Legislator Case Law & Legislation
1413/2025 AI generated

Supreme Court allows appeal against excessive damages award for personality rights violation under Greek Civil Code.

Case Number 1413/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appellant's appeal against a second-instance judgment that awarded 10,000 euros in damages for a personality rights violation. The appellant argued the award was disproportionate and constituted a penalty rather than appropriate compensation. Consequently, the Court set aside the contested decision and retained jurisdiction to retry the case.

Legislator headnote

AI generated

Articles 495, 559, 580 of the Code of Civil Procedure; Article 932 of the Civil Code: The Supreme Court may set aside a lower court's decision if the awarded damages for personality rights infringement are excessive and disproportionate, thereby violating the principle of proportionality.

Keywords

AI generated
personality rights excessive damages proportionality principle appeal admissibility Greek Civil Code Supreme Court jurisdiction personality rights violation

Cited Legislation

AI generated
Articles 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 179 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 932 of the Civil Code

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1413 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1413/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη - Εισηγήτρια και Μαρία Πετσάλη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 27 Ιανουαρίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Π. Ν. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος ανακάλεσε την από 3/1/205 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε αυτοπροσώπως στο ακροατήριο λόγω της δικηγορικής του ιδιότητας και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Μ. Ν. του Κ., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Δια των κατατεθειμένων προτάσεων δηλώθηκε ότι ο ως άνω αναιρεσίβλητος, απεβίωσε στις .../2022 και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι καθολικοί διάδοχοι αυτού 1) Μ. χήρα Μ. Ν., 2) Κ. Ν. του Μ., κάτοικοι ..., 3) Λ. Ν. του Μ., κάτοικος ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Ντούμα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/4/2009 αγωγή του αποβιώσαντος αρχικά αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 31112/2010 μη οριστική και 29389/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 2095/2013 και 315/2014 οριστικές του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση των τελευταίων Εφετειακών αποφάσεων ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9/4/2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Πάπαρη, ανέγνωσε την από 4/10/2023 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πέμπτου και δέκατου λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών.

Ο αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την κρινόμενη από 9-4-2015 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 315/2014 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία δέχτηκε τυπικά και κατ'ουσία τις αντίθετες εφέσεις του αναιρεσείοντος και του αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την 29389/2011 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 1.4.2009 αγωγή του αναιρεσιβλήτου κατά του αναιρεσείοντος, από αδικοπραξία και δικάζοντας επί της αγωγής, δέχτηκε αυτήν εν μέρει, κατά πλειοψηφία και υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο, το ποσό των 10.000 ευρώ, νομιμοτόκως.

Με την απόφαση αυτή συμπροσβάλλεται και η 2095/2013 (παρεμπίπτουσα) απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η από 12.9.2013 αίτηση του αναιρεσείοντος περί εξαιρέσεως του τότε Εφέτη, Σ. Κ.. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ). 2.

Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α, 287 παρ. 1, 290 ΚΠολΔ, οι οποίες εφαρμόζονται και στη δίκη για την αναίρεση, σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ.1 ιδίου κώδικα, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 1846 ΑΚ, προκύπτει, ότι αν εωσότου τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, πεθάνει κάποιος διάδικος, η δίκη διακόπτεται, εφόσον λάβει χώρα γνωστοποίηση του λόγου διακοπής, σύμφωνα με το προαναφερόμενο άρθρο 287 παρ. 1, από τα πρόσωπα που δικαιούνται να επαναλάβουν την δίκη, όπως είναι και ο κληρονόμος του αποβιώσαντος, ο οποίος μπορεί να επαναλάβει εκουσίως τη δίκη με δήλωσή του, που γίνεται ταυτοχρόνως με τη δήλωση διακοπής, οπότε επέρχεται άμεση επανάληψη της δίκης, με την προϋπόθεση, ότι αποδεικνύεται ή συνομολογείται από τον αντίδικο, έστω και σιωπηρώς, λόγω μη αμφισβήτησης, η ιδιότητα του επαναλαμβάνοντoς τη δίκη ως κληρονόμου, η οποία, αν αμφισβητείται από τον αντίδικο, εξετάζεται από το δικαστήριο παρεμπιπτόντως.

Στην προκείμενη περίπτωση, κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης, που έγινε με εκφώνησή της από τη σειρά του πινακίου, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο του δικαστηρίου τούτου ( 27.1.2025), μετ' αναβολή από το οικείο πινάκιο από την αρχική δικάσιμο της 16.10.2023, δεν εμφανίστηκε ο αναιρεσίβλητος. Αντ' αυτού, όμως, εμφανίστηκαν, ως εξ μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, οι αναφερόμενοι στα πρακτικά, εκπροσωπούμενοι από τον δεύτερο εξ αυτών πληρεξούσιο δικηγόρο, ο οποίος κατέθεσε δήλωση κατ'άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και δήλωσε, διά των προτάσεών του που κατέθεσε πριν τη συζήτηση της αναίρεσης, ότι ο παραπάνω απολιπόμενος, απεβίωσε μετά την άσκηση της κρινόμενης αναίρεσης, ήτοι στις 10-7-2022, καθώς και ότι οι παραπάνω, η πρώτη και τρίτη εξ αυτών νομίμως εκπροσωπούμενες εκ του δευτέρου εξ αυτών, συνεχίζουν ως εξ αδιαθέτου μοναδικοί κληρονόμοι την βιαίως διακοπείσα δίκη. Τα παραπάνω ο παρασταθείς αναιρεσείων, δικηγόρος, ούτε κατά τη διάρκεια της προθεσμίας της προσθήκης εγγράφως με την κατάθεση σημειώματος, ούτε στο ακροατήριο με δήλωσή του, αμφισβήτησε, και δη την ιδιότητα των άνω ως μοναδικών εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος αναιρεσιβλήτου (ΟλΑΠ 22/2000, ΑΠ 751/2023, AΠ 122/2022, ΑΠ 399/2018, ΑΠ 1978/2008, ΑΠ 1860/2007) και συνεπώς, νομίμως οι παραπάνω συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη.

4. Κατά τις περί εξαιρέσεως δικαστών διατάξεις του ΚΠολΔ και ειδικότερα κατά τη διάταξη του άρθρου 52 παρ. 1 στοιχ. στ', δικαστές μπορεί να εξαιρεθούν από οποιοδήποτε διάδικο μεταξύ άλλων περιπτώσεων και "εάν έχουν προκαλέσει ή προκαλούν υπόνοια μεροληψίας, ιδίως αν έχουν με κάποιο διάδικο ιδιαίτερη φιλία, ιδιαίτερες σχέσεις καθηκόντων ή εξάρτησης, έριδα ή έχθρα".

Περαιτέρω, με το άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντ/τος), ορίζεται ότι "πάν πρόσωπο έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσή του δικαστεί δικαίως, δημοσίως και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερόληπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίο θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της αστικής φύσεως ...". Από το συνδυασμό της διάταξης αυτής με την ως άνω διάταξη του άρθρου 52 παρ. 1 στοιχ. στ' ΚΠολΔ προκύπτει, ότι αμφότερες υπηρετούν πρωτίστως την αμεροληψία της δικαιοσύνης, αφού οι δικαστές μπορεί να εξαιρεθούν από οποιονδήποτε διάδικο, αν προκαλούν υπόνοια μεροληψίας(ΑΠ 850/2012). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ.2 και 3 ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται ... 2) αν το Δικαστήριο δεν είχε τη νόμιμη σύνθεση ή έλαβε μέρος στη σύνθεσή του δικαστής του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση ή κατά του οποίου είχε ασκηθεί αγωγή κακοδικίας ... 3) αν το δικαστήριο απέρριψε την αίτηση για εξαίρεση δικαστή, αν και ο δικαστής αυτός, σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε η απόφαση, έπρεπε κατά το νόμο να εξαιρεθεί (ΑΠ 491/2015).

Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι με την από 12-9-2013 και με αριθμ. καταθ. ...-2013 αίτησή του, είχε ζητήσει, μεταξύ άλλων και την εξαίρεση του δικαστή Σ. Κ., μέλους της σύνθεσης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, που όμως απορρίφθηκε με την συμπροσβαλλόμενη 2095/2013 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, αν και ο εν λόγω δικαστής είχε δώσει αφορμή να υποβληθεί σε βάρος του μηνυτήρια αναφορά από συναδέλφους του δικηγόρους διότι κατά την εκδίκαση υπόθεσης από το Α'Τριμελές Πλημ/κείο Θεσ/νίκης, στο οποίο προήδρευε, τα αναφερόμενα στα πρακτικά που τηρήθηκαν πραγματικά περιστατικά δεν ανταποκρίνονταν στην αλήθεια.

Ότι ο ως άνω δικαστής με τις ερωτήσεις που απηύθυνε σε μάρτυρα κατά την εκδίκαση της ένδικης υπόθεσης στο ακροατήριο, κατέδειξε σε βάρος του εμφανή προκατάληψη, όπως αποδείχθηκε και εκ του δυσμενούς γι'αυτόν αποτελέσματος. Ότι λόγω της προγενέστερης διατύπωσης μομφής πλαστογραφίας πρακτικών σε βάρος του δικαστή Σ.

Κ. και της δυσμενούς εκδήλωσης αυτού κατά την επ' ακροατηρίου διαδικασία, υπάρχει κακή σύνθεση της αναιρετέας απόφασης. Όμως, η ως άνω υποβληθείσα αναφορά-υπόμνημα, ουδόλως σχετίζεται με την ένδικη υπόθεση, όπως ομολογεί ο αναιρεσείων και όπως ορθώς έκρινε και το Εφετείο με την συμπροσβαλλόμενη 2095/2013 απόφασή του, ενώ ο τρόπος υποβολής των ερωτήσεων στους μάρτυρες δεν μπορεί μόνος του να θεμελιώσει λόγο εξαίρεσης και δεν ιδρύει τον παρόντα αναιρετικό λόγο.

Επομένως, η συμμετοχή του ως άνω δικαστή στη σύνθεση του εκδώσαντος την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου ήταν νόμιμη και δεν αντίκειται στις διατάξεις του αρθρ. 6 της ΕΣΔΑ και ο πρώτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.

5. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, ως κανόνας ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση του οποίου ιδρύει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, νοείται εκείνος ο οποίος περιέχει αφηρημένους κανόνες εξ αντικειμένου δικαίου απ' τους οποίους επέρχονται έννομες συνέπειες αν συντρέξουν ορισμένες προϋποθέσεις.

Τέτοιο, όμως, κανόνα δεν περιέχει η διάταξη του άρθρου 2 του Ν. ΓΠΟΗ/1912 "περί δικαστικού ενσήμου, όπως συμπληρώθηκε με τα άρθρα 7 παρ. 2 του ΝΔ 1544/1942 και 11 του ΝΔ 4189/1961 και τούτο διότι οι εν λόγω διατάξεις εντάσσονται, ως εκ του περιεχομένου των, που καθορίζουν ως προϋπόθεση παροχής δικαστικής προστασίας την προηγούμενη καταβολή δικαστικού ενσήμου, στο πλαίσιο των δικονομικών και όχι των ουσιαστικού δικαίου, υπό την προαναφερθείσα έννοια, διατάξεων.

Ειδικότερα όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 7 παρ. 1 και 2 του ΝΔ 1544/1942, σε περίπτωση μη καταβολής από τον ενάγοντα του οφειλομένου κατά τα άρθρα 2 και 3 του Ν. ΓΠΟΗ/1912 τέλους δικαστικού ενσήμου, δεν επέρχεται απαράδεκτο της αγωγής ή της συζητήσεώς της, αλλά ο ενάγων θεωρείται ότι δικάζεται ερήμην και γι' αυτό σε περίπτωση παραβάσεως των διατάξεων αυτών δεν ιδρύεται άλλος λόγος αναιρέσεως, παρά μόνο αυτός που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθ. 6 ΚΠολΔ και μόνο για την περίπτωση κατά την οποία ο διάδικος δικάσθηκε ερήμην, όχι δε και για άλλη περίπτωση και μάλιστα αν αυτός δεν δικάσθηκε ερήμην αλλά κατ' αντιμωλίαν (ΑΠ 1309/2021, ΑΠ 1470/2019, ΑΠ 2031/2017, ΑΠ 116/2016, ΑΠ 491/2015, ΑΠ 204/2014, ΑΠ 936/2011, ΑΠ 2365/2009).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 223 ΚΠολΔ, όταν επέλθει η εκκρεμοδικία είναι απαράδεκτη η μεταβολή του αιτήματος της αγωγής. Κατ' εξαίρεση μπορεί ο ενάγων με τις προτάσεις εωσότου περατωθεί η δίκη στον πρώτο βαθμό να περιορίσει το αίτημα της αγωγής. Ο περιορισμός του αιτήματος της αγωγής (και τέτοιο περιορισμό αποτελεί και η μετατροπή του από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό), θεωρείται, σύμφωνα με το άρθρο 295 παρ.1 εδ.β' ΚΠολΔ, μερική παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής και μπορεί να γίνει, όχι μόνο με τις προτάσεις, σύμφωνα με το άρθρο 223 αυτού αλλά κατ' ανάλογη εφαρμογή του αρθρ.297 αυτού και με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά (ΑΠ 491/2015, ΑΠ 315/2010).

