Supreme Court allows appeal against dismissal of labor claim for insufficient specificity of amount claimed.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appellant's appeal against the First Instance Court's dismissal of a labor dispute for lack of specificity. The appellant argued that the First Instance Court erred by rejecting the claim because the plaintiff did not itemize individual payments received, noting that the total difference was clearly defined. The Court held that the law does not require separate listing of amounts when the total sum to be paid is explicitly stated, thus finding the dismissal legally flawed.
Legislator headnote
AI generatedArticles 216, 416, 422, 338, 560, 559, 580 of the Code of Civil Procedure; The dismissal of a labor claim for lack of specificity is erroneous when the total amount in dispute is clearly defined, as the law does not mandate itemization of individual payments.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1413 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1413/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη - Εισηγήτρια, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νίκη Κατσιαούνη και Μαρία Γιαννακοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 26 Mαρτίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Β. Μ. του Α., κατοίκου ... Παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παυσανία Χαραυγή, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Α. Τ. του Ε., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανάργυρο Δήμιζα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-1-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ελευσίνος. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 13/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 6792/2023 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10-10-2023 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 10.10.2023 και με αριθμό κατάθεσης 105509/155/13.10.2023 αίτηση αναίρεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών εργατικών διαφορών υπ' αριθμ. 6792/7.7.2023 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε τυπικά και κατ' ουσία δεκτή η από 28.11.2018 και με αριθμ.
κατάθεσης 2139/37/29.11.2018 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθμ. 13/12.11.2018 απόφασης του Ειρηνοδικείου Ελευσίνας, με την οποία είχε γίνει δεκτή εν μέρει κατ' ουσία η από 2.1.2017 και με αριθμό εκθ. κατάθ. 2/ 5.1.2017 αγωγή, και μετά από εξαφάνιση της ως άνω απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, απορρίφθηκε, ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας η αγωγή.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθ' όσον από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλομένης απόφασης και αυτή ασκήθηκε εντός διετίας από τη δημοσίευσή της (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 3 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Στην προκείμενη περίπτωση από την επισκόπηση της αγωγής και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα εξής: Με την από 2.1.2017 με ΑΚΔ:2/5.1.2017 αγωγή που άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ελευσίνας, ο ενάγων - εφεσίβλητος [αναιρεσείων] εξέθεσε ότι προσλήφθηκε από την εναγομένη - εκκαλούσα [αναιρεσίβλητη] δυνάμει της από 11.10.2012 σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, συναφθείσας στην Ελευσίνα Αττικής, προκειμένου να παρέχει υπηρεσίες ως εργάτης-φύλακας κτιριακών εγκαταστάσεων, τη φύλαξη των οποίων η αντίδικος-εργοδότριά του αναλάμβανε εργολαβικά από τρίτα πρόσωπα και συγκεκριμένα να εργάζεται επί έξι ημέρες την εβδομάδα (Δευτέρα έως Σάββατο), για οκτάωρο ημερησίως σε κυλιόμενες βάρδιες, υπό τις νόμιμες προβλεπόμενες αποδοχές.
Ότι σε εκτέλεση της ανωτέρω σύμβασης, εργάστηκε αδιαλείπτως από την 11.10.2012 μέχρι την 9.6.2014, οπότε και απολύθηκε. Ειδικότερα, ότι κατά τα χρονικά διαστήματα από 11.10.2012 έως 31.1.2013, από 1.2.2013 έως 31.12.2013 και από 1.1.2014 έως 9.6.2014 απασχολήθηκε κατά τις εκτιθέμενες ημέρες, ώρες και βάρδιες στις αναφερόμενες επιχειρήσεις, τελευταία δε, προ της λήξης της εργασιακής του σχέσης, απασχολήθηκε σε εταιρεία ευρισκόμενη στον Ασπρόπυργο Αττικής.
