Legislator Case Law & Legislation
1413/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, rejecting argument regarding contract validity and time limits.

Case Number 1413/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a first-instance judgment ordering it to pay €18,084.15 to a private company. The State argued the lower court made a factual error by finding contracts valid despite alleged administrative inconsistencies, but the court found this argument legally inadmissible as it contradicted the established validity of the contracts. Consequently, the appeal was rejected, and the State was ordered to pay the company's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Art. 74(1) Law 4690/2020; Art. 176, 183 KPolD: An appeal challenging the validity of contracts based on alleged contradictions in the lower court's findings is inadmissible if the lower court already established the contracts' validity, and the appeal must be rejected if no other substantive grounds exist.

Keywords

AI generated
administrative appeal contract validity procedural dismissal legal costs factual error

Cited Legislation

AI generated
Art. 74(1) Law 4690/2020
Art. 176 KPolD
Art. 183 KPolD
Art. 22(1) Law 3693/1957

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1413 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1413/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Παναγιώτα Πασσίση - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενο από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Αγγελική Βενάρδου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: εταιρείας με την επωνυμία "…Ε.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "…Ε.Ε.", η οποία εδρεύει στην Κάντζα Παλλήνης Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Καταβάτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-05-2012 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3120/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 4975/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23-06-2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Το άρθρο 74 παρ. 1 του ν. 4690/2020 (Α' 104) ορίζει ότι το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της Χώρας (13.3.2020 έως 31.5.2020) δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών πράξεων, ότι μετά τη λήξη της παραπάνω αναστολής οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από το νόμο προθεσμία, ότι, ειδικότερα, οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 215, των παρ. 1 και 2 του 237 και του άρθρου 238 ΚΠολΔ, καθώς και οι προθεσμίες άσκησης ανακοπών, με εξαίρεση τις προθεσμίες του άρθρου 934 ΚΠολΔ, ένδικων μέσων και πρόσθετων λόγων δεν συμπληρώνονται αν δεν παρέλθουν επιπλέον τριάντα (30) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους.

Εν προκειμένω, με την υπό κρίση από 23.6.2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, εκδοθείσα αντιμωλία κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 4975/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δικάσαντος ως εφετείου, με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 26.11.2014 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αρ. 3120/2013 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που απέρριψε την από 29.5.2012 ανακοπή του ιδίου κατά της υπ' αριθ. 18112/2012 διαταγής πληρωμής του Ειρηνοδίκη Αθηνών, επικυρώνοντας αυτήν, με την οποία διατάχθηκε το αναιρεσείον να καταβάλει στην καθ' ης η ανακοπή, ήδη αναιρεσίβλητη, το ποσό των 18.084,15 ευρώ, πλέον τόκων και δικαστικών εξόδων, με βάση τα αναφερόμενα 32 τιμολόγια πώλησης ιατρικών ειδών στο Ναυτικό Νοσοκομείο Αθηνών.

Η ως άνω απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, που δημοσιεύθηκε στις 10.5.2018, δεν επιδόθηκε στο αναιρεσείον, όπως το ίδιο ομολογεί με το αναιρετήριο και δεν αντιλέγει η αναιρεσίβλητη. Η ένδικη αίτηση αναιρέσεως του ανακόπτοντος-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, που ασκήθηκε με κατάθεσή της στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (Πρωτοδικείου Αθηνών) στις 26.6.2020, έχει ασκηθεί εμπροθέσμως εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3, όπως η παρ. 3 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, με έναρξη ισχύος 1.1.2016, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 4 του ιδίου αυτού νόμου, δεδομένου ότι από την επομένη της δημοσιεύσεως της άνω υπ' αριθ. 4975/10.5.2018 οριστικής αποφάσεως του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, ήτοι από την 11.5.2018, άρχισε να τρέχει η ανωτέρω διετής καταχρηστική προθεσμία, η οποία, χωρίς την προσωρινή αναστολή της λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας, θα έληγε την 11.5.2020, λόγω, όμως, της ως άνω αναστολής και του εξ αυτής μη υπολογισμού του χρονικού διαστήματος από 13.3.2020 έως 31.5.2020 (2 μήνες και 18 ημέρες), σύμφωνα με τις προεκτεθείσες διατάξεις του άρθρ. 74 παρ. 1 εδ.

α' του ν. 4690/20, δεν είχε συμπληρωθεί αυτή (διετής προθεσμία) κατά την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης ενώπιον του Πρωτοδικείου Αθηνών στις 26.6.2020. Ενόψει τούτων, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1, 144 ΚΠολΔ) [βλ. ΑΠ 1128/2022, ΑΠ 1129/2022, αντίθ. ΑΠ 762/2022], είναι, επομένως, παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 623 ΚΠολΔ (όπως ίσχυε πριν από το ν. 4335/2015) μπορεί κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 624-634 να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής για χρηματικές απαιτήσεις ή απαιτήσεις παροχής χρεογράφων, εφόσον η απαίτηση και το οφειλόμενο ποσό αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, κατά δε το άρθρο 626 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, στην αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής, η οποία δεν είναι μεν αναγκαίο να έχει την πληρότητα που απαιτεί το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ για την αγωγή, οφείλει όμως να περιέχει οπωσδήποτε τα περιστατικά που εξατομικεύουν την απαίτηση ως προς το αντικείμενό της, το είδος και τον τρόπο της γέννησής της (ΑΠ 875/2008, ΑΠ 370/2012, ΑΠ 402/2020), πρέπει να αναφέρονται και να επισυνάπτονται και όλα τα έγγραφα από τα οποία προκύπτει η απαίτηση και το ποσό της (ΑΠ 682/2015, ΑΠ 299/2003, ΑΠ 925/2002).

Τίθεται έτσι η έγγραφη απόδειξη της απαίτησης ως ειδική διαδικαστική προϋπόθεση για την έκδοση γι' αυτή διαταγής πληρωμής, η έλλειψη της οποίας ερευνάται στο πλαίσιο της ανακοπής του άρθρου 632 ΚΠολΔ, μόνον αν προβάλλεται με σχετικό λόγο (ΑΠ 925/2002). Στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο της ουσίας, ερευνώντας το σχετικό λόγο, πρέπει να δεχθεί την ανακοπή και να ακυρώσει τη διαταγή πληρωμής (άρθρ. 628 παρ. 1α, 629 ΚΠολΔ), αν η απαίτηση για την οποία εκδόθηκε και το ποσό της δεν αποδεικνύονται με επάρκεια από τα έγγραφα που επισυνάφθηκαν στην αίτηση για την έκδοση της διαταγής πληρωμής, ακόμη και αν μπορούν να αποδειχθούν με άλλα μέσα (ΟλΑΠ 10/1997, ΑΠ 402/2020, ΑΠ 682/2015), διαφορετικά υποπίπτει στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 933/2011, ΑΠ 665/2010, ΑΠ 15/2007), που ορίζει ότι η αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.

