1413/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/6/2010 προσφυγή-αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Εφετείο Λάρισας. Εκδόθηκε η 455/2014 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17/12/2014 αίτησή της.
Legislator headnote
AI generated1413/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ότι, δηλαδή, η πάροδος άπρακτης της εύλογης προθεσμίας του τριμήνου από της υποβολής για έγκριση προς τη Διευθύνουσα Υπηρεσία της προαναφερόμενης επιμέτρησης είχε ως συνέπεια την αυτοδίκαιη έγκριση αυτής και ότι μετά ταύτα η Διευθύνουσα Υπηρεσία δεν μπορούσε να τη διορθώσει, δεν παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 38 § 2 εδ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1413 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1413/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 9 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Νεδελκόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Κούκλη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/6/2010 προσφυγή-αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Εφετείο Λάρισας.
Εκδόθηκε η 455/2014 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17/12/2014 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αγγελική Τζαβάρα ανέγνωσε την από 21/3/2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης κατά της 455/2014 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου 13 § 4 και 5 του ν. 1418/1984, υπ’ αριθμ. 455/2014 τελεσίδικη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας, η οποία, δεχόμενη την από 16-6-2010 (αριθμ. καταθ. ...-6-2010) προσφυγή - αγωγή της αναιρεσίβλητης, αφού ακύρωσε την τεκμαιρόμενη σιωπηρή απόρριψη της .../23-12-2009 ένστασης και της .../1-3-2010 αίτησης συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς που άσκησε η προσφεύγουσα, τροποποίησε την .../11-12-2009 πράξη της Διευθύνουσας Υπηρεσίας κατά το μέρος που επεστράφη στην προσφεύγουσα-ανάδοχο διορθωμένη η 58η οριστική επιμέτρηση, η οποία, κατά τις παραδοχές της, πρέπει να γίνει δεκτή όπως συντάχθηκε από την προσφεύγουσα και αναγνώρισε ότι η αναιρεσείουσα υποχρεούται να καταβάλει στην προσφεύγουσα το ποσό των τριάντα χιλιάδων επτακοσίων είκοσι οκτώ ευρώ και δύο λεπτών (30.728,02) πλέον του αναλογούντος εργολαβικού οφέλους της νόμιμης Αναθεώρησης και του ΦΠΑ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της προσφυγής.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ’ αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 2/2013, 7/2006, 4/2005).
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ’ επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.
Έτσι; με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει γα καθορίζονται στο αναιρετήριο, τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (ΑΠ 325/2004), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 1947/2006), οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005).
Περαιτέρω, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (Ολ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 2267/2013, ΑΠ 26/2004).
Το κατά νόμον δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονας πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα (ΑΠ 587/2009).
Εξάλλου, το άρθρο 38 του π.δ. 609/1985, που κατά τον έχοντα ισχύ νόμου Κανονισμό της αναιρεσείουσας εφαρμόζεται και στα εκτελούμενα από αυτήν έργα, ορίζει, μεταξύ άλλων, και τα εξής: "1. Κατά τη διάρκεια της κατασκευής του έργου παίρνονται όλα τα αναγκαία στοιχεία για την επιμέτρηση των ποσοτήτων των εκτελούμενων εργασιών.
Οι επιμετρήσεις συντάσσονται με μέριμνα και δαπάνη του αναδόχου και υπόκεινται στον έλεγχο της υπηρεσίας. Τα επιμετρητικά στοιχεία λαμβάνονται από κοινού από τους επιβλέποντα και εκπρόσωπο του αναδόχου, καταχωρούνται σε επιμετρητικά φύλλα εις διπλούν που υπογράφονται από τα δύο μέρη και καθένα παίρνει από ένα αντίγραφο. 2.