Ότι διατηρούσε κατά της εναγομένης - εκκαλούσας, αξιώσεις απορρέουσες από ημερομίσθια, απασχόληση τις Κυριακές, προσαύξηση νυχτερινής εργασίας τις καθημερινές και τις Κυριακές, υπερωρίες τεσσάρων (4) ωρών ημερησίως κατά τη διάρκεια της δωδεκάωρης απασχόλησης κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή Σάββατα, αποδοχές μη ληφθείσας άδειας και επιδόματα αδείας, επιδόματα εορτών (Χριστουγέννων και Πάσχα), κατά τα αναλυτικώς εκτιθέμενα επιμέρους κονδύλια (υπό Κεφάλαια Α, Β', Γ', Δ', Ε', ΣΤ'), το άθροισμα των οποίων ανέρχεται στο ποσό των 19.773,33 ευρώ.
Ότι από το τελευταίο τούτο ποσό, είχε λάβει κατά τον χρόνο της υπηρεσίας του με καταβολές διαφόρων ποσών και σε άτακτα χρονικά διαστήματα το συνολικό ποσό των 10.600 ευρώ, συνεπώς απέμεινε να του οφείλεται ως υπόλοιπο από την αντίδικο το ποσό των 9.173,33 ευρώ (19.773,33 ευρώ - 10.600 ευρώ). Με βάση το ιστορικό αυτό, ο ενάγων-εφεσίβλητος, επικαλούμενος κυρίως την ενδοσυμβατική σχέση που τον συνέδεε με την εναγομέvη-εκκαλούσα και επικουρικώς τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού (άρθρα 904 επ, ΑΚ), ζήτησε να υποχρεωθεί η ίδια να του καταβάλει το ανωτέρω οφειλόμενο ποσό των 9.173,33 ευρώ, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επόμενη ημέρα της απόλυσής του την 9.6.2014, άλλως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την πλήρη εξόφληση.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την υπ' αριθμ. 13/2018 απόφασή του δέχθηκε εν μέρει κατ' ουσία την αγωγή και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλλει στον ενάγοντα το ποσόν των 8.661,32 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την εξόφληση. Κατά της απόφασης αυτής η εναγομένη άσκησε την από 28.11.2018 έφεσή της.
Με τον τέταρτο λόγο της έφεσης η εκκαλούσα επικαλέσθηκε την αοριστία του δικογράφου της αγωγής επί της οποίας έκρινε η πληττόμενη απόφαση, ισχυριζόμενη ότι δεν διευκρινίζεται έναντι ποίων αξιώσεων του ενάγοντος κατεβλήθη το ποσό των 10.600 ευρώ, ώστε να καθίσταται σαφές και το αγωγικό αίτημα των 9.173,33 ευρώ που απομένει.
Στη συνέχεια από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τα εξής: "Πράγματι, η ένδικη αγωγή με την οποία ζητήθηκε η επιδίκαση περισσότερων, διακεκριμένων αξιώσεων του ενάγοντος, που προέρχονται από διαφορετικές αιτίες και όχι από μία αιτία, με διάφορη αιτιολογική βάση, ήτοι η επιδίκαση δεδουλευμένων αποδοχών για ημερομίσθια, υπερεργασία και υπερωριακή απασχόληση, εργασία κατά την έκτη ημέρα της εβδομάδας, προσαυξήσεις για εργασία κατά την Κυριακή και νυκτερινή εργασία, επιδόματα εορτών και αδείας και αποδοχές αδείας, πάσχει αοριστία, διότι εκτίθεται σ' αυτήν συγκεντρωτικά το ποσό που κατεβλήθη στον ενάγοντα για όλες τις ως άνω απαιτήσεις του, χωρίς όμως να εξειδικεύεται ποιό ακριβώς ποσό του κατεβλήθη για κάθε επιμέρους αιτία.
