Supreme Court dismisses appeal in labor dispute, upholding lower court's assessment of evidence and credibility.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the company's appeal against the First Instance Court's judgment awarding the employee significant damages. The court found the appeal inadmissible because it challenged the lower court's evaluation of witness credibility and evidence assessment, which are non-appealable matters under Greek law. Consequently, the appeal was rejected, and the company was ordered to pay the employee's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 577 of the Code of Civil Procedure: An appeal challenging a court's evaluation of evidence or credibility of witnesses is inadmissible as it pertains to the non-reviewable assessment of facts rather than the interpretation of legal rules.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1413 / 2018 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1413/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Γεώργιο Μιχολιά - Εισηγητή, Θεόδωρο Τζανάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 30 Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρεία με την επωνυμία "... Α.Ε." που ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Περπατάρη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που δεν κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Ν. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Χρυσούλα Κιολέογλου, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/11/2012 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1220/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 155/2017 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 10/6/2017 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Με την κρινόμενη από 10-6-2017 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 155/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, που απέρριψε την έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας κατά της 1220/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Με την τελευταία απόφαση, η οποία εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών και με την οποία έγινε δεκτή εν μέρει η από 20-1-2012 αγωγή του αντιδίκου της (αναιρεσιβλήτου) κατ'αυτής, αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στον ενάγοντα 50.471,07 ευρώ με το νόμιμο τόκο και επιπλέον υποχρεώθηκε η εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα 19.486,67 ευρώ. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ).
2.- Από τη διάταξη του άρθρου 1 περ. β του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι η παράβαση (η μη λήψη υπόψη) των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δηλαδή των γενικών και αφηρημένων αρχών για την εξέλιξη των πραγμάτων, που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με τη βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχολήσεως δημιουργεί λόγο αναιρέσεως μόνον όταν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σε αυτούς των πραγματικών γεγονότων και όχι για τη διαπίστωση αυτών. Ειδικότερα αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας για να ανεύρει με βάση αυτά την έννοια κανόνος του δικαίου, όταν ιδίως αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ή για να υπαγάγει ή όχι τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς στον κανόνα αυτόν. (Α.Π.2075/2007). Ο λόγος αυτός δεν θεμελιώνεται όταν η παραβίαση των διδαγμάτων κοινής πείρας αφορά την εκτίμηση των αποδείξεων ( Ολ. Α.Π 2/2008, ΑΠ 684/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, επικαλείται παραβίαση των διδαγμάτων κοινής πείρας ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παρά το νόμο και εσφαλμένα έκρινε ότι αυτή (εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα) οφείλει στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο τις δεδουλευμένες αποδοχές του από το μήνα Νοέμβριο του 2010 έως το Μάιο του 2012, απορρίπτοντας στην ουσία τον ισχυρισμό της ότι το διάστημα αυτό δεν εργαζόταν στην επιχείρησή της και ότι είχε συμφωνηθεί προφορικά μεταξύ τους να του καταβάλλει τις ασφαλιστικές εισφορές για το διάστημα αυτό προς διευκόλυνσή του προκειμένου να θεμελιώσει συνταξιοδοτικό δικαίωμα.
Ειδικότερα, με το λόγο αυτό η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται, ότι το Εφετείο απέρριψε τον ως άνω ισχυρισμό της, διότι αμέλησε να εκτιμήσει ότι η έλλειψη αποδεικτικού εγγράφου της ανωτέρω προφορικής συμφωνίας των διαδίκων αποτελεί αποδεκτό και λογικό ισχυρισμό, με βάση τα διδάγματα κοινής πείρας και λογικής, στα οποία δεν προσέφυγε, επιδικάζοντας έτσι σε αυτόν ποσά για δεδουλευμένες αποδοχές που δεν δικαιούται καθώς ο αναιρεσίβλητος δεν εργάστηκε το αντίστοιχο διάστημα.
