Legislator Case Law & Legislation
1413/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for non-admissibility as the contested claim is a denial of ownership, not a new fact.

Case Number 1413/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's judgment regarding co-ownership of agricultural land. The appellants argued the lower court erred by ignoring their claim that the respondents' land area was four rather than six acres. The court ruled this argument inadmissible because it constitutes a denial of the respondents' existing ownership claims rather than a new factual assertion. Consequently, the appeal was rejected, and the appellants were ordered to pay the respondents' legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559(8b) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on the failure to consider a claim is inadmissible if that claim is merely a denial of an existing ownership suit rather than a new factual ground.

Keywords

AI generated
admissibility of appeal denial of ownership new factual ground co-ownership dispute agricultural land title legal costs award Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Art. 559(8b) of the Code of Civil Procedure
Art. 495(3) of the Code of Civil Procedure
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure
Art. 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OL. AP 12/1991

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1413 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1413/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη-Εισηγήτρια, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ι. Φ. του Σ. και Ζ., 2) Θ. Φ. του Σ. και Ζ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Παπαδάτο και κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Η. Β. του Κ. και Δ., έως και 6) Σ. Β. του Α., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Καρύδη και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-11-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, την από 21-5-2008 πρόσθετη παρέμβαση και την από 26-5-2008 αγωγή της 3ης και 4ης των ήδη αναιρεσιβλήτων, την από 21-5-2008 πρόσθετη παρέμβαση και την από 25-5-2008 αγωγή του 5ου και 6ου των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λευκάδας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 179/2013 μη οριστική, 151/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 66/2019 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16-12-2019 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης, κατά τα σημεία που ενδιαφέρουν την κρινόμενη υπόθεση, διαδικαστικής διαδρομής: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες Ι. και Θ. Φ. με την απευθυνόμενη, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας, από1/11/2006 αγωγή τους, ζήτησαν να αναγνωρισθούν συννομείς του επίδικου ακινήτου (αγροτεμαχίου), 4.481, 68 τ.μ., κειμένου στο Δ.Δ. ..., δικαίωμα το οποίο οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι (1ος και 2ος) Η.

Β. και Α. Β. τους αμφισβητούν. Ενώπιον του ίδιου ως άνω Δικαστηρίου: Α) οι Κ. Β. του Α. και Σ. Β. του Α., ήδη αναιρεσίβλητοι (5ος και 6ος) άσκησαν εναντίον των εναγόντων της προαναφερόμενης αγωγής Ι και Θ. Φ. την από 25/5/2008 αναγνωριστική της κυριότητας ακινήτου αγωγή, ερειδόμενη στον πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία) κτήσεως κυριότητας, ζητώντας να αναγνωρισθούν (συγ)κύριοι, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας του επίδικου ακινήτου(αγροτεμαχίου), κειμένου στην ίδια ως άνω θέση, 2.093, 51 τ.μ και Β) οι Χ.

Β. του Η. και Δ. Β. του Η. και ήδη αναιρεσίβλητες (3η και 4η) άσκησαν εναντίον των εναγόντων της προαναφερόμενης αγωγής Ι και Θ. Φ. την από 26/5/2008 αναγνωριστική της κυριότητας ακινήτου αγωγή, ερειδόμενη στον πρωτότυπο (έκτακτη χρησικτησία) τρόπο κτήσεως κυριότητας, ζητώντας να αναγνωρισθούν (συγ)κυρίες, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου η καθεμία του επίδικου ακινήτου(αγροτεμαχίου), κειμένου στην ίδια ως άνω θέση, 2.093, 51 τ.μ.

Επί των αγωγών αυτών που συνεκδικάσθηκαν εκδόθηκε η 179/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας, που ανέβαλε την έκδοση της οριστικής του απόφασης και διέταξε τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, μετά τη διενέργεια της οποίας εκδόθηκε η 151/2015 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, που απέρριψε την από 1/11/2006 αγωγή ως ουσία αβάσιμη και δέχθηκε κατ' ουσίαν τις άλλες δύο αγωγές.

Κατά της απόφασης αυτής οι ενάγοντες και εναγόμενοι Ι. και Θ. Φ. άσκησαν την από 10/9/2015 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η 66/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση. Ήδη, κατά της απόφασης αυτής, οι Ι.

