Supreme Court dismisses appeal on lottery ticket loss claim due to lack of evidence and factual evaluation errors.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of Appeal's rejection of his claim for lost lottery tickets. The appellant argued the lower court misread his application, but the Court found the appeal inadmissible because the appellant failed to specify the location and time of loss, and the witness testimony was unpersuasive. Consequently, the Court ruled that the lower court's factual assessment regarding the loss of the tickets was within its authority and not subject to appellate review.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 para. 1 no. 2 of the Code of Civil Procedure; Art. 561 para. 1 of the Code of Civil Procedure: An appeal based on the alleged distortion of a document is inadmissible if the distortion is not proven and the lower court's decision relies on a correct reading of the document combined with other evidence, as factual evaluation errors fall outside appellate jurisdiction.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1414 / 2008 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1414/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Πετράκη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ιωάννη Σίδερη (κωλυομένης της Αρεοπαγίτου Ελένης Μαραμαθά) και Γεωργία Λαλούση, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Μαΐου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βικέντιο Χαριτάτο-Τυπάλδο και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον κ. Υπουργό των Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την ....., Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/11/2000 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 309/2002 και 16/2003 προδικαστικές, 3163/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και η 4991/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30/6/2006 αίτησή του και τους από 18/4/2008 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Γεωργία Λαλούση, ανέγνωσε την από 14/5/2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμ 20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για σφάλμα αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 2/2008).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε έφεση του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου κατά της 3163/2003 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθήνας με την οποία είχε γίνει δεκτή αίτησή του για την κήρυξη ως ανίσχυρων των αναφερόμενων σ' αυτή λαχνών του λαϊκού λαχείου, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε την αίτηση του αναιρεσείοντος.
Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης ο αναιρεσείων προβάλλει την προαναφερόμενη πλημμέλεια από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι κατ' αυτόν το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του ..... εγγράφου της γραμματείας του νομικού συμβούλου του Υπουργείου Οικονομικών προβαίνοντας σε λανθασμένη ανάγνωση αυτού, με το να δεχθεί ότι "....η 3η σειρά του ίδιου λαχείου δεν εξαργυρώθηκε......", αφού μνημονεύει τμήμα μόνο αυτού και όχι πλήρες το κείμενο που αφορά την τρίτη(3η) σειρά λαχείων που δεν εξαργυρώθηκε.
Από την προσβαλλόμενη απόφαση όμως προκύπτει ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του αυτό πόρισμα έλαβε υπόψη του όλα τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα (μάρτυρα και έγγραφα) μεταξύ των οποίων και το ..... έγγραφο της Δ/νσης Κρατικών Λαχείων, όπου αναγράφεται ότι "Όσον αφορά την 3η σειρά του παραπάνω λαχείου δεν έχει εξαργυρωθεί και ούτε πρόκειται να εξαργυρωθεί γιατί η πληρωμή των κερδών της 28ης κλήρωσης έχει παραγραφεί στις 13-11-2000", και έτσι δεν στήριξε την κρίση του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο προαναφερόμενο έγγραφο, το οποίο ορθά ανέγνωσε και συνεκτίμησε το περιεχόμενό του με την κατάθεση του μάρτυρα και τα άλλα έγγραφα.
Ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, επομένως, είναι αβάσιμος. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 843, 847, 848 παρ. 2, 851, 857 ΚΠολΔ και 888 και 895 ΑΚ συνάγεται ότι η διαδικασία απεύθυνσης δημόσιας πρόσκλησης και υποβολής αίτησης για να εκδοθεί απόφαση που κηρύσσει ανίσχυρο ανώνυμο χρεόγραφο έχει ως προϋπόθεση ότι αυτός που υποβάλλει την αίτηση ήταν έως τώρα κομιστής του τίτλου και ότι ο τίτλος αυτός κλάπηκε, χάθηκε ή καταστράφηκε και όχι απλώς η μη πληρωμή του τίτλου από τον εκδότη μέχρι την έκδοση της απόφασης.