Στο τέλος κάθε μήνα ο ανάδοχος συντάσσει επιμετρήσεις κατά διακριτά μέρη του έργου για τις εργασίες που εκτελέσθηκαν τον προηγούμενο μήνα. Η επιμέτρηση περιλαμβάνει για κάθε εργασία συνοπτική περιγραφή της με ένδειξη του αντίστοιχου άρθρου του τιμολογίου ή των πρωτοκόλλων κανονισμού τιμών μονάδας νέων εργασιών, τους αναλυτικούς υπολογισμούς για τον προσδιορισμό της ποσότητας των εργασιών που εκτελέσθηκαν και τα αναγκαία γι’ αυτό επιμετρητικά σχέδια και διαγράμματα με βάση τα στοιχεία απευθείας καταμέτρησης των εργασιών .....
Οι επιμετρήσεις, συνοδευόμενες από τα αναγκαία επιμετρητικά σχέδια, υποβάλλονται από τον ανάδοχο στη Διευθύνουσα Υπηρεσία για έλεγχο ..... Η Διευθύνουσα υπηρεσία μετά την παραβολή προς τα επιμετρητικά στοιχεία, τον έλεγχο και τυχόν διόρθωση των υπολογισμών, εγκρίνει τις επιμετρήσεις και τις κοινοποιεί στον ανάδοχο.
Η κοινοποίηση αυτή θεωρείται πράξη της διευθύνουσας υπηρεσίας, ..... και ο ανάδοχος, αν δεν αποδέχεται τις διορθώσεις, μπορεί να ασκήσει το προβλεπόμενο από το Νόμο δικαίωμα της ένστασης... 4. Δύο μήνες το αργότερο μετά τη βεβαιωμένη περάτωση του έργου ο ανάδοχος είναι υποχρεωμένος να υποβάλλει στη Διευθύνουσα υπηρεσία τυχόν επιμέρους επιμετρήσεις που λείπουν και την "τελική επιμέτρηση", δηλαδή τελικό .συνοπτικό πίνακα που ανακεφαλαιώνει τις ποσότητες όλων των τμηματικών επιμετρήσεων ...
Αν αυτές έχουν ελεγχθεί από τη Διευθύνουσα υπηρεσία, οι ποσότητες τίθενται όπως διορθώθηκαν έστω και αν εκκρεμούν κατ’ αυτών ενστάσεις του αναδόχου ή αιτήσεις θεραπείας. Η καταχώρηση αυτή στην τελική επιμέτρηση δεν αποτελεί παραίτηση του αναδόχου από τέτοιες αιτήσεις ή ενστάσεις ... ούτε παρέχει το δικαίωμα σ’ αυτόν να υποβάλλει νέες.
Για τις επιμέρους επιμετρήσεις που δεν έχουν ακόμη ελεγχθεί από την υπηρεσία ή γι’ αυτές που τυχόν υποβάλλονται για πρώτη φορά μαζί με την τελική επιμέτρηση, καταχωρούνται οι ποσότητες των επιμετρήσεων όπως συντάχθηκαν από τον ανάδοχο πριν από τον έλεγχο της υπηρεσίας. Η τελική επιμέτρηση υπογράφεται από τον ανάδοχο ...
Η Διευθύνουσα υπηρεσία έχει υποχρέωση να προβεί στον έλεγχο της τελικής επιμέτρησης μέσα σε δύο μήνες από την υποβολή της και να κοινοποιήσει στον ανάδοχο την ελεγμένη και τυχόν διορθωμένη επιμέτρηση. Το τελευταίο εδάφιο της παρ.2 έχει εφαρμογή για την τελική επιμέτρηση". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων, προκύπτουν τα εξής:
Με το αναφερόμενο στις επιμετρήσεις άρθρο 38 του π.δ/τος 609/1985 δεν τάσσεται προθεσμία στην Διευθύνουσα Υπηρεσία για τον έλεγχο και την έγκριση των υποβαλλομένων τμηματικών επιμετρήσεων, όπως αντιθέτως, τάσσεται για τον έλεγχο και την έγκριση της τελικής επιμετρήσεως. Εφόσον, όμως, η πληρωμή του αναδόχου, (η καθυστέρηση της οποίας πέραν τού διμήνου επιφέρει υπέρ αυτού τις συνέπειες της παρ.8 του άρθρου 5 του ν. 1418/1984, μεταξύ των οποίων και την έναρξη τόκων, εφόσον προηγηθεί όχληση), προϋποθέτει προηγούμενη καταμέτρηση των εκτελεσθεισών εργασιών, καθώς και έλεγχο και έγκριση των υποβληθεισών επιμετρήσεων, ο χρόνος της εγκρίσεως των εν λόγω επιμετρήσεων έχει ιδιαίτερη σημασία.