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός εάν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά στη δημόσια τάξη, ή το δεδικασμένο. Το γεγονός δε ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νομίμως από το διάδικο, εκτός εάν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις της παρ.2 του άρθρου 562.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ (και αριθ.8, 10 και 11 οι οποίοι, κατά τα προεκτιθέμενα δεν ιδρύονται στην περίπτωση παραβάσεως των ως άνω διατάξεων) αναιρετική αιτίαση, συνιστάμενη στο ότι παρά το νόμο δέχθηκε το Δικαστήριο ότι έγινε νομότυπος περιορισμός του αγωγικού αιτήματος από καταψηφιστικό σε εν μέρει αναγνωριστικό, χωρίς να γίνεται σαφής αναφορά ότι καταβλήθηκε το προσήκον δικαστικό ένσημο για το αιτούμενο ποσό των 540.000 ευρώ. Ο λόγος αυτός είναι, σύμφωνα με τ' ανωτέρω αναφερόμενα, απαράδεκτος ως αφορών δικονομική διάταξη που ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, ως διαδικαστική προϋπόθεση του παραδεκτού της παράστασης του ενάγοντος, ούτε ιδρύεται εν προκειμένω αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αριθ. 6 ΚΠολΔ. Σε κάθε περίπτωση, ενόψει του ότι ο αναιρεσείων δεν είχε προτείνει παραδεκτώς σχετικό λόγο έφεσης, δεν ιδρύεται αντίστοιχος λόγος αναίρεσης.

6. Η διάταξη του άρθρου 176 ΚΠολΔ, η οποία αναφέρεται στη δικαστική δαπάνη, είναι διάταξη ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 461/2021, ΑΠ 461/2017, ΑΠ 218/2003) και ελέγχεται από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ. Η καταψήφιση στη δικαστική δαπάνη του διαδίκου που νικήθηκε, δεν έχει ανάγκη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αφού είναι απόρροια της αρχής της ήττας της πιο πάνω διάταξης, ούτε έχει ανάγκη αιτιολόγησης η σχετική δικανική κρίση (ΑΠ 613/2010, ΑΠ 214/2010) η οποία είναι ανέλεγκτη αναιρετικά κατ` άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 959/2022, ΑΠ 461/2021, ΑΠ 491/2015, ΑΠ 1515/2007). Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προσβάλλεται η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας διότι με το να μη απορρίψει την αντίθετη έφεση του αναιρεσιβλήτου, με την οποία αυτός ζητούσε να του επιδικασθεί μεγαλύτερο ποσό χρηματικής ικανοποιήσεως και ως εκ τούτου με το να μη του επιβάλλει δικαστική δαπάνη, παραβίασε τη διάταξη του αρθρ.176 ΚΠολΔ και επιδίκασε αίτημα μη ζητηθέν και διέλαβε αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες κατά παραβίαση του αρθρ.559 αριθ.1, 9, 14, 19 και 20 ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός, κατ'εκτίμηση από τον αριθ.1 του άρθ.559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, διότι δεν ιδρύεται η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγω εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 176 ΚΠολΔ, καθόσον υπό την επίκληση της ανωτέρω πλημμέλειας πλήττεται n αναιρετικά ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

7.Από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ.2, 118 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, με ποινή το απαράδεκτο, εκτός από άλλα στοιχεία και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν κατά νόμο και δικαιολογούν την άσκηση της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, με ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, σε τρόπο ώστε να παρέχεται στον μεν εναγόμενο η ευχέρεια της άμυνας, στο δε δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου του βάσιμου κατά το νόμο της αγωγής.

Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του ασκουμένου δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα (ΟλΑΠ 18/1998).

Η δε ποιοτική αοριστία, δηλαδή η επίκληση των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά περιστατικών και ποσοτική αοριστία, δηλαδή η μη αναφορά όλων των στοιχείων που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχονται από τους αριθμούς 8 και 14 αντιστοίχως του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 15/2000), αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη την αγωγή λαμβάνοντας υπόψη τέτοια γεγονότα.

Ο ισχυρισμός περί ποσοτικής ή ποιοτικής αοριστίας της αγωγής, για να είναι παραδεκτός, πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ, όπως επίσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι προτάθηκε παραδεκτά και νόμιμα στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως, διαφορετικά ο λόγος είναι αόριστος.

Με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης προσβάλλεται η απόφαση του Εφετείου, διότι δέχθηκε ως ορισμένη την αγωγή, ενώ έπρεπε να δεχθεί ότι αυτή είναι αόριστη και να την απορρίψει ως απαράδεκτη.

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής (αρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), σ' αυτό εκτίθενται με σαφήνεια ότι ο εναγόμενος, αναιρεσείων, με την από 11.2.2009 (αριθ.καταθ.5854/2009) αγωγή του, διέλαβε τα αναφερόμενα για το πρόσωπο του ενάγοντος, αναιρεσιβλήτου, γεγονότα και ειδικότερα ότι ο ενάγων, με την ιδιότητά του ως Πρόεδρος του Πενταμελούς Εφετείου (ποινικού) Θεσσαλονίκης τέλεσε το αδίκημα της πλαστογραφίας, παραποιώντας και νοθεύοντας τα υπ' αριθμ.297-298-302/2001 πρακτικά του ως άνω δικαστηρίου, ότι τα περιστατικά αυτά που ισχυρίσθηκε ο εναγόμενος με το ως άνω δικόγραφό του, ήταν παντελώς αναληθή, ο ίδιος δε (εναγόμενος) τελούσε σε γνώση της αναλήθειάς τους και ενήργησε με σκοπό να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος, ότι από τον ισχυρισμό των ψευδών αυτών περιστατικών, τα οποία περιήλθαν σε γνώση ικανού αριθμού τρίτων προσώπων, υπέστη βλάβη στην τιμή, την υπόληψη του και την εν γένει προσωπικότητά του.

Εκ της ανωτέρω αναφοράς η αγωγή περιείχε όλα τα κατ' άρθρου 111 παρ.2, 118 παρ.4 και 216 παρ.1 ΚΠολΔ στοιχεία, με σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, με ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και με ορισμένο αίτημα. Επομένως, το Εφετείο, κρίνοντας ορισμένη την αγωγή, όπως άλλωστε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, και περαιτέρω νόμιμη, δεν αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος, ούτε παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο, λόγω αοριστίας, αφού η αγωγή περιέχει όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά το νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματός της.

Γι' αυτό ο λόγος αυτός και κατά τις τρεις εκφάνσεις του (αρ. 559 αριθ.1, 8 και 14 ΚΠολΔ), είναι αβάσιμος.

8. Κατά το άρθρο 249 ΚΠολΔ "αν η διάγνωση της διαφοράς εξαρτάται ολικά ή εν μέρει από την ύπαρξη ή ανυπαρξία μιας έννομης σχέσης ή τη διάρρηξη μιας δικαιοπραξίας που συνιστά αντικείμενο άλλης δίκης (εκκρεμούς σε πολιτικό ή διοικητικό δικαστήριο ή από ζήτημα που πρόκειται να κριθεί ή κρίνεται από διοικητική αρχή, το δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου να διατάξει την αναβολή της συζήτησης εωσότου περατωθεί τελεσίδικα ή αμετάκλητα η άλλη δίκη ή εωσότου εκδοθεί από τη διοικητική αρχή απόφαση που δεν θα μπορεί να προσβληθεί...".Από την ανωτέρω διάταξη σαφώς προκύπτει ότι η αναβολή της συζήτησης για τους πιο πάνω λόγους απόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου, η παράλειψη δε του δικαστηρίου να απαντήσει σε σχετικό αίτημα και η παραδοχή ή απόρριψη σχετικού αιτήματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 855/2022, ΑΠ 444/2016, ΑΠ 583/2013, ΑΠ 1003/2012).

Εξάλλου, αναίρεση κατά τελεσίδικης απόφασης επιτρέπεται, κατά, μεν, τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, κατά, δε, τον αριθ. 19, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, ήτοι αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από τη σαφή διατύπωση των πιο πάνω διατάξεων προκύπτει ότι οι προβλεπόμενοι με αυτές αναιρετικοί λόγοι δημιουργούνται μόνο αν πρόκειται για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου και όχι δικονομικού δικαίου. Δικονομικού δικαίου είναι οι κανόνες που καθορίζουν τη διαδικασία, τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας, όπως είναι και οι διατάξεις των άρθρων 249 και 250 ΚΠολΔ (ΑΠ 1258/1986) και, συνεπώς, η παραβίασή τους δεν ιδρύει τους αναιρετικούς λόγους από τους αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ (ΑΠ 855/2022, ΑΠ 491/2015, ΑΠ 1687/2013, ΑΠ 1186/2012).

Με τον όγδοο λόγο της αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη τις από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ πλημμέλειες, υπό την επίκληση ότι, το Εφετείο, αν και γνώριζε ότι εκκρεμούσε η πολιτική δίκη για την αναγνώριση ή μη της πλαστότητας των επίμαχων πρακτικών, δεν ανέβαλε αυτεπαγγέλτως την εκδίκαση της ένδικης υπόθεσης σύμφωνα με το άρθρο 249 ΚΠολΔ, μέχρι να περατωθεί με την έκδοση αμετάκλητης απόφασης η εν λόγω εκκρεμής πολιτική δίκη που αφορά τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν και το αντικείμενο της επίδικης διαφοράς, και επηρεάζουν τη διάγνωση της διαφοράς.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος πρωτίστως διότι, η κρίση του εκδώσαντος την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου, να αναβάλει ή όχι τη συζήτηση της αγωγής προκειμένου να περατωθεί άλλη πολιτική δίκη, ανήκει στην ελεύθερη και ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, η δε έλλειψη αιτιολογίας ως προς το ζήτημα αυτό δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης από τις παραπάνω διατάξεις και επιπλέον διότι, οι φερόμενες ως παραβιασθείσες διατάξεις είναι δικονομικού και όχι ουσιαστικού δικαίου, και η παραβίαση τους δεν θεμελιώνει αναιρετικό λόγο από αυτές.

Ως εκ τούτου ο λόγος περί της μη αναβολής δεν προσκρούει στην κατά το άρθρο 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ απαίτηση για ταχεία εκδίκαση εν τω πλαισίω της δίκαιης δίκης και συνεπώς είναι απαράδεκτος, και κατά το μέρος του αυτό, με το οποίο γίνεται επίκληση παραβίασης από την προσβαλλόμενη απόφαση της ως άνω διατάξεως.

9. Από τη διάταξη του άρθρου 57 του ΑΚ προκύπτει ότι, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μη επαναληφθεί στο μέλλον, ενώ αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται, από τη διάταξη δε του άρθρου 59 του ΑΚ προκύπτει ότι και στην περίπτωση του άρθρου 57 του ΑΚ, το δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού έχει λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί.

Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα ή σε οτιδήποτε άλλο επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Με τις παραπάνω διατάξεις προστατεύεται το δικαίωμα της προσωπικότητας, το οποίο αποτελεί πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου με το οποίο είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα.

Τέτοια προστατευόμενα αγαθά είναι, μεταξύ άλλων η τιμή και η υπόληψη κάθε ανθρώπου, η οποία αντικατοπτρίζεται στην αντίληψη και την εκτίμηση που έχουν οι άλλοι γι' αυτόν, η ψυχική υγεία και ο συναισθηματικός κόσμος του ατόμου .Η τιμή και υπόληψη κάθε ανθρώπου είναι δυνατόν να προσβληθεί και με την δυσφημιστική διάδοση γεγονότος, δηλαδή συμβάντος ή περιστατικού του παρόντος ή του παρελθόντος που υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό αποδείξεως, οπότε αυτός που προσβάλλεται δικαιούται να ζητήσει, εκτός των άλλων, και την καταδίκη του υπαιτίου της δυσφημιστικής διαδόσεως στην καταβολή χρηματικού ποσού προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την προσβολή.

Προϋποθέσεις για την εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων των άρθρων 57 και 59 του Α.Κ. είναι: α) προσβολή του δικαιώματος της προσωπικότητας και β) η προσβολή να είναι παράνομη, όπως είναι αυτή που γίνεται χωρίς δικαίωμα ή με την άσκηση δικαιώματος το οποίο όμως είτε είναι, από την άποψη της έννομης τάξης, μικρότερης σπουδαιότητας είτε ασκείται υπό περιστάσεις που καθιστούν την άσκησή του καταχρηστική, σύμφωνα με το άρθρο 281 του ΑΚ ή το άρθρο 25 παρ. 3 του Συντάγματος, ή με τη διάδοση δυσφημιστικών γεγονότων, ενώ για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως απαιτείται και πταίσμα εκείνου από τον οποίο προέρχεται η προσβολή, η οποία πρέπει να είναι σημαντική.