Η απόφαση που κηρύσσει τον τίτλο ανίσχυρο έχει αναγνωριστικό και διαπιστωτικό χαρακτήρα, δηλαδή αναγνωρίζει την κλοπή, απώλεια ή καταστροφή του και διαμορφώνει νέα κατάσταση κηρύσσοντάς τον ανίσχυρο, όταν δε γίνει αμετάκλητη υποκαθιστά τον τίτλο, ο αναφερόμενος σ' αυτή τεκμαίρεται ως ουσιαστικός δικαιούχος του δικαιώματος σαν να είχε τον τίτλο στα χέρια του και η πληρωμή γίνεται σ' αυτόν κατ' εφαρμογή του άρθρου 889 ΑΚ και όχι στον κομιστή του ανίσχυρου τίτλου.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ επιτρέπεται αναίρεση και όταν το δικαστήριο άφησε αδίκαστη αίτηση, ενώ κατά τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου επιτρέπεται αναίρεση αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ο οποίος εφαρμόστηκε (υπαγωγικός συλλογισμός), ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, ύστερα από αξιολόγηση του όλου αποδεικτικού υλικού, δέχθηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα κρίσιμα για την τύχη της αναίρεσης πραγματικά περιστατικά: "Κατά την 28η κλήρωση της 11-7-2000 του λαϊκού λαχείου ο αριθμός ....., που ολόκληρος απαρτίζεται από δέκα τετράδες ή δέκα σειρές, κέρδισε το ποσό των 2.000.000 δρχ.
Από τις σειρές αυτές, εξαργυρώθηκαν η 1η σειρά από το πρακτορείο ....., που έχει την έδρα του στην ..... και η 2η σειρά με τις σειρές 6η, 8η, και 10η του ίδιου λαχνού από το πρακτορείο του ......, που έχει έδρα του στην .... Ως κομιστής της 2ης, 6ης, 8ης και 10ης σειράς εμφανίστηκε ο ....., κάτοικος ...... Η 3η σειρά του ίδιου λαχείου δεν εξαργυρώθηκε.
Ο ισχυρισμός του αιτούντος ότι είχε αγοράσει τα 12 έντυπα λαϊκά λαχεία, που αποτελούσαν την 1η, 2η και 3η σειρά του προαναφερόμενου λαχνού και ότι απώλεσε αυτά μετά την κλήρωση της 11-7-2000 δεν πιθανολογείται. Στην κρίση αυτή το Δικαστήριο καταλήγει, αφού λαμβάνει κυρίως υπόψη του το γεγονός ότι : Ι) ο αιτών, ενώ στην αίτησή του ισχυρίζεται ότι όταν αγόρασε τα επίδικα 12 λαχεία στην πίσω πλευρά του κάθε λαχείου είχε γράψει το ονοματεπώνυμό του και είχε υπογράψει, από το προαναφερόμενο ......έγγραφο της Δ/νσης Κρατικών Λαχείων, το περιεχόμενο του οποίου δεν αμφισβητεί, αλλά και από τα επισυναπτόμενα σ' αυτά επικυρωμένα φωτοαντίγραφα της 1ης και 2ης σειράς του επίμαχου λαχείου (που εξαργυρώθηκαν), προκύπτει ότι σ' αυτά δεν είχε γραφεί το ονοματεπώνυμο του αιτούντος ούτε υπήρχε η υπογραφή αυτού.
ΙΙ) Ενώ η κλήρωση έλαβε χώρα την 11-7-2000, ο αιτών δεν έσπευσε να δηλώσει την απώλεια των λαχείων αλλά με τις από 4-8-2000 και 18-8-2000 αρχικές αιτήσεις του προς τη Δ/νση Κρατικών Λαχείων περιορίστηκε να ζητά πληροφορίες για το αν εξαργυρώθηκαν τα λαχεία της 1ης, 2ης και 3ης σειράς, τα οποία όπως υποστήριζε είχε χάσει και ήθελε να διαπιστώσει αν τα βρήκε κάποιο άτομο του περιβάλλοντός του και εισέπραξε τα χρήματα. Δήλωση απώλειας προς το Αστυνομικό Τμήμα Καλλιθέας έκανε στις 12-9-2000, η οποία (δήλωση) και διαβιβάστηκε στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών και στη Δ/νση Κρατικών Λαχείων.