Για το λόγο αυτό, και προς τον σκοπό να επιλύονται οριστικώς και επικαίρως διαφορές μεταξύ του αναδόχου και του κυρίου του έργου που ενδεχομένως ανακύπτουν στα διάφορα στάδια εκτελέσεως του έργου, ώστε να γνωρίζουν και οι δυο τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους και να μην επικρατεί αβεβαιότητα, πράγμα που εξυπηρετεί και την ανάγκη ταχείας περατώσεως των δημοσίων έργων, η έγκριση ή η άρνηση εγκρίσεως ή η διόρθωση των τμηματικών επιμετρήσεων δεν είναι απρόθεσμη, αλλά αντιθέτως πρέπει να ενεργείται εντός ευλόγου χρόνου, τέτοιος δε χρόνος, ελλείψει σχετικής προβλέψεως, θεωρείται το τρίμηνο από την υποβολή τους προς έγκριση.
Συνεπώς, με την άπρακτη πάροδο τριμήνου από την υποβολή τους, οι τμηματικές επιμετρήσεις θεωρούνται, ανεξαρτήτως τυχόν πλημμελειών τους, αυτοδικαίως εγκεκριμένες και η Διευθύνουσα Υπηρεσία, όπως και επί της εμπρόθεσμης έγκρισης, δεν δύναται πλέον να τις διορθώσει (ΑΠ 251/2015, 1560/2014, ΣτΕ 746/2016). Επίσης, οι δια της σιωπής εγκριθείσες μερικές επιμετρήσεις δεν μπορούν να τροποποιηθούν ούτε με αντιρρήσεις κατά της "τελικής επιμέτρησης" ή του "προτελικού λογαριασμού" ή του "τελικού λογαριασμού", που προβλέπουν τα άρθρα 38 παρ. 4 και 40 παρ. 7 και 9 του π.
δ/τος 609/1985, ούτε να αναθεωρηθούν κατά τον έλεγχο της τελικής επιμετρήσεως ή την εκκαθάριση του τελικού λογαριασμού δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 38 παρ. 4 και 40 παρ.8 του τελευταίου τούτου π. δ/τος, καθόσον, κατά τον εν λόγω έλεγχο και την εκκαθάριση, δεν προβλέπεται και έρευνα παλαιάς πιστοποιήσεως, εγκριθείσης ρητώς ή εκ του τεκμηρίου της σιωπής της διευθύνουσας υπηρεσίας (ΑΠ 1451/2006).
Η διάταξη δε της παρ. 2 του άρθρου 53 του π.δ. 609/1985, που ορίζει ότι η αρμόδια για τη διενέργεια της προσωρινής παραλαβής του έργου επιτροπή "ελέγχει κατά το δυνατό την επιμέτρηση με γενικές ή σποραδικές καταμετρήσεις, καταγράφει στο πρωτόκολλο τις ποσότητες της τελικής επιμέτρησης όπως τυχόν διορθώνονται από τους ελέγχους που γίνονται", δεν έχει την έννοια ότι με το πρωτόκολλο προσωρινής παραλαβής μπορούν να αμφισβητηθούν οι εργασίες που περιλήφθηκαν σε τμηματικές επιμετρήσεις, οι οποίες είτε εγκρίθηκαν ρητώς είτε θεωρούνται ως σιωπηρώς εγκριθείσες λόγω παρόδου απράκτου τριμήνου από την υποβολή τους προς έγκριση στην Διευθύνουσα Υπηρεσία (ΑΠ 1644/2008, ΣτΕ 1154/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης εφετειακής απόφασης (αρθ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "Με την 1035/9-7-2004 σύμβαση που καταρτίσθηκε μεταξύ των νομίμων εκπροσώπων της καθής η προσφυγή και της προσφεύγουσας, η τελευταία ανέλαβε ως ανάδοχος την εκτέλεση του έργου "...:
Εργασίες ολοκλήρωσης του τμήματος από κόμβο ...) έναντι εργολαβικού ανταλλάγματος 129.059.920 ευρώ πλέον ΦΠΑ. Το έργο περατώθηκε εμπρόθεσμα την 30-6-2009 σύμφωνα με την .../8-7-2011 βεβαίωση περαίωσης εργασιών. Η προσφεύγουσα με το .../24-7-2009 έγγραφο της υπέβαλε προς έγκριση την 58η οριστική επιμέτρηση του έργου που αφορά το τμήμα αυτού μεταξύ σήραγγας Κ.