Ειδικότερα η χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης προϋποθέτει υπαιτιότητα του προσβάλλοντος, με αποτέλεσμα οι όροι της ως άνω παροχής να εξομοιώνονται προς εκείνους της αποζημιώσεως (ΑΠ 167/2000). Προϋπόθεση για την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 57 και 59 του ΑΚ, όπως ήδη αναφέρθηκε, είναι το παράνομο της προσβολής, το οποίο είναι ευχερές να διακριβωθεί, όταν υπάρχει διάταξη που να απαγορεύει συγκεκριμένη πράξη, η οποία προσβάλει κάποια έκφανση της προσωπικότητας, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα του δικαίου βρίσκεται αυτή η διάταξη (αστικού, ποινικού, δημοσίου δικαίου ή και σε ειδικούς νόμους), όπως αντιθέτως το παράνομο δεν υφίσταται στις περιπτώσεις που το δίκαιο ρητά επιτρέπει την προσβολή της προσωπικότητας άλλου.

Έτσι, η προσβολή μπορεί να προέλθει και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως εξύβριση, απλή δυσφήμηση ή συκοφαντική δυσφήμηση, που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 361, 362 και 363 του ΠΚ, όπως ίσχυαν κατά τον κρίσιμο χρόνο. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 του ΠΚ, όπως ίσχυαν, όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ισχυρίζεται ενώπιον τρίτου, ή διαδίδει, για κάποιον άλλο γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφήμησης, και αν το γεγονός αυτό είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι τούτο είναι ψευδές τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης.

Για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης αμφοτέρων των ως άνω εγκλημάτων απαιτείται ισχυρισμός ή διάδοση από τον υπαίτιο, με οποιονδήποτε τρόπο και μέσο ενώπιον τρίτου, για κάποιον άλλο γεγονότος που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του.

Περαιτέρω, από τις αμέσως ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 362 και 363 του ΠΚ προκύπτει, ότι για την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση γεγονότος ενώπιον τρίτου σε βάρος ορισμένου προσώπου, β) το γεγονός να είναι δυνατόν να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου αυτού προσώπου, και γ) να είναι ψευδές και ο υπαίτιος να γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές.

Ως ισχυρισμός θεωρείται η ανακοίνωση προερχόμενη είτε εξ ιδίας πεποιθήσεως ή γνώμης είτε εκ μεταδόσεως από τρίτο πρόσωπο. Αντίθετα διάδοση υφίσταται, όταν λαμβάνει χώρα μετάδοση της από άλλον γενομένης ανακοίνωσης. Ο ισχυρισμός ή η διάδοση επιβάλλεται να γίνεται ενώπιον τρίτου, που μπορεί να είναι οποιοδήποτε φυσικό πρόσωπο ή αρχή, όπως με την κατάθεση στη γραμματεία δικαστηρίου δικογράφου, στο οποίο περιέχονται τα δυσφημιστικά γεγονότα, των οποίων λαμβάνει γνώση ο γραμματέας, ο δικαστικός επιμελητής, οι δικαστές και άλλοι (ΟλΑΠ<ποιν.> 3/2021, ΑΠ 352/2020, ΑΠ 1926/2019, ΑΠ 841/2019, ΑΠ 789/2019, ΑΠ 688/2019 , ΑΠ 1013/2018, ΑΠ 1777/2017).

Αυτό το οποίο αξιολογείται είναι το γεγονός, δηλαδή οποιοδήποτε συμβάν του εξωτερικού κόσμου, αναγόμενο στο παρόν ή παρελθόν, υποπίπτον στις αισθήσεις και δυνάμενο να αποδειχθεί, αντίκειται δε προς την ηθική και ευπρέπεια. Αντικείμενο προσβολής είναι η τιμή, η υπόληψη και η αξιοπιστία του προσώπου στις συναλλαγές του με τρίτους.

Ο νόμος θεωρεί ως προστατευόμενο αγαθό την τιμή, την υπόληψη, το κύρος ή την αξιοπιστία του προσώπου, το οποίο είναι μέλος μιας οργανωμένης κοινωνίας και κινείται στα πλαίσια της συναλλακτικής ευθύτητας, χαρακτηριστικά που θεμελιώνονται επί της ηθικής αξίας, η οποία πηγή έχει την ατομικότητα και εκδηλώνεται με πράξεις ή παραλείψεις.

Δεν αποκλείεται στην έννοια του γεγονότος να υπαχθούν η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσης ακόμη δε και χαρακτηρισμός κάθε φορά που αμέσως ή εμμέσως υποκρύπτονται συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας, δηλαδή μόνον όταν συνδέονται και σχετίζονται με το γεγονός κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ουσιαστικώς να προσδιορίζουν την ποσοτική και ποιοτική του βαρύτητα, άλλως μπορεί να αποτελούν εξύβριση σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 361 του ΠΚ (ΑΠ 841/2019, ΑΠ 1264/2016, ΑΠ 611/2015, ΑΠ 955/2011).

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 367 παρ. 1 περ. α' - δ' του Π.Κ. το άδικο των προβλεπόμενων στα άρθρα 361 και επ. του ίδιου κώδικα πράξεων αίρεται, μεταξύ των άλλων περιπτώσεων που προβλέπονται στο άρθρο αυτό, και όταν πρόκειται για εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή σε ανάλογες περιπτώσεις (περ.

γ' και δ'). Η τελευταία αυτή διάταξη (άρθρ. 367 του ΠΚ) για την ενότητα της έννομης τάξης εφαρμόζεται αναλογικά και στο χώρο το ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 57 - 59, 914 και επ. του ΑΚ (ΑΠ 192/2018, ΑΠ 69/2013). Επομένως, αιρομένου του άδικου χαρακτήρος των προαναφερθεισών αξιόποινων πράξεων (με την επιφύλαξη, όπως ακολούθως εκτίθεται, της παρ. 2 του άρθρου 367 του ΠΚ), αποκλείεται και το στοιχείο του παρανόμου της επιζήμιας συμπεριφοράς ως όρος της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου.

Ο άδικος όμως χαρακτήρας της προσβολής, ως προς τις εξυβριστικές ή δυσφημιστικές εκφράσεις που περιέχει, δεν αίρεται λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος κ.τ.λ. και συνεπώς παραμένει η ποινική ευθύνη των κατά το νόμο υπευθύνων, άρα και η υποχρέωση τους προς αποζημίωση κατά το αστικό δίκαιο, όταν οι ανωτέρω εκδηλώσεις συνιστούν συκοφαντική δυσφήμηση, ή από τον τρόπο εκδηλώσεως ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες έλαβε χώρα προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως, που τέτοιος υπάρχει, όταν ο τρόπος της εκδήλωσης δεν ήταν πραγματικά αναγκαίος για να αποδοθεί όπως έπρεπε αντικειμενικά το περιεχόμενο της σκέψης του ενεργήσαντος προς προστασία δικαιολογημένου συμφέροντος και που ενώ το γνώριζε, το χρησιμοποίησε για να προσβάλλει την τιμή άλλου, όταν δηλαδή υπάρχει υπέρβαση του επιβαλλόμενου και αντικειμενικά αναγκαίου μέσου για την εκτέλεση του καθήκοντος ή την προστασία του δικαιώματος (βλ.

ΑΠ 1048/2010).

Έτσι η προβολή συνδρομής περιπτώσεως του άρθρου 367 παρ. 1 του ΠΚ αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό καταλυτικό της περί χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης αγωγής του προσβληθέντος, δηλαδή ένσταση, λόγω άρσεως του παρανόμου της προσβολής και πρέπει να προτείνεται μέχρι την πρώτη συζήτηση. Επομένως, όταν επί αγωγής του θιγέντος από δυσφημιστικές και εξυβριστικές φράσεις, ο εναγόμενος προτείνει λόγο άρσεως του παρανόμου της πράξεως στηριζόμενο στο άρθρου 367 παρ. 1 του ΠΚ, μπορεί και ο ενάγων να προτείνει κατ' αντένσταση μία από τις περιπτώσεις του άρθρου 367 παρ. 2 του Π.Κ., ειδικότερα δε είτε ότι συντρέχουν τα στοιχεία της συκοφαντικής δυσφημήσεως (αναλήθεια του περιεχομένου των φράσεων και γνώση του εναγομένου περί τούτου) είτε ότι υπήρχε ειδικός σκοπός εξυβρίσεως, αναφέροντας ειδικότερα τα στοιχεία βάσει των οποίων οι εκφράσεις του ενεργήσαντος εν γνώσει του δεν ήταν αναγκαίες για να αποδοθεί η σκέψη του.

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 932 του ΑΚ προκύπτει ότι παρέχεται στο δικαστήριο η δυνητική ευχέρεια να επιδικάσει χρηματική ικανοποίηση, αν κρίνει, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής και μετά από εκτίμηση των περιστάσεων κάτω από τις οποίες συντελέσθηκε η άδικη πράξη του υπαιτίου και ιδίως του βαθμού του πταίσματος του υποχρέου, του είδους της προσβολής και της κοινωνικής και περιουσιακής καταστάσεως δικαιούχου και υποχρέου, ότι ο αδικηθείς υπέστη ηθική βλάβη.

Από αυτά συνάγεται ότι ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως ανήκει στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας και η σχετική κρίση αυτού σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, χωρίς να ενέχει υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια ή κανόνα δικαίου (βλ.

ΑΠ 1048/2010). Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση (αρ.561 παρ.1 ΚΠολΔ) της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι αυτή δέχθηκε τα κάτωθι: "Ο εκκαλών - εναγόμενος - εφεσίβλητος, Π. Ν. (στο εξής εναγόμενος)-αναιρεσείων, ο οποίος από πολλών ετών είναι δικηγόρος, μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης, είχε ασκήσει ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης την υπ' αρ.

εκθέσεως καταθέσεως .../1992 αγωγή του σε βάρος των Γάλλων υπηκόων J. - F. D. και G. - B. D., με την οποία ζητούσε την καταβολή δικηγορικής αμοιβής. Την ως άνω υπόθεση, από πλευράς των εναγομένων (J. - F. D. και G. - B. D.), χειριζόταν το γραφείο του τότε δικηγόρου Θεσσαλονίκης Δ. Σ., μετά τον αιφνίδιο θάνατο του οποίου τις υποθέσεις του δικηγορικού του γραφείου ανέλαβε η εγγονή του, Μαρία Παπαθανασίου, δικηγόρος Θεσσαλονίκης, η οποία συνεργάστηκε προς διεκπεραίωσή τους με το δικηγορικό γραφείο των αδελφών Δ.

και Γ. Γ., επίσης δικηγόρων Θεσσαλονίκης, με τους οποίους, λόγω της γειτνιάσεως των δικηγορικών τους γραφείων, διατηρούσε φιλικές σχέσεις, ειδικότερα δε την παραπάνω υπόθεση, από πλευράς των αντιδίκων του εναγομένου, χειρίστηκε ο εκ των προαναφερθέντων δικηγόρων Θεσσαλονίκης Δ. Γ.. Η αντιδικία των μερών στα πλαίσια της υποθέσεως αυτής υπήρξε ιδιαίτερα σφοδρή και έντονη, σε σημείο μάλιστα να μεταφερθεί και σε προσωπικό επίπεδο μεταξύ των δύο δικηγόρων, εναγομένου και Δ.

Γ., όταν ιδίως ο τελευταίος υπέβαλε τις υπ' αρ. πρωτ. 15504/13-5-1993 και 15612/21-5-1993 αιτήσεις του προς τον Δικηγορικό Σύλλογο Θεσσαλονίκης, με τις οποίες, επικαλούμενος έννομο συμφέρον, ζήτησε την παροχή αντιγράφων από τυχόν αναφορές και καταγγελίες που είχαν υποβληθεί στον ανωτέρω Σύλλογο σε βάρος του εναγομένου, προκειμένου να τις ενσωματώσει στις προτάσεις του στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης, διανθίζοντας τις αιτήσεις του αυτές με μειωτικές, για το πρόσωπο του τελευταίου, αναφορές.

Μετά την εξέλιξη αυτή ο εναγόμενος υπέβαλε τις από 7-2-1994 και 8-4-1994 εγκλήσεις του σε βάρος του ως άνω δικηγόρου Δ. Γ., ως φυσικού αυτουργού, και της προαναφερθείσας δικηγόρου Μ. Π., ως ηθικού αυτουργού, της αξιοποίνου σε βάρος του πράξεως της συκοφαντικής δυσφημήσεως, που τελέστηκε με τις περιληφθείσες στις παραπάνω αιτήσεις μειωτικές της προσωπικότητάς του αναφορές, συγκεκριμένα δε αυτές που αφορούσαν το επαγγελματικό κύρος και την αξιοπιστία του.