Δικονομικές ακυρότητες που ιδρύουν τον παρόντα λόγο είναι εκείνες που αποτελούν νόμιμες κυρώσεις, απαγγελλόμενες για παράβαση διατάξεων που ρυθμίζουν τη διαδικασία και κυρίως τον τύπο διαδικαστικών πράξεων (ΑΠ 1409/2018). Όμως, αν το δικαστήριο της ουσίας, εκτιμώντας τα επισυναπτόμενα στην αίτηση για την έκδοση της διαταγής πληρωμής έγγραφα, βεβαιώνει ότι από τα έγγραφα αυτά αποδεικνύεται η απαίτηση και το ποσό της, η απόφασή του δεν ελέγχεται αναιρετικά ως προς τη σχετική κρίση της, εφόσον αυτή είναι επαρκώς αιτιολογημένη, αφού τότε πρόκειται για κρίση περί τα πράγματα, που διαφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ΑΠ 299/2003).

Τα έγγραφα, εξάλλου, που επισυνάπτονται στην αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής, δεν είναι μεν απαραίτητο να αναφέρονται στη διαταγή πληρωμής, αφού δεν αποτελούν κατά το άρθρο 630 ΚΠολΔ αναγκαίο περιεχόμενό της (ΑΠ 925/2002, ΑΠ 299/2003), όμως στα έγγραφα αυτά πρέπει οπωσδήποτε να στηρίζεται η έκδοσή της. Εξάλλου, κατά το άρθρο 443 ΚΠολΔ, για να έχει αποδεικτική δύναμη ιδιωτικό έγγραφο πρέπει να έχει την ιδιόχειρη υπογραφή του εκδότη, ως εκδότης δε, κατά την έννοια του άρθρου αυτού, θεωρείται εκείνος, ο οποίος αναλαμβάνει υποχρέωση από το έγγραφο.

Έτσι, τα τιμολόγια, τα οποία στις συναλλαγές εκδίδονται από τους εμπόρους για φορολογικούς, κυρίως, λόγους, δεν έχουν αποδεικτική δύναμη για εκείνον στο όνομα του οποίου έχουν εκδοθεί, καθόσον δεν φέρουν την υπογραφή του. Με μόνα, λοιπόν, τα τιμολόγια, δεν είναι δυνατή η έκδοση διαταγής πληρωμής διότι δεν αποδεικνύεται από αυτά η κατάρτιση της συμβάσεως που αποτελεί τη γενεσιουργό αιτία της χρηματικής απαιτήσεως.

Όμως, η διαταγή πληρωμής μπορεί να εκδοθεί και με το συνδυασμό περισσότερων εγγράφων, εφόσον με αυτά αποδεικνύεται η χρηματική απαίτηση (ΑΠ 933/2011, ΑΠ 1305/2009). Σύμφωνα με το άρθρο 560 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, "κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών,... 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.".

Oι αμέσως πιο πάνω αναιρετικοί λόγοι απαριθμούνται περιοριστικά, αντιστοιχούν δε προς τους λόγους αναίρεσης που προβλέπονται από τους αριθμούς 1, 2, 4, 5, 7, 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προς τους οποίους, όμως, δεν ταυτίζονται απολύτως (ΑΠ 196/2020, ΑΠ 894/2018, ΑΠ 967/2018). Εξ αντιθέτου συνάγεται ότι κατά των αποφάσεων των ως άνω δικαστηρίων δεν επιτρέπεται αναίρεση για τους λοιπούς, αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, λόγους, μεταξύ των οποίων και εκείνος του αριθμού 14 που ιδρύεται "αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.".

Τέλος, οι πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 623 και 624 ΚΠολΔ δεν αποτελούν αντικείμενο παραβιάσεως ευθείας ή εκ πλαγίου, δημιουργικής λόγου αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, καθόσον έχουν δικονομικό χαρακτήρα (ΑΠ 196/2020, ΑΠ 1503/2008). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της ανακοπής, το ανακόπτον και ήδη αναιρεσείον προέβαλε, με το δεύτερο λόγο αυτής, ακυρότητα της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής λόγω έλλειψης των διαδικαστικών προϋποθέσεων για την έκδοσή της, της έγγραφης απόδειξης της χρηματικής απαίτησης και του οφειλόμενου ποσού, γιατί, όπως ισχυρίσθηκε το αναιρεσείον, η καθ' ης η ανακοπή, ήδη αναιρεσίβλητη, στην αίτησή της για την έκδοση της διαταγής πληρωμής, δεν επικαλέστηκε ούτε προσκόμισε έγγραφο που αποδεικνύει τη σύμβαση πώλησης των αναφερόμενων στα τιμολόγια και τα δελτία αποστολής υλικών, ούτε δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο από το οποίο να αποδεικνύεται η απαιτούμενη, παρασχεθείσα σε τρίτα πρόσωπα, που υπογράφουν για λογαριασμό του Ελληνικού Δημοσίου, εντολή και πληρεξουσιότητα για τη σύναψη των ένδικων πωλήσεων.

Το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, εξετάζοντας κατ' ουσίαν τους λόγους ανακοπής, αφού δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, ότι "...η καθ' ης η ανακοπή - εφεσίβλητη εταιρία με την επωνυμία... (ήδη αναιρεσίβλητη) επέδωσε στο ανακόπτον-εκκαλούν...(ήδη αναιρεσείον) την με αριθμό 18112/2012 Διαταγή Πληρωμής του Δικαστή του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία το επιτάσσει να της καταβάλει το ποσό των 18.084,15 ευρώ, με το νόμιμο, κατ' άρθρο 4 παρ. 2 εδ.

α' και δ' του π.δ. 166/2003, τόκο υπερημερίας από την επομένη της 60ης ημέρας από την έκδοση και αυθημερόν παραλαβή καθενός από τα αναφερόμενα στη διαταγή πληρωμής τιμολόγια, και το ποσό των 280,00 ευρώ για δικαστικά έξοδα έκδοσης της διαταγής πληρωμής. Η εν λόγω διαταγή πληρωμής εκδόθηκε με βάση τα αναφερόμενα αναλυτικά σ' αυτήν 32 τιμολόγια πώλησης ιατρικών ειδών στο Ναυτικό Νοσοκομείο Αθηνών, συνολικής αξίας 18.084,15 ευρώ, τις αντίστοιχες 32 έγγραφες προτάσεις παραγγελίας του εν λόγω νοσοκομείου και την από 23.6.2010 έγγραφη βεβαίωση του νοσοκομείου αυτού περί παραλαβής όλων των τιμολογίων και των πωληθέντων με αυτά υλικών (ιατρικών ειδών) που περιέχονται στα 32 αυτά τιμολόγια...", ακολούθως, απέρριψε τον παραπάνω (δεύτερο) λόγο ανακοπής, που επαναφέρθηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με το δεύτερο λόγο εφέσεως, ως ουσιαστικά αβάσιμο με την εξής αιτιολογία: "Ο λόγος αυτός της ανακοπής, πρέπει επίσης να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Και τούτο, διότι στην αίτηση για την έκδοση της διαταγής πληρωμής, η ήδη καθ' ης είχε συνυποβάλει (εκτός από τα τιμολόγια και τις γραπτές προτάσεις - παραγγελίες) και την - επί της από 23.6.2010 αίτησης της ήδη καθ' ης για τη χορήγηση αντιγράφων πρωτοκόλλων ποσοτικής και ποιοτικής παραλαβής- έγγραφη βεβαίωση των διοικητικών (οικονομικών) οργάνων του Ναυτικού Νοσοκομείου Αθηνών, σύμφωνα με την οποία παραλήφθηκαν από το Νοσοκομείο όλα τα ένδικα τιμολόγια και όλα τα αντίστοιχα αγορασθέντα ιατρικά είδη, η οποία (βεβαίωση) φέρει τις υπογραφές από την πλευρά της Διοίκησης του ΝΝΑ (άρα και του καθ' ου και ήδη ανακόπτοντος) των αντιπλοιάρχων του Πολεμικού Ναυτικού [...], που έχουν τεθεί κάτω από τη στρογγυλή σφραγίδα του Ελληνικής Δημοκρατίας με τα διακριτικά "Γενικό Επιτελείο Ναυτικού - Ναυτικό Νοσοκομείο Αθηνών".

