Legislator Case Law & Legislation
1414/2007 AI generated

1414/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1414/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-11-1993 αγωγή του αρχικώς ενάγοντος ........., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 2077/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 4595/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18 Οκτωβρίου 2004 αίτησή τους και τους από 25 Αυγούστου 2006 πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Παναγιωτάκη ανέγνωσε την από 4 Οκτωβρίου 2006 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και των πρόσθετων λόγων. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Legislator headnote

AI generated

1414/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Οι λόγοι αυτοί υπό τις αιτιάσεις από τους αριθ. 8, 10 και 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, αφού η ανάκληση της εξώδικης ομολογίας μπορούσε να γίνει, κατά τα προεκτέθεντα, και στο Εφετείο από τους αναιρεσίβλητους που συνέχιζαν τη δίκη, και να προταθεί από τον δικαστικό πληρεξούσιό τους, χωρίς να είναι αναγκαία η συμπαράστασή τους στην κατ' έφεση δίκη ή η συνυπογραφή των προτάσεων που αυτός κατέθεσε σ' εκείνη τη δίκη.

Keywords

AI generated
order for uncontested claims declaration of enforceability validity of debt recognition duty to establish identity immediate termination for fraud capacity to pursue debt enforcement
AI generated
1735/2009
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27 Ιανουαρίου 2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 241/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 75/2007 απόφαση του Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1 Ιουνίου 2007 αίτησή του.
1421/2014
Αγωγή αναγνωριστική, Αοριστία αγωγής, Έλλειψη νόμιμης βάσης, Ναυτικές διαφορές.
763/2008
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
281/2019
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 257/2008 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Πειραιά που δίκασε έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της 1719/2007 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά,τακτικής διαδικασίας που είχε συνεκδικάσει την από 25-10-2002 αγωγή του Α. Α.(στη θέση του οποίου υπεισήλθε ως ειδικός διάδοχος ο αναιρεσείων Θ.
1339/2025
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 21 Μαΐου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Π.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1414 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1414/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Ρήγα, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο και Ελένη Παναγιωτάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :

Των αναιρεσειόντων : 1) Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία ".............Ο.Ε", που εδρεύει στο ......... Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, παραστάθηκε ο νόμιμος εκπρόσωπος της Πέτρος Κοταρίδης και διόρισε στο ακροατήριο πληρεξούσιους δικηγόρους της τους Δημήτριο Σπυρόπουλο και Αϊντα Κολοβού-Τζαβέλα και 2) ................ κατοίκου ............., ο οποίος παραστάθηκε και διόρισε στο ακροατήριο τους ίδιους πιο πάνω δικηγόρους.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) ............. και 2) ...............,οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Οικονομόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-11-1993 αγωγή του αρχικώς ενάγοντος ........., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 2077/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 4595/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18 Οκτωβρίου 2004 αίτησή τους και τους από 25 Αυγούστου 2006 πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Παναγιωτάκη ανέγνωσε την από 4 Οκτωβρίου 2006 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και των πρόσθετων λόγων. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Από τις διατάξεις των άρθρων 352 παρ. 2 και 354 ΚΠολΔ, που ορίζουν, αντιστοίχως, ότι "το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα την εξώδικη ομολογία" και "όποιος ομολόγησε, μπορεί ν' ανακαλέσει την ομολογία του μόνο αν αυτός αποδείξει, ότι δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια", σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 282 επ.

ΚΠολΔ, που ρυθμίζουν τη διακοπή και επανάληψη της δίκης, μεταξύ άλλων λόγων και λόγω θανάτου του αρχικού διαδίκου, καθώς και εκείνες του άρθρου 98 του ίδιου κώδικα, που ορίζουν πότε είναι αναγκαία η ειδική πληρεξουσιότητα, προκύπτει ότι η ανάκληση της εξώδικης ομολογίας, μπορεί να γίνει από τον αρχικό διάδικο που εξωδίκως ομολόγησε ή από τους καθολικούς ή ειδικούς διαδόχους του που συνεχίζουν τη δίκη ή τον δικαστικό πληρεξούσιό τους, εκτός αν του έχει αφαιρεθεί ρητά η σχετική εξουσία.