Η ποινική αυτή υπόθεση, ύστερα από μακρά διαδρομή ενώπιον των Συμβουλίων Πλημμελειοδικών και Εφετών Θεσσαλονίκης, ακολούθως δε του Αρείου Πάγου, είχε ως αποτέλεσμα την παραπομπή του προαναφερθέντος δικηγόρου Δ. Γ., για τις πράξεις της δυσφημήσεως και εξυβρίσεως σε βάρος του εναγομένου, ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, λόγω της ιδιάζουσας δωσιδικίας του ως δικηγόρου, ο οποίος (Δ.

Γ.) και καταδικάσθηκε για τις πράξεις αυτές από το ως άνω δικαστήριο, ακολούθως δε, σε δεύτερο βαθμό, από το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την υπ' αρ. 505 - 506/2000 απόφασή του, η οποία όμως, ύστερα από άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως κατ' αυτής, εκ μέρους του παραπάνω καταδικασθέντος, αναιρέθηκε με απόφαση του Αρείου για ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το εμπρόθεσμο των εγκλήσεων που υπέβαλε εναντίον του ο εναγόμενος, οπότε η ως άνω υπόθεση επανήλθε προς νέα κρίση ενώπιον του εκδόσαντος την αναιρεθείσα απόφαση Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Το Δικαστήριο αυτό συνεδρίασε την 3-4-2001, προκειμένου να εκδικάσει και την παραπάνω υπόθεση, με πρόεδρο τον εφεσίβλητο - ενάγοντα - εκκαλούντα, Μ. Ν. (στο εξής ενάγοντα)-αναιρεσίβλητο, ο οποίος, ύστερα από μακρά πορεία στο δικαστικό σώμα, στο οποίο εισήλθε το έτος 1969, κατείχε τότε, δηλαδή την 3-4-2001, το βαθμό του Προέδρου Εφετών, μετά δε το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας εξέδωσε την υπ' αρ. 297 - 298, 302/2001 απόφασή του, με την οποία έπαυσε οριστικά την κατά του παραπάνω κατηγορουμένου, δηλαδή του δικηγόρου Δ.

Γ., ποινική δίωξη, με την αιτιολογία ότι η υποβολή των εγκλήσεων, εκ μέρους του εναγομένου, σε βάρος του ήταν εκπρόθεσμη, συγκεκριμένα δε ότι υποβλήθηκαν μετά την παρέλευση τριμήνου από τότε που ο τελευταίος (εναγόμενος) έλαβε γνώση των σε βάρος του ως άνω αξιόποινων πράξεων. Κατά την ακροαματική διαδικασία ενώπιον του παραπάνω Δικαστηρίου (Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης) ο εναγόμενος παρέστη ως πολιτικώς ενάγων και εξετάστηκε ανωμοτί, σε σχέση δε με τις προαναφερθείσες αιτήσεις του κατηγορουμένου στη δίκη εκείνη, δηλαδή του Δ.

Γ., προς τον Δικηγορικό Σύλλογο Θεσσαλονίκης, το περιεχόμενο των οποίων απετέλεσε και τη βάση της κατ' αυτού κατηγορίας, κατέθεσε πως γνώριζε ότι ο Δικηγορικός Σύλλογος Θεσσαλονίκης του απάντησε ότι δεν έχει υποβληθεί από πελάτες του αναφορά σε βάρος του και ότι έχει υποβληθεί μία μόνο ψευδής, η οποία υποκινήθηκε "από την ίδια συμμορία Σ.".

Τα ως άνω κατατεθέντα κατεγράφησαν στα ταυτάριθμα της παραπάνω αποφάσεως πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και απετέλεσαν περιεχόμενό τους αυτολεξεί ως ακολούθως: "Γνωρίζω όμως ότι ο Δικηγορικός Σύλλογος του απάντησε ότι δεν έχει υποβληθεί από πελάτες μου αναφορά εις βάρος μου.

Έχει υποβληθεί συναδέλφου μου. Είναι δε αναφορά που υπεκινήθη από την ίδια συμμορία Σ.". Στη συνέχεια, μετά την καθαρογραφή και τη θεώρηση των ως άνω πρακτικών του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης ο εναγόμενος, επικαλούμενος παραδρομές στη σύνταξή τους, που οδηγούσαν, κατά τις απόψεις του, σε εσφαλμένη αποτύπωση των όσων έλαβαν χώρα και λέχθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία, ζήτησε, με αίτησή του, τη διόρθωσή τους σε ογδόντα ένα (81) σημεία, μεταξύ των οποίων και το προαναφερόμενο, ως προς το οποίο, ειδικότερα, ισχυρίστηκε ότι έπρεπε ν' αντικατασταθεί η λέξη "συμμορία" με τη λέξη "ομάδα", την οποία και ισχυρίζεται ότι πράγματι ανέφερε κατά την ως άνω ανωμοτί κατάθεσή του.

Επίσης, ισχυριζόμενος ότι η λέξη "συμμορία" ελέχθη πράγματι στο ακροατήριο, πλην όμως όχι από τον ίδιο, αλλά από τον εξετασθέντα εκεί μάρτυρα, Γ. Γ., η κατάθεση του οποίου όμως αποδόθηκε κολοβωμένη στα επίμαχα πρακτικά, ζήτησε να συμπληρωθεί αυτή, μετά το εμφανιζόμενο πέρας της, με τις ακόλουθες περικοπές: "Ο πολιτικώς ενάγων μας χαρακτηρίζει ομάδα.

Τί είμαστε, συμμορία; Πολ. ενάγων: Κρίνετε σωστό να φέρνουμε εις τα δικαστήρια τις αναφορές των πελατών προς τον Δικηγορικόν Σύλλογον κατά των δικηγόρων; Μάρτυς: Μάλιστα. Πολ. ενάγων: Πήτε μου παρακαλώ, υπεβλήθησαν κατά του κατηγορουμένου αδελφού σας αναφοραί προς τον Δικηγορικόν Σύλλογον από πελότας του;

Μάρτυς: Καμία αναφορά δεν υπεβλήθη εις τον Δικηγορικόν Σύλλογον από πελότας του αδελφού μου κατηγορουμένου". Η παραπάνω αίτηση του εναγομένου εσφαλμένα εισήχθη απευθείας στο δικάσαν την ουσία της υποθέσεως Δικαστήριο (Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης), ακολούθως δε τέθηκε, όπως εξ αρχής έπρεπε να γίνει, υπό την κρίση του ενάγοντος, που είχε προεδρεύσει της συνθέσεως του παραπάνω δικαστηρίου.

Ο ενάγων, υπό την προαναφερθείσα ιδιότητά του, απέρριψε την αίτηση αυτή, με σχετική σημείωση επί του σώματός της, με την επισημείωση ότι δεν συνέτρεχε λόγος διορθώσεως των ως άνω πρακτικών, ακολούθως δε η αίτηση του εναγομένου εισήχθη, αρμοδίως πλέον, ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο συγκροτήθηκε από τους ίδιους δικαστές, συμπεριλαμβανομένου του εισαγγελέα και της γραμματέα της έδρας, που είχαν συμμετάσχει και στη σύνθεση που είχε επιληφθεί της ουσίας της υποθέσεως την 3-4-2001, οπότε και τηρήθηκαν τα επίμαχα πρακτικά, με εξαίρεση τον προεδρεύοντα - ενάγοντα, στη θέση του οποίου, λόγω της εν τω μεταξύ συνταξιοδοτήσεώς του και αποχωρήσεώς του από το δικαστικό σώμα, συμμετέσχε άλλος Πρόεδρος Εφετών από εκείνους που υπηρετούσαν στο Εφετείο Θεσσαλονίκης, συγκεκριμένα δε ο τότε Πρόεδρος Εφετών Φώτιος Κετσιτζίδης.

Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την υπ' αρ. 610/2001 απόφασή του, διόρθωσε τα πρακτικά που τηρήθηκαν για την εκδίκαση της ως άνω σε βάρος του κατηγορουμένου Δ. Γ. υποθέσεως επί της οποίας εκδόθηκε η προαναφερθείσα υπ' αρ. 297 - 298, 302/2001 απόφασή του, σε δεκαπέντε (15) περιπτώσεις - σημεία, όπου είχαν παρεισφρήσει ορθογραφικά ή συντακτικά λάθη ή προφανείς παραδρομές στη διατύπωση, μεταξύ των οποίων και η κατά τα άνω περικοπή της καταθέσεως του εναγομένου, στην οποία, χωρίς ν' αλλοιωθεί καθόλου το όλο νόημά της, προστέθηκε στη δεύτερη πρότασή της η φράση "μόνο μία ψευδής αναφορά υπό", με συνέπεια να διαμορφωθεί ως ακολούθως: "Γνωρίζω όμως ότι ο Δικηγορικός Σύλλογος του απάντησε ότι δεν έχει υποβληθεί από πελάτες μου αναφορά εις βάρος μου.

Έχει υποβληθεί μόνο μία ψευδής αναφορά υπό συναδέλφου μου. Είναι δε αναφορά που υπεκινήθη από την ίδια συμμορία Σ.". Κατά τα λοιπά, συμπεριλαμβανομένου και του προαναφερόμενου σημείου, σχετικά με την φερομένη ως ελλιπώς αποδοθείσα μαρτυρική κατάθεση του Γ. Γ., η αίτηση απορρίφθηκε με την αιτιολογία ότι: "προέκυψε ότι τα κατά τη συζήτηση της υπόθεσης εκείνης λεχθέντα αποδόθηκαν στα πρακτικά κατά το δυνατόν επακριβώς και πλήρως, όχι δε ελλιπώς όπως στην αίτησή του ο απών εκθέτει.

Ακόμη και από απλή ανάγνωση των τελευταίων αυτών σημείων δίδεται βασίμως η εντύπωση ότι ο απών, αφού ανέγνωσε επιμελώς τα επίμαχα πρακτικά, προσπαθεί απλώς να επιφέρει υπέρ αυτού, δια της νόμιμης πάντως οδού της διόρθωσης και συμπλήρωσης, βελτιώσεις που όμως δεν επιστηρίζονται σε αποδεικτικά στοιχεία".

Στη συνέχεια ο εναγόμενος υπέβαλε την από 7-11-2001 αίτησή του περί διορθώσεως και συμπληρώσεως των πρακτικών της προαναφερθείσας υπ' αρ. 610/2001 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης στα εκεί αναφερόμενα σημεία της, η οποία όμως απορρίφθηκε, με την υπ' αρ. 161/2002 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, που συγκροτήθηκε από τους ίδιους δικαστές, του εισαγγελέα και της γραμματέα της έδρας συμπεριλαμβανομένων, που είχαν συμμετάσχει στη σύνθεση που εξέδωσε την προαναφερθείσα υπό διόρθωση απόφαση.

Περαιτέρω, από τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα με επίκληση προέκυψε ότι, οι Μ. Π., Σ. σύζυγος Π. Π., Π. Σ. και Δ. Γ., μετά πάροδο μεγάλου χρονικού διαστήματος από τότε που εκδικάστηκε η ως άνω σε βάρος του τελευταίου υπόθεση ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ισχυριζόμενοι ότι, με την αποτυπωθείσα στα προαναφερθέντα πρακτικά της υπ' αρ. 297 - 298, 302/2001 αποφάσεώς του (Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης), λεχθείσα από τον εναγόμενο, κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού ανωμοτί εξέτασή του ως πολιτικώς ενάγοντος, έκφραση "συμμορία Σ.", ιδίως ενόψει του γεγονότος ότι η λέξη "συμμορία" έχει έντονα αρνητικό περιεχόμενο, ως αναφερομένη σε ομάδα ανθρώπων που ενώνονται για διάπραξη παράνομων πράξεων ή για επιδίωξη αθέμιτων σκοπών, αφενός μεν προσεβλήθη η μνήμη του θανόντος δικηγόρου, Δ.

Σ., πατέρα των δύο πρώτων και πάππου της τρίτης, φερομένου ως προεξάρχοντος της ομάδος αυτής, αφετέρου δε ότι με την εκφορά της παραπάνω φράσεως από τον εναγόμενο προσβλήθηκε παρανόμως η προσωπικότητα όλων, φερομένων, κατά τους ισχυρισμούς τους, ως ενταγμένων στην ίδια ομάδα, άσκησαν κατά του τελευταίου (εναγομένου) τις ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης απευθυνόμενες υπ' αρ.

εκθέσεως καταθέσεως 15786/2006, 15910/2006 και 40196/2007 αγωγές τους, ζητώντας, κατά τις εκεί διακρίσεις, χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής τους βλάβης, επιπλέον δε οι συγγενείς του ως άνω θανόντος (Δ. Σ.) και λόγω της ηθικής τους βλάβης, εξαιτίας της προσβολής της μνήμης του πατέρα και πάππου τους, συνολικού ύψους τεσσάρων εκατομμυρίων εκατόν χιλιάδων ευρώ (4.100.000, 00 €).