Οι δε ένδικες απαιτήσεις της καθ' ης απορρέουν από ανεξάρτητες και αυτοτελείς διαδοχικές συμβάσεις πώλησης, οι οποίες, καταρτίστηκαν κατόπιν αντίστοιχων διαδοχικών εγγράφων παραγγελιών της διοίκησης του ΝΝΑ, οι οποίες αποτέλεσαν τις έγγραφες (πλήρεις κατά περιεχόμενο και ορισμένες) προτάσεις του για τη σύναψη καθεμιάς από τις συμβάσεις αυτές, οι οποίες έγιναν αποδεκτές και σε εκτέλεση των οποίων εκδόθηκε από την προμηθεύτρια εταιρία το αντίστοιχο τιμολόγιο - δελτίο αποστολής των παραγγελθέντων κατά περίπτωση υλικών".

Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλεται, κατ' αρχάς, η αιτίαση ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, παρά το νόμο έκρινε το δεύτερο λόγο ανακοπής ως ουσιαστικά αβάσιμο και δεν κήρυξε ακυρότητα της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής λόγω ελλείψεως των προαναφερόμενων διαδικαστικών προϋποθέσεων εκδόσεώς της, απορρίπτοντας, έτσι, το δεύτερο λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος.

Ο λόγος αυτός, κατά το οικείο μέρος, που φέρεται με το αναιρετήριο ως λόγος από τον αριθ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, στην πραγματικότητα όμως πρόκειται για λόγο από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, διότι δεν περιλαμβάνεται στους περιοριστικά αναφερόμενους λόγους του άρθρου 560 ΚΠολΔ, για τους οποίους επιτρέπεται αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, όπως συμβαίνει εν προκειμένω.

Ο ίδιος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το μέρος που με αυτόν προβάλλεται η από τον αρ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των, δικονομικού χαρακτήρα, διατάξεων των άρθρων 623, 626, 628 παρ. 1 εδ.α και 629 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, διότι, κατά τα εκτιθέμενα στην οικεία μείζονα σκέψη, η παράβαση δικονομικού κανόνα δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ.

Τέλος, ο ίδιος αναιρετικός λόγος, κατά το μέρος που με αυτόν πλήττεται η αιτιολογία της προσβαλλομένης, βάσει της οποίας απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμος ο παραπάνω (δεύτερος) λόγος της ανακοπής, υποστηρίζοντας το αναιρεσείον ότι η απαίτηση, για την οποία εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής δεν αποδεικνυόταν εγγράφως, είναι απαράδεκτος διότι εφόσον, σύμφωνα με τις προεκτιθέμενες πραγματικές παραδοχές, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο βεβαιώνει ότι από τα προαναφερόμενα και μνημονευόμενα στην ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής έγγραφα (και όχι μόνο από τα τιμολόγια), συνδυαζόμενα μεταξύ τους, τα οποία και επισυνάφθηκαν στην αίτηση για την έκδοσή της, αποδεικνύεται η ένδικη απαίτηση της αναιρεσίβλητης, η προσβαλλομένη δεν ελέγχεται αναιρετικά ως προς τη σχετική κρίση της, αφού, κατά τα εκτιθέμενα στην οικεία μείζονα σκέψη, πρόκειται για κρίση επί της ουσίας, που διαφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (άρθ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ (ο οποίος είναι ταυτόσημος προς τον αντίστοιχο του αριθ. 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ), αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).

Με το λόγο αυτόν ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 80 του ν. 2362/1995 (Κώδ. Δημοσίου Λογιστικού), ο οποίος ίσχυε κατά τον κρίσιμο στην προκείμενη περίπτωση χρόνο, για το κύρος συμβάσεως του Δημοσίου με αντικείμενο αξίας μεγαλύτερης των δύο χιλιάδων πεντακοσίων (2.500) ευρώ (όπως αυτή αναπροσαρμόσθηκε με την ΥΑ 2/59649/0026/2001 από 1-1-2002) ή που γεννά διαρκή υποχρέωση αυτού, απαιτείται η κατάρτισή της να γίνει με ιδιωτικό τουλάχιστον έγγραφο, η δε αποδοχή της προτάσεως για την κατάρτιση της σύμβασης δύναται να γίνει και με χωριστό έγγραφο.

Η εκπλήρωση όμως της παροχής από τον αντισυμβαλλόμενο του Δημοσίου αίρει την ακυρότητα της συμβάσεως λόγω έλλειψης της τήρησης έγγραφου τύπου ως προς την αποδοχή. Προϋπόθεση εφαρμογής της τελευταίας ρυθμίσεως είναι, επομένως, η πρόταση, τουλάχιστον, για την κατάρτιση της σύμβασης να έχει γίνει εγγράφως.

Στο άρθρο 85 εδ. α' του ιδίου νομοθετήματος προβλέπεται ότι η καθ` οιονδήποτε τρόπο παραβίαση των διατάξεων, μεταξύ άλλων, και του ως άνω άρθρου 80 επάγεται την απόλυτη ακυρότητα της συμβάσεως. Επίσης, κατά το άρθρο 1 ν. 2286/1995, που ίσχυε επίσης κατά τον κρίσιμο χρόνο, οι συμβάσεις από επαχθή αιτία για την προμήθεια αγαθών, οι οποίες ενεργούνται από φορείς του δημόσιου τομέα, πρέπει να καταρτίζονται εγγράφως.

Εξάλλου, κατά μεν το άρθρο 158 ΑΚ η τήρηση τύπου για τη δικαιοπραξία απαιτείται μόνο όπου το ορίζει ο νόμος, κατά δε το άρθρο 159 παρ.1 του ίδιου κώδικα δικαιοπραξία για την οποία δεν τηρήθηκε ο τύπος που απαιτεί ο νόμος, εφόσον δεν ορίζεται το αντίθετο, είναι άκυρη, ρύθμιση αντίστοιχη με εκείνη του ως άνω άρθρου 80 του ν. 2362/1995.

Από τις παραπάνω διατάξεις, συνδυαζόμενες μεταξύ τους, συνάγεται, ότι ο τύπος του ιδιωτικού εγγράφου, που απαιτείται για τις καταρτιζόμενες από το Δημόσιο συμβάσεις προμήθειας με αντικείμενο μεγαλύτερο των 2500 ευρώ, είναι συστατικός και όχι αποδεικτικός, η δε έλλειψή του καθιστά άκυρη τη σύμβαση. Η ακυρότητα της συμβάσεως από την έλλειψη του απαιτούμενου τύπου είναι απόλυτη και λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, εκτός εάν η πρόταση για την κατάρτιση της σύμβασης είναι έγγραφη και εκπληρωθεί η σύμβαση χωρίς να έχει χωρήσει έγγραφη αποδοχή της (ΑΠ 243/2021, ΑΠ 430/2015, ΑΠ 3/2020, ΑΠ 1213/2015), όχι όμως και όταν δεν τηρήθηκε καθόλου ο έγγραφος τύπος για την πρόταση και την αποδοχή (ΟλΑΠ 862/1984, ΑΠ 1426/2021, ΑΠ 1330/2021, ΑΠ 1308/2021).