Περαιτέρω η ανάκληση μπορεί να γίνει σε κάθε στάση της δίκης, επομένως και στο στάδιο της εφέσεως, αδιαφόρως αν έγινε ή όχι επίκληση από τον αντίδικο του ομολογούντος, αφού η παραπάνω διάταξη δεν κάνει καμιά περί τούτου διάκριση, οπότε, μετά την ανάκλησή της, δηλαδή την απόδειξη ότι δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια, παύει ν' αποτελεί απόδειξη κατά του διαδίκου που προέβη σ' αυτή, και κατ' ακολουθία να είναι δεσμευτική για το δικαστήριο, αφού με την ανάκληση επέρχεται ανατροπή των δικονομικών συνεπειών της.

Στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που δίκασε επί εφέσεως του αναιρεσειόντων - εναγομένων κατά της πρωτόδικης απόφασης με την οποία είχε γίνει δεκτό ότι ο αρχικός ενάγων ........... είχε εγγυηθεί το χρέος της πρώτης αναιρεσείουσας Ο.Ε. ενεργώντας κατ' εντολή του δεύτερου αναιρεσείοντος, υπό την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της πρώτης, δέχθηκε σε σχέση με την προβληθείσα από τους ήδη αναιρεσίβλητους - που είχαν υπεισέλθει στη δίκη ως κληρονόμοι του αρχικού ενάγοντος - ανάκληση της εξώδικης ομολογίας του που περιείχε η προσθήκη των προτάσεών του επί άλλης συναφούς μεταξύ αυτού και των αναιρεσειόντων δίκης, και συνίστατο στο ότι "η εγγύηση δόθηκε από αυτόν χωρίς εντολή, άλλως ενήργησε λόγω συγγενικής σχέσεως", ότι δεν ανταποκρινόταν στην αλήθεια, διότι αποδεικνυόταν από τα αποδεικτικά στοιχεία που οι διάδικοι είχαν επικαλεστεί και προσκομίσει, και κυρίως από τα αναφερόμενα στην απόφαση έγγραφα, ότι η εγγύηση είχε πράγματι δοθεί κατόπιν της επικληθείσης με την αγωγή εντολής.

Με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, όπως συμπληρώνεται με τους πρώτο και εν μέρει με τέταρτο πρόσθετους λόγους, προβάλλονται πλημμέλειες του άρθρου 559 ΚΠολΔ: 1) από τον αριθ. 8, ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη τον πιο πάνω περί ανακλήσεως της εξώδικης ομολογίας ισχυρισμό, γιατί η ανάκληση αυτή έγινε ενώπιόν του, άλλως έγινε όχι από τον ίδιο τον αρχικό ενάγοντα αλλά από τους αναιρεσίβλητους ως καθολικούς διαδόχους του που συνέχιζαν τη δίκη, άλλως έγινε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους, χωρίς να παρασταθούν οι ίδιοι στην κατ' έφεση δίκη και χωρίς να συνυπογράψουν τις προτάσεις, 2) από τον αριθ. 10, ότι το Εφετείο δέχτηκε ότι είναι βάσιμη η ανάκληση της άνω ομολογίας χωρίς αποδείξεις, 3) από τον αριθ. 11, ότι το Εφετείο α) έλαβε υπόψη την ανάκληση, αποδεικτικό μέσο που ο νόμος δεν επιτρέπει, β) δέχθηκε ότι είναι βάσιμη η ανάκληση λαμβάνοντας υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν, γ) δεν έλαβε υπόψη το άνω έγγραφο που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν και που περιείχε την εξώδικη ομολογία, 4) από τον αριθ. 12, ότι παραβιάστηκαν οι ορισμοί του νόμου σχετικά με την αποδεικτική δύναμη της άνω εξώδικης ομολογίας, και 5) από τον αριθ. 13, ότι παραβιάστηκαν οι ορισμοί του νόμου σχετικά με το βάρος αποδείξεως.