και γέφυρας ... Η Διευθύνουσα Υπηρεσία με την ...11-12-2008 πράξη της προέβη σε διόρθωση της επιμέτρησης αυτής κοινοποιώντας στην προσφεύγουσα το σχετικό έγγραφο της την 14-12-2009. Η προσφεύγουσα άσκησε κατά της πράξης αυτής εντός δεκαπέντε ημερών, (την 23-12-2009) την .../23-12-2009 ένσταση. Παρελθούσης άπρακτης της 60νθήμερης προθεσμίας και απορριφθείσας κατά συνέπεια, σιωπηρά της άνω ένστασης, η προσφεύγουσα άσκησε εμπροθέσμως την ... /1 - 3-2010 αίτηση συμβιβασμού.
Και αυτή απορρίφθηκε σιωπηρά με την παρέλευση τριμήνου από την υποβολή της, αφού η Διευθύνουσα Υπηρεσία δεν απήντησε εγγράφως σε αυτήν. Στη συνέχεια και εντός του διμήνου από την παρέλευση του ανωτέρω τριμήνου διαστήματος, η ανάδοχος - προσφεύγουσα άσκησε την υπό κρίση προσφυγή.
Όπως εκτέθηκε, η επίδικη 58 επιμέτρηση του έργου υποβλήθηκε από την προσφεύγουσα στη Διευθύνουσα Υπηρεσία προς έγκριση την 24-7-2009. Η απάντηση της τελευταίας, με την οποία διορθώθηκε η επιμέτρηση αυτή, κατά τα κατωτέρω εκτιθέμενα, κοινοποιήθηκε στην προσφεύγουσα με το από 11-12-2009 έγγραφο της που της κοινοποιήθηκε την 14-12-2009, ήτοι μετά παρέλευση τεσσάρων και πλέον μηνών από την ημερομηνία υποβολής της.
Έτσι, η ανωτέρω επιμέτρηση, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη, θεωρείται, ανεξαρτήτως τυχόν πλημμελειών της, αυτοδικαίως εγκεκριμένη από την Διευθύνουσα Υπηρεσία, όπως βάσιμα υποστηρίζει η προσφεύγουσα. Ενόψει των ανωτέρω, η προσβαλλόμενη πράξη της Διευθύνουσας Υπηρεσίας είναι άκυρη κατά το μέρος που διορθώνεται η επίδικη επιμέτρηση και συνακόλουθα μη νομίμως απορρίφθηκαν σιωπηρώς με την παρέλευση των προβλεπομένων προθεσμιών, τόσο η ασκηθείσα από την προσφεύγουσα ένσταση κατά της ως άνω Πράξης της Διευθύνουσας Υπηρεσίας, όσο και η υποβληθείσα αίτηση συμβιβασμού".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αφού δέχθηκε ως βάσιμη και κατ’ ουσία την ένδικη προσφυγή της αναδόχου εταιρείας, ακύρωσε την τεκμαιρόμενη σιωπηρή απόρριψη της .../23-12-2009 ένστασης και της .../1-3-2010 αίτησης συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς, που άσκησε η προσφεύγουσα, τροποποίησε την ...11-12-2009 πράξη της Διευθύνουσας Υπηρεσίας κατά το μέρος που επεστράφη στην προσφεύγουσα ανάδοχο διορθωμένη η 58 οριστική επιμέτρηση, και αναγνώρισε ότι η καθής υποχρεούται να καταβάλει στην προσφεύγουσα το ποσό των 30.728,02 ευρώ, πλέον του αναλογούντος εργολαβικού οφέλους της νόμιμης αναθεώρησης και του ΦΠΑ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της προσφυγής.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ότι, δηλαδή, η πάροδος άπρακτης της εύλογης προθεσμίας του τριμήνου από της υποβολής για έγκριση προς τη Διευθύνουσα Υπηρεσία της προαναφερόμενης επιμέτρησης είχε ως συνέπεια την αυτοδίκαιη έγκριση αυτής και ότι μετά ταύτα η Διευθύνουσα Υπηρεσία δεν μπορούσε να τη διορθώσει, δεν παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 38 § 2 εδ.