Ενόψει των παραπάνω αγωγών σε βάρος του ο εναγόμενος άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης αρχικά την από 15-10-2007 υπ' αρ. εκθέσεως καταθέσεως ...-2007 αγωγή του, στρεφόμενη κατά των ως άνω Μ. Π., Σ. συζύγου Π. Π., Π. Σ. και Δ. Γ., η συζήτηση της οποίας είχε οριστεί για τη δικάσιμο της 10-2- 2009, από την οποία όμως την ημέρα εκείνη παραιτήθηκε, καθόσον απορρίφθηκε το αίτημά του για αναβολή της συζητήσεώς της, ακολούθως δε, μετά την ως άνω παραίτηση, άσκησε με πανομοιότυπο περιεχόμενο και αίτημα την από 11-2-2009 υπ' αρ.

εκθέσεως καταθέσεως 5854/12-2-2009 αγωγή, του, με την οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί ότι τα πρακτικά της συνεδριάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατ' ακολουθίαν της οποίας εκδόθηκε η προαναφερθείσα υπ' αρ. 297- 298, 302/2001 απόφασή του, είναι ψευδή και πλαστά κατά το μη διορθωθέν, ως άνω, περιεχόμενό τους, μεταξύ δε άλλων και κατά τη φερομένη λεχθείσα από αυτόν (εναγόμενο) λέξη "συμμορία".

Στο δικόγραφο της αγωγής του αυτής (υπ' αρ. εκθέσεως καταθέσεως 5854/12/2-2009), όπως και σε εκείνο από το οποίο παραιτήθηκε (υπ' αρ. εκθέσεως καταθέσεως ...-2007) ο εναγόμενος εξέθετε αυτολεξεί και τα ακόλουθα: "Κατά ταύτα, τά ύπ' άρ. 297-298, 302/2001 πρακτικά του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης άτινα έπικαλούνται οί άντίδικοι καί έφ' ών στηρίζουσι τάς μνημονευθείσας αξιώσεις αύτών, τυγχάνουσι ψευδή καί πλαστά καθ' όλον τό μή διορθωθέν καί μή συμπληρωθέν, κατά την ώς άνω αίτησίν μου, περιεχόμενον αύτών, μεταξύ δε άλλων πολλών καί κατά τήν φερομένην ώς ύπ' έμού είπωθείσαν λέξιν "συμμορία". 'Οθεν προσβάλλω τά ύπ' άρ. 297-298, 302/2001 πρακτικά τού Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης ώς ψευδή καί πλαστά καθ' άπαν τό μή διορθωθέν καί μή συμπληρωθέν περιεχόμενον αύτών και καθ' όσον μέ φέρουσιν είπόντα τήν λέξιν "συμμορία" καί αίτούμαι τήν κήρυξίν των πλαστών κατά τά ανωτέρω.

Κατά νόμον δέον όπως, διά τό ώρισμένον τής αγωγής μου κατονομάσω καί τόν πλαστογράφον. Πλαστογράφοι έν προκειμένω έκ τής ύπογραφής τών ανωτέρω πρακτικών φαίνονται ή συντάξασα αύτά γραμματεύς κα Ε. Κ. καί ό συνυπογράψας αύτά τέως πρόεδρος Έφετών κος Μ. Ν. Ή ευθύνη άμφοτέρων έπιτείνεται καθ' ότι, διά τής μνησθείσης άπό 16.5.2001 αίτήσεώς μου περί διορθώσεως και συμπληρώσεως πρακτικών, τοίς έδόθη ή ευκαιρία νά συντελέσωσιν εις τήν άποκατάστασιν τής αλήθειας, πλήν ούτοι τούναντίον ένέμειναν είς τήν διά τής αίτήσεώς μου έπισημανθείσαν ψευδή άπεικόνισιν των έπ' ακροατηρίου συμβάντων.

Φρονώ ότι ύφίστανται καί ήθικοί αυτουργοί, πλήν έπί τού παρόντος δέν είναι δικονομικώς απαραίτητον ή κατονομασία αύτών. Κατά πόσον ένέχονται καί οί ετεροι μή διατάξαντες τήν συμπλήρωσιν και διόρθωσιν τών έπίμαχων πρακτικών δικασταί τυγχάνει ωσαύτως έρευνητέον". Με βάση την ως άνω περικοπή του προαναφερθέντος δικογράφου του (υπ' αρ.

εκθέσεως καταθέσεως 5854/12-2-2009) ο εναγόμενος αποδίδει ευθέως στον ενάγοντα δόλια προαίρεση προς τέλεση αξιοποίνου, με μεγάλη μάλιστα ηθική απαξία, πράξεως, ενόψει και της ιδιότητας του τελευταίου ως δικαστικού λειτουργού κατά την τέλεσή της, συγκεκριμένα δε της παραποιήσεως και νοθεύσεως των πρακτικών της προαναφερθείσας δίκης, στην τελείωση της οποίας και ενέμεινε, καθόσον δεν αξιοποίησε τη δυνατότητα υπαναχωρήσεως που του παρασχέθηκε με την υποβολή της κατά τα προαναφερόμενα αιτήσεως διορθώσεως των πρακτικών της παραπάνω αποφάσεως, σε σύμπραξη μάλιστα με τη γραμματέα της έδρας και προς εξυπηρέτηση σκοπών μη κατονομαζόμενων τρίτων, ηθικών αυτουργών, στα κελεύσματα των οποίων υπέκυψε, όλα δε αυτά με έμμεσες αναφορές ότι συνάδελφοί του (ενάγοντος) κάλυψαν την πράξη του, αφού δεν είχαν συναινέσει στη διόρθωση των ένδικων πρακτικών.

Η ως άνω υπ' αρ. εκθέσεως καταθέσεως 5854/12-2-2009 αγωγή του εναγομένου έχει απορριφθεί ως αβάσιμη από ουσιαστική άποψη με την υπ' αρ. 7457/2010 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, δίκη στην οποία παρενέβη υπέρ των εναγομένων ο ενάγων (Μ. Ν.). Κατά της παραπάνω υπ' αρ. 7457/2010 οριστικής του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ο εναγόμενος στην παρούσα υπόθεση (Π.

Ν.) άσκησε την απευθυνόμενη ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου (Εφετείου Θεσσαλονίκης) υπ' αρ. εκθέσεως καταθέσεως 1704/26-4-2010 έφεση, η οποία δεν έχει προσδιοριστεί για να συζητηθεί.

Περαιτέρω, από τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα με επίκληση προέκυψε ότι, ο ενάγων, μετά την έγερση της ως άνω από 15-10-2007 υπ' αρ. εκθέσεως καταθέσεως ...-2007 αγωγής του αντιδίκου του, άσκησε την υπ' αρ. εκθέσεως καταθέσεως 56446/2007 αγωγή του, απευθυνόμενη ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και στρεφόμενη κατά του εναγομένου, με την οποία, επικαλούμενος ότι οι περιεχόμενοι στο ως άνω δικόγραφο ισχυρισμοί του τελευταίου, ως παντελώς ψευδείς και συκοφαντικοί σε βάρος του (ενάγοντος), προσβάλλουν την προσωπικότητά του, εξαιτίας δε της προσβολής αυτής υπέστη ηθική βλάβη, ζήτησε να του επιδικαστεί χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάστασή της.

Επί της παραπάνω υπ' αρ. εκθέσεως καταθέσεως 56446/2007 αγωγής του ενάγοντος έχει ήδη εκδοθεί η υπ' αρ. 640/2012 τελεσίδικη απόφαση του παρόντος δικαστηρίου, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων, σύμφωνα με την οποία αυτή έγινε δεκτή, κατά ένα μέρος, ως βάσιμη από ουσιαστική άποψη, υποχρεώθηκε δε ο εναγόμενος να του καταβάλλει το ποσό των τριάντα χιλιάδων ευρώ (30.000, 00 €), νομιμοτόκως από της επιδόσεώς της, με την παραδοχή ότι τα πρακτικά της υπ' αρ. 297-298, 302/2001 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης δεν είναι πλαστά στα ως άνω επίμαχα σημεία, ότι οι ως άνω περί του αντιθέτου ισχυρισμοί του εναγομένου, που περιλήφθηκαν στην προαναφερθείσα από 15-10-2007 υπ' αρ.

εκθέσεως καταθέσεως ...-2007 αγωγή του, απολύτως ταυτόσημοι με εκείνους που περιλαμβάνονται και στην υπ' αρ. εκθέσεως καταθέσεως 5854/12-2-2009 αγωγή του, είναι αντικειμενικά ψευδείς, ότι τα ανωτέρω ψευδή ισχυρισθέντα από τον τελευταίο (εναγόμενο) συνιστούν γεγονότα, ως αναφερόμενα σε συγκεκριμένη συμπεριφορά, υποπίπτουσα στις αισθήσεις και δεκτική αποδείξεως, ήταν δε ικανά να βλάψουν και πράγματι έβλαψαν την τιμή και υπόληψη του αντιδίκου του (ενάγοντος), καθώς και ότι αυτός, δηλαδή ο εναγόμενος (Π.

Ν.) γνώριζε την αναλήθεια των παραπάνω γεγονότων, αλλά και ότι αυτά ήταν ικανά να πλήξουν και μάλιστα σοβαρά την τιμή και υπόληψη του αντιδίκου του, στο πρόσωπο του δε (εναγομένου) συνέτρεχε και το αναγκαίο για την υποκειμενική θεμελίωση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως του ενάγοντος στοιχείο του δόλου, αξιόποινη συμπεριφορά που στοιχειοθετεί και αδικοπραξία, κατά την έννοια των άρθρων 914 επ.

του Α.Κ., σε βάρος του τελευταίου, εξαιτίας της οποίας αυτός (ενάγων) προσεβλήθη παρανόμως και υπαιτίως στην προσωπικότητά του και υπέστη ηθική βλάβη, ενώ απέρριψε τον ισχυρισμό του εναγομένου ότι όλα τα προαναφερόμενα τα ισχυρίστηκε προς προάσπιση νομίμου δικαιώματος του, συγκεκριμένα δε προς απόκρουση των εναντίον του προαναφερθεισών αγωγών των συγγενών του Δ.

Σ. και του δικηγόρου Δ. Γ., ως αλυσιτελώς προβαλλόμενο, με την αιτιολογία ότι η διάταξη του άρθρου 367 του Π.Κ., επί του οποίου επιχειρούσε να στηρίξει τον ως άνω ισχυρισμό του, δεν τύγχανε εφαρμογής, αφού η προαναφερθείσα αδικοπρακτική συμπεριφορά του (εναγομένου) στοιχειοθετούσε τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως.

Κατά της παραπάνω υπ' αρ. 640/2012 αποφάσεως του παρόντος δικαστηρίου ο εναγόμενος άσκησε την απευθυνόμενη ενώπιον του Αρείου Πάγου υπ' αρ. 149/28-6-2012 αίτηση αναιρέσεως, η οποία όμως δεν έχει προσδιοριστεί για να συζητηθεί. Οι προαναφερθείσες παραδοχές της υπ' αρ. 640/2012 τελεσίδικης αποφάσεως του παρόντος δικαστηρίου, συγκεκριμένα δε ότι τα πρακτικά της υπ' αρ. 297 -298, 302/2001 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης δεν είναι πλαστά στα ως άνω επίμαχα σημεία, οι περί του αντιθέτου δε ισχυρισμοί του εναγομένου είναι αντικειμενικά ψευδείς και συνιστούν γεγονότα, ικανά να βλάψουν και πράγματι έβλαψαν την τιμή και υπόληψη του αντιδίκου του (ενάγοντος), ότι ο εναγόμενος γνώριζε την αναλήθεια των γεγονότων αυτών, καθώς και ότι αυτά ήταν ικανά να πλήξουν και μάλιστα σοβαρά την τιμή και υπόληψη του αντιδίκου του, αποτελούσαν αναγκαία προϋπόθεση για την επίλυση του κύριου ζητήματος μεταξύ των διαδίκων, που ήταν η επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως στον ενάγοντα, λόγω ηθικής βλάβης, εξαιτίας προσβολής της προσωπικότητάς του εκ μέρους του εναγόμενου, είχε δε αρμοδιότητα να αποφανθεί για τα προαναφερόμενα παρεμπίπτοντα ζητήματα, με συνέπεια να παράγουν δεδικασμένο μεταξύ των διαδίκων, το οποίο λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως..., ως εκ τούτου δε δεσμεύουν και το παρόν δικαστήριο ως προς τα ίδια παραπάνω ζητήματα, η κρίση του οποίου δεν μπορεί να είναι διαφορετική...