Οι λόγοι αυτοί υπό τις αιτιάσεις από τους αριθ. 8, 10 και 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, αφού η ανάκληση της εξώδικης ομολογίας μπορούσε να γίνει, κατά τα προεκτέθεντα, και στο Εφετείο από τους αναιρεσίβλητους που συνέχιζαν τη δίκη, και να προταθεί από τον δικαστικό πληρεξούσιό τους, χωρίς να είναι αναγκαία η συμπαράστασή τους στην κατ' έφεση δίκη ή η συνυπογραφή των προτάσεων που αυτός κατέθεσε σ' εκείνη τη δίκη.

Εξάλλου, το Εφετείο δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ότι η ανάκληση αποδείχθηκε από όλα τα στοιχεία της δικογραφίας, ορθά δε επέτρεψε στους αναιρεσίβλητους να αποδείξουν ότι το παραπάνω γεγονός που, είχε εξωδίκως ομολογηθεί, δεν ανταποκρινόταν στην αλήθεια, προκειμένου αυτοί να ανατρέψουν τις δικονομικές συνέπειές της εξώδικης ομολογίας.

Οι ίδιοι λόγοι υπό τις αιτιάσεις από τους αρ. 11 και 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι α) η ανάκληση δεν είναι αποδεικτικό μέσο, β) δεν αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο, και δεν προσκομίστηκαν, και γ) ορθά το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του το άνω αποδεικτικό μέσο, αφού κατά την ανέλεγκτη κρίση του δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια και συνεπώς τούτο έπαυσε να αποτελεί εξώδικη ομολογία.

Εφόσον δε, δεν λήφθηκε υπόψη η επικαλούμενη εξώδικη ομολογία, δεν μπορεί να τεθεί ζήτημα περί παραβιάσεως των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη του άνω αποδεικτικού αυτού μέσου. Περαιτέρω, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το υπόλοιπο μέρος του, που υπό την επίκληση των αναιρετικών λόγων από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (για παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) και 19 του ιδίου άρθρου (για έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης αποφάσεως), προσβάλλει την απόφαση για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση των άνω διατάξεων των άρθρων 352, 354 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, διότι οι διατάξεις αυτές είναι δικονομικού και όχι ουσιαστικού δικαίου, και οι προβαλλόμενες πλημμέλειες δεν ελέγχονται αναιρετικά από τους άνω επικαλούμενους λόγους.

ΙΙ. -Από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αριθ. 4 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που απαιτούνται για τη νομική της θεμελίωση. Εξάλλου, από το άρθρο 858 AΚ συνάγεται ότι o εγγυητής ο οποίος ικανοποίησε το δανειστή δικαιούται να στραφεί με αγωγή κατά του πρωτοφειλέτη και να ζητήσει να του πληρώσει το ποσό που κατέβαλε στο δανειστή, μόνο αν έχει δικαίωμα αναγωγής κατ' αυτού, δηλαδή εφόσον μεταξύ αυτού και του πρωτοφειλέτη υφίσταται έννομη σχέση η οποία παρέχει σ' αυτόν σχετικό δικαίωμα. Τέτοια έννομη σχέση είναι και η σύμβαση της εντολής που παρέχει στον εντολοδόχο το δικαίωμα να ζητήσει από τον εντολέα οτιδήποτε δαπάνησε για την κανονική εκτέλεσή της (άρθρο 722 AΚ). Η εντολή μπορεί να συναφθεί και σιωπηρώς (AΚ 158, 713), λόγω δε του προσωπικού και εμπιστευτικού χαρακτήρα της, o εντολοδόχος μπορεί να αναλάβει τη διεξαγωγή της υπόθεσης του εντολέα είτε ύστερα από παράκλησή του είτε ακόμη και από δική του πρωτοβουλία, εφόσον ο εντολέας γνωρίζει τούτο και δεν αντιλέγει.

Στην προκείμενη περίπτωση όπως προκύπτει από το δικόγραφο της αγωγής του αρχικού ενάγοντος, εκτίθεται ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ομόρρυθμη εταιρεία έλαβε από την Τράπεζα Αττικής, στις 20.4.1981, δάνειο ποσού 5.000.000 δραχμών, ότι υπέρ της εναγομένης οφειλέτριας και κατόπιν εντολής του δεύτερου εναγόμενου [ήδη αναιρεσείοντος] νομίμου εκπροσώπου της τελευταίας που ενεργούσε υπό την άνω ιδιότητά του, αυτός [αρχικός ενάγων] εγγράφως εγγυήθηκε την εξόφληση της σχετικής οφειλής, ότι για μεγαλύτερη ασφάλεια της τράπεζας, και σύμφωνα με το περιεχόμενο της εντολής, ενεγράφη δυνάμει της υπ' αριθ. 5726/1981 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, και του ...........

συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Αθηνών Δ. Θανόπουλου, προσημείωση υποθήκης για το ποσό των 4.800.000 δρχ., και πρώτη υποθήκη, για το ποσό των 200.000 δρχ., αντιστοίχως, επί ενός ακινήτου του που βρίσκεται στο Δήμο Αχαρνών Αττικής επί της οδού ......... αριθ. ......., και ότι στο χρονικό διάστημα από 22.5.1991 μέχρι 26.2.1992, κατέβαλε ως εγγυητής το εκ δραχμών 36.072.407 χρέος της εναγομένης ΟΕ στη δανείστρια τράπεζα, υποκατασταθείς έτσι στα δικαιώματά της.

Με τέτοιο περιεχόμενο η αγωγή, με την οποία ζητήθηκε να καταδικαστούν οι εναγόμενοι, η πρώτη ΟΕ ως πρωτοφειλέτρια, ο δε δεύτερος ως νόμιμος εκπρόσωπος και ομόρρυθμο μέλος της πρώτης, να καταβάλουν εις ολόκληρο, το ως άνω ποσό στον ενάγοντα εγγυητή, είναι επαρκώς ορισμένη, δεδομένου ότι αναφέρει ότι το δικαίωμα αναγωγής του ενάγοντος στηρίζεται στη συνδέουσα αυτόν και την εναγόμενη ΟΕ έννομη σχέση της εντολής, που καταρτίστηκε τον Απρίλιο του 1981, και προσδιορίζει ότι το περιεχόμενο της εντολής ήταν η σύναψη της συμβάσεως εγγυήσεως, με τη δανείστρια και η εγγραφή προσημείωσης υποθήκης στο ακίνητό του.

Το ότι στην αρχή της αγωγής του o ενάγων αναφέρει ότι τον Απρίλιο του 1981 τον επισκέφθηκε ο δεύτερος αναιρεσείων, και του "ζήτησε να εγγυηθεί" την αποπληρωμή του απέναντι στην Τράπεζα χρέους του, παραχωρώντας προσημείωση υποθήκης και τον "διαβεβαίωσε" ότι θα εξοφλούσε τις δόσεις του εν λόγω δανείου εγκαίρως, και αυτός "δέχθηκε να εγγυηθεί την ασφάλεια του δανείου τόσο για λόγους ηθικής αλληλεγγύης και συμπαραστάσεως σε επαγγελματική δραστηριότητα, όσο και διότι ο εναγόμενος ήταν φερέγγυος..." δεν δημιουργεί ασάφεια ως προς το είδος της συνδέουσας αυτόν και την εναγόμενη εταιρεία έννομη σχέση, διότι από το όλο περιεχόμενο της αγωγής και ιδίως από τις εν συνεχεία φράσεις "κατόπιν εντολής του δευτέρου εναγομένου εγγυήθηκα..." και "παρεχώρησα σύμφωνα πάντα με το περιεχόμενο της εντολής" την προσημείωση και την υποθήκη, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, η σύμβαση εγγυήσεως έγινε ύστερα από εντολή της αναιρεσείουσας εταιρείας.

Ενόψει τούτων, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή, λόγω αοριστίας της, διότι δεν ανέφερε σαφώς την έννομη σχέση βάση της οποίας o ενάγων εγγυήθηκε, το περιεχόμενό της, το χρόνο και τις συνθήκες υπό τις οποίες καταρτίσθηκε, καθώς και αν αυτή ήταν χαριστική ή επαχθής, και αν υπήρξε σχετική πρόταση του δεύτερου αναιρεσείοντος και αποδοχή της από τον αρχικό ενάγοντα, εκτιμώμενος μόνο από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και όχι και από τον αριθ. 19 του ίδιου άρθρου, διότι η προβαλλόμενη πλημμέλεια δεν ελέγχεται αναιρετικά και κατά τον επικαλούμενο αυτό λόγο, είναι αβάσιμος.