Ο λόγος αυτός κατά το ως άνω σκέλος με τις σχετικές αιτιάσεις του, στις οποίες δεν γίνεται αναφορά σε οποιονδήποτε κανόνα δικαίου, ο οποίος να ερμηνεύθηκε ή να εφαρμόσθηκε χωρίς να ληφθούν υπόψη τα διδάγματα κοινής πείρας, είναι απαράδεκτος, διότι η επικαλούμενη παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας δεν αφορά σε ερμηνεία κανόνα δικαίου αλλά πλήττει στην πραγματικότητα την επί της ουσίας ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου .
3.- Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι ισχυρισμοί, που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή της ένστασης ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων.
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον ως άνω πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, προσάπτει στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β του ΚΠολΔ, ήτοι της μη λήψης υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν με το να δεχθεί ότι οφείλονται στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο δεδουλευμένες αποδοχές ενάμιση έτους για εργασία που της παρείχε το εν λόγω διάστημα ως λογιστής της ενώ τόσο πρωτοδίκως όσο και έφεση (με τον 2ο λόγο) είχε ισχυριστεί ότι αυτή δεν εργάστηκε το εν λόγω διάστημα κατόπιν προφορικής συμφωνίας τους να διακόψει την εργασία του και να του καταβάλλονται μόνον οι ασφαλιστικές εισφορές προς διευκόλυνσή του και για την κατοχύρωση του συνταξιοδοτικού του δικαιώματος, παραλείποντας έτσι το Εφετείο να λάβει υπόψη και να αξιολογήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας και δή ότι δεν είναι νοητό να πληρώνονται οι υπόλοιποι εργαζόμενοι κανονικά το ως άνω διάστημα και ο ίδιος ο αναιρεσίβλητος αν και υπεύθυνος της μισθοδοσίας στην επιχείρηση της αναιρεσείουσας να μην πληρώνεται επί τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα χωρίς μάλιστα να καταφύγει στην επιθεώρηση εργασίας για την κατάσταση αυτή και χωρίς να της αποστείλει ένα εξώδικο το διάστημα αυτό με το οποίο να ζητεί τις ανύπαρκτες αξιώσεις του που ήδη διεκδικεί με την ένδικη αγωγή του.
Ο λόγος αυτός και κατά το δεύτερο σκέλος του πρέπει να απορριφθεί, επίσης ως απαράδεκτος, καθόσον οι σχετικοί ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας δεν αποτελούν "Πράγματα" κατά την έννοια της ως άνω διάταξης αλλά αποτελούν ισχυρισμούς άρνησης της αγωγής και επιχειρήματα νομικά και πραγματικά από το νόμο και την εκτίμηση των αποδείξεων.
4.- Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 γ του άρθρ.559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 423/2012, ΑΠ 1051/2012) προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης.
Δεν υπάρχει ανάγκη ειδικής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 204/2017). Ενώ ο λόγος αναίρεσης από την ως άνω διάταξη, που πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση της αξιοπιστίας ισοδύναμων κατά το νόμο αποδεικτικών μέσων από το δικαστήριο της ουσίας, είναι απαράδεκτος (ΑΠ 319/2017). Περαιτέρω κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, λογικώς, η έλλειψη νόμιμης βάσης σημαίνει την αδυναμία αναιρετικού ελέγχου της ύπαρξης της ακολουθίας της δικανικής κρίσης ως προς την εφαρμογή διάταξης ουσιαστικού νόμου, βάσει της διαπιστωμένης εμπειρικής πραγματικότητας, ιδίως λόγω έλλειψης ή ανεπάρκειας ή αντιφατικότητας των αιτιολογιών σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως "αιτιολογίες" στη διάταξη αυτή νοούνται μόνο οι ουσιαστικές παραδοχές, η έλλειψη, αντίφαση ή ανεπάρκεια των οποίων καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου. Η πλημμέλεια αυτή του δικαστηρίου της ουσίας προτείνεται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, αφού πρόκειται για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (άρθρο 562 παρ.2β ΚΠολΔικ), ενώ μπορεί να ληφθεί υπόψη και αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 562 παρ. 4 ΚΠολΔικ) (ΑΠ 87/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναίρεσης πλήττεται η αναιρεσιβαλλόμενη για την ως άνω πλημμέλεια από τον αρ. 11 γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την επίκληση ότι δεν έλαβε υπόψη και δεν αξιολόγησε αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και δη την προταθείσα μετ'επικλήσεως υπ'αριθμόν …2/2-6-2013 ένορκη βεβαίωση της υπαλλήλου της Α.