Το εν λόγω ελάττωμα ο ενάγων δεν το θεράπευσε ούτε με τις προτάσεις του, συνεπώς, η μεν εvαγομέvη δεν δύναται να αμυνθεί κατά των αγωγικών αξιώσεων που απορρέουν από κάθε επιμέρους αιτία, το δε Δικαστήριο δεν μπορεί να συνάγει ποιά ακριβώς, κατ' είδος και ποσό, διαφορά κατήχθη ενώπιόν του, ώστε να υπεισέλθει στον έλεγχο της νομικής βασιμότητάς της και ακολούθως να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο απέρριψε την ένσταση αοριστίας της αγωγής που προέβαλε η εναγομένη, έσφαλε και δεν εφάρμοσε ορθά τον νόμο, κατά τα αναλυτικώς διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη. Ως εκ τούτου, κατ' αποδοχή του τέταρτου λόγου της έφεσης, πρέπει αυτή να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη στο σύνολό της, παρελκούσης της εξέτασης των λοιπών λόγων της έφεσης που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, ως άνευ αντικειμένου".
Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε δεχθεί ως βάσιμη εν μέρει κατ' ουσία, επιδικάζοντας το ποσό των 8.661,32 ευρώ και, αφού δίκασε την αγωγή, απέρριψε αυτή ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας. Από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αριθ. 4 και 216 παρ.1α' του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που απαιτούνται για την νομική της θεμελίωση, η έλλειψη δε ή η ανεπαρκής ή η ασαφής αναφορά κάποιου από τα γεγονότα αυτά, δηλαδή η αοριστία της αγωγής, συνιστά έλλειψη της με ποινή απαραδέκτου επιβαλλομένης προδικασίας, η οποία εξετάζεται από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 989/2022, 131/2020).
Ειδικότερα, στοιχεία, για να είναι ορισμένη η αγωγή απασχολούμενου με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, μισθωτού, με την οποία ζητούνται δεδουλευμένες αποδοχές ή άλλες οφειλόμενες από την εργασιακή σύμβαση αμοιβές ή προσαυξήσεις, είναι η σύμβαση (ή η σχέση) εργασίας, ο συμβατικός ή νόμιμος μισθός και τα περιστατικά, από τα οποία προκύπτουν οι αντίστοιχες για τις παραπάνω αιτίες οφειλές του εργοδότη, επαρκώς προσδιορισμένα (ΑΠ 33/2022, 874/2018) και εφόσον ζητείται επιδίκαση αμοιβής και αποζημίωσης για υπερεργασία και υπερωριακή απασχόληση, θα πρέπει ν' αναφέρεται η εργασιακή σχέση, οι νόμιμες ή καταβαλλόμενες αποδοχές βάσει των οποίων θα υπολογισθεί το ωρομίσθιο (ΑΠ 1003/2018) και η διάρκεια της εβδομαδιαίας και ημερήσιας απασχόλησης, προκειμένου να είναι δυνατόν να διακριβωθεί ποια περίπτωση υπέρβασης του νομίμου ωραρίου συντρέχει, δηλαδή υπερεργασία, νόμιμη υπερωριακή απασχόληση, ή κατ' εξαίρεση υπερωρία, ενόψει και του διαφορετικού τρόπου αμοιβής των μορφών αυτών υπέρβασης του νομίμου ωραρίου (ΑΠ 684/2017, 53/2015).
Εξάλλου, σε περίπτωση αγωγής στην οποία σωρεύονται περισσότερες απαιτήσεις του ενάγοντος κατά του εναγόμενου δεν απαιτείται για το ορισμένο της αγωγής η αναγραφή των ποσών που ο ενάγων έλαβε από τον εναγόμενο χωριστά για κάθε επί μέρους αγωγικό κονδύλιο, διότι οι καταβολές αυτές θεμελιώνουν κατά το άρθρο 416 του ΑΚ ένσταση εξόφλησης εκ μέρους του εναγομένου, η δε αναφορά στο δικόγραφο της αγωγής του συνόλου του ληφθέντος από τον εναγόμενο ποσού, ενέχει καθ' υποφοράν άρνηση του ισχυρισμού (ένστασης) του εναγομένου περί περαιτέρω καταβολών και δεν καθιστά αόριστη και ως εκ τούτου απαράδεκτη την αγωγή, στην οποία αναφέρονται συνολικές μόνο καταβολές έναντι των αγωγικών αξιώσεων, χωρίς επιμερισμό των καταβολών κατά κονδύλιο (ΑΠ 241/2022, 966/2018, 533/2018, 424/2018, 1004/2017).
