντων για την άσκησή της. Επομένως, με το να μην απορρίψει αυτήν το Εφετείο ως απαράδεκτη, λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος για την άσκησή της, δεν υπέπεσε στην από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια και περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 8 περ. β' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, θεωρούνται δε ως πράγματα οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και τείνουν στη θεμελίωση ή στην κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που έχει ασκηθεί με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση.

Όμως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ενώ ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο, που δίκασε, έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο. Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον όγδοο λόγο αναιρέσεως όπως εκτιμάται, προβάλλουν ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθ. 8 περ.

β' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. διότι δεν έλαβε υπόψη τους προταθέντες απ' αυτούς ισχυρισμούς, α) ότι οι αναιρεσίβλητοι ουδέποτε είχαν την νομή της επίδικης οικοπεδικής έκτασης και β) ότι την νομή της έκτασης αυτής από του έτους 1966 και για το χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της 20ετίας, είχαν ο δικαιοπάροχός τους ΧΧ και η πρώτη απ' αυτούς.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος για μεν τον πρώτο ισχυρισμό ως απαράδεκτος, διότι ο ισχυρισμός αυτός δεν αποτελεί "πράγμα" με την έννοια που προεκτέθηκε, αλλά άρνηση της αγωγής των αναιρεσιβλήτων, για δε τον δεύτερο ισχυρισμό ως αβάσιμος διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε ως αβάσιμο.

- Επειδή, ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. απορρίπτεται ως ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλομένη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι για την απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως του καθενός απ' αυτά χωριστά και χωρίς διάκριση από ποιά μέσα προκύπτει άμεση και από ποιά έμμεση απόδειξη.

Στην προκείμενη περίπτωση, από την υπάρχουσα στην προσβαλλομένη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το Εφετείο ως αποδεικνυόμενα, αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχτηκαν, εκτός των άλλων, και από όλα τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται ως διάδικοι, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, έλαβε υπόψη και εκτίμησε και τα στον ένατο λόγο αναιρέσεως αναφερόμενα έγγραφα, δηλαδή το από 10.5.1966 ιδιωτικό συμφωνητικό που υπογράφηκε από τους αναιρεσείοντες και την Ο.Ε. "...

και Σία", τις αεροφωτογραφίες του ΥΠΕΧΩΔΕ των ετών 1976, 1984 και 1990, τις φωτογραφίες του επιδίκου, τον από του μηνός Ιουλίου 1965 πίνακα αναλογιών του πολιτικού μηχανικού ..., την ... οικοδομική άδεια του Πολεοδομικού Γραφείου ... και το ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίου Πολέμη. Επομένως, ο ένατος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων και προσθέτως παρεμβαινόντων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8-9-2004 αίτηση των 1) Χ1, 2) Χ2 και 3) Χ3 για αναίρεση της 6939/2001 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των παριστάμενων αναιρεσιβλήτων και πρσθέτως παρεμβαινόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαΐου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