Επομένως, τα ισχυριζόμενα από τον εναγόμενο στην ως άνω υπ' αρ. εκθέσεως καταθέσεως 5854/12-2-2009 αγωγή του, δηλαδή ότι τα πρακτικά της υπ' αρ. 297-298, 302/2001 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης είναι πλαστά κατά περιεχόμενο, ως προς τα παραπάνω επίμαχα σημεία, πλαστογράφος δε αυτών είναι ο ενάγων, είναι ψευδή, κατά τα προαναφερόμενα, συνιστούν δε γεγονότα, ....καθόσον αναφέρονται σε συγκεκριμένη συμπεριφορά, η οποία είναι αντιληπτή στις αισθήσεις και δεκτική αποδείξεως, ήταν δε ικανά να βλάψουν και πράγματι έβλαψαν την τιμή και υπόληψη του ενάγοντος, ως αγαθά που συνθέτουν την προσωπικότητά του, αφού στους τρίτους που έλαβαν γνώση αυτών, μεταξύ των οποίων οι δικαστές που επελήφθησαν της εκδικάσεως της ως άνω υπ' αρ.

εκθέσεως καταθέσεως 5854/12-2-2009 αγωγής που είχε ως περιεχόμενο και την προαναφερθείσα επίμαχη περικοπή, ο γραμματέας της έδρας, οι αντίδικοι του εναγομένου και οι δικηγόροι τους, καθώς και ο δικαστικός επιμελητής που επέδωσε το δικόγραφό της, εμφανιζόταν ως πρόσωπο που μετερχόταν, κατά την ενάσκηση του δικαστικού του λειτουργήματος, ανέντιμες και αξιόποινες μεθόδους, χωρίς να διστάζει να μετέλθει ακόμη και αξιόποινες πράξεις, με μεγάλη μάλιστα ηθική απαξία, προκειμένου να ευνοήσει τρίτους.

Εξάλλου, ο ενάγων, όπως άλλωστε έγινε δεκτό και με την προαναφερθείσα υπ' αρ. 640/2012 απόφαση του παρόντος δικαστηρίου, με ισχύ δεδικασμένου μεταξύ των διαδίκων, γνώριζε την αναλήθεια των παραπάνω γεγονότων, αφού είχε άμεση και προσωπική γνώση των πραγμάτων, καθώς και ότι αυτά είναι ικανά να πλήξουν και μάλιστα σοβαρά την τιμή και υπόληψη του αντιδίκου του.

Επομένως, συντρέχει στο πρόσωπο του εναγομένου και το αναγκαίο για την υποκειμενική θεμελίωση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως του αντιδίκου του (ενάγοντος) στοιχείο του δόλου, αξιόποινη συμπεριφορά που στοιχειοθετεί την υποκειμενική υπόσταση του προαναφερθέντος αδικήματος που προβλέπεται στις διατάξεις των διατάξεων των άρθρων 362 και 363 του Π.Κ., παραλλήλως δε συνιστά, ..., και αδικοπραξία, κατά την έννοια των άρθρων 914 και επ.

του Α.Κ., σε βάρος του ενάγοντος, εξαιτίας της οποίας ο τελευταίος, που διήνυσε και ολοκλήρωσε μακρά θητεία στο δικαστικό σώμα, προσβλήθηκε παρανόμως και υπαιτίως στην προσωπικότητά του, με συνέπεια να υποστεί ηθική βλάβη, καθόσον ο εναγόμενος, με τα ψευδή, κατά τα προαναφερόμενα, γεγονότα που ισχυρίσθηκε γι' αυτόν, επενέβη μειωτικά στη σφαίρα της, συγκεκριμένα δε στα αγαθά της τιμής και υπολήψεώς του, αμφισβητώντας την ηθική αξία και εντιμότητά του κατά την ενάσκηση του δικαστικού του λειτουργήματος, απορριπτομένων ως αβάσιμων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών του εναγομένου, συγκεκριμένα δε ότι το περιεχόμενο της προαναφερθείσας υπ' αρ.

εκθέσεως καταθέσεως 5854/12-2-2009 αγωγής του είναι αληθές και ως προς το παραπάνω επίμαχο σημείο της πλαστότητας των πρακτικών της υπ' αρ. 297-298, 302/2001 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, καθώς και το ότι δεν είχε τον απαιτούμενο δόλο να προσβάλλει την προσωπικότητα του αντιδίκου του, ισχυρισμοί που άλλωστε καλύπτονται από το δεδικασμένο της υπ' αρ. 640/2012 τελεσίδικης αποφάσεως του παρόντος δικαστηρίου.

Περαιτέρω, ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι προς προάσπιση νομίμου δικαιώματος του ισχυρίσθηκε όλα όσα περιλαμβάνονται στην προαναφερθείσα υπ' αρ. εκθέσεως καταθέσεως 5854/12-2-2009 αγωγή του, συγκεκριμένα δε προς απόκρουση των εναντίον του προαναφερθεισών αγωγών των συγγενών του Δ. Σ. και του δικηγόρου Δ. Γ., αλυσιτελώς προβάλλεται, αφού η διάταξη του άρθρου 367 του Π.Κ., επί του οποίου επιχειρείται να στηριχθεί, δεν τυγχάνει εφαρμογής στην κρινόμενη υπόθεση, ...δεδομένου ότι η αδικοπρακτική συμπεριφορά του εναγομένου στοιχειοθετεί, όπως ήδη προαναφέρθηκε, τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως ...

Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν και τις προαναφερθείσες σκέψεις, πρέπει να ερευνηθεί το δικαίωμα του ενάγοντος για επιδίκαση σ' αυτόν χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την προαναφερθείσα παράνομη και υπαίτια προσβολή της προσωπικότητάς του εκ μέρους του εναγομένου, η οποία στοιχειοθετεί και αδικοπραξία σε βάρος του, ζήτημα ως προς το οποίο πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα:

... Στην προκειμένη περίπτωση, λαμβάνοντας υπόψη τις προαναφερθείσες περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε η προαναφερθείσα άδικη πράξη του εναγομένου, το βαθμό υπαιτιότητάς του, το είδος και το μέγεθος της προσβολής του παθόντος, ενόψει ιδίως του ότι προσεβλήθη θεμελιώδες στοιχείο της προσωπικότητάς του και μάλιστα το σημαντικότερο για ένα δικαστή στοιχείο της εντιμότητας και ακεραιότητας του χαρακτήρα του, κατά την ενάσκηση των καθηκόντων του, την κοινωνική θέση και την οικονομική κατάσταση των μερών, από τους οποίους ο μεν ενάγων είναι συνταξιούχος δικαστικός λειτουργός, ο δε εναγόμενος δικηγόρος Θεσσαλονίκης, μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης, διδάκτωρ Πανεπιστημίων της αλλοδαπής και τα ετήσια εισοδήματά του τα τελευταία έτη 2010 έως 2012 από την άσκηση δικηγορίας έχουν υποστεί σημαντική μείωση (βλ.

τις από 26-1-2010, 24-1-2011, 23-1-2012 και 22-1-2013 βεβαιώσεις του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης, νόμιμα προσκομιζόμενες με επίκληση από τον εναγόμενο, από τις οποίες προκύπτει ότι τα ετήσια εισοδήματα του τελευταίου τα παραπάνω έτη από παραστάσεις του σε δικαστήρια δεν υπερέβαιναν το ποσό των 7.000, 00 ευρώ, κατά δε την εξέταση με επιμέλεια του εναγόμενου στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου μάρτυρα "κατά τη γνώμη μου ο εναγόμενος είναι πάμφτωχος"), ενώ η ακίνητη περιουσία του αποτελείται από:

α) διαμέρισμα μικτού εμβαδού 78, 00 τετραγωνικών μέτρων περίπου του τετάρτου ορόφου της επί της συμβολής των οδών ..., πολυώροφης οικοδομής που είναι κτισμένη στο υπ' αρ. 123 οικόπεδο, εκτάσεως 385, 00 τετραγωνικών μέτρων, στην περιοχή των Σαράντα Εκκλησιών του Δήμου Θεσσαλονίκης, που χρησιμοποιεί ως κύρια κατοικία του, β) δύο (2) γραφεία μικτού εμβαδού 20, 90 τετραγωνικών μέτρων και 20, 60 τετραγωνικών μέτρων αντιστοίχως και καθαρού 16, 60 τετραγωνικών μέτρων και 16, 40 τετραγωνικών μέτρων αντιστοίχως, που βρίσκονται στον έκτο όροφο της επί της συμβολής των οδών ...

πολυώροφης οικοδομής, στην περιοχή του Δήμου Θεσσαλονίκης, που χρησιμοποιεί ως επαγγελματική του στέγη (δικηγορικό γραφείο), και γ) τρία (3) ορεινά αγροτεμάχια στην περιοχή του Υποθηκοφυλακείου Βασιλικών Θεσσαλονίκης, η αξία των οποίων δεν υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 30.000, 00 ευρώ, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι στον ενάγοντα έχει ήδη επιδικαστεί με την υπ' αρ. 640/2012 τελεσίδικη απόφαση του παρόντος δικαστηρίου, για τους ίδιους παραπάνω ισχυρισμούς του εναγομένου, που περιλήφθηκαν στην προαναφερθείσα υττ' αρ.

εκθέσεως καταθέσεως ...-2007 αγωγή του τελευταίου, το ποσό των τριάντα χιλιάδων ευρώ (30.000.00 €), ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη, λόγω προσβολής της προσωπικότητάς του, το οποίο εισέπραξε με τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτελέσεως σε βάρος της ιδιόκτητης επαγγελματικής στέγης (δικηγορικού γραφείου) του εναγόμενου, το οποίο εκπλειστηριάστηκε και κατακυρώθηκε στον ενάγοντα στην τιμή πρώτης προσφοράς, κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας των μελών του Δικαστηρίου, συγκεκριμένα δε της Προέδρου Εφετών Μαρίας Παπαγρηγοράκη και του Εφέτη Σ.

Κ., το ύψος της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης που δικαιούται ο ενάγων, για την ηθική βλάβη που υπέστη από την επίδικη αδικοπρακτική συμπεριφορά του αντιδίκου του, πρέπει να προσδιοριστεί στο ποσό των δέκα χιλιάδων ευρώ (10.000, 00 €), το οποίο ύστερα από στάθμιση των κατά νόμο στοιχείων, σε συνδυασμό και με τους κανόνες της ανθρώπινης εμπειρίας και λογικής, κρίνεται εύλογο (άρθρο 932 του Α.Κ.).

Ο Εφέτης - Εισηγητής Ελευθέριος Σισμανίδης, είχε τη γνώμη ότι δεν πρέπει στην κρινόμενη υπόθεση να επιδικαστεί στον ενάγοντα χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, καθόσον, ναι μεν προσβλήθηκε η προσωπικότητά του (ενάγοντος) και αυτός υπέστη ηθική βλάβη, όπως ήδη προαναφέρθηκε, ενόψει όμως της προαναφερθείσας οικονομικής και περιουσιακής καταστάσεως του εναγομένου, ο οποίος τους παραπάνω προσβλητικούς ισχυρισμούς διατύπωσε σε δικόγραφο προς αντίκρουση των προαναφερθεισών αγωγών των Μ.

Π., Σ. συζύγου Π. Π., Π. Σ. και Δ. Γ., σε συνδυασμό με το ότι η άποψή του πως τα πρακτικά της υπ' αρ. υπ' αρ. 297 - 298, 302/2001 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ως προς τα παραπάνω επίμαχα σημεία, δεν αποδίδουν την πραγματικότητα δεν είναι καινοφανής, αλλά διατυπώθηκε αμέσως μετά την καθαρογραφή και θεώρησή τους από τον αντίδικό του σε εντελώς ανύποπτο χρόνο πριν από πολλά έτη, επιδιώκοντας μάλιστα να διορθωθούν με τον τρόπο που προβλέπεται στο νόμο, πλην όμως αυτό δεν έγινε αποδεκτό, κατά τα προαναφερόμενα, περαιτέρω δε λαμβανομένου υπόψη ότι τους παραπάνω ισχυρισμούς περιέλαβε στην ως άνω υπ' αρ.

εκθέσεως καταθέσεως 5854/12-2-2009 αγωγή του, η επανάσκηση της οποίας ουσιαστικά ήταν μονόδρομος γι' αυτόν (εναγόμενο), ύστερα από την παραίτησή του από την πανομοιότυπη υπ' αρ. εκθέσεως ...-2007 αγωγή του, μετά την απόρριψη αιτήματος του για αναβολή συζητήσεώς της, για τους ίδιους δε ισχυρισμούς που περιλαμβάνονται και στην τελευταία αγωγή του (υπ' αρ.

εκθέσεως ...-2007) ο ενάγων διεκδίκησε και, όπως ήδη προαναφέρθηκε, με την υπ' αρ. 640/2012 τελεσίδικη απόφαση του παρόντος δικαστηρίου του επιδικάστηκε το ποσό των τριάντα χιλιάδων ευρώ (30.000, 00 €), για την είσπραξη του οποίου με την υπ' αρ. .../2012 έκθεση του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Β. Σ.