ΙΙΙ) Τα επίδικα λαχεία της 1ης και 2ης σειράς εξαργυρώθηκαν σε διαφορετικά πρακτορεία, κείμενα σε διαφορετικό τόπο, ενώ αν τα είχε χάσει ο αιτών, όπως ισχυρίζεται, θα έπρεπε να βρεθούν από το ίδιο άτομο και να εισπραχθούν από το ίδιο πρακτορείο. Πέραν αυτού, είναι τουλάχιστον ασυνήθιστο να τύχει τα λαχεία της 2ης σειράς να τα βρεί ο κομιστής της 6ης, 8ης και 10ης σειράς του ίδιου λαχνού και IV) ο αιτών στις αιτήσεις και επιστολές του προς τη Δ/νση Κρατικών Λαχείων, στην αίτησή του προς το Αστ.
Τμήμα Καλλιθέας αλλά και στην ένδικη αίτησή του τελείως αόριστα αναφέρει ότι έχασε τις τρεις πρώτες σειρές του επίμαχου λαχνού, παραλείποντας να προσδιορίσει τον πιθανολογούμενο κατ' αυτόν τόπο και χρόνο απώλειας των λαχείων ή έστω να αναφέρει που είχε τοποθετήσει αυτά την τελευταία φορά που τα είδε.
Εξάλλου, και η κατάθεση του μάρτυρα του αιτούντος, λαχειοπώλη, δεν κρίνεται πειστική. Κατ' αρχήν, διότι είναι τουλάχιστον περίεργο ο μάρτυρας αυτός να θυμάται, όπως καταθέτει, ότι έδωσε στον αιτούντα τα λαχεία με το συγκεκριμένο αριθμό, όπως και ότι ο αιτών επίσης λαχειοπώλης αν και δεν προκύπτει να υπήρχε κάποιος λόγος, μετά δύο ημέρες να τον ενημέρωσε ότι θα κρατούσε τα λαχεία για τον εαυτό του.
Τα δε κατατιθέμενα από τον μάρτυρα αυτόν ότι στα επίδικα λαχεία ο αιτών, όπως ο ίδιος του είχε πει, είχε γράψει το ονοματεπώνυμό του και είχε θέσει την υπογραφή του αντικρούεται από τις προαναφερόμενες αποδείξεις". Μετά τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την έφεση του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε την από 10-11-2000 αίτηση του αναιρεσείοντος με την οποία ο τελευταίος ισχυριζόταν ότι ήταν κάτοχος (κομιστής) δώδεκα λαϊκών λαχείων της 1ης, 2ης και 3ης σειράς του αριθμού .....
της 28ης κλήρωσης που έλαβε χώραν στις 11-7-2000, τα οποία και απώλεσε αυτός. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε εξολοκλήρου την αίτηση του αναιρεσείοντος (και για τα λαχεία της 3ης σειράς), διότι σύμφωνα με τις ανωτέρω παραδοχές έκρινε πως δεν πιθανολογήθηκε ότι ο αιτών ήταν κομιστής των αναφερόμενων στην αίτηση τίτλων και ότι απώλεσε αυτά, που ήταν η νόμιμη προϋπόθεση για την παραδοχή της αίτησης.
Ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, επομένως, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αρ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ότι άφησε αδίκαστη την αίτησή του κατά το τμήμα που αναφέρεται στα λαχεία της 3ης σειράς είναι αβάσιμος γιατί στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Περαιτέρω, με τις ανωτέρω παραδοχές του το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικά με το κρίσιμο ζήτημα της ιδιότητας του αναιρεσείοντος ως κομιστή των επίδικων τίτλων (λαχείων) και της απώλειας ή όχι από αυτόν των τίτλων και όσα αναπτύσσονται στον λόγο αναίρεσης που περιέχεται στο δικόγραφο των προσθέτων λόγων δεν μπορούν να θεμελιώσουν την πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και εντεύθεν ο λόγος αυτός, κατά το πρώτο μέρος του, είναι αβάσιμος.
Ο ίδιος λόγος κατά το δεύτερο μέρος του απαραδέκτως πλήττει τη μη ελεγχόμενη αναιρετικά κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου. Τέλος πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσείων λόγω της ήττας του στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου Δημοσίου, μειωμένη κατά το άρθρο 22 του ν. 3693/1957.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30 Ιουνίου 2006 αίτηση του Χ1, καθώς και τους προσθέτους από 18 Απριλίου 2008 λόγους για αναίρεση της 4991/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε τριακόσια πενήντα (350) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2008 Δημοσιεύτηκε στην Αθήνα σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 25 Ιουνίου 2008
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