Στην τελευταία περίπτωση, κατά την οποία η σύμβαση είναι άκυρη, το Δημόσιο είναι υποχρεωμένο να αποδώσει στον πωλητή προμηθευτή του, σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού (άρθρα 904 επ. ΑΚ), την ωφέλεια την οποία αποκόμισε από τα αγαθά που αγόρασε, η οποία συνίσταται στο ποσό που θα κατέβαλε σε οποιονδήποτε τρίτο για την αγορά των ίδιων αγαθών (ΑΠ 243/2021, ΑΠ 431/2018, ΑΠ 1492/2017, ΑΠ 766/2014).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 81 του ν. 2362/1995 "περί Δημοσίου Λογιστικού" (όπως ίσχυε πριν από την κατάργησή του με το άρθρο 177 παρ. 1 του ν. 4270/2014), "επιφυλασσομένης της ισχύος ειδικών διατάξεων, κάθε σύμβαση του Δημοσίου καταρτίζεται μόνο υπό του αρμόδιου Διατάκτη ή υπό του ειδικώς εξουσιοδοτημένου από αυτόν Δημόσιου οργάνου", κατά δε τα άρθρα 82 παρ.1, 83 παρ. 1 του ιδίου νόμου (όπως ίσχυαν πριν από την, επίσης, κατάργησή τους με ίδιο άρθρο του ιδίου ν. 4270/2014), για κάθε σύμβαση του Δημοσίου που συνεπάγεται έσοδο ή δαπάνη αυτού, αν δεν ορίζεται διαφορετικά με ειδική διάταξη, προηγείται η προβλεπόμενη από τις κατά περίπτωση ισχύουσες διατάξεις διαδικασία ανοικτού ή κλειστού διαγωνισμού, επιτρέπεται όμως κατ' εξαίρεση η με απευθείας ανάθεση σύναψη σύμβασης προμήθειας προϊόντων, παροχής υπηρεσιών ή εκτέλεσης έργων για ετήσια δαπάνη μέχρι του ποσού 1.500.000 δραχμών, ποσό που δύναται να αναπροσαρμόζεται με απόφαση του υπουργού Οικονομικών (ΑΠ 1223/2019, ΑΠ 327/2018, ΑΠ 91/2016).

Κατ' εξουσιοδότηση της διάταξης του άρθρου 83 παρ. 1 του άνω νόμου εκδόθηκε η 2/45564/0026/2001 ΑΥΟ (ΦΕΚ Β1066) με έναρξη ισχύος από 1.1.2002, με την οποία η ετήσια δαπάνη για απευθείας ανάθεση αναπροσαρμόσθηκε στο ποσό των 15.000 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ, και εν συνεχεία με την 35130/739/9.8.2010 ΥΑ αναπροσαρμόστηκε στο ποσό των 20.000 ευρώ άνευ ΦΠΑ (ΑΠ 1308/2021).

Εν προκειμένω, με τον τρίτο λόγο της ανακοπής του, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου αυτής, το αναιρεσείον προέβαλε απόλυτη ακυρότητα των ένδικων διαδοχικών συμβάσεων προμήθειας υγειονομικού υλικού (κατ' επίκληση του άρθρ. 85 Κώδικα Δημοσίου Λογιστικού) λόγω παραβίασης των διατάξεων των άρθρων 79 έως 84 του ν. 2362/1995 "Κώδικα Δημοσίου Λογιστικού" και των διατάξεων του Κανονισμού Προμηθειών του Δημοσίου, ισχυριζόμενο, ειδικότερα, ότι "ουδέποτε προκηρύχθηκε ούτε διενεργήθηκε διαγωνισμός για τις ένδικες προμήθειες και δεν υπεγράφη σύμβαση ούτε καν με ιδιωτικό έγγραφο, ουδόλως δε υπάρχει κατάρτιση συμβάσεως και υπογραφή των ενδίκων τιμολογίων υπό του αρμοδίου Διατάκτη ή ειδικώς εξουσιοδοτημένου από αυτόν (δια γραπτής εξουσιοδοτήσεως) δημοσίου οργάνου".

Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε το λόγο αυτόν, που επαναφέρθηκε με τον τρίτο λόγο εφέσεως, δεχόμενο τα ακόλουθα: "Ο λόγος αυτός της ανακοπής πρέπει να απορριφθεί κατ' ουσίαν, αφού και οι 32 διαδοχικές συμβάσεις αφορούν την αγορά ιατρικών ειδών κάτω από το ποσό των 2.500,00 ευρώ (που θέτει ως όριο το άρθρο 80 του Ν. 2362/1995) η καθεμία και κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα, είναι έγγραφες συμβάσεις, που η κατάρτισή τους σε όλες τις περιπτώσεις έγινε με το συνδυασμό των αντίστοιχων 32 έγγραφων παραγγελιών της διοίκησης του ΝΝΑ (που φέρουν τις υπογραφές των αρμοδίων οργάνων, κάτω από τη στρογγυλή σφραγίδα της Ελληνικής Δημοκρατίας) με την έκδοση, από την προμηθεύτρια εταιρία, των αντίστοιχων 32 τιμολογίων, αλλά και με την έκδοση της προαναφερθείσας βεβαίωσης της παραλαβής όλων των ένδικων τιμολογίων και όλων των αγορασθέντων υλικών και αποδεικνύει εγγράφως την αποδοχή των αντίστοιχων προτάσεων της καθ' ης και την εκπλήρωση εκ μέρους της όλων των ένδικων διαδοχικών συμβάσεων." .

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 1 του ν. 2286/1995, 41 του ν.δ. 496/1974, 84 του ν.δ. 321/1969 και ήδη 80 του ν. 2362/1995, καθώς και του π.δ.118/2007 που αντικατέστησε το π.δ. 394/1996, και ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που κατά την ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε, στις διατάξεις αυτές, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην προηγηθείσα νομική σκέψη, κρίνοντας ουσιαστικά αβάσιμο τον παραπάνω λόγο ανακοπής, αφού για την εγκυρότητα των ανωτέρω επιμέρους διαδοχικών συμβάσεων πώλησης ιατρικών υλικών, που έχουν αντικείμενο κάτω από το ποσό των 2500 ευρώ (η δε ετήσια δαπάνη αυτών δεν ξεπερνούσε το ποσό των 15.000 ευρώ, όπως ίσχυε κατά τα έτη 2008 και 2010 που καταρτίστηκαν οι ένδικες συμβάσεις), δεν ήταν υποχρεωτικός ο δημόσιος διαγωνισμός ούτε ήταν απαραίτητο να καταρτιστούν αυτές εγγράφως και συνακόλουθα, δεν ήταν απαραίτητο τόσο οι 32 έγγραφες παραγγελίες της Διοίκησης του άνω Νοσοκομείου όσο και η έγγραφη βεβαίωση της παραλαβής όλων των ένδικων τιμολογίων και των αντίστοιχων αγορασθέντων ιατρικών ειδών, να φέρουν την υπογραφή από τον αρμόδιο διατάκτη ή από ειδικώς εξουσιοδοτημένο από αυτόν δημόσιο όργανο.