Και τούτο διότι οι καταβολές αυτές αποτελούν μέρος του συνόλου των αξιώσεων του ενάγοντος από διάφορες αιτίες που θεμελιώνουν και την ιστορική βάση της αγωγής, από το άθροισμα δε όλων των επίδικων απαιτήσεων του ενάγοντος, που θα προκύψουν από την αποδεικτική διαδικασία και αποτελούν το αντικείμενο της διαφοράς, θα αφαιρεθεί το συνολικό ποσό που στην αγωγή αναγράφεται ως καταβληθέν και κατά συνέπεια δεν διώκεται από τον ενάγοντα (ΑΠ 533/2018, 1004/2017).
Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ και αν η προσβαλλόμενη απόφαση είναι απόφαση ειρηνοδικείου ή δευτεροβάθμιου δικαστηρίου που εκδόθηκε επί έφεσης ειρηνοδικείου από το άρθρο 560 αριθμ. 1 του ιδίου κώδικα, αν το Δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα (ΟλΑΠ 18/1998, 1573/1981, ΑΠ 142/2021, 111/2020).
Αντιθέτως η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης (ΑΠ 142/2021) και ελέγχονται αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθμ. 8 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (ΑΠ 707/2022, 142/2021, 935/2020) ή από τον αριθμ. 5 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ καθότι αντίστοιχος με τον αριθμ. 14 του άρθρου 559 λόγος δεν προβλέπεται στο άρθρο 560 του ΚΠολΔ (ΑΠ 142/2021, 635/2019).
Με αυτά που δέχθηκε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο και κρίνοντας, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, ότι η από 2.1.2017 αγωγή ήταν απαράδεκτη λόγω αοριστίας ως προς όλα τα αγωγικά της αιτήματα, παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο, αξιώνοντας περισσότερα στοιχεία από όσα κατά νόμο ήταν αναγκαία για το ορισμένο του ως άνω αγωγικού αιτήματος (άρθρα 111 παρ. 2, 118 αριθ. 4 και 216 παρ. 1α του ΚΠολΔ), σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στο νομική σκέψη που προηγήθηκε.
Και τούτο διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής, για τον έλεγχο της βασιμότητας του σχετικού αναιρετικού λόγου (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), για τον υπολογισμό των μισθολογικών διαφορών που διώκει ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων διαλαμβάνονται αναλυτικά α) η σύναψη σύμβασης εργασίας του ενάγοντος με την εναγόμενη και η ειδικότητα με την οποία προσέφερε τις υπηρεσίες του σ' αυτή για έξη ημέρες την εβδομάδα (από Δευτέρα έως Σάββατο) σε κυλιόμενες οκτάωρες βάρδιες, β) οι νόμιμες μηνιαίες αποδοχές του επίδικου χρονικού διαστήματος από 11.10.2012 έως 9.6.2014, με βάση το βασικό ημερομίσθιο της εθνικής γενικής συλλογικής σύμβασης εργασίας γ) οι ημέρες εργασίας του ενάγοντος τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας (περιλαμβανομένων των Σαββάτων) και τις Κυριακές, καθώς και οι πέραν του οκταώρου απασχόληση του ενάγοντος για τέσσερις ώρες κατά τ' αναγραφόμενα στην αγωγή Σάββατα ως και οι ώρες νυκτερινής του απασχόλησης (από 22.00 μ.μ.