και Θ. Φ., εκκαλούντες - ενάγοντες στην πρώτη αγωγή και εναγόμενοι στις δύο άλλες αγωγές, άσκησαν νομότυπα και εμπρόθεσμα την υπό κρίση αναίρεση, η οποία είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ.571, 577§3 ΚΠολΔ).

Α. Κατά το άρθρο 559 αρ. 9 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση νοείται κάθε αυτοτελές αίτημα των διαδίκων, με το οποίο ζητείται η παροχή δικαστικής προστασίας σε οποιαδήποτε νόμιμη μορφή της, πχ.

αγωγής, ανταγωγής, κύριας παρέμβασης, αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, ενδίκων μέσων, ανακοπών, τριτανακοπής, όχι όμως και ενστάσεων. Ο όρος επιδίκαση σημαίνει ότι το δικαστήριο αποφάσισε σε αίτημα, έστω και με αναγνωριστική διάταξη, δηλ. ότι το δικαστήριο επιδίκασε ή αναγνώρισε ή προέβη σε διάπλαση, χωρίς να υφίσταται αντίστοιχο αίτημα.

Ως αίτηση αφεθείσα αδίκαστη νοείται μόνο εκείνη που αναφέρεται σε ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία (ΑΠ906/2018, ΑΠ351/2017). Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο αναιρετικό λόγο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ.9 εδ.α' ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι δηλαδή το Εφετείο επιδίκασε πλέον των αιτηθέντων, και ειδικότερα οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι, ενώ οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι είχαν ζητήσει με τις ένδικες από 25/5/2008( ο 5ος και ο 6ος) και 26/5/2008 (η 3η και η 4η) αναγνωριστικές των επίδικων ακινήτων αγωγές τους, την αναγνώριση της (συγ)κυριότητάς τους σ' αυτά, το Εφετείο, αφού δέχθηκε ότι αυτοί είναι (συγ)κύριοι των επιδίκων, με πρωτότυπο (έκτακτη χρησικτησία), τους αναγνώρισε και (συν)νομείς τούτων, χωρίς αυτό να αποτελεί αίτημα των υπό κρίση αγωγών.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, με αυτήν το Εφετείο απέρριψε την έφεση των ήδη αναιρεσειόντων, εναγόντων, στην ένδικη περί νομής αγωγή τους και εναγομένων, στις ένδικες ως άνω αναγνωριστικές της (συγ)κυριότητας ακινήτων αγωγές των αναιρεσιβλήτων (3ης, 4ης, 5ου και 6ου) κατά της πρωτόδικης με αριθμό 151/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας, που είχε απορρίψει την αγωγή των αναιρεσειόντων και είχε δεχθεί τις αγωγές των εν λόγω αναιρεσιβλήτων, , επικυρώνοντας αυτήν, χωρίς να προβεί το ίδιο σε "επιδίκαση", όπως προϋποθέτει η ως άνω διάταξη (ΑΠ482/2007).

Β. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔικ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999).

Για την πληρότητα του άνω λόγου πρέπει με σαφήνεια να αναφέρονται στο αναιρετήριο: 1) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, και μάλιστα ενάριθμα (ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ120/2017, 261/2016), αφού παγίως γίνεται δεκτό ότι ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να προβεί στην αυτεπάγγελτη θεμελίωση του σχετικού λόγου, βάσει της αρχής jura novit curia, η οποία δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία (ΑΠ 1040/2010, 651/2010), 2) οι πραγματικές διαπιστώσεις (παραδοχές της ελάσσονος προτάσεως) που θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου για το βάσιμο ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού, ήτοι πρέπει να παρατίθενται με πληρότητα και όχι επιλεκτικά και αποσπασματικά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας 3)ο ουσιώδης αυτοτελής ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη ή ανεπάρκεια και τη σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης, καθώς και ότι ο εν λόγω νόμιμος και ουσιώδης ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την απόφαση και 4) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή τη μνεία ότι δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλειπής αιτιολογία, τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση ή να προσδιορίζει ως προς τι υπάρχει και σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών περιστατικών που έγιναν δεκτά (Ολ ΑΠ 20/2005, ΑΠ 121/2014).Τέλος, η αοριστία του λόγου αυτού δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (Ολ ΑΠ 57/1990, ΑΠ 1265/2017, 674/2016).