Εξάλλου, σύμφωνα με τα γενόμενα δεκτά από την προσβαλλόμενη απόφαση, όλες οι διαδοχικές συμβάσεις πώλησης καταρτίστηκαν εγγράφως, κατόπιν αντίστοιχων διαδοχικών έγγραφων προτάσεων-παραγγελιών της διοίκησης του άνω Νοσοκομείου, που φέρουν τις υπογραφές των αρμόδιων οργάνων του και έγιναν αποδεκτές από την αναιρεσίβλητη, σε εκτέλεση των οποίων εκδόθηκαν από αυτήν τα αντίστοιχα ένδικα τιμολόγια, τα οποία παραλήφθηκαν, με τα αντιστοιχούντα ιατρικά είδη, αυθημερόν από το ΝΝΑ, σύμφωνα με τη σχετική έγγραφη βεβαίωση παραλαβής αυτών.

Επομένως, είναι αβάσιμος ο από τον αρ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το μέρος που βάλλει κατά της απόρριψης του ως άνω τρίτου λόγου της έφεσης του αναιρεσείοντος. Με τον ίδιο αναιρετικό λόγο, το αναιρεσείον προσάπτει, επιπροσθέτως, στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο "αρκέστηκε να διαπιστώσει την ύπαρξη γραπτών προτάσεων-παραγγελιών εκ μέρους του ΝΝΑ, οι οποίες, κατά τα γενόμενα δεκτά, αποτέλεσαν πλήρεις κατά περιεχόμενο και ορισμένες προτάσεις για τη σύναψη των επίδικων συμβάσεων (φύλλο 3ο - 4ο) και έφεραν τις υπογραφές των αρμοδίων οργάνων κάτω από τη στρογγυλή σφραγίδα της Ελληνικής Δημοκρατίας (φύλλο 4ο στ. 29-31), ενώ δεν αποδεικνυόταν ότι οι παραγγελίες αυτές υπογράφονταν πράγματι από τον αρμόδιο διατάκτη ή από ειδικά εξουσιοδοτημένο προς τούτο όργανο του ΝΝΑ".

Ο λόγος αυτός, με τον οποίο προβάλλεται, κατά τη νοηματική εκτίμηση, πλημμελής εκτίμηση των αποδείξεων, είναι απαράδεκτος, καθόσον η επί της ουσίας κρίση του Δικαστηρίου εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 7 παρ.2 ν.δ. 496/1974, διάταξη που είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ (ΟλΑΠ 3/2006), ο νόμιμος τόκος και ο τόκος υπερημερίας κάθε οφειλής Ν.Π.Δ.Δ. ορίζεται σε 6% ετησίως, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά με σύμβαση ή ειδικό νόμο, αρχίζει δε από την επίδοση της αγωγής. Κατά δε το άρθρο 21 του δεύτερου κεφαλαίου του Κώδικα Νόμων περί δικών του Δημοσίου (ΒΔ της 26.6/10.7.1944) ορίζεται ότι ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος κάθε οφειλής του Δημοσίου, ορίζεται σε 6% ετησίως, πλην εάν άλλως ορίσθηκε με σύμβαση ή ειδικό νόμο και αρχίζει από την επίδοση της αγωγής.

Τέτοια διαφορετική ρύθμιση εισήγαγε το άρθρο 4 π.δ.166/2003, το οποίο εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 2000/35 της Ε.Κ. "για την καταπολέμηση των καθυστερήσεων πληρωμών στις εμπορικές συναλλαγές" και το οποίο, παρά την κατάργησή του από τις 9.5.2013 με την υποπαράγραφο Ζ.14 της παραγράφου Ζ του ν. 4152/2013, σύμφωνα με την ίδια πιο πάνω υποπαράγραφο, εξακολουθεί να διέπει τις συμβάσεις που υπογράφηκαν κατά τη διάρκεια ισχύος του (όπως στην κρινόμενη υπόθεση), έχει δε εφαρμογή και στις συμβάσεις προμηθειών των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου αλλά και στις συμβάσεις προμηθειών του Δημοσίου, όπως προκύπτει από το άρθρο 3 παρ.1 εδ.

α' αυτού. Ειδικότερα, στο ως άνω π.δ. 166/2003, ορίζονταν τα εξής: Άρθρο 2 "Οι διατάξεις του διατάγματος αυτού εφαρμόζονται στις πληρωμές που έχουν χαρακτήρα αμοιβής από εμπορική συναλλαγή". Άρθρο 3 "Κατά την έννοια του διατάγματος αυτού: 1."Εμπορική συναλλαγή" είναι κάθε συναλλαγή μεταξύ επιχειρήσεων ή μεταξύ επιχειρήσεων και δημόσιων αρχών, η οποία συνεπάγεται την παράδοση αγαθών ή την παροχή υπηρεσιών έναντι αμοιβής.

α. "Δημόσια αρχή" είναι κάθε αναθέτουσα αρχή ή φορέας, όπως ορίζεται στα προεδρικά διατάγματα για τις δημόσιες συμβάσεις προμηθειών (Π.Δ. 370/1995, ΦΕΚ Α' 199), υπηρεσιών (Π.Δ. 346/1998, ΦΕΚ Α' 230) εξαιρούμενων τομέων (Π.Δ. 57/2000, ΦΕΚ Α' 45) και Δημοσίων έργων (Π.Δ. 334/2000, ΦΕΚ Α' 279), όπως τροποποιήθηκαν και ισχύουν. β. "Επιχείρηση" είναι κάθε οργάνωση, η οποία ενεργεί στα πλαίσια ανεξάρτητης οικονομικής ή επαγγελματικής της δραστηριότητας, ακόμη και αν η δραστηριότητα αυτή ασκείται από ένα και μόνο πρόσωπο. 2. "Καθυστέρηση πληρωμής" είναι η μη τήρηση της συμβατικής ή νόμιμης προθεσμίας πληρωμής. 3. "Επιτόκιο που ορίζει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα για τις βασικές πράξεις της αναχρηματοδότησης" είναι το επιτόκιο που ισχύει για τέτοιες πράξεις στις προσφορές με σταθερό επιτόκιο".

Άρθρο 4 "Τόκος σε περίπτωση καθυστέρησης πληρωμής. 1. Τόκος υπερημερίας οφείλεται από την ημέρα που ακολουθεί την ημερομηνία πληρωμής ή το τέλος της περιόδου πληρωμής που ορίζει η σύμβαση. 2. Εάν δεν συμφωνήθηκε ορισμένη ημέρα ή προθεσμία πληρωμής της αμοιβής, ο οφειλέτης γίνεται υπερήμερος, χωρίς να απαιτείται όχληση, και οφείλει τόκους:

α. Εάν παρέλαβε το τιμολόγιο ή άλλο ισοδύναμο για πληρωμή έγγραφο μέχρι το χρόνο της παραλαβής των αγαθών ή της παροχής των υπηρεσιών ή αν δεν παρέλαβε ή δεν είναι βέβαιο πότε παρέλαβε τέτοιο έγγραφο, μόλις περάσουν 30 ημέρες από την παραλαβή των αγαθών ή την παροχή των υπηρεσιών. β. Εάν από το νόμο ή τη σύμβαση προβλέπεται διαδικασία αποδοχής ή ελέγχου για την επαλήθευση της αντιστοιχίας συμφωνημένων και παραλαμβανομένων αγαθών ή υπηρεσιών, μόλις περάσουν 30 ημέρες από την ολοκλήρωση της διαδικασίας αποδοχής ή ελέγχου, εφόσον παρέλαβε το τιμολόγιο ή άλλο ισοδύναμο για πληρωμή έγγραφο μέχρι την ολοκλήρωση της εν λόγω διαδικασίας.

