Supreme Court dismisses appeal against work injury claim where no statutory safety violation caused the accident.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Second Instance Court's rejection of a work injury claim. The appellant argued that the accident resulted from a lack of supervision and safety violations, but the court found no causal link between the specific statutory safety measures and the injury. Although the lower court's reasoning was flawed, the final decision to reject the claim based on the absence of a statutory safety breach was upheld.
Legislator headnote
AI generatedArt. 16 of Law 551/1915; Art. 135 of Decree 14/3/1934: A worker injured by an accident is entitled to full common law damages only if the accident is attributable to the employer's intent or a violation of specific statutory safety regulations, and the court held that the accident here was not caused by such a violation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1414 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1414/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο - Φιλήτα Περίδη και Ηλία Γιαννακάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ......, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Χρυσάνθη Αποστόλου
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας δημοσίου τομέα, με την επωνυμία Οργανισμός Σιδηροδρόμων Ελλάδος (Ο.Σ.Ε.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Βούλγαρη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/6/1999 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2030/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4224/2002 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 24/4/2005 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ηλίας Γιαννακάκης, ανέγνωσε την από 17/1/2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι δύο πρώτοι λόγοι αναιρέσεως και να γίνει δεκτός ο τρίτος. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 16 του ν. 551/1915,όπως τροποποιήθηκε μεταγενεστέρως και κωδικοποιήθηκε με το Β.Δ. της 24-7/25-8-1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ μετά την εισαγωγή του ΑΚ, κατά το άρθρο 38 εδ. α΄ του Εισαγωγικού του Νόμου, προκύπτει ότι αυτός που έπαθε ανικανότητα από εργατικό ατύχημα έχει δικαίωμα να εγείρει την αγωγή του κοινού δικαίου και να ζητήσει, σύμφωνα με τα άρθρα 297, 298 και 914 του ΑΚ, πλήρη αποζημίωση μόνον όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν προσώπων ή όταν έγινε σε εργασία ή επιχείρηση, στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις ισχυόντων νόμων, διαταγμάτων και κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων σ' αυτές, βρίσκεται δε σε αιτιώδη συνάφεια με την μη τήρηση των διατάξεων τούτων.
Τέτοιες διατάξεις είναι εκείνες οι οποίες ειδικώς προβλέπουν τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων, ήτοι προσδιορίζουν τους όρους που πρέπει να τηρηθούν, μνημονεύοντας συγκεκριμένα μέτρα, μέσα και τρόπους προς επίτευξη της ασφάλειας των εργαζομένων. Δεν αρκεί δηλαδή ότι το ατύχημα επήλθε από την μη τήρηση όρων, οι οποίοι επιβάλλονται μόνο από την κοινή αντίληψη, την υποχρέωση πρόνοιας και την απαιτούμενη στις συναλλαγές επιμέλεια, χωρίς να προβλέπονται σε ειδική διάταξη νόμου.
Περαιτέρω, στο άρθρο 135 του από 14/22-3-1934 Π.Δ. «Περί υγιεινής και ασφαλείας των εργατών και υπαλλήλων των πάσης φύσεως βιομηχανικών και βιοτεχνικών εργοστασίων, εργαστηρίων κλπ» ορίζονται τα εξής: « Η είσοδος εις λέβητας, βραστήρας, κλιβάνους, κονιοθαλάμους και άλλα δοχεία άτινα ευρίσκονται εν υψηλή θερμοκρασία ή περιέχουσα θερμάς ύλας ή εντός των οποίων δύνανται να εισχωρήσωσιν ατμοί, καυστικά, θερμά υγρά ή αέρια, δέον να γίνεται αφού προηγουμένως αποκλεισθή πας κίνδυνος δια της εκκενώσεως, ψύξεως των δοχείων, διακοπής των σωλήνων προσαγωγής ή λήψεως άλλων μέτρων, αναλόγως των περιπτώσεων, άτινα θα εξασφαλίζωσι πλήρως την υγείαν και ακεραιότητα των εργατών (ειδικαί ενδυμασίαι εξ αμιάντου, έντονος αερισμός πρό της εισόδου, προσωπίδες κλπ).Πάντως ο εν αυτοίς εργαζόμενος πρέπει να φέρη ασφαλιστικήν ζώνην προσδεδεμένην με σχοινίον, το έτερον άκρον του οποίου κρατεί έτερος εκτός του δοχείου ή θαλάμου ευρισκόμενος εργάτης.