Στην προκείμενη με το δεύτερο αναιρετικό λόγο αποδίδεται στο Εφετείο η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, και ειδικότερα οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν διαλαμβάνει αιτιολογίες άλλως διαλαμβάνει αντιφατικές αιτιολογίες. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, εξαιτίας της αοριστίας του, καθόσον δεν παρατίθεται στο αναιρετήριο, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην μείζονα πρόταση, και, μάλιστα, ενάριθμα η διάταξη ή διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που φέροντα ότι παραβιάσθηκαν εκ πλαγίου.

Γ. Κατά τη διάταξη του αριθμού 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΑΠ793/2015), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 42/2002).

Με τη διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της αρχής της συζητήσεως (άρθρο 106 ΚΠολΔ), διασφαλίζεται η συμμόρφωση προς τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, ώστε να λαμβάνονται υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι και μόνον αυτά. Ο λόγος, όμως, είναι αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.

Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολογήσεως εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Ωστόσο, ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν, παρά τη διαβεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης ότι έλαβε υπόψη όλα τα προσκομισθέντα και επικληθέντα αποδεικτικά μέσα, ο Άρειος Πάγος, συνεκτιμώντας και το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, καταλήγει ότι δεν καθίσταται οπωσδήποτε βέβαιο ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη το συγκεκριμένο αποδεικτικό έγγραφο, το οποίο, αν το είχε λάβει υπόψη, θα είχε καταλήξει σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα (ΑΠ180/2017, ΑΠ566/2017).

Εξάλλου, ο λόγος του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ δεν ιδρύεται, όταν η παράλειψη του δικαστηρίου αφορά στη μη αξιολόγηση συγκεκριμένων αποδεικτικών μέσων, που έλαβε υπόψη, σε συνδυασμό με τα άλλα ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά μέσα ή αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ΑΠ 694/2009).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 346 Κ.Πολ.Δ., το αποδεικτικό μέσο που έχει προσκομίσει ένας διάδικος καθίσταται κοινό αποδεικτικό μέσο και λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας για την απόδειξη ισχυρισμών άλλου διαδίκου ακόμη και του αντιδίκου του προσκομίσαντος (Ολ. ΑΠ 58/1978). Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 106 Κ.Πολ.Δ, προκύπτει ότι ο ως άνω λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που είχε προσκομίσει ένας διάδικος ομόδικος ή αντίδικος του αναιρεσείοντος, εφόσον όμως αυτός (αναιρεσείων) είχε επικαλεσθεί νομίμως τα προσκομισθέντα από άλλον διάδικο αποδεικτικά μέσα και αναφέρθηκε στο περιεχόμενο αυτών προς απόδειξη δικού του ισχυρισμού ή ανταπόδειξη ισχυρισμού του αντιδίκου του.

Εάν ο διάδικος δεν είχε επικαλεσθεί νομίμως τα προσκομισθέντα από άλλον διάδικο (ομόδικο ή αντίδικο) αποδεικτικά μέσα δεν ιδρύεται υπέρ αυτού λόγος αναιρέσεως από την παράλειψη του δικαστηρίου να τα λάβει υπόψη του (ΑΠ1126/2020, ΑΠ1167/2019, ΑΠ70/2008). Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προβάλλουν την, κατ' άρθρο 559 11γ' ΚΠολΔ, αιτίαση που συνίσταται στο ότι το Εφετείο << δεν έλαβε υπόψη, καθόλου, ούτε εξετίμησε το από 20/09/1945 ιδιωτικό συμφωνητικό το οποίο οι μεν αναιρεσίβλητοι είχαν επικαλεσθεί, ως σχετικό 39, και προσκομίσει κατά την ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου συζήτηση, οι ίδιοι δε το επικαλέσθηκαν στο Εφετείο, τούτο δε είχε συναφθεί μεταξύ των Σ.

και Η. Τ. και της αδελφής τους Δ. συζύγου Κ. Β.>>. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, στην οποία ρητά βεβαιώνεται ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό της αποδεικτικής του κρίσεως έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, πλην των άλλων, και "...

όλα τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι ...", σε συνδυασμό και με τις λοιπές αιτιολογίες αυτής, καμιά αμφιβολία δεν καταλείπεται ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις και το προαναφερόμενο έγγραφο ακόμα και αν δεν μνημονεύεται και δεν αξιολογείται, ειδικώς.