γ. Εάν η παραλαβή των αγαθών ή η παροχή των υπηρεσιών ή η διαδικασία αποδοχής ή ελέγχου έχει προηγηθεί, μόλις περάσουν 30 ημέρες από το χρόνο παραλαβής του τιμολογίου ή άλλου ισοδύναμου για πληρωμή εγγράφου. δ. Στις συμβάσεις μεταξύ επιχειρήσεων και δημοσίων αρχών της παραγράφου 1α του άρθρου 3 του παρόντος, η προθεσμία καταβολής τόκων σε κάθε μία από τις παραπάνω περιπτώσεις, ορίζεται αποκλειστικώς σε 60 ημέρες. 3.

Ο δανειστής δικαιούται τόκους, εφόσον α) έχει εκπληρώσει τις συμβατικές και νόμιμες υποχρεώσεις του και β) δεν έχει εισπράξει εγκαίρως το οφειλόμενο ποσό, εκτός, εάν δεν υπάρχει ευθύνη του οφειλέτη για την καθυστέρηση. 4. Το ύψος του τόκου υπερημερίας που είναι υποχρεωμένος να καταβάλει ο οφειλέτης υπολογίζεται με βάση το επιτόκιο που εφαρμόζει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στην πιο πρόσφατη κύρια πράξη αναχρηματοδότησης, η οποία πραγματοποιείται πριν από την πρώτη ημερολογιακή ημέρα του οικείου εξαμήνου ("επιτόκιο αναφοράς") προσαυξημένο κατά επτά εκατοστιαίες μονάδες ("περιθώριο"), εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στη σύμβαση.

Το επιτόκιο αναφοράς το οποίο ισχύει την πρώτη ημερολογιακή ημέρα του οικείου εξαμήνου, εφαρμόζεται και για τους επόμενους έξι μήνες. 5. Ο δανειστής, εκτός από τους τόκους, έχει δικαίωμα να απαιτήσει από τον υπερήμερο οφειλέτη και εύλογη αποζημίωση για τα έξοδα είσπραξης της οφειλόμενης αμοιβής. Τα έξοδα αυτά υπόκεινται σε σχέση με την οφειλόμενη αμοιβή στις αρχές της διαφάνειας και της αναλογικότητας".

Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι το πεδίο εφαρμογής του π.δ. 166/2003 οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 2 και 3 παρ.1 αυτού και εκτείνεται σε κάθε εμπορική συναλλαγή μεταξύ επιχειρήσεων ή μεταξύ επιχειρήσεων και δημόσιας αρχής και ως μόνες προϋποθέσεις τίθενται: α) η εγκυρότητα της σύμβασης, β) η εκτέλεση αυτής από την επιχείρηση και γ) η υπερημερία του οφειλέτη ως προς την πληρωμή της αμοιβής, ενώ δεν τίθεται από το νόμο ως προϋπόθεση η σύναψη της σύμβασης κατά τη διαδικασία και διατυπώσεις του π.δ. 370/1995 που διέπει τις δημόσιες προμήθειες.

Η παραπομπή με το άρθρο 3 παρ.1 α' του ίδιου διατάγματος στις διατάξεις του π.δ. 370/1995 περί δημοσίων προμηθειών (ήδη π.δ. 60/2007), σκοπός του οποίου είναι η προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας περί προμηθειών του Δημοσίου προς τις διατάξεις της Οδηγίας του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης 93/36/ΕΕ της 14ης Ιουνίου 1993 "Περί συντονισμού των διαδικασιών για την σύναψη συμβάσεων δημοσίων προμηθειών" [άρθρ. 1], τέτοιες δε είναι οι εγγράφως συναπτόμενες εξ επαχθούς αιτίας, που έχουν αντικείμενο, εκτός άλλων και, την αγορά προϊόντων, μεταξύ των αναθετουσών αρχών εκ των οριζομένων στην παρ. 2 και των προμηθευτών (φυσικών ή νομικών προσώπων) [άρθρ. 2], έγινε για τον προσδιορισμό και μόνο της έννοιας της δημόσιας αρχής, ως αντισυμβαλλομένης της δανείστριας επιχείρησης, δεδομένου ότι επιλέγεται το λεγόμενο λειτουργικό κριτήριο και προσδίδεται στη "δημόσια αρχή" έννοια ευρύτερη εκείνης που ακολουθεί ο εθνικός νομοθέτης με βάση το οργανικό κριτήριο.

Αν ο νομοθέτης ήθελε να περιορίσει το πεδίο εφαρμογής του π.δ. 166/2003 μόνο στις δημόσιες συμβάσεις προμήθειας, δηλαδή εκείνες που υπάγονται στην υποχρεωτική ρύθμιση και εφαρμογή του π.δ. 370/1995, θα το όριζε ρητά, πέραν του ότι μια τέτοια διαφορετική αντιμετώπιση δεν προβλέπεται στην Οδηγία 35/2000 και δεν δικαιολογείται από τον επιδιωκόμενο σκοπό της, που είναι η αντιμετώπιση της καθυστέρησης των πληρωμών κάθε εμπορικής συναλλαγής.

Επομένως, στο πεδίο εφαρμογής του π.δ. 166/2003 εμπίπτουν και οι συμβάσεις προμήθειας που καταρτίσθηκαν μεταξύ επιχείρησης και δημόσιας αρχής, απ' ευθείας, χωρίς δηλαδή τις διατυπώσεις και τη διαδικασία του π.δ. 166/2003, οι οποίες διέπονται από το ιδιωτικό δίκαιο. Τέτοιες συμβάσεις είναι και εκείνες που συνάπτει το Δημόσιο, που συγκαταλέγεται στις αναθέτουσες αρχές του π.δ. 370/1995 (άρθρο 2), εφόσον πληρούν κατά τα λοιπά τις προϋποθέσεις εγκυρότητάς τους.

Και επί των συμβάσεων αυτών το ύψος του οφειλόμενου επιτοκίου ρυθμίζεται από τη διάταξη του άρθρου 4 του π.δ. 166/2003, η οποία, ως νεότερη, ειδικότερη και εδραζόμενη σε Κοινοτική Οδηγία (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος) διάταξη, υπερισχύει της διάταξης του άρθρου 7 του ν.δ. 495/1976 (ΑΠ 1308/2021, ΑΠ 1212/2020, ΑΠ 1492/2017, ΑΠ 1382/2017, ΑΠ 430/2015, ΑΠ 766/2014).