ΙΙΙ. Επειδή η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει αντιστοίχως, όταν δεν αναφέρονται με πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται για την εφαρμογή του κανόνα δικαίου στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής ή γίνεται απλώς επίκληση των όρων του νόμου, χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά που θεμελιώνουν την εφαρμογή του, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αριθ. 8 ή 14 του ΚΠολΔ.

Σε κάθε όμως περίπτωση για να δημιουργηθεί λόγος αναιρέσεως, πρέπει η αοριστία του δικογράφου της αγωγής να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους οι οποίοι κατ' εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικώς δεν αφορά τη δημόσια τάξη.

Επομένως, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός επί του οποίου στηρίζεται, είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 15/2000). Κατ' ακολουθία, ο τρίτος λόγος της αναιρέσεως, κατά το μέρος του με το οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο παρά τον νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο, και ειδικότερα δεν απέρριψε ως αόριστη την ένδικη αγωγή στην οποία δεν περιέχονταν ως στοιχεία της βάσεώς της τα συγκεκριμένα ποσά που ως εγγυητής κατέβαλε κατά κεφάλαιο, τόκους υπερημερίας, και έξοδα, το είδος των τόκων, και το χρονικό διάστημα στο οποίο αυτοί ανάγονταν και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, είναι προεχόντως απορριπτέος ως αόριστος, αφού οι αναιρεσείοντες δεν προβάλλουν ότι τον ισχυρισμό αυτό, που δεν εμπίπτει σε κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ, πρότειναν νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας κατά τη συζήτηση, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.

IV,- Επειδή, για να είναι ορισμένη η από το άρθρο 300 ΑΚ ένσταση του οφειλέτη για συντρέχον πταίσμα του δανειστή, το οποίο άγει σε περιορισμό της ευθύνης του οφειλέτη θα πρέπει να προτείνονται τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την ένσταση και το σχετικό αίτημα. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 859 ΑΚ που ορίζει ότι ο εγγυητής που ικανοποίησε το δανειστή δεν έχει αναγωγή, αν παρέλειψε να αντιτάξει βάσιμες ενστάσεις του πρωτοφειλέτη που γνώριζε, ή όφειλε να γνωρίζει, συνάγεται ότι ο πρωτοφειλέτης που ενάγεται από τον εγγυητή πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει τις ενστάσεις που ανήκαν σ' αυτόν ως πρωτοφειλέτη και ο εγγυητής παρέλειψε να προβάλλει, και ότι ο τελευταίος γνώριζε ή έπρεπε να γνωρίζει τις ενστάσεις του αυτές.

Συνεπώς, ο τρίτος λόγος της αίτησης αναιρέσεως, κατά το υπόλοιπο μέρος του και ο τρίτος πρόσθετος λόγος από τους αριθ. 1 και 19 του ΑΚ του άρθρου 559 Κ.Π.Δ., με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση της ευθείας και εκ πλαγίου παραβιάσεως των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 288, 300, 334, 714 και 859 ΑΚ, δια της απόρριψης από αυτήν (προσβαλλομένη) της φερόμενης ως προβληθείσης από τους αναιρεσείοντες ενστάσεως, περί "αποκλειστικής υπαιτιότητας άλλως συνυπαιτιότητας του αντιδίκου τους" η οποία συνίστατο στο ότι "από ευθύνη του αντιδίκου τους διογκώθηκε το χρέος, το οποίο πήρε διαστάσεις χιονοστιβάδας", είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Τούτο διότι η προσβαλλόμενη απόφαση, ανεξαρτήτως των αιτιολογιών της, σε ορθό κατέληξε αποτέλεσμα (αρθρ. 578 ΚΠολΔ.), αφού η ένσταση αυτή όπως φέρεται στο αναιρετήριο ότι προτάθηκε στο Πρωτοδικείο και το Εφετείο είναι, κατά τα προεκτέθεντα, αόριστη.