Ψ., που δόθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Πειραιά Μ. Σ.. Ο λόγος αυτός αναίρεσης, κατά το ως άνω σκέλος του, πρέπει να απορριφθεί. Και αυτό διότι η μεν αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη δεν έλαβε υπόψη της την επικληθείσα από την αναιρεσείουσα ένορκη βεβαίωση, είναι αβάσιμη, αφού με σαφήνεια προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης ότι αυτή έλαβε υπόψη της την εν λόγω ένορκη βεβαίωση και μάλιστα γίνεται ρητή περί αυτού αναφορά στην ίδια, η δε αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη δεν αξιολόγησε την ένορκη αυτή βεβαίωση προς απόδειξη των ισχυρισμών της (εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας) σε αντίθεση με την κατάθεση του μάρτυρα του ενάγοντος που δέχθηκε ότι με αυτή αποδείχθηκε η οφειλή των επιδίκων ποσών, είναι απαράδεκτη καθόσον με αυτήν πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση της αξιοπιστίας ισοδύναμων κατά νόμο, μέσων από το δικαστήριο της ουσίας.
Περαιτέρω με τον ως άνω δεύτερο λόγο της αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, με την επίκληση της παραπάνω διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, η αιτίαση ότι αυτή δεν έχει νόμιμη βάση με την έννοια ότι έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, καθόσον δεν επεξηγεί με ποια κριτήρια αξιολόγησε τις ένορκες καταθέσεις ώστε το δικαστήριο να τις χρησιμοποιήσει ή όχι στη δικανική του κρίση.
Ο λόγος αυτός κατά το ως άνω σκέλος του πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, καθόσον με αυτόν πλήττεται η επί της ουσίας ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου υπό την επίφαση της ανεπαρκούς αιτιολογίας.
5-. Με τον τρίτο και τελευταίο λόγο της αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθμό 8 πλημμέλεια, εκθέτοντας ότι η προσβαλλόμενη δεν έλαβε υπόψη της, πράγματα προταθέντα από αυτή που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και δη ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη της τον ισχυρισμό της (που περιέχεται στον τέταρτο λόγο έφεσης της) σύμφωνα με τον οποίο η εκκαλούμενη εσφαλμένα δέχθηκε ότι αυτή (αναιρεσείουσα) προέβη σε αναγνώριση ανύπαρκτων οφειλών της απέναντι στον αντίδικο με τη χορήγηση της βεβαίωσης αποδοχών του έτους 2011, ενώ κατ'ορθή και δίκαιη κρίση έπρεπε να διαγνώσει ότι αυτή (αναιρεσείουσα) ουδέποτε υπέγραψε τέτοιο έγγραφο αλλά ότι η αναγραφή των δήθεν οφειλών της έχει τεθεί από τον ίδιο τον συντάξαντα αυτήν αντίδικο της.
Η πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη με τον ως άνω λόγο αποτελεί συμπέρασμα το οποίο ανάγεται στην εκτίμηση των αποδείξεων και δεν εμπίπτει στην έννοια των "πραγμάτων" της επικαλούμενης με τον ως άνω λόγο διάταξης με συνέπεια τα όσα επικαλείται η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης να μην ιδρύουν τον επικαλούμενο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 λόγο.
Σημειώνεται άλλωστε, ότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης, το Εφετείο έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας που περιέχεται στον τέταρτο λόγο της έφεσής της και αιτιολογημένα απέρριψε αυτόν. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος και ο τρίτος και τελευταίος λόγος της αναίρεσης.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου που κατέθεσεν προτάσεις κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου. (Άρθρα 176,183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-6-2017 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 155/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.- ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 24 Απριλίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 18 Σεπτεμβρίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