Κατά το άρθρο 560 αρ. 5 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής (ταυτόσημης με εκείνη του άρθρ. 559 αρ. 8 του ιδίου Κώδικα), "πράγματα" που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν ή καταλύουν τη βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε και ο ισχυρισμός που συνέχεται με την ιστορική αιτία της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης, ο οποίος αποκρούεται ή γίνεται δεκτός με την παραδοχή ή την απόρριψη, αντίστοιχα, ως αβασίμων ή βασίμων των θεμελιωτικών της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης πραγματικών γεγονότων.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον έκτο λόγο της ανακοπής του, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου αυτής, το αναιρεσείον ισχυρίσθηκε, κατ' αρχάς, ότι οι ειδικές διατάξεις του π.δ. 166/2003 (βάσει των οποίων επιδικάστηκαν σε βάρος του με την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής οι τόκοι υπερημερίας της οφειλής του από τις ένδικες συμβάσεις πώλησης) δεν τυγχάνουν εφαρμογής, καθόσον ουδέποτε αναλήφθηκε νομίμως υποχρέωση εκ μέρους του Δημοσίου για την εξόφληση των επίδικων τιμολογίων επειδή οι ένδικες συμβάσεις πώλησης είναι άκυρες κατ' άρθρο 85 ν. 2362/1995, αφού δεν προηγήθηκε η σύναψη δημόσιας σύμβασης προμήθειας κατά τον τύπο και τη διαδικασία του π.δ. 394/1996 περί "Κανονισμού Προμηθειών Δημοσίου", υποστηρίζοντας ότι, ως εκ τούτου, υπέχει υποχρέωση για καταβολή τόκων υπερημερίας μόνο με βάση το άρθρο 21 του ΒΔ της 26.6/10.7.1944 "Κώδικας Νόμων περί δικών του Δημοσίου", κατά το οποίο, επί χρηματικής οφειλής του, μοναδικό γενεσιουργό λόγο της υποχρεώσεώς του προς πληρωμή τόκων υπερημερίας, σε ποσοστό 6% ετησίως, αποτελεί η επίδοση αγωγής και μόνο προς το Ελληνικό Δημόσιο, νομίμως εκπροσωπούμενο από τον Υπουργό Οικονομικών.

Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε το λόγο αυτόν, που επαναφέρθηκε με τον έκτο λόγο εφέσεως και αφορά τη νομιμότητα του κονδυλίου των τόκων υπερημερίας και την αφετηρία υπολογισμού τους, επί της επιδικασθείσας σε βάρος του αναιρεσείοντος με την άνω διαταγή πληρωμής οφειλής του, κρίνοντας, ως εφαρμοστέο, στην προκείμενη περίπτωση, ενόψει του χαρακτήρα της μεταξύ των διαδίκων συναλλαγής ως εμπορικής και του χρόνου κατάρτισης των ένδικων συμβάσεων (7.2.2008 - 20.4.2010), το άρθρο 4 του π.δ.166/2003, που εξακολουθεί, κατά τα εκτιθέμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, να διέπει τις επίδικες συμβάσεις που υπογράφηκαν κατά τη διάρκεια της ισχύος του (έναρξη ισχύος του π.δ.

από 5.6.2003, κατά το άρθ. 9 αυτού, το οποίο καταργήθηκε από τις 9.5.2013), συντρεχουσών και των αναφερόμενων στη σχετική νομική σκέψη προϋποθέσεων για την εφαρμογή του, και κρίνοντας, παράλληλα, μη εφαρμοστέες, στην προκείμενη περίπτωση, τις διατάξεις του άρθρου 21 του Διατάγματος της 26.6/10.7.1944, που ορίζουν ως νόμιμο τόκο και ως επιτόκιο υπερημερίας των οφειλών του Δημοσίου το ποσοστό 6%, ως ανίσχυρες για το λόγο ότι αντίκεινται στο Σύνταγμα, στο άρθ. 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και στο άρθ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.

Έτσι που έκρινε το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι δηλαδή, ενόψει του ότι οι ένδικες συμβάσεις πώλησης καταρτίστηκαν εγκύρως κατά το διάστημα από 7.2.2008 μέχρι 20.4.2010, ήτοι υπό την ισχύ του π.δ. 166/2003, η αναιρεσίβλητη δικαιούται τόκους, μετά την πάροδο 60 ημερών από την ημερομηνία κάθε μερικότερης παραλαβής των πωληθέντων στο άνω Νοσοκομείο ιατρικών υλικών, η οποία συμπίπτει με την ημερομηνία έκδοσης του αντίστοιχου τιμολογίου της, και με επιτόκιο το προβλεπόμενο στο άρθρο 4 του ως άνω π.δ/τος, απορρίπτοντας το σχετικό, έκτο, λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος, με τον οποίο αυτό επανέφερε τον έκτο λόγο της ανακοπής του, που ζητούσε την ακύρωση της διαταγής πληρωμής, με την οποία επιδικάστηκε το ποσό του τιμήματος των πωληθέντων ειδών με το ως άνω επιτόκιο, δεν παραβίασε, αλλά ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 4 του π.δ/τος 166/2003.

Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το μέρος που αποδίδεται με αυτόν (κατά τη νοηματική εκτίμηση του περιεχομένου του) η από τον αρ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων του π.δ. 166/2003, καθόσον οι ένδικες συμβάσεις ήταν άκυρες, στηριζόμενος σε εσφαλμένη, προϋπόθεση, αφού το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, σύμφωνα με τα ανωτέρω, δέχθηκε ότι αυτές ήταν έγκυρες, είναι αβάσιμος.

Ο ίδιος αναιρετικός λόγος, κατά το μέρος που το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αρ. 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενο, ειδικότερα, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παρέλειψε να λάβει υπόψη του τον ανωτέρω προταθέντα ισχυρισμό του "περί μη νόμιμης ανάληψης συμβατικής υποχρέωσης εκ μέρους του Δημοσίου για πληρωμή των επίδικων τιμολογίων", ο οποίος έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, γιατί, όπως υποστηρίζει, "σε περίπτωση που γινόταν δεκτό ότι το ΝΝΑ δεν είχε αναλάβει νόμιμα συμβατική υποχρέωση για πληρωμή των επιδίκων τιμολογίων, το Ελληνικό Δημόσιο δεν θα υπείχε υποχρέωση για καταβολή τόκων υπερημερίας με βάση το π.δ. 166/2003, αφού οι επίμαχες συμβάσεις θα ήταν άκυρες κατ' άρθρο 85 Ν. 2362/1995, αλλά μόνο με βάση το άρθρο 21 του διατάγματος της 26.6./10.7.1944", είναι αβάσιμος, αφού το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αντιμετώπισε και απέρριψε εκ των πραγμάτων τον εν λόγω προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντος γεγονότος αντίθετου προς αυτό που τον συγκροτεί και συγκεκριμένα ότι οι ένδικες διαδοχικές συμβάσεις πώλησης ήταν έγκυρες.

Κατά την έννοια του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημος με τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης για έλλειψη νόμιμης βάσης, υπάρχει όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς (ΟλΑΠ 9/2016, ΟλΑΠ15/2006).