δ’ του π.δ. 609/1985 και 279 ΑΚ που εφάρμοσε, αλλά ούτε εκείνη του άρθρου 11 παρ. 3 του ν. 1418/1984 που δεν εφάρμοσε, ο δε περί του αντίθετου πρώτος, από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο και δέχτηκε τα παραπάνω, διότι στο άρθρο 38 παρ. 2 εδ.
δ’ του π.δ. 609/1985 δεν τάσσεται προθεσμία, μέσα στην οποία πρέπει η Διευθύνουσα Υπηρεσία να εγκρίνει, μετά διορθώσεων ή μη, τις υποβαλλόμενες από τον ανάδοχο επιμετρήσεις των εκτελεσθεισών εργασιών και μάλιστα αποσβεστική, κατά την έννοια του άρθρου 279 ΑΚ, (που εφαρμόζεται εν προκειμένω κατά το άρθρο 5 παρ.13 του ν.1418/1984) και συνεπώς παρέχεται η δυνατότητα σ’ αυτή να τις αμφισβητήσει εκ των υστέρων, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.
Παράλληλα, με βάση τις ίδιες παραπάνω παραδοχές, ότι, δηλαδή, ο έλεγχος και η έγκριση της επίδικης επιμέτρησης έπρεπε να ενεργηθεί εντός ευλόγου χρόνου, που ως τέτοιος θεωρείται το τρίμηνο από την υποβολή της στη Διευθύνουσα Υπηρεσία και ότι μετά την άπρακτη πάροδο του άνω τριμήνου θεωρείται αυτοδικαίως εγκεκριμένη, η προσβαλλόμενη απόφαση έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί* καλύπτεται με πληρότητα, χωρίς να χρειάζεται οποιαδήποτε άλλη παραδοχή, το πραγματικό του άνω εφαρμοστέου εδώ κανόνα δικαίου, (αρθ. 38 παρ.2 εδ.δ’ ΠΔ 609/1985), όπως διαμορφώθηκε από την πάγια νομολογία, τον οποίο δεν παραβίασε το Εφετείο εκ πλαγίου, λόγω έλλειψης αιτιολογίας, καθόσον δεν ήταν αναγκαία για τον προσδιορισμό ως ευλόγου χρόνου, για τον έλεγχο και την έγκριση της ως άνω επιμέτρησης, του τριμήνου από την υποβολή της στη Διευθύνουσα Υπηρεσία, η παράθεση άλλων πραγματικών περιστατικών, όπως η τήρηση ή όχι της υποχρέωσης του αναδόχου για την ανά μήνα υποβολή των επιμετρήσεων του έργου, ο φόρτος της αρμόδιας υπηρεσίας και με άλλα έργα, ως και η πολυπλοκότητα των προς έλεγχο επιμετρήσεων, λόγω της φύσης των εργασιών και ο περί του αντιθέτου δεύτερος από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος της αναίρεσης, με τον οποίον προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αναιτιολόγητη, διότι το Εφετείο δεν συνάρτησε την κρίση του αυτή για τον προσδιορισμό ως ευλόγου χρόνου του τριμήνου από τα εκάστοτε πραγματικά περιστατικά, όπως και τα προαναφερόμενα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 17/12/2014 αίτηση της εταιρείας "... Α.Ε.", για αναίρεση της 455/2014 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Ιουνίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 18 Αυγούστου 2017.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και νυν Πρόεδρος του Αρείου Πάγου