έως 06.00π.μ.) τις καθημερινές (περιλαμβανομένων των Σαββάτων) και τις Κυριακές χωριστά κατά το επίδικο χρονικό διάστημα και βάση αυτών (ωρών εργασίας ανά ημέρα και ημερών εργασίας ανά μήνα αθροιστικά τα αναγραφόμενα σ' αυτή (αγωγή) ποσά, γα) για δεδουλευμένες αποδοχές (μετ' αφαίρεση του χρόνου αδείας του), γβ) για προσαυξήσεις εργασίας τις Κυριακές, γγ) για προσαυξήσεις των ωρών νυκτερινής εργασίας τις καθημερινές (περιλαμβανομένων των Σαββάτων), γδ) για προσαυξήσεις των ωρών νυκτερινής απασχόλησης τις Κυριακές, και γε) για αμοιβές ωρών υπερωριακής εργασίας που δικαιούταν από την εναγόμενη ανά μήνα, και ε) οι αποδοχές που δικαιούταν για αποδοχές μη ληφθείσας ετήσιας άδειας και για επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας κατ' έτος για το επίδικο χρονικό διάστημα υπολογίζοντας το σύνολο των αξιώσεών του σε 19.773,33 ευρώ, από το οποίο αφαίρεσε το ποσό των 10.600 ευρώ που του καταβλήθηκαν τμηματικά και σε άτακτα χρονικά διαστήματα και ζήτησε την προκύπτουσα διαφορά από 9.173,33 ευρώ.
Με αυτό το περιεχόμενο η ένδικη αγωγή περιέχει όλα τα αναγκαία κατά το άρθρο 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ στοιχεία και είναι επαρκώς ορισμένη. Επομένως το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε αόριστη την αγωγή, κατ' άρθρο 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, με την ανωτέρω αιτιολογία, παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή λόγω αοριστίας, αξιώνοντας περισσότερα στοιχεία για το ορισμένο αυτής από όσα ο νόμος απαιτεί και παράλληλα δεν έλαβε υπ' όψη ότι ο διαλαμβανόμενος στην αγωγή πραγματικός ισχυρισμός περί καταβολής συγκεκριμένου συνολικού ποσού προς εξόφληση μέρους των αξιώσεων αυτού δεν συνιστούσε έλλειψη εξειδίκευσης των θεμελιωτικών της αγωγής περιστατικών, εφόσον, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, δεν ήταν αναγκαία η μνεία του ύψους των ποσών που έλαβε ο ενάγων χωριστά για κάθε αντίστοιχο αγωγικό κονδύλιο και δεν αποτελούσε κατά νόμο αναγκαίο στοιχείο του ορισμένου της αγωγής, καθότι το αντικείμενο της διαφοράς προσδιορίζεται αναλυτικά από το άθροισμα των ως άνω επίδικων αγωγικών αξιώσεων του ενάγοντος, από το οποίο αυτός αφαιρεί το καταβληθέν συνολικά από την εναγόμενη ποσό, το οποίο δεν διώκεται από αυτόν, αλλά το απομένον υπόλοιπο ποσό.
Ούτε άλλωστε τούτο επάγεται αδυναμία άμυνας της εναγομένης, αφού οι καταβολές αυτές στηρίζουν ισχυρισμό αυτής περί ολικής ή μερικής εξόφλησης (άρθρα 416 και 422 εδ. α του ΑΚ σε συνδυασμό με άρθρο 338 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και όχι ισχυρισμό του ενάγοντος. Επομένως, με το να αποφανθεί αντιθέτως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο υπέπεσε στις εκ των αριθμών 1 και 5 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες και, συνακόλουθα, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης.
Κατά το σκέλος του ως άνω λόγου αναίρεσης για πλημμέλεια εκ του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, αφού, η εφαρμογή του αποκλείεται κατά αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδόθηκαν επί εφέσεων κατά αποφάσεων ειρηνοδικείων κατά τα προεκτεθέντα. Συνακόλουθα, κατά παραδοχή του ως άνω πρώτου λόγου αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, του οποίου είναι εφικτή η συγκρότηση από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 εδ.
β' ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα τελευταίου (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ. 2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την με αριθμ. 6792/2023 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δικάσαντος ως Εφετείου.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλον δικαστή είναι εφικτή.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία καθορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιουνίου 2024.
Ο ANTIΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου αποχωρήσαντος, η αρχαιότερη της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Σεπτεμβρίου 2024.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