Ως "ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης", που αναφέρεται στην άνω διάταξη και του οποίου η αιτιολόγηση ή μη, ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή και αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση της νοείται μόνο ο ισχυρισμός που έχει αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνος που τείνει στη θεμελίωση ή την κατάλυση ουσιαστικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 1073/2019, ΑΠ 394/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθ. 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι "στερείται παντελώς αιτιολογίας, άλλως διαλαμβάνει ελλιπή και αντιφατική τοιαύτη, ως προς ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού αρκείται στην παραδοχή ότι οι επίμαχες παραγγελίες έφεραν τις υπογραφές των αρμοδίων οργάνων, χωρίς όμως να κατονομάζει τα όργανα αυτά και την ιδιότητά τους, ώστε να διαπιστωθεί εάν επρόκειτο πράγματι για τους αρμόδιους διατάκτες ή για ειδικώς από αυτούς εξουσιοδοτημένα για την κατάρτιση των επίδικων συμβάσεων πρόσωπα που να δύνανται να δεσμεύσουν εγκύρως το ΝΝΑ, δεδομένου, άλλωστε, ότι είχε προβληθεί αντίστοιχος ισχυρισμός με τους δεύτερο και τρίτο λόγους έφεσης και ανακοπής, αντιστοίχως, σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα στον πρώτο λόγο αναίρεσης.

Αντίστοιχα, σε ό,τι αφορά στη βεβαίωση που τέθηκε επί της από 23.6.2010 προαναφερόμενης αίτησης της αναιρεσίβλητης, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραλείπει, ομοίως, να διευκρινίσει αν τα κατονομαζόμενα ως υπογράψαντα αυτήν πρόσωπα (...) αποτελούν τους αρμόδιους διατάκτες ή ειδικώς από αυτούς εξουσιοδοτημένα πρόσωπα για την κατάρτιση των επίδικων συμβάσεων που να δύνανται να δεσμεύσουν εγκύρως το ΝΝΑ, δεδομένου, άλλωστε, ότι είχε προβληθεί αντίστοιχος ισχυρισμός με τους δεύτερο και τρίτο λόγους έφεσης και ανακοπής, αντιστοίχως, σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα στον πρώτο λόγο αναίρεσης.

Συνεπεία των ανωτέρω ελλείψεων, καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της τήρησης των διατάξεων των άρθρων 81 και 85 του Ν. 2362/1995 και κατ' επέκταση της συνδρομής των διαδικαστικών προϋποθέσεων της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής". Ο λόγος αυτός, με τον οποίο επαναλαμβάνονται, όπως και το ίδιο το αναιρεσείον ομολογεί, υπό τη μορφή της ανεπάρκειας της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, οι ίδιες ακριβώς αιτιάσεις όσον αφορά το κύρος των έγγραφων παραγγελιών-προτάσεων και της βεβαίωσης παραλαβής των υλικών, και κατ' επέκταση όσον αφορά το κύρος των επίδικων συμβάσεων πώλησης, είναι αβάσιμος, σύμφωνα με όσα παρατίθενται στον, ήδη ερευνηθέντα, πρώτο αναιρετικό λόγο, ως στηριζόμενος σε αναληθή προϋπόθεση, αρνούμενο δηλαδή το αναιρεσείον, με τις επαναλαμβανόμενες αιτιάσεις, την εγκυρότητα των επίδικων συμβάσεων, αφού το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι αυτές ήταν έγκυρες.

Σε κάθε περίπτωση, ο ίδιος λόγος είναι απαράδεκτος, διότι υπό την επίφαση της, από τον αρ. 6 του άρθρ. 560 ΚΠολΔ, πλημμέλειας, πλήττεται ευθέως η ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου, η οποία εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Περαιτέρω, με τον τέταρτο αναιρετικό λόγο το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την, επίσης, από τον αριθ. 6 του άρθρ. 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ισχυριζόμενο, ειδικότερα ότι η αναιρεσιβαλλομένη "διαλαμβάνει αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ζήτημα του πώς καταρτίστηκαν οι ένδικες συμβάσεις πώλησης μεταξύ της αναιρεσίβλητης και του ΝΝΑ και συγκεκριμένα ως προς το ποιο από τα συμβαλλόμενα μέρη διατύπωσε τις σχετικές προτάσεις για την κατάρτιση των συμβάσεων και ποιο προέβη σε αποδοχή των προτάσεων αυτών" καθόσον "...το δευτεροβάθμιο δικαστήριο άλλοτε δέχεται ότι οι προτάσεις για κατάρτιση των επίδικων συμβάσεων προήλθαν από τη διοίκηση του ΝΝΑ υπό μορφή 32 εγγράφων παραγγελιών και άλλοτε ότι οι σχετικές προτάσεις προήλθαν από την αναιρεσίβλητη...", εντοπίζοντας την επικαλούμενη αντίφαση στο 4ο φύλλο, στίχ. 28-32, της προσβαλλομένης και δη στην πραγματική παραδοχή "..είναι έγγραφες συμβάσεις, που η κατάρτισή τους σε όλες τις περιπτώσεις έγινε με το συνδυασμό των αντίστοιχων 32 έγγραφων παραγγελιών της διοίκησης του ΝΝΑ (...) με την έκδοση, από την προμηθεύτρια εταιρία, των αντίστοιχων 32 τιμολογίων, αλλά και με την έκδοση της προαναφερθείσας βεβαίωσης της παραλαβής όλων των ένδικων τιμολογίων και όλων των αγορασθέντων υλικών και αποδεικνύει εγγράφως την αποδοχή των αντίστοιχων προτάσεων της καθ' ης και την εκπλήρωση εκ μέρους της όλων των ένδικων διαδοχικών συμβάσεων", επιχειρώντας έτσι με την προφανή λεκτική αβλεψία της συγκεκριμένης παραδοχής "και αποδεικνύει εγγράφως την αποδοχή των αντίστοιχων προτάσεων της καθ' ης" να θεμελιώσει την παραπάνω αποδιδόμενη πλημμέλεια.

Όμως, ο λόγος αυτός είναι, πρωτίστως, απαράδεκτος, διότι βάλλει κατά της εγκυρότητας των ένδικων συμβάσεων, στηριζόμενος και πάλι, εμμέσως πλην σαφώς, στην ίδια εσφαλμένη προϋπόθεση, ότι οι συμβάσεις είναι άκυρες, ενώ το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι οι συμβάσεις ήταν έγκυρες. Σε κάθε περίπτωση, ο ίδιος λόγος είναι αβάσιμος διότι, σύμφωνα με τις παραπάνω παραδοχές της προσβαλλομένης, που παρατίθενται στην οικεία σκέψη κατά την έρευνα του πρώτου αναιρετικού λόγου, παρά τη συγκεκριμένη μεμονωμένη παραδοχή, που οφείλεται σε προφανή λεκτική παραδρομή, ουδεμία ασάφεια δημιουργείται ότι οι ένδικες συμβάσεις πώλησης καταρτίστηκαν κατόπιν αντίστοιχων έγγραφων παραγγελιών-προτάσεων της διοίκησης του ΝΝΑ, οι οποίες έγιναν αποδεκτές από την αναιρεσίβλητη με την έκδοση των αντίστοιχων τιμολογίων από αυτήν και την αυθημερόν παραλαβή των ιατρικών υλικών από το Νοσοκομείο, τα αρμόδια όργανα του οποίου εξέδωσαν έγγραφη βεβαίωση παραλαβής, οι παραδοχές δε αυτές στηρίζουν επαρκώς το αποδεικτικό πόρισμα.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί το αναιρεσείον, που νικήθηκε, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ), μειωμένων, όμως, κατά το άρθρ. 22 παρ. 1 ν. 3693/1957 (που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθ. 18 ΕισΝΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23.6.2020 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθ. 4975/2018 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Μαΐου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Σεπτεμβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