Η εργασία διεξάγεται απαραιτήτως υπό την άμεσον επίβλεψιν αρμοδίου εργοδηγού». Από τη διάτάξη αυτή προκύπτει ότι, υπό την άμεση επίβλεψη αρμόδιου εργοδηγού πρέπει να εκτελείται μόνο η εργασία μέσα σε λέβητες, βραστήρες, κλιβάνους, κονιοθαλάμους και άλλα δοχεία που βρίσκονται σε υψηλή θερμοκρασία ή περιέχουν θερμές ύλες ή μέσα στα οποία μπορεί να εισχωρήσουν ατμοί, καυστικά, θερμά υγρά ή αέρια και με τη λήψη των αναφερομένων στη διάταξη αυτή προφυλακτικών μέτρων και όχι οποιαδήποτε άλλη εργασία εκτός των παραπάνω χώρων.
Εξάλλου, στο άρθρο 56 του ίδιου Π.Δ. ορίζονται τα εξής: «Προφύλαξις από τα κινούμενα μέρη. Όλα τα ελευθέρως κινούμενα τεμάχια μιας μηχανής, άτινα ευρίσκονται εις τον χώρον κυκλοφορίας του θερμαστού, λιπαντού και λοιπού βοηθητικού προσωπικού, ως σφόνδυλοι, τροχαλίαι, ιμάντες, σχοινία, οδοντωτοί τροχοί, μοχλοί (στρόφαλοι),σταυροί και προεξέχουσαι σφήνες, κοχλίαι ή σύνδεσμοι του κυρίου ή των δευτερευόντων αξόνων, δέον να είναι εφοδιασμένοι δια στερεών προφυλακτικών συσκευών...».
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, με στέρεες προφυλακτικές συσκευές πρέπει να είναι εφοδιασμένα τα κινούμενα τεμάχια μιας μηχανής και όχι και εκείνα τα οποία είναι σταθερά, αλλά μπορούν να αποσπασθούν και να εκτιναχθούν. Τέλος, κατά το άρθρο 1 περ. ε΄ του από 25-8/5-9-1020 Β.Δ. «Περί κωδικοποιήσεως των περί υγιεινής και ασφαλείας των εργατικών διατάξεων», «τα μηχανήματα παντός είδους οι τροχοί, αι τροχαλίαι και οι ιμάντες, οι μεταδίδοντες την κινητήριον δύναμιν, να είναι εγκατεστημένα και λειτουργούσι υπό τους καλύτερους δυνατούς όρους, οίτινες εξασφαλίζουσι τους εργάτας κατά κινδύνων ζωής και σωματικής ακεραιότητός των».
Με τη διάταξη αυτή, η οποία είναι γενική, δεν προβλέπονται ειδικώς οι όροι ασφαλείας των εργαζομένων, δηλαδή δεν προσδιορίζονται με αυτή οι συγκεκριμένοι όροι που πρέπει να τηρηθούν για την ασφάλεια των εργαζομένων καθώς και τα συγκεκριμένα μέτρα, μέσα και τρόποι που είναι απαραίτητα για την επίτευξη του ίδιου σκοπού και, επομένως με βάση τη διάταξη αυτή δεν μπορεί να εγερθεί αγωγή κατά το κοινό δίκαιο για πλήρη αποζημίωση, σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα εξής: Ο αναιρεσείων, δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας απασχολείτο από την 10-7-1980, ως τεχνίτης Λεβητοποιός, στο μηχανοστάσιο του αναιρεσιβλήτου στη Θεσσαλονίκη. Την 1-8-1996 και περί ώρα 08.50, σε προγραμματισμένο έλεγχο και επισκευή προώθησης άμμου στην εγκατάσταση τροφοδοσίας άμμου των δηζελομηχανών, πετάχτηκε πώμα της μηχανής και τον κτύπησε στο μέτωπο.
Από το κτύπημα υπέστη κρανιοεγκεφαλική κάκωση με εμπίεσμα κρανίου αριστερής μετωπιαίας. Παρά τη χειρουργική επέμβαση, στην οποία υπεβλήθη, στις 5-12-1996, η υγεία του δεν αποκαταστάθηκε και με τη 18/7-5-1998 γνωμάτευση της Δευτεροβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής του άρθρου 98 του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού ΟΣΕ κρίθηκε ανίκανος για κάθε εργασία με ποσοστό αναπηρίας 67% και απολύθηκε στις 16-5-1998.