V.- Με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως και με επίκληση του άρθρου 599 αριθ. 14 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν ότι αν και είχαν προτείνει πρωτοδίκως την ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ, την οποία το οποίο πρωτοδικείο δεν έλαβε υπόψη, και νομίμως επανέφεραν με πρόσθετο λόγο εφέσεως, το Εφετείο παρά το νόμο απέρριψε ως απαράδεκτη την ένστασή τους αυτή με την αιτιολογία ότι "οι εκκαλούντες δεν είχαν παραθέσει πρωτοδίκως τα πραγματικά περιστατικά που πρόβαλλαν με το σχετικό πρόσθετο λόγο, ούτε είχαν διατυπώσει πρωτοδίκως αίτημα απόρριψης της αγωγής για το λόγο αυτό, και χωρίς δικαιολογημένη αιτία πρόβαλλαν για πρώτη φορά προς θεμελίωση τέτοιας ένστασης περιστατικά τα οποία δεν είχαν προταθεί στο πρωτοδικείο".

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αναπόδεικτος διότι οι αναιρεσείοντες δεν προσκομίζουν τις πρωτόδικες προτάσεις τους για να εκτιμηθεί αν πράγματι είχαν προβάλλει ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής, και συνεπώς αν είναι βάσιμες οι αιτιάσεις που αποδίδονται με τον άνω λόγο της αναιρέσεως.

Περαιτέρω, ο ίδιος τέταρτος λόγος, ως προς την από τον αριθ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβαλλόμενη αιτίαση, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη "αποδεικτικά μέσα νομίμως προταθέντα" είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι δεν εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα που δεν λήφθηκαν υπόψη, το περιεχόμενό τους, αν έγινε επίκληση και προσαγωγή τους, και ο ισχυρισμός το βάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα.

VΙ. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 εδ. α΄ και 287 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι η δίκη διακόπτεται αν, εωσότου τελειώσει η προφορική συζήτηση μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, πεθάνει κάποιος διάδικος, η διακοπή δε αυτή επέρχεται από τη γνωστοποίησή της προς τον αντίδικο που μπορεί να γίνει και με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή κατά τη επιχείρηση διαδικαστικής πράξης, όπως κατά τη διεξαγωγή των αποδείξεων, από εκείνον που έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη, ή τον πληρεξούσιο του διαδίκου στο πρόσωπο του οποίου επήλθε ο λόγος αυτός.

Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 290 ΚΠολΔ, η επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί, λόγω θανάτου κάποιου διαδίκου, μπορεί να γίνει εκούσια με ρητή ή σιωπηρή δήλωση των προσώπων τα οποία, ως κληρονόμοι εκείνου, υπεισέρχονται στην δικονομική του θέση και δικαιούνται να επαναλάβουν και συνεχίσουν την δίκη.

Εφόσον δε αποδεικνύεται ή συνομολογείται από τον αντίδικο έστω και σιωπηρά η νόμιμη δυνατότητα του προσώπου να διεξάγει τη δίκη στη θέση του διαδίκου στον οποίο αφορούσε το διακοπτικό γεγονός, δεν απαιτείται ιδιαίτερη συζήτηση περί της επαναλήψεως και η δίκη συνεχίζεται κανονικά. Αν αντίθετα ο αντίδικος προβάλλει αντιρρήσεις, η κληρονομική ιδιότητα εξετάζεται από το Δικαστήριο παρεμπιπτόντως, με ελεύθερη απόδειξη.

Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αρ.20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας από διαγνωστικό λάθος σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, απέδωσε περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου κατέληξε σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο καθόσον αφορά την ιδιότητα των αναιρεσιβλήτων ως κληρονόμων του αρχικού ενάγοντος, και συνεπώς ως προς τη δυνατότητά τους να συνεχίσουν τη δίκη, δέχθηκε τα εξής: Οι εκκαλούντες - εναγόμενοι αποδέχθηκαν τη δήλωση των εφεσιβλήτων ενώπιον του Εισηγητή δικαστή στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών για την επανάληψη και συνέχιση της διακοπείσης από αυτούς δίκης λόγω του θανάτου του αρχικού ενάγοντος, με την ιδιότητά τους ως καθολικών εκ διαθήκης κληρονόμων του, διεξήγαγαν μαζί με αυτούς τις διεξαγωγές των αποδείξεων, παρέστησαν στη μετ' απόδειξη συζήτηση, απηύθυναν προτάσεις εναντίον τους, κατέθεσαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών την από 2.5.2003 αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων εναντίον τους και απηύθυναν την υπό κρίση έφεση εναντίον τους.

Περαιτέρω δέχθηκε το Εφετείο ότι η ιδιόγραφη διαθήκη, δυνάμει της οποίας οι εφεσίβλητοι είχαν καταστεί καθολικοί κληρονόμοι του αρχικού ενάγοντος, έφερε πλην των άλλων στοιχείων της ιδιόγραφης διαθήκης και πλήρη χρονολογία [ημέρα, μήνα και έτος, ήτοι "10 Δεκεμβρίου 1985]. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε τον πρόσθετο λόγο εφέσεως με τον οποίο οι εκκαλούντες - αναιρεσείοντες, πρόβαλλαν για πρώτη φορά ενώπιον του τον ισχυρισμό ότι οι εφεσίβλητοι δεν νομιμοποιούνταν ενεργητικώς στη συνέχιση της δίκης λόγω ακυρότητας της διαθήκης του αρχικού ενάγοντος, διότι δεν έφερε [κατ' αυτούς] πλήρη τη χρονολογία της σύνταξής της.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραμόρφωσε το περιεχόμενο της άνω διαθήκης διότι, όπως από αυτή προκύπτει, φέρει πράγματι την αναφερόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση ημερομηνία. Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ούτε στις πλημμέλειες από τους αριθ. 11 γ΄ και 14 του ίδιου άρθρου, αφού έλαβε υπόψη του το άνω έγγραφο [την διαθήκη] που οι αναιρεσείοντες είχαν επικαλεστεί και προσκομίσει, ενώ δεν κήρυξε απαράδεκτο παρά το νόμο, αφού ερεύνησε τον άνω ισχυρισμό τους και τον απέρριψε κατ' ουσίαν.

Γι' αυτό οι ανωτέρω αιτιάσεις που προβάλλονται με τον πέμπτο λόγο της έφεσης, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες. Δεδομένου δε ότι η προαναφερόμενη απορριπτική της ένστασης ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποιήσεως αιτιολογία της απόφασης στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της, είναι αλυσιτελείς οι σχετικές από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αιτιάσεις του ίδιου πέμπτου λόγου της αναίρεσης, με τις οποίες πλήττονται οι επάλληλες διατυπούμενες στην απόφαση αιτιολογίες, κατά τις οποίες η άνω ένσταση ήταν και απαράδεκτη διότι είχε προβληθεί με πρόσθετο λόγο και δεν αφορούσε τα κεφάλαια της έφεσης, είχε δε προταθεί για πρώτη φορά στο Εφετείο χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 527 και 269 ΚΠολΔ.

V

ΙΙ. Κατά το άρθρο 461 ΚΠολΔ, αν η πλαστογραφία αποδίδεται σε ορισμένο πρόσωπο μπορεί να προταθεί σε οποιαδήποτε στάση της δίκης με κύρια ή παρεμπίπτουσα αγωγή ή με τις προτάσεις ή και προφορικά όταν η υποβολή προτάσεων δεν είναι υποχρεωτική, όπως και με τους τρόπους που προβλέπει ο Κώδικας Ποινικής Δικονομίας.

Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό και προς εκείνες των άρθρων 269, 527 αριθ. 3 και 562 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα συνάγεται ότι η ένσταση πλαστότητας, όταν η πλαστογραφία αποδίδεται σε ορισμένο πρόσωπο, μπορεί να προβληθεί σε οποιαδήποτε στάση της δίκης ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας. Κατ' εξαίρεση, η ένσταση αυτή μπορεί να προβληθεί και κατά την ενώπιον του Αρείου Πάγου δίκη, αν το έγγραφο που προσβάλλεται ως πλαστό προσάγεται το πρώτον κατά τη δίκη αυτή.

Οι αναιρεσείοντες με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο, όπως εκτιμάται, προσβάλλουν ως πλαστή την από ......... ιδιόγραφη διαθήκη του αρχικού ενάγοντος, που δημοσιεύθηκε με το 148Δ/9.5.1996 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας και κηρύχθηκε κυρία με την 124/1996 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, δυνάμει της οποίας αυτός φέρεται ότι εγκατέστησε ως μοναδικούς κληρονόμους του τους ήδη αναιρεσίβλητους, οι οποίοι μετά τον επελθόντα στις .........

θάνατό του, υπεισήλθαν στη δικονομική θέση του και συνέχισαν τη δίκη. Όπως όμως προκύπτει από τις προτάσεις που οι αναιρεσείοντες υπέβαλαν στο Εφετείο, το αντίγραφο της εν λόγω διαθήκης που προσβάλλεται ως πλαστή, το είχαν προσκομίσει και επικαλεστεί οι ίδιοι και κατά τη δίκη ενώπιον του Εφετείου και συνεπώς δεν προσκομίζεται το πρώτον κατά την ενώπιον του δικαστηρίου τούτου δίκη.

Ενόψει των προεκτεθέντων η ένσταση πλαστότητας είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί. Περαιτέρω, με τον ίδιο (δεύτερο) πρόσθετο λόγο προβάλλεται ότι το Εφετείο υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 και 14 ΚΠολΔ, επειδή μετά την έκδοση της εφετειακής απόφασης οι αναιρεσείοντες διαπίστωσαν ότι: 1] το ...........

δικαστικό πληρεξούσιο του συμβολαιογράφου Καλαμάτας Δημητρίου Σκούλικα δυνάμει του οποίου εκπροσώπησε τον αρχικό ενάγοντα ως πληρεξούσιός του ο δικηγόρος Αθηνών Γ. Οικονομόπουλος στην πρώτη συζήτηση της αγωγής στο Πρωτοδικείο, στηριζόταν στο .......... πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Ειρήνης Φαφουλάκη, με το οποίο ο αρχικός ενάγων φερόταν ότι παρείχε προς τον αδελφό του ...........

την ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα να ασκήσει την ένδικη αγωγή και να παρίσταται και να τον αντιπροσωπεύει ενώπιον όλων των Δικαστηρίων, το οποίο όμως ήταν άκυρο διότι ο εντολέας αρχικός ενάγων δεν είχε τότε συνείδηση των πράξεών του, και 2] η προαναφερόμενη διαθήκη δυνάμει της οποίας οι ήδη αναιρεσείοντες συνέχισαν τη δίκη ως κληρονόμοι ήταν πλαστή.

Οι λόγοι αυτοί είναι επίσης απαράδεκτοι και απορριπτέοι διότι, όπως αναφέρεται στην αίτηση αναιρέσεως, οι ακυρότητες αυτές δεν είχαν προταθεί στο Δικαστήριο της ουσίας [ΚΠολΔ 562 παρ. 2]. Συνακόλουθα απαράδεκτη είναι και η υπό την επίκληση των ίδιων ως άνω περιστατικών, με τον αυτό πρόσθετο λόγο προβαλλόμενη από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση, για παραβίαση του άρθρου 713 ΑΚ, αφού οι προαναφερόμενοι ισχυρισμοί, που δεν προβλήθηκαν, δεν ερευνήθηκαν κατ' ουσία.

Τέλος, ομοίως, απορριπτέος ως απαράδεκτος είναι και ο τέταρτος πρόσθετος λόγος, κατά το υπόλοιπο μέρος του, με το οποίο προβάλλονται, όπως εκτιμάται, πλημμέλειες από τον αριθ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που συνέχονται με την - μη προβληθείσα - πλαστότητα της εν λόγω διαθήκης και της εξ αυτής - κατά τους αναιρεσείοντες - έλλειψης ενεργητικής νομιμοποιήσεως των αναιρεσιβλήτων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18.10.2004 αίτηση των 1. Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία ".......... ΟΕ" και 2. ............... για αναίρεση της 4595/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες να πληρώσουν στους αναιρεσίβλητους τα δικαστικά έξοδα εξ εξακοσίων πενήντα [650] ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Φεβρουαρίου 2007.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 18 Ιουνίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