Σε κάθε δε περίπτωση δεν ιδρύεται ο ανωτέρω από το άρθρο 559 αριθ. 11γ' Κ.Πολ.Δ αναιρετικός λόγος, καθόσον οι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται ούτε προσκομίζουν τις ενώπιον του Εφετείου κατατεθείσες προτάσεις τους από τις οποίες να προκύπτει, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην προεκτεθείσα νομική σκέψη, ότι το προαναφερόμενο συμφωνητικό, που οι αντίδικοί τους είχαν προσκομίσει στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, παρότι αυτό είχε καταστεί κοινό μέσο αποδείξεως, είχαν αυτοί (αναιρεσείοντες) νομίμως επικαλεσθεί και προσκομίσει στο Εφετείο.

Δ. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος. (Ολ.ΑΠ 25/2003, 12/2000 και 3/1997), όχι δε και εκείνοι που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν άρνηση αυτής( ΑΠ1586/2008), ούτε και εκείνοι που δεν έχουν αυτοτέλεια και αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 469/1984). "Πράγματα" υπό την ως άνω έννοια αποτελούν και οι λόγοι της εφέσεως ή αντεφέσεως, οι οποίοι αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς (Ολομ.ΑΠ 22/2005, Ολομ.

ΑΠ 11/1996). Ο αμέσως πιο πάνω αναιρετικός λόγος δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο (Ολ. ΑΠ 12/1991).Στην προκείμενη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 8β'του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και αντίστοιχο λόγο της έφεσης των αναιρεσειόντων ότι η ιδιοκτησία των αναιρεσιβλήτων είναι 4 και όχι 6 στρέμματα, που αυτοί (αναιρεσίβλητοι 3η, 4η, 5ος και 6ος) ισχυρίζονται.

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον ο ανωτέρω προταθείς ισχυρισμός δεν αποτελεί "πράγμα", αλλά άρνηση στις ένδικες από 25/5/2008 (του 5ου και 6ου των αναιρεσιβλήτων) και από 26/5/2008 (της 3ης και 4ης των αναιρεσιβλήτων) αναγνωριστικές της κυριότητας των επίδικων ακινήτων αγωγές τους.

Σε κάθε δε περίπτωση ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος διότι το Εφετείο, με το να δεχθεί, με την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι: <<Στους εναγομένους της από 1-11-2006 αγωγής Η. Β. και Α. Β., οι οποίοι είναι αδέρφια και δικαιοπαρόχους των εναγόντων στις από 25/5/2008 και 26/5/2008 αγωγές, είχαν περιέλθει τα ως άνω ακίνητα με άτυπη παραχώρηση, το έτος 1970, από τη μητέρα τους Δ.

χήρα Κ. Β., αποτελούν δε μέρος, ήτοι το 1/3 έκαστο, μεγαλυτέρου αγροτικού ακινήτου, εκτάσεως 6.280, 53 μέτρων, που είχε, περιέλθει στην τελευταία με άτυπη παραχώρηση, το έτος 1940, από τη μητέρα της Α. Τ.. Το ως άνω μεγαλύτερο ακίνητο η Δ. χήρα Κ. Β., το έτος 1970, διένειμε άτυπα σε τρία ίσα μερίδια και το παραχώρησε στα τρία τέκνα της, ήτοι το ενδιάμεσο μερίδιο παραχώρησε στον Α.

Β., το όμορο δυτικά στον Δ. Β. και το όμορο ανατολικά στον Η. Β.. Οι προαναφερόμενες δικαιοπάροχοι των εναγόντων των από 26-5-2008 και 25-5-2008 αγωγών, Δ. χήρα Κ. Β. και Α. Τ., από το έτος 1940 συνεχώς και μέχρι το έτος 1970 ασκούσαν νομή στο ως άνω μεγαλύτερο αγροτεμάχιο και ειδικότερα εκάστη εξ αυτών νεμόταν το ακίνητο αυτό κατά το χρονικό διάστημα που της ανήκε, με διάνοια κυρίου, από την εισαγωγή του Α.Κ. (23-2-1946), ασκώντας σ' αυτό όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση του πράξεις νομής και κατοχής>>, έλαβε υπόψη του τον πιο πάνω ισχυρισμό των αναιρεσειόντων και κατέληξε σε διαφορετική κρίση.

Κατόπιν τούτου, και εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495παρ.3ΚΠολΔ, όπως ισχύει) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού νόμιμου και βάσιμου αιτήματός τους, (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό ειδικότερα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 16/12/2019 αίτηση για αναίρεση της 66/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιοταμείο.

Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Νοεμβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Νοεμβρίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