Η υπό έλεγχο και επισκευή συσκευή είναι ένα καζάνι πιέσεως, που βρίσκεται σε βάθος 2,5 μέτρων κάτω από το έδαφος της γης, στο μηχανοστάσιο του ΟΣΕ στη Θεσσαλονίκη και υπό πίεση παίρνει άμμο που διοχετεύει σε δηζελομηχανές. Στον έλεγχο της καλής λειτουργίας της μηχανής και ενδεχόμενης επισκευής της έλαβαν μέρος ο αναιρεσείων και δύο συνάδελφοί του, οι ......
και ......... Μετά τον έλεγχο από το ....., ο οποίος διαπίστωσε απώλεια αέρος στο σωλήνα της μηχανής, κατέβηκε για έλεγχο και ο αναιρεσείων ,ο οποίος κατά τη διάρκεια του ελέγχου κτυπήθηκε από την εκφεσδόνιση του πώματος της μηχανής. Με βάση τα περιστατικά αυτά και των ως άνω μέτρων ασφαλείας, που ορίζονται στη διάταξη του άρθρου 135 του από 14/22-3-1934 Π.Δ., δεν υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος στον τραυματισμό του.
Συγκεκριμένα ως προς τη μη ύπαρξη επιβλέποντος Αρχιτεχνίτη ή Εργοδηγού κατά την ώρα του ατυχήματος η παρουσία και μόνο των προσώπων αυτών δεν θα ήταν αποτρεπτική τούτου. Ούτε η διάταξη του άρθρου 56 του Π.Δ. της 14-3-1934 παραβιάστηκε, καθόσον το άρθρο αυτό αναφέρεται σε προφυλακτικά μέτρα στα κινούμενα μέρη της μηχανής και όχι στα σταθερά όπως εν προκειμένω.
Ούτε η διάταξη του άρθρου 1 περ. ε του Β.Δ. της 25-8/5-9-20 παραβιάσθηκε καθόσον το ατύχημα δεν προκλήθηκε από τον από τον τρόπο εγκατάστασης της μηχανής. Με όσα δέχθηκε το Εφετείο, αν και χρησιμοποίησε εσφαλμένη αιτιολογία, κατέληξε σε ορθό διατακτικό, απορρίπτοντας την αγωγή κατά το μέρος που βασιζόταν στη διάταξη του άρθρου 135 του από 14/22-3-1934 Π.Δ., γιατί η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται στην προκείμενη περίπτωση, αφού η εργασία την οποία εκτελούσε ο αναιρεσείων, όταν τραυματίσθηκε, κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή, δεν γινόταν μέσα στους χώρους, που μνημονεύονται στη διάταξη αυτή, αλλά έξω από τέτοιο χώρο και, επομένως, δεν ήταν απαραίτητη η επίβλεψη αρμοδίου εργοδηγού.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται η παραβίαση της παραπάνω διατάξεως, επειδή κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της μη επίβλεψης από αρμόδιο εργοδηγό της εργασίας που εκτελούσε ο αναιρεσείων και του επελθόντος αποτελέσματος, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος (άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ.).
Επίσης, το Εφετείο δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 56 του ίδιου Π.Δ., γιατί, όπως προαναφέρθηκε, η διάταξη αυτή αναφέρεται στα κινούμενα μέρη μιας μηχανής και όχι τα σταθερά, που μπορούν να αποσπασθούν, όπως στην προκείμενη περίπτωση, δηλαδή το πώμα της μηχανής. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από την ίδια διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται παραβίαση της πιο πάνω διατάξεως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Τέλος, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης, λόγω της απόρριψης της αγωγής, κατά το μέρος που βασιζόταν στη διάταξη του άρθρου 1 περ. ε΄ του από 25-8/5-9-1920 Β.Δ., πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, γιατί το Εφετείο, αν και χρησιμοποίησε εσφαλμένη αιτιολογία, κατέληξε σε ορθό διατακτικό, αφού, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν παραπάνω, δεν μπορεί να στηριχθεί στη διάταξη αυτή, λόγω της γενικότητάς της, αγωγή κατά το κοινό δίκαιο (άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 533/27-4-2005 αίτηση του ...... για αναίρεση της 4224/2002 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Μαΐου 2006.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 27 Ιουνίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