επέβαλε αναγκαστική κατάσχεση επί ενός (1) γραφείου του αντιδίκου του (εναγομένου), μικτού εμβαδού 42, 80 τετραγωνικών μέτρων και καθαρού 34, 00 τετραγωνικών μέτρων, το οποίο βρίσκεται στον έκτο όροφο της επί της συμβολής των οδών ... πολυώροφης οικοδομής, στην περιοχή του Δήμου Θεσσαλονίκης, που μέχρι τότε ο τελευταίος χρησιμοποιούσε ως επαγγελματική στέγη (δικηγορικό γραφείο), το οποίο ακολούθως εκτέθηκε σε δημόσιο αναγκαστικό πλειστηριασμό, προφανώς διότι ο εναγόμενος δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να καταβάλλει το ποσό για το οποίο επιβλήθηκε η ως άνω κατάσχεση, και κατακυρώθηκε στον ενάγοντα στην τιμή πρώτης προσφοράς, που είχε οριστεί στο ποσό των 56.388, 15 ευρώ, όση και η αντικειμενική του αξία, η επιδίκαση οποιοσδήποτε περαιτέρω χρηματικής ικανοποιήσεως υπέρ του ενάγοντος, η οποία άλλωστε είναι δυνητική για το Δικαστήριο, δεν θα έχει ως αποτέλεσμα την αποκατάσταση της τρωθείσας με την ως άνω αδικοπραξία του αντιδίκου του κοινωνικής ειρήνης και της ηθικής βλάβης του (ενάγοντος), αλλά ουσιαστικά θα αποτελεί "ποινή" σε βάρος του εναγομένου με αντίστοιχο πλουτισμό του ιδίου (ενάγοντος), κατά κατάχρηση του θεσμού της χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης, εξαιτίας της προσβολής της προσωπικότητάς του".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, κατά πλειοψηφία, δέχτηκε εν μέρει την από 1-4-2009 υπ' αρ. εκθέσεως καταθέσεως 26785/29-6-2009 αγωγή, ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη, και υποχρεώθηκε ο εναγόμενος-αναιρεσείων να καταβάλλει στον ενάγοντα-αναιρεσίβλητο το χρηματικό ποσό των δέκα χιλιάδων ευρώ (10.000, 00 €), ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, νομιμοτόκως από την επομένη της επιδόσεώς της (ένδικης αγωγής).

Με τα ως άνω δεκτά γενόμενα υπό του Δικαστηρίου της ουσίας, το μεν αυτό ορθά εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 57, 59, 200, 299, 340, 346, 914, 932 του ΑΚ, 362-363, 367 του ΠΚ και ως εκ τούτου περιέχεται στην απόφαση νόμιμη βάση, το δε δεν υφίσταται έλλειψη αιτιολογίας ούτε αντιφατικότητα στις αιτιολογίες, αφού το Δικαστήριο με πληρότητα και σαφήνεια υπήγαγε τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά στους ως άνω κανόνες δικαίου και αποφάνθηκε ότι υπάρχει αδικοπραξία εκ της οποίας επήλθε εν γνώσει του εναγομένου-αναιρεσείοντος, προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντος-αναιρεσιβλήτου και εντεύθεν αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη με χρηματική αυτού ικανοποίηση.

Ειδικότερα, εκτίθενται στην απόφαση τα, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι δηλαδή τα διαλαμβανόμενα στην από 11-2-2009 (αρ.καταθ.5854/2009) αγωγή του εναγομένου, αναφορικά με τις καταγγελίες σε βάρος του ενάγοντος ότι πλαστογράφησε τα υπ'αριθμ.297-298, 302/2001 πρακτικά του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, θεμελιώνουν την άδικη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης (αρθ. 363 ΠΚ), η οποία καθιστούσε ανεπίτρεπτη την ευδοκίμηση της προταθείσας από τον εναγόμενο προς άρση του αδίκου χαρακτήρα της επιδειχθείσας αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του, από το άρθρο 367 παρ. 1 εδαφ.

γ ΠΚ ένστασης.Επομένως, ο έκτος αναιρετικός λόγος από τους αρ.1 και 19(και όχι και από τον αρ.9) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

10. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 20 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα, που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου (σφάλμα ανάγνωσης), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα, που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δεν και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση των γεγονότων, που εκφεύγει, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ του αναιρετικού ελέγχου (ΑΠ 630/2020). Για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός πρέπει το δικαστήριο να κατέληξε σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα λόγω της παραμόρφωσης, αυτό δε συμβαίνει όταν για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού, στηρίχθηκε αποκλειστικά στο έγγραφο, που παραμορφώθηκε (ΑΠ 1435/2018) ή κυρίως σ' αυτό γιατί το συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, αλλά εξήρε με την απόφαση την αποδεικτική του βαρύτητα (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 464/2019, ΑΠ 763/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έβδομο αναιρετικό λόγο διατυπώνεται το παράπονο ότι το Εφετείο παρερμήνευσε την περί πλαστότητας των επίμαχων πρακτικών αγωγή του και την υπ'αριθμ.610/2001 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου, δεχόμενο εντελώς αναιτιολόγητα ότι τα επίδικα πρακτικά απέδωκαν επακριβώς και πλήρως τα επ' ακροατηρίου διαμειφθέντα. Ο λόγος αυτός από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, (και όχι από τους αριθ.1 και 19), είναι απαράδεκτος, αφού ο αναιρεσείων αποδίδει στο Εφετείο, όχι διαγνωστικό σφάλμα ως προς το αληθές περιεχόμενο του ανωτέρω εγγράφου, ήτοι της υπ'αριθμ.610/2001 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου, δηλαδή ότι δέχθηκε πραγματικά περιστατικά διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται σ'αυτό, αλλά εσφαλμένη κρίση ως προς την ερμηνεία, εκτίμηση και αξιολόγηση του περιεχομένου του και μη συναγωγή του ορθού, κατ' αυτή, αποδεικτικού πορίσματος. Η αποδιδόμενη, όμως, εσφαλμένη εκτίμηση ως προς τα συναγόμενα, από την αξιολόγηση του περιεχομένου του ανωτέρω εγγράφου μετά των λοιπών αποδεικτικών μέσων, πραγματικά περιστατικά, δεν ιδρύει τον εκ του αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο, αφού πρόκειται για αιτίαση αναγομένη στην αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση πραγμάτων.

11. Ο από το πρώτο σκέλος της διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 16 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο, το οποίο προέβη αυτεπαγγέλτως ή κατά πρόταση κάποιου από τους διαδίκους σε έρευνα για τη συνδρομή ή όχι των προϋποθέσεων του δεδικασμένου, κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο (ΑΠ 1504/2021, ΑΠ 12/2016, ΑΠ 541/2014, ΑΠ 294/2014).

Πάντως, ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο την παράβαση του νόμου, δηλαδή την ψευδή ερμηνεία ή την εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων. Στον έλεγχο δηλαδή του Αρείου Πάγου υπόκειται η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας τόσο για το αν τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και για το αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα, τα οποία προσέδωσε σ` αυτό η απόφαση, όσο και η κρίση για τη συνδρομή, ή μη των κατά το άρθρο 324 ΚΠολΔ προϋποθέσεων του δεδικασμένου, εφόσον η κρίση αυτή στηρίζεται σε διαδικαστικά έγγραφα, όπως είναι η αγωγή και οι δικαστικές αποφάσεις, η εκτίμηση του περιεχομένου των οποίων, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 405/2023, ΑΠ 1327/2021, ΑΠ 944/2020).

Άρα, είναι ανάγκη η προσβαλλόμενη απόφαση να περιέχει θετική ή αρνητική κρίση για παραδοχή ή όχι του δεδικασμένου (ΑΠ 89/2013). Κατά το άρθρο 321 ΚΠολΔ, δεδικασμένο - το οποίο, κατ` άρθρο 332 ΚΠολΔ, λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης, εμποδίζοντας το δικαστήριο να ερευνήσει την ίδια υπόθεση και πάλι - δημιουργούν οι οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων, που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, δηλαδή οι τελεσίδικες, ενώ αυτό, κατά το άρθρο 322 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτείνεται στο ουσιαστικό και δικονομικό ζήτημα, που κρίθηκε με την απόφαση οριστικά, για μια έννομη σχέση που έχει προσβληθεί με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση συμψηφισμού.

Έννομη σχέση, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, είναι το σύνολο των εννόμων συνεπειών που κρίθηκαν τελεσίδικα και όχι τα πραγματικά γεγονότα που γέννησαν ή απόσβησαν τις έννομες συνέπειες. Κατά το άρθρο 324 ΚΠολΔ το δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ιδίων προσώπων με την ίδια ιδιότητα μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και για την ίδια ιστορική και νομική αιτία, καλύπτει δε όχι μόνο το δικαίωμα που κρίθηκε (την έννομη σχέση που διαγνώσθηκε), αλλά και την ιστορική αιτία που έγινε δεκτή από την απόφαση (υπό την έννοια των πραγματικών περιστατικών που ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της έννομης σχέσεως), καθώς και τη νομική αιτία (το νομικό χαρακτηρισμό) που το δικαστήριο έδωσε στα πραγματικά περιστατικά υπάγοντας τα στην οικεία διάταξη νόμου, την οποία εφάρμοσε, δηλαδή καλύπτει, ως ενιαίο όλον, ολόκληρο το δικανικό συλλογισμό, όπως διατυπώνεται στην απόφαση (ΑΠ 1327/2021).

Ειδικότερα το δεδικασμένο καλύπτει: α) το δικαίωμα που κρίθηκε, β) τη νομική αιτία, δηλαδή το νομικό χαρακτηρισμό που δόθηκε από το δικαστήριο στα πραγματικά περιστατικά και γ) την ιστορική αιτία που αποτελείται από τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά από το Δικαστήριο και ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της έννομης σχέσης (ΑΠ 1327/2021, ΑΠ 1559/2017).

Η ύπαρξη και η έκταση του δεδικασμένου προκύπτουν από το περιεχόμενο της απόφασης και όχι απ` αυτό της κριθείσας αγωγής, έστω και αν το δικαστήριο δεν εξάντλησε το αντικείμενο της ή το υπερέβη ή απομακρύνθηκε απ` αυτό (ΑΠ 1327/2021, ΑΠ 1559/2017).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 331 ΚΠολΔ, το δεδικασμένο εκτείνεται και στα ζητήματα που κρίθηκαν παρεμπιπτόντως και αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση του κύριου ζητήματος, αν το δικαστήριο ήταν καθ` ύλη αρμόδιο να αποφασίσει για τα παρεμπίπτοντα ζητήματα, ενώ ως παρεμπίπτον (προδικαστικό) ζήτημα νοείται άλλη έννομη σχέση ή δικαίωμα ή συνέπεια του ουσιαστικού δικαίου από το οποίο εξαρτάται η κρίση επί του κυρίου ζητήματος της δίκης, δηλαδή το δεδικασμένο επεκτείνεται σε εκείνο το προδικαστικό ζήτημα, το οποίο η απόφαση έκρινε ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση στηρίζει τη διαγνωσθείσα ή απαγγελθείσα απ` αυτήν έννομη συνέπεια (ΑΠ 1327/2021, ΑΠ 1327/2019).

Έτσι, δεδικασμένο από τελεσίδικη απόφαση δημιουργείται και όταν το αντικείμενο της μεταγενέστερης δίκης, που διεξάγεται μεταξύ των ιδίων προσώπων, είναι διαφορετικό από τη δίκη που προηγήθηκε, έχει όμως ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη (ΟλΑΠ 10/2002, ΑΠ 1327/2021), όπως συμβαίνει όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια δικαιολογική σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα μ` αυτό που κρίθηκε με την προηγούμενη απόφαση (ΑΠ Ολ 34/1992, ΑΠ 1227/2021, ΑΠ 759/2006).

Αν υπάρχει δεδικασμένο, εφόσον δεν επήλθε μεταβολή του νομικού καθεστώτος που διέπει μια έννομη σχέση ή των πραγματικών περιστατικών που αποτελούν προϋπόθεση της σχέσης αυτής, αποκλείεται η αμφισβήτηση σε μεταγενέστερη δίκη της έννομης σχέσης που αποτελεί τη βάση της αξίωσης (ΑΠ 1327/2021, ΑΠ 1559/2017), το δε δεδικασμένο δεσμεύει τόσο τους διαδίκους (και τα άλλα πρόσωπα που αναφέρονται στα άρθρα 325-329 ΚΠολΔ, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται, κατά το άρθρο 325 παρ. 2, και εκείνοι που έγιναν διάδοχοι των διαδίκων, όσο διαρκούσε η δίκη), όσο και τα πολιτικά δικαστήρια, τα οποία δεν μπορούν να επανακρίνουν ό, τι έχει ήδη κριθεί (άρθρα 324, 332 ΚΠολΔ).

Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο στο οποίο ανακύπτει εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό το δικαίωμα που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση, οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του το δεδικασμένο που προκύπτει από την προηγούμενη τελεσίδικη απόφαση, λαμβάνοντας αυτό, ως αμάχητη αλήθεια, όσον και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η άσκηση νέας αγωγής για το δικαίωμα που καλύπτεται από το δεδικασμένο, η οποία αν παρόλα αυτά ασκηθεί απορρίπτεται ως απαράδεκτη (ΑΠ 592/2023, ΑΠ 944/2020, ΑΠ 58/2019).

Δεδικασμένο αποτελεί και η ενδεχομένως άδικη ή εσφαλμένη τελεσίδικη απόφαση και ανατρέπεται μόνο με την επιτυχή άσκηση των έκτακτων ενδίκων μέσων της αναίρεσης ή της αναψηλάφησης κατά της απόφασης που αποτελεί δεδικασμένο (ΑΠ 1327/2021, ΑΠ 1559/2017). Αντίθετα δεν καλύπτονται από το δεδικασμένο τα κριθέντα πλεοναστικώς ζητήματα (ΑΠ 1327/2021, ΑΠ 944/2020).Με τον ένατο αναιρετικό λόγο, ο αναιρεσείων, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση κατ' επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ, διότι κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου, το οποίο απέρρεε από την 640/2012 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, ως προς το ότι τα πρακτικά της υπ' αρ. 297-298, 302/2001 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης δεν είναι πλαστά στα ως άνω επίμαχα σημεία, ότι οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί του (αναιρεσείοντος-εναγομένου) είναι αντικειμενικά ψευδείς και συνιστούν γεγονότα, ικανά να βλάψουν και πράγματι έβλαψαν την τιμή και υπόληψη του αντιδίκου του (αναιρεσιβλήτου-ενάγοντος), ότι ο ίδιος (αναιρεσείων-εναγόμενος) γνώριζε την αναλήθεια των γεγονότων αυτών, καθώς και ότι αυτά ήταν ικανά να πλήξουν και μάλιστα σοβαρά την τιμή και υπόληψη του αντιδίκου του.

Από την συγκριτική επισκόπηση των παραδοχών των παραπάνω αποφάσεων προκύπτει ότι η υπ'αριθμ.640/2012 τελεσίδικη (και αμετάκλητη) απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης έκρινε επί αγωγής του ίδιου ενάγοντος (αναιρεσιβλήτου) κατά του ίδιου εναγομένου (αναιρεσείοντος) με αίτημα την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης συνεπεία αδικοπραξίας που τελέστηκε με την συμπερίληψη στο δικόγραφο της από 15-10-2007(αριθ.καταθ.46674/2007) αγωγής του αναιρεσείοντος κατά του αναιρεσιβλήτου ψευδών γεγονότων και ισχυρισμών σε βάρος του τελευταίου.

Ειδικότερα με το δικόγραφο της αγωγής του αυτής(υπ' αρ. εκθέσεως καταθέσεως ...-2007), όπως και με το δικόγραφο της ένδικης αγωγής(υπ' αρ. εκθέσεως καταθέσεως 5854/12/2-2009), επί της οποίας οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο εναγόμενος-αναιρεσείων αποδίδει ευθέως στον ενάγοντα-αναιρεσίβλητο δόλια προαίρεση προς τέλεση αξιόποινης, με μεγάλη μάλιστα ηθική απαξία, πράξης, ενόψει και της ιδιότητας του τελευταίου ως δικαστικού λειτουργού κατά την τέλεσή της, συγκεκριμένα δε της παραποίησης και νόθευσης των πρακτικών της προαναφερθείσας δίκης, στην τελείωση της οποίας και ενέμεινε, καθόσον δεν αξιοποίησε τη δυνατότητα υπαναχώρησης που του παρασχέθηκε με την υποβολή της κατά τα προαναφερόμενα αίτησης διόρθωσης των πρακτικών της παραπάνω απόφασης, σε σύμπραξη μάλιστα με τη γραμματέα της έδρας και προς εξυπηρέτηση σκοπών μη κατονομαζόμενων τρίτων, ηθικών αυτουργών, στα κελεύσματα των οποίων υπέκυψε, όλα δε αυτά με έμμεσες αναφορές ότι συνάδελφοί του (ενάγοντος) κάλυψαν την πράξη του, αφού δεν είχαν συναινέσει στη διόρθωση των επίμαχων πρακτικών.

Εφόσον το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ότι από την προαναφερθείσα τελεσίδικη απόφαση(640/2012) απορρέει δεδικασμένο ως προς το ότι τα πρακτικά της υπ' αρ. 297-298, 302/2001 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης δεν είναι πλαστά στα ως άνω επίμαχα σημεία, ότι οι περί του αντιθέτου δε ισχυρισμοί του εναγομένου είναι αντικειμενικά ψευδείς και συνιστούν γεγονότα, ικανά να βλάψουν και πράγματι έβλαψαν και μάλιστα σοβαρά την τιμή και υπόληψη του αντιδίκου του (ενάγοντος), καθώς και ότι ο εναγόμενος γνώριζε την αναλήθεια των γεγονότων αυτών, καθόσον οι προαναφερθείσες παραδοχές της υπ' αριθ. 640/2012 τελεσίδικης απόφασης αποτελούσαν αναγκαία προϋπόθεση για την επίλυση του κύριου ζητήματος μεταξύ των διαδίκων, που ήταν η επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως στον ενάγοντα, λόγω ηθικής βλάβης, εξαιτίας προσβολής της προσωπικότητάς του εκ μέρους του εναγόμενου, δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324 και 331 ΚΠολΔ.

Επομένως, ο ως άνω αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμος.

12.Κατά την έννοια του άρθρου 932 ΑΚ το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη ως κριτήρια το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υποχρέου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.

Συνεπώς, εφόσον ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης επαφίεται στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που σχηματίζεται ύστερα από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων χωρίς υπαγωγή σε νομική έννοια, το "εύλογο" του επιδικαζόμενου ποσού, δεν αποτελεί αόριστη νομική έννοια και συνακόλουθα η σχετική κρίση δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, οπότε και δεν μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη, κατά τούτο, εφαρμογή του νόμου (ΑΚ 932).

Σκοπός της ως άνω διάταξης του άρθρου 932 ΑΚ εξάλλου, είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύφος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.

Με βάση τον σκοπό αυτόν αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του "ευλόγου" εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης. Τέτοια στοιχεία είναι κυρίως: το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στον βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντας πταίσματος του θύματος, οι όλες ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης.

Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν τον δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 ΑΚ εύλογη κρίση του (όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά) κατ' εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης ή ψυχική οδύνης στην ατομική περίπτωση.

Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 ΑΚ και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκειμένων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας του ΑΚ. Η κρίση του δικαστηρίου ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης αποφασίζεται (κατ' αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι.

Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος) με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.

Τούτο, διότι μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση, (όσον αφορά τον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στην δεύτερη, (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας τους, αφού το δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ διωτών πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του "ευλόγου" και συνακόλουθα το εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο".

Εξάλλου, την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μία ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του. Ενόψει όλων αυτών, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσης χρηματικής ικανοποίησης, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 ΚΠολΔ, αναλόγως από τους αρ. 1 ή 19), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (ΟλΑΠ 9/2015, ΑΠ 1167/2021, ΑΠ 79/2020, ΑΠ 1264/2020, ΑΠ 1406/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με το να επιδικάσει, στον ήδη αναιρεσίβλητο- ενάγοντα ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης, που αυτός υπέστη από την αναφερόμενη, παράνομη και υπαίτια, προσβολή της προσωπικότητάς του εκ μέρους του αναιρεσείοντος- εναγομένου, η οποία στοιχειοθετεί και αδικοπραξία σε βάρος του, το ως άνω ποσό των 10.000 ευρώ, όπως τούτο προκύπτει από τις ανωτέρω παραδοχές του, παραβίασε την ανωτέρω συνταγματικώς κατοχυρωμένη δικαϊκή αρχή της αναλογικότητας και υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, κατά την εφαρμογή του κανόνα, ουσιαστικού δικαίου, του άρθρου 932 του ΑΚ, δεδομένου ότι, κατά τις παραδοχές του, ο ενάγων διεκδίκησε και με την υπ' αρ. 640/2012 τελεσίδικη απόφαση του ίδιου δικαστηρίου του επιδικάστηκε το ποσό των τριάντα χιλιάδων ευρώ (30.000, 00 €), για τους ίδιους παραπάνω ισχυρισμούς του εναγομένου, για την είσπραξη του οποίου επέβαλε αναγκαστική κατάσχεση επί ενός (1) γραφείου του αντιδίκου του (εναγομένου), μικτού εμβαδού 42, 80 τετραγωνικών μέτρων και καθαρού 34, 00 τετραγωνικών μέτρων, το οποίο βρίσκεται στον έκτο όροφο της επί της συμβολής των οδών ...

περιοχή του Δήμου Θεσσαλονίκης, που μέχρι τότε ο τελευταίος χρησιμοποιούσε ως επαγγελματική στέγη (δικηγορικό γραφείο), το οποίο ακολούθως εκτέθηκε σε δημόσιο αναγκαστικό πλειστηριασμό, και κατακυρώθηκε στον ενάγοντα στην τιμή πρώτης προσφοράς, που είχε οριστεί στο ποσό των 56.388, 15 ευρώ, όση και η αντικειμενική του αξία, και ότι τα εισοδήματα του εναγομένου κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα έβαιναν συνεχώς μειούμενα.

Επομένως, η επιδίκαση επιπλέον και του ποσού των 10.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση υπέρ του ενάγοντος-αναιρεσιβλήτου, η οποία ήταν δυνητική για το Δικαστήριο της ουσίας, για τους ίδιους ισχυρισμούς που περιλήφθηκαν στο δικόγραφο της πανομοιότυπης ...-2007 αγωγής του αναιρεσείοντος από το δικόγραφο της οποίας παραιτήθηκε ασκώντας την επίμαχη 5854/12-2-2009 αγωγή, δεν έχει ως αποτέλεσμα την αποκατάσταση της τρωθείσας με την ως άνω αδικοπραξία του αντιδίκου του κοινωνικής ειρήνης και της ηθικής βλάβης του (ενάγοντος), αλλά ουσιαστικά αποτελεί "ποινή" σε βάρος του εναγομένου-αναιρεσείοντος με αντίστοιχο πλουτισμό του ιδίου (ενάγοντος), κατά κατάχρηση του θεσμού της χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, εξαιτίας της προσβολής της προσωπικότητάς του.

Συνεπώς, ο σχετικός δέκατος αναιρετικός λόγος, σε συνδυασμό με τον πέμπτο αναιρετικό λόγο, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά την εκτίμηση του νοηματικού τους περιεχομένου και ανεξάρτητα από τη χρησιμοποιούμενη φρασεολογία, με τους οποίους ο αναιρεσείων μέμφεται το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ότι παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας και υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, κατά την εφαρμογή του κανόνα, ουσιαστικού δικαίου, του άρθρου 932 του ΑΚ, είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.

13.Κατά το άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (για υπέρβαση δικαιοδοσίας και για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα) μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση.

Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τα προεκτεθέντα, η 315/2014 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης έκανε δεκτές τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων κατά της κατά της πρωτόδικης απόφασης, και μετά την εξαφάνιση αυτής και την εκδίκαση της αγωγής, επιδίκασε στον ενάγοντα-αναιρεσίβλητο το ποσό των 10.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Εφόσον δε η υπόθεση δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, πρέπει, μετά την αναίρεση της προσβαλλομένης 315/2014 απόφασης, να κρατηθεί η υπόθεση από τον Άρειο Πάγο, να γίνει δεκτή η έφεση του αναιρεσείοντος (εναγομένου), να εξαφανισθεί η πρωτόδικη απόφαση, να δικαστεί και να απορριφθεί η ένδικη αγωγή του αναιρεσιβλήτου (ενάγοντος).

Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφισθούν μεταξύ των διαδίκων για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, καθώς και για την παρούσα αναιρετική δίκη λόγω του δυσερμήνευτου των νομικών διατάξεων που εφαρμόστηκαν (άρθρο 179 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ η απόδοση στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που κατατέθηκε από αυτόν, για την άσκηση της κρινόμενης αναίρεσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

- Αναιρεί την υπ' αριθμ. 315/2014 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

- Κρατεί και δικάζει την υπόθεση.

- Δέχεται την έφεση του εναγομένου(αριθ.καταθ.4221/23-12-2011).

- Εξαφανίζει την υπ' αριθμ. 29389/2011 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

- Κρατεί και δικάζει την υπ'αριθμ.καταθ. 26785/29-6-2009 αγωγή.

- Απορρίπτει την αγωγή.

- Συμψηφίζει στο σύνολο τους τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, καθώς και της παρούσας αναιρετικής δίκης.

- Διατάσσει την επιστροφή του παράβολου στον καταθέσαντα αυτό αναιρεσείοντα.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Απριλίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Αυγούστου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης