Appeal dismissed because the appellant failed to prove the contested claim was raised in the lower court.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's judgment regarding inheritance and asset valuation. The appellant argued that the lower court erred in inferring an admission of specific asset values without explicit evidence, claiming this violated procedural rights. The court ruled that because the appellant did not specifically contest these factual assertions during the trial, the lower court was legally permitted to infer an admission, rendering the appeal inadmissible under Article 562 of the Code of Civil Procedure.
Legislator headnote
AI generatedArt. 562 para. 2 C.P.C.; Art. 261 C.P.C.; Art. 559 para. 11b C.P.C.: An appeal is inadmissible if it relies on a claim not properly raised in the court of first instance, unless it concerns a non-appealable error, a defect in the judgment itself, or public order, and the appellant must demonstrate the claim was previously submitted.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1413 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1413/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Τoυ αναιρεσείοντος: Χ. Μ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Εμμανουηλίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: Θ. συζ. Χ. Κ., το γένος Δ. Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Ζευκιλή, ο οποίος ανακάλεσε την από 20/1/2014 δήλωσή του κατ' άρθρο 242 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/9/2008 (με αρ. κατ. 3958/320/31-10-2008 αγωγή) της ήδη αναιρεσίβλητης και της Χ. συζ. Δ. Γ., το γένος Δ. Μ., η οποία δεν είναι διάδικος στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο ...ς.. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 143/2010 του ίδιου Δικαστηρίου, 420/2012 μη οριστική και 556/2013 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση των τελευταίων αποφάσεων ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5/7/2013 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου ανέγνωσε την από 28/1/2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δε μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νόμιμη κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Συνεπώς αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, και ο αναιρεσείων ήταν εφεσίβλητος, που έχει νικήσει πρωτοδίκως, για την πληρότητα του σχετικού λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται ότι ο ισχυρισμός, στον οποίο αυτός στηρίζεται, είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα με τις προτάσεις του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρθηκε με τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις του της πρώτης συζητήσεως κατά τον τρόπο που αναφέρει το άρθρο 240 Κ.Πολ.Δ.
ή ότι προτάθηκε για πρώτη φορά στο Εφετείο με τις προϋποθέσεις του άρθρου 527 Κ.Πολ.Δ. ή ότι συντρέχει κάποια εξαιρετική περίπτωση από τις προβλεπόμενες στην παραπάνω διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. Το γεγονός εξάλλου ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία γιατί στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβιάζει μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο ισχυρισμός αυτός δεν έχει προταθεί νόμιμα από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα του δικονομικού δικαίου, για την πληρότητα δε αυτού πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο σχετικός ισχυρισμός και αν ακόμα λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρονται τα προς θεμελίωση αυτού πραγματικά περιστατικά.
Επειδή από τη διάταξη του άρθρου 219 Κ.Πολ.Δ. κατά την οποία αγωγή υπό αίρεση δεν επιτρέπεται, συνάγεται ότι η από το νόμο απαγορευμένη διαζευκτική ή επικουρική εναγωγή επιφέρει ακυρότητα του δικογράφου της αγωγής στο σύνολό της και για το λόγο αυτό την απόρριψή της και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτης. Εξάλλου με το άρθρο 218 Κ.Πολ.Δ.
ορίζονται οι προϋποθέσεις της σώρευσης διαφόρων αιτήσεων του αυτού ενάγοντος κατά του αυτού εναγομένου, μια των οποίων είναι η έλλειψη αντιφατικότητας μεταξύ τους, πλην όμως για την παρά το νόμο σώρευση αγωγών, που αντιφάσεων μεταξύ τους δεν προβλέπεται ως κύρωση το απαράδεκτο ή η ακυρότητα του δικογράφου αλλά διατάσσεται ο χωρισμός τους, Επομένως η παραβίαση από το δικαστήριο της ουσίας της υποχρεώσεώς του να διατάξει το χωρισμό δεν ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
λόγο αναίρεσης, αφού δεν πρόκειται για κήρυξη ή μη κήρυξη απαραδέκτου η ακυρότητας. Στην προκειμένη περίπτωση με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, που δέχθηκε κατ' ουσίαν έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη, κατά το ενδιαφέρον μέρος, αγωγή της τελευταίας και τρίτου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη κατά του αναιρεσείοντος, στο δικόγραφο της οποίας σωρευόταν 1) αξίωση για την αναγνώριση του αναιρεσείοντος ως ανάξιου κληρονόμου 2) για την αναγνώριση της ακυρότητας δημόσιας διαθήκης και 3) περί κλήρου, την οποία εξαφάνισε και ακολούθως δέχθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμες τη δεύτερη και τρίτη παραπάνω αγωγικές αξιώσεις, η πλημμέλεια από τον αρ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
Ειδικότερα με τον πρώτο λόγο διατυπώνεται η αιτίαση ότι η σχετική πλημμέλεια συντελέσθηκε επειδή το Εφετείο παρά το νόμο δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την αγωγή, λόγω ακυρότητας αυτής, καθ' όσον ασκήθηκε διαζευκτικώς ως προς το πρόσωπό του αναιρεσείοντος, ως εναγομένου, σε σχέση με την περί κλήρου αγωγή αλλά και επικουρικώς για την περίπτωση απόρριψης της αγωγής κατά άλλου συνεναγομένου και με τον δεύτερο λόγο επειδή το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε την ακυρότητα του δικογράφου της αγωγής ενώ είχαν σωρευθεί σ' αυτό αντικειμενικώς οι αντιφάσκουσες αξιώσεις της αναιρεσίβλητης 1) περί κήρυξης του αναιρεσείοντος ως ανάξιου κληρονόμου επειδή με απειλή ανάγκασε την κληρονομουμένη αδελφή τους να συντάξει δημόσια διαθήκη, με την οποία άφησε σ' αυτόν όλη την περιουσία της και 2) περί αναγνώρισης της ακυρότητας της δημόσιας αυτής διαθήκης επειδή δεν τηρήθηκαν οι νόμιμες γι αυτήν διατυπώσεις και επειδή η διαθέτης δεν είχε συνείδηση των πραττομένων και εστερείτο της χρήσης του λογικού λόγω πνευματικής ασθένειας και δε διατάχθηκε ο χωρισμός τους.
Οι λόγοι αυτοί είναι προεχόντως απαράδεκτοι και ειδικότερα ο πρώτος τούτων επειδή ο αναιρεσείων, ενόψει του ότι δε συντρέχει κάποια εξαίρεση από εκείνες που ορίζονται στο άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., δεν αναφέρει στο αναιρετήριο ότι με τις προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου ως εφεσίβλητος, όπως είχε υποχρέωση κατά τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, επανέφερε τον προταθέντα πρωτοδίκως στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραπάνω ισχυρισμό περί απαραδέκτου της αγωγής ή ότι πρόβαλε αυτόν για πρώτη φορά με τις προϋποθέσεις του άρθρου 527 Κ.Πολ.Δ.
στη δευτεροβάθμια δίκη, αλλά και από την επισκόπηση των προτάσεων του τελευταίου που κατέθεσε και στους δύο βαθμούς (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) προκύπτει ότι τέτοιος ισχυρισμός δεν προβλήθηκε, ο δε δεύτερος αφού η σώρευση στο ίδιο δικόγραφο αξιώσεων χωρίς τη συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 218 Κ.Πολ.Δ.
δεν καθιστά άκυρο το αγωγικό δικόγραφο, η δε παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να διατάξει το χωρισμό αντιφατικών αγωγών δεν ιδρύει τον προβλεπόμενο από τον αρ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγο.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Εξάλλου ο ίδιος λόγος αναιρέσεως είναι δυνατόν να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση επειδή παραβίασε κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση αυτή παραβιάσθηκε κανόνας δικαίου, οπότε ο λόγος αναιρέσεως θα απορριφθεί ως απαράδεκτος διότι πλήττει την ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε, αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δε συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνον το ότι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δε συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δε δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα, των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Επειδή, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1719 § 3 του ΑΚ, όπως αυτή ισχύει, μετά την τροποποίηση της με το άρθρο 30 του Ν. 2447/1996, ανίκανοι να συντάσσουν διαθήκη είναι και όσοι κατά τον χρόνο της σύνταξης της δεν έχουν συνείδηση των πράξεων τους ή βρίσκονται σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή, που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης τους.
Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, έλλειψη της συνείδησης των πραττομένων υπάρχει, όταν ο διαθέτης από θόλωση της διανοίας από κάποιο νοσηρό ή μη αίτιο (π.χ. ισχυρή μέθη εξαιτίας χρήσεως οινοπνεύματος ή άλλων τοξικών ουσιών, βαθύς ύπνος, εγκεφαλική διάσειση, υψηλός πυρετός, εγκεφαλικό επεισόδιο κλπ.), σε βαθμό συγχύσεως, αδυνατεί να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο της πράξεως που επιχειρεί, δηλαδή βρίσκεται σε αδυναμία να διαγνώσει ότι συντάσσει διαθήκη ή μπορεί μεν να διαγνώσει ότι συντάσσει διαθήκη, αδυνατεί όμως να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο των επί μέρους διατάξεων αυτής, χωρίς να απαιτείται γενική και πλήρης έλλειψη της συνειδήσεως, αρκούσας προς τούτο της σε μεγάλο βαθμό συγχύσεως αυτής.
Ψυχική ή διανοητική διαταραχή, που περιορίζει αποφασιστικά την λειτουργία της βουλήσεως του διαθέτη, είναι η διαταραχή που μειώνει σημαντικά την ικανότητα για αντικειμενικό έλεγχο της πραγματικότητας, όταν δηλαδή εξαιτίας της διαταραχής αυτής αποκλείεται, κατά τον χρόνο συντάξεως της διαθήκης, ο ελεύθερος προσδιορισμός της βουλήσεως του με λογικούς υπολογισμούς, καθ' όσον ο τελευταίος κυριαρχείται από παραστάσεις, αισθήματα, ορμές ή επιρροές τρίτων.
Οι ασθένειες, που μπορούν να οδηγήσουν στην διαταραχή αυτή, είναι οι ίδιες, οι οποίες, σύμφωνα με τη ρύθμιση της προϊσχύσασας διατάξεως του άρθρου 1719 § 4 ΑΚ, προκαλούσαν έλλειψη χρήσης του λογικού, λόγω πνευματικής ασθένειας, δηλαδή οι γνήσιες ψυχώσεις, όπως η μανιοκαταθλιπτική ψύχωση, η σχιζοφρένεια, οι παράνοιες, αλλά και οι οργανικοψυχικές παθήσεις, όπως η άνοια και η ολιγοφρένεια.
Παρέπεται ότι δεν αποκλείεται κατά νόμο ή συνύπαρξη στο πρόσωπο του διαθέτη και των δύο περιπτώσεων ανικανότητας, που προβλέπονται στη διάταξη του άρθρου 1719 αριθ. 3 ΑΚ, δηλαδή, τόσο της έλλειψης συνείδησης των πράξεων του, όσο και της ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής του που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του.
Σε περίπτωση έλλειψης συνείδησης των πράξεων, η απόδειξη της έλλειψης αυτής πρέπει να αναφέρεται ακριβώς στον χρόνο σύνταξης της διαθήκης, ενώ αντίθετα στην περίπτωση που ο διαθέτης πάσχει από διανοητική διαταραχή, αν μεν πρόκειται για πάθηση περιοδικού ή παροδικού χαρακτήρα απαιτείται και πάλι να αποδειχθεί η ψυχική ή διανοητική διαταραχή του διαθέτη, κατά τον χρόνο σύνταξης της διαθήκης, αν όμως πρόκειται για πάθηση μη ιάσιμη ή βαρεία ψυχική διαταραχή, αρκεί η απόδειξη ότι ο διαθέτης κατά την εποχή της σύνταξης της διαθήκης, έπασχε από μόνιμη πνευματική νόσο (ΑΠ 1420/2010, ΑΠ 1110/2008, 695/2008).
Εξάλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1871, 1872 και 1873 ΑΚ προκύπτει ότι ο κληρονόμος με την περί κλήρου αγωγή κατά του κατακρατούντος proherede αντικείμενα της κληρονομίας δικαιούται να ζητήσει την αναγνώριση του κληρονομικού του δικαιώματος και την απόδοση των κληρονομιαίων "αντικειμένων" μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και οτιδήποτε εκείνος (νομέας της κληρονομίας) απέκτησε με δικαιοπραξία μετά το θάνατο του κληρονομουμένου, χρησιμοποιώντας κληρονομιαία μέσα δηλαδή το αντικατάλλαγμα (surrogatum), το οποίο υποκαθιστά το αρχικό αντικείμενο της κληρονομίας που εξήλθε από αυτήν, κατά το κληρονομικό του ποσοστό, σε περίπτωση δε αδυναμίας αυτούσιας απόδοσης, αποζημίωση Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, προκύπτει ότι με αυτήν το Εφετείο, δέχθηκε μετά από εκτίμηση των αποδείξεων κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Την 11-3-2007 απεβίωσε στην ..., σε ηλικία 78 ετών, η αδελφή των εναγουσών και του πρώτου εναγομένου, Ά. χήρα Θ. Μ., κάτοικος όσο ζούσε, .... Πλησιέστεροι συγγενείς, κατά τον ως άνω χρόνο του θανάτου της και κληρονόμοι αυτής, κατά την εξ αδιαθέτου διαδοχή, ήταν οι ενάγουσες αδελφές της, Θ. συζ. Χ. Κ., (1η ενάγουσα), Χ. συζ.
Δ. Γ., (2η ενάγουσα) και ο αδελφός της, Χ. Μ. (ήδη αναιρεσείων). Η ανωτέρω αποβιώσασα κατέλιπε, κατά τον χρόνο του θανάτου της, την υπ' αριθ. 1316/25-8-2005 δημόσια διαθήκη της, πού συντάχθηκε στην οικία της, από την συμβολαιογράφο ...ς, ........... και δημοσιεύθηκε νόμιμα με τα με αριθ. 81/19-4-2007 πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου ...ς.
Με την διαθήκη της αυτή εγκατέστησε κληρονόμους της τις ενάγουσες, στις οποίες κατέλιπε το ποσό των 150 ευρώ στην κάθε μία και τον πρώτο εναγόμενο ήδη αναιρεσείοντα, στον οποίο κατέλιπε όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία της, αποτελούμενη από την κατοικία της επί της οδού ... στην ..., η εμπορική αξία της οποίας ανερχόταν, κατά τον χρόνο του θανάτου της, στο ποσό των 80.000 ευρώ καθώς και χρηματικές καταθέσεις, συνολικού ποσού 100.000 ευρώ, όπως τα περιουσιακά αυτά στοιχεία και η εμπορική αξία της παραπάνω οικίας, κατά τον ως άνω χρόνο, δεν αμφισβητούνται ειδικά από τους 1ο και 2η των εναγομένων, συναγόμενης ομολογίας τούτων (αρθρ. 261 Κ.Πολ.Δ.) περί των πραγματικών αυτών περιστατικών.
Στις αρχές Απριλίου 2004, η ηλικίας τότε 75 ετών διαθέτιδα, υπέστη συντριπτικό κάταγμα αριστερού βραχιονίου και εισήχθη στις 5-4-2004 στο Γεν. Νοσοκομείο ...ς, όπου υποβλήθηκε σε μερική αρθροπλαστική, παρέμεινε δε εκεί νοσηλευόμενη μέχρι 19-4-2004 και έκτοτε στην οικία της, βοηθούμενη από την Λ. Π., πού προσελήφθη για να φροντίζει τόσο την ίδια όσο και την οικία της.
Κατά τους επόμενους τρείς μήνες εντοπίσθηκαν από τον μάρτυρα αποδείξεως - ανηψιό της, Α. Κ. - υιό της 1ης ενάγουσας αδελφής της ήδη αναιρεσίβλητης, στη συμπεριφορά της διαθέτιδος ενδείξεις ανησυχητικές για την πνευματική της υγεία, όπως το ότι είχε κρεμασμένο στην τηλεόραση τον σταυρό της, αναφορές ότι μπήκε από την θωρακισμένη πόρτα ο γείτονας και αφαίρεσε κρίκους από την αλυσίδα/ άφηνε σημάδια μέσα στο σπίτι και το πρωί τα έβρισκε αλλού, γι' αυτό συνοδευόμενη από τον παραπάνω ανεψιό της επισκέφθηκε στην ...
τον ψυχίατρο - ψυχοθεραπευτή/ Α. Μ., ο οποίος διέγνωσε ότι πάσχει από παραληρητική διαταραχή και συνέστησε φαρμακευτική αγωγή με το σκεύασμα Risperdal 2, όπως τα ανωτέρω κατατέθηκαν από τον παραπάνω μάρτυρα αποδείξεως, ο οποίος από τον Απρίλιο του 2004 διατηρούσε συχνή (ανά διήμερο) τηλεφωνική επαφή με την προαναφερόμενη οικιακή βοηθό, προκειμένου να πληροφορείται την υγεία της θείας του, την οποία και επισκεπτόταν μία φορά τον μήνα.
Στις 21-8-2004 η διαθέτιδα εισήχθη στην Παθολογική Κλινική του Γεν. Νοσοκομείου Κατρίνης όπου νοσηλεύθηκε μέχρι 7-9-2004, πάσχουσα από εμπύρετο σαλμονέλωση, από δε την γενομένη, μεταξύ άλλων, νευρολογική της εξέταση ουδέν ανευρέθη, όπως επί λέξει αναγράφεται στο από 7-9-2004 πληροφοριακό δελτίο νοσηλείας της άνω κλινικής.
Είναι όμως γεγονός ότι την νύχτα της 20ης/21ης-8-2004 ο πρώτος εναγόμενος επισκέφθηκε την διαθέτιδα αδελφή του στην οικία της, όπου με φορτικότητα της ζήτησε να ανακαλέσει τις από 1-6-2004 και 15-7-2004 εξώδικους δηλώσεις - προσκλήσεις της προς τον ίδιο και τον υιό του, Δ. Μ., με τις οποίες τους ζητούσε να της επιστρέψουν τα αναφερόμενα στις άνω εξώδικους έγγραφα και αντικείμενα (ήτοι δύο (2) εξουσιοδοτήσεις της προς αυτούς για ανάληψη χρημάτων από τους τραπεζικούς της λογαριασμούς στην Τράπεζα Πειραιώς, την τσάντα με τα χρυσαφικά της, το κλειδί της οικίας της και δύο ακόμη αγνώστου περιεχόμενου σ' αυτήν έγγραφα που, κατά τα εκτιθέμενα στις άνω εξώδικους, υπέγραψε κατόπιν δικής τους πιέσεως), γεγονός το οποίο και πέτυχε, σύμφωνα με την κατάθεση του μάρτυρα αποδείξεως, στον οποίο ο πρώτος εναγόμενος απαγόρευσε εκείνο το βράδυ να επισκεφθεί την θεία του.
Το δε περιεχόμενο της καταθέσεως του επιβεβαιώνεται από την με ημερομηνία 20-8-2004 εξώδικο δήλωση της διαθέτιδος, πού φέρει την ιδιόχειρη υπογραφή της και επιδόθηκε στον πρώτο εναγόμενο στις 25-8-2004, και με την οποία ανακαλεί τις προαναφερόμενες εξώδικους της καθώς και από την σύνταξη του υπ' αριθ. 387/10-9-2004 πληρεξουσίου, με το οποίο χορηγούσε στον πρώτο εναγόμενο την πληρεξουσιότητα να αναλαμβάνει χρηματικά ποσά από τους τραπεζικούς λογαριασμούς, πού διατηρούσε στην Εθνική Τράπεζα και στην Τράπεζα Πειραιώς.
Μετά την έξοδο της, στις 7-9-2004, από το νοσοκομείο και μέχρι τον θάνατο της η διαθέτιδα παρέμεινε κλινήρης και παρά το γεγονός ότι στο ανωτέρω πληροφοριακό δελτίο νοσηλείας της αναγράφεται ότι ουδέν νευρολογικής φύσεως ανευρέθη, είναι βέβαιο ότι πριν την εισαγωγή της στη παθολογική κλινική στις 21-8-2004 είχε επιβαρυνθεί, λόγω του προεκετεθέντος επεισοδίου με τον πρώτο εναγόμενο, η ψυχική της υγεία, γεγονός πού αποτυπώνεται και στην υπ' αριθ. 327/Γ23-11-2004 Γνωμάτευση της Α' Βάθμιας ΥΓ.
Επιτροπής του ΤΕΒΕ, όπου ως ιστορικό αναφέρεται "Εγκεφαλική ατροφία μετά ΑΕΕ πρό 3μήνου", πού συμπίπτει χρονικά με την προαναφερόμενη εισαγωγή της στο νοσοκομείο στις 21-8-2004, καθώς και ότι "εκ της κλινικής εξετάσεως της προκύπτει ότι φέρει μόνιμο ουροκαθετήρα και ρινογαστρικό σωλήνα". Η παραπάνω επιτροπή, η οποία προσδιόρισε την αναπηρία της διαθέτιδος σε ποσοστό 80%, έλαβε υπόψη προς διαμόρφωση της άνω κρίσεως της, όπως προκύπτει από το κείμενο της υπ' αριθ. ...
Γνωμάτευσης αυτής, μεταξύ άλλων και την από 22-11-2004 ιατρική γνωμάτευση του ιατρού -νευρολόγου, Π. Α., ο οποίος εξήτασε, κατά την παραπάνω ημερομηνία, την διαθέτιδα και διαπίστωσε ότι παρουσίαζε, λόγω παλαιού ΑΕΕ και ατροφίας εγκεφάλου, αδυναμία άνω και κάτω άκρων και διαταραχές προσανατολισμού σε τόπο, χρόνο, εαυτό.
Επίσης στην από 19-11-2004 ιατρική γνωμάτευση της ειδικής παθολόγου-Επιμελήτριας του Γεν. Νοσοκομείου Κατερίνης, Δ. Κ., πού απαιτείτο ως δικαιολογητικό προκειμένου να λάβει η διαθέτιδα επίδομα συμπαράστασης άλλου προσώπου, αναφέρεται ότι μετά από εξέταση της διαπιστώθηκε ότι "πάσχει από εγκεφαλική ατροφία, παλαιό ΑΕΕ, είναι χρονίως κατακεκλιμένη και αδυνατεί να αυτοεξυπηρετηθεί".
Του ιδίου περιεχομένου είναι και η από 22-11-2004 ιατρική γνωμάτευση του ορθοπεδικού χειρουργού του ιδίου ως άνω νοσοκομείου, Α. Σ., στην οποία αναφέρεται ότι η ασθενής είναι παραπληγική λόγω ΑΕΕ, ενώ στην από 29-5-2005 ιατρική γνωμάτευση της ιατρού του ΙΚΑ, Χ. Π. αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι "είναι δύσκολη η επικοινωνία, λόγω δυσαρθρίας, συνεπεία εγκεφαλικής ατροφίας και πολλαπλών ισχαιμικών εγκεφαλικών αλλοιώσεων".
Εκτός τούτων, από την υπ' αριθ. πρωτ.... ιατρική βεβαίωση του παθολογικού τμήματος του Νοσοκομείου ...ς (που χορηγήθηκε στις ενάγουσες μετά από εισαγγελική παρέμβαση), αποδείχθηκε ότι η ανωτέρω διαθέτιδα νοσηλεύθηκε εκ νέου στην παθολογική κλινική του ανωτέρω νοσοκομείου από 27-2-2005 έως 4-3-2005, πάσχουσα από οργανικό ψυχοσύνδρομο και ιογενή λοίμωξη αναπνευστικού.
Τέλος, ο Χ. Β., νευρολόγος - ψυχίατρος, πού ορίσθηκε πραγματογνώμων με την υπ' αριθ. 240/2012 μη οριστική απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, στην από 17-7-2012 ιατρική πραγματογνωμοσύνη του αποφαίνεται ότι "η ανωτέρω διαθέτιδα έπασχε πρό της συντάξεως της διαθήκης (25-8-2005) από ανοϊκή συνδρομή, πάθηση χρόνια, πνευματική και ανίατη, με προοδευτική εξέλιξη επί τα χείρω, πού καθιστούσε αυτήν ανίκανη να επιμελείται του εαυτού της και των περιουσιακών της στοιχείων και αδυνατούσε να εκτιμήσει την βαρύτητα των συναλλακτικών πράξεων", αιτιολογεί δε την άποψη του αυτή αναφέροντας ότι "η άνοια" πού κατά κύριο λόγο οφείλεται σε εγκεφαλική ατροφία, αποτελεί διαταραχή και έκπτωση των ανώτερων ψυχικών λειτουργιών και κυρίως κρίσεως, μνήμης και βούλησης.
Η διαταραχή αυτή ούτε ευθύς εξ αρχής είναι πλήρης, ούτε και ολική, ούτε και δύναται να εκτιμηθεί σε βαθμούς εκπτώσεων, γι' αυτό και υπάρχουν άλλοτε άλλου βαθμού συμπτώματα: Ψυχωσικές εκδηλώσεις, με προεξάρχουσες τις παραληρητικές ιδέες" πού εν μέρει εξάγονται από τις διαταραχές μνήμης και προσανατολισμού ή της αδυναμίας κατανοήσεως του περιβάλλοντος (κατηγορούν ότι τους κλέβουν, ότι δεν τους δίνουν τροφή, ότι επιδιώκουν τον θάνατο τους αλλά και ιδέες καταδιώξεως και δηλητηριάσεως).
Οι παραληρητικές ιδέες συχνά αποτελούν πρόδρομα συμπτώματα μιας αρχόμενης άνοιας. Είναι υποβόλιμοι, καθίστανται δε εύκολα θύματα εκβιασμού και λόγω υποβολιμότητάς τους εύκολα παρασύρονται να υπογράψουν για δήθεν χρέη ή να συντάξουν διαθήκες προς όφελος ξένων ή προς αποκλήρωση των τέκνων τους χάριν ενός εξ αυτών ή και ξένων".
Από το περιεχόμενο όλων των ανωτέρω εγγράφων - ιατρικών γνωματεύσεων και πραγματογνωμοσύνης - συνάγεται ότι η διαθέτιδα, Ά. χήρα Ι. Μ., η οποία από τον Ιούνιο του έτους 2004 εμφάνιζε παραληρηματική διαταραχή ήτοι πρόδρομο σύμπτωμα αρχόμενης άνοιας, τον δε Νοέμβριο του 2004 διαγνώσθηκε ότι ήδη από 3μήνου είχε υποστεί ΑΕΕ και εμφάνιζε ατροφία εγκεφάλου, στην οποία κατά κύριο λόγο οφείλεται η ανοϊκή συνδρομή, πάθηση χρόνια και ανίατη, με προοδευτική εξέλιξη επί τα χείρω, από την οποία έπασχε ήδη πριν την σύνταξη της υπ' αριθ. 1316/25-8-2005 δημόσιας διαθήκης της/ και επομένως, κατά τον χρόνο συντάξεως αυτής, βρισκόταν, εξ αιτίας της άνω πάθησης, σε διανοητική διαταραχή, που περιόριζε αποφασιστικά την λειτουργία της βούλησης της, δηλαδή σε τέτοια διαταραχή που μείωνε σημαντικά την ικανότητα της για αντικειμενικό έλεγχο της πραγματικότητας, εξαιτίας της οποίας (διαταραχής) αποκλείονταν ο ελεύθερος προσδιορισμός της βούλησης της με λογικούς υπολογισμούς, ώστε δεν είχε την ικανότητα να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο της διαθήκης πού συνέτασσε, να αντισταθεί σε τυχόν υποβολή, προερχόμενη από άλλους και να προσδιορίσει ελεύθερα την βούληση της για την διάθεση της περιουσίας της μετά το θάνατο της.
Βεβαίως ο μάρτυρας ανταπόδειξης, Π. Τ., οποίος τυγχάνει φίλος του πρώτου εναγομένου κατέθεσε ότι επισκεπτόταν τακτικά την διαθέτιδα στην οικία της όλο τον καιρό πού ήταν κατάκοιτη και μέχρι τον θάνατο της και συνομιλούσε λογικά μαζί της χωρίς κανένα πρόβλημα πλην όμως η κατάθεση του αφήνει αναπάντητο το ερώτημα για τον τρόπο διεξαγωγής των εν λόγω συνομιλιών, αφού ήδη από τα τέλη του έτους 2004, όπως προαναφέρθηκε, η διαθέτιδα εμφάνιζε δυσκολία στην επικοινωνία, λόγω δυσαρθρίας, επιπλέον δε έφερε μονίμως για την διατροφή της ρινογαστρικό σωλήνα.
Η δε βεβαίωση της συμβ/φου Κατερίνης, Παναγιώτας Κωστούλα, πού συνέταξε την επίδικη δημόσια διαθήκη ότι προ της συντάξεως αυτής βεβαιώθηκε από την συνομιλία της με την διαθέτιδα για την σοβαρότητα της βουλήσεως της να συντάξει διαθήκη ήτοι ότι η διαθέτης έχει συνείδηση των πράξεων της ή ότι έχει τη χρήση του λογικού, αποτελεί αντικειμενική κρίση και αντίληψη αυτής, που δεν εμποδίζει την απόδειξη του αντιθέτου.
Εξάλλου, το οργανικό ψυχοσύνδρομο από το οποίο βρέθηκε ότι έπασχε η διαθέτιδα κατά την εκ νέου νοσηλεία της από 27-2-2005 έως 4-3-2005 στην παθολογική κλινική του Γεν. Νοσοκομείου ...ς εκδηλώνεται σε ηλικιωμένα πρόσωπα που πάσχουν από πολλά νοσήματα και λαμβάνουν πλήθος φαρμάκων, με συνέπεια να διαταράσσεται η μεταβολική ισορροπία του εγκεφάλου και ειδικότερα από τις γνωστικές λειτουργίες τους διαταράσσονται ο προσανατολισμός στο χώρο και τον χρόνο, (όπως άλλωστε αναφέρεται και στην από 22-11-2004 ιατρική γνωμάτευση του ιατρού -νευρολόγου, Π.
Α.) , η εγρήγορση, η προσοχή, η μνήμη και το συναίσθημα και γενικά επέρχεται πλήρης αποδιοργάνωση του εγκεφάλου. Ενόψει όλων των προεκτεθέντων η ένδικη δημόσια διαθήκη της Ά. χήρας Ι. Μ., πού συντάχθηκε σε χρόνο κατά τον οποίο η κατάσταση της υγείας της είχε επιβαρυνθεί σε μεγάλο βαθμό, αφ' ενός λόγω της έντονης καταβολής και κατάρρευσης των σωματικών της δυνάμεων, αφού ήταν συνεχώς κατακεκλιμένη με πολλαπλές κατακλίσεις, φέρουσα μόνιμο ουροκαθετήρα και ρινιγαστρικό σωλήνα από τον οποίο και μόνον ετρέφετο και αφ' ετέρου λόγω της μόνιμης ψυχικής διαταραχής που παρουσίαζε ήτοι της ανοϊκής συνδρομής, η οποία δεν ήταν μία πάθηση περιοδικού ή παροδικού χαρακτήρα, αλλά χρόνια και ανίατη με σταδιακή επιδείνωση, σε συνδυασμό και με τον έντονο επηρεασμό που, όπως προαναφέρθηκε, δεχόταν από τον εναγόμενο, είχε αλλοιώσει την προσωπικότητα της και την πραγματική της βούληση και συνακόλουθα την είχε καταστήσει άτομο με ασθενική θέληση, αρκετά υποβόλιμο, ώστε να επηρεάζεται από τρίτους και να αποκλείεται ο ελεύθερος προσδιορισμός της βουλήσεως της με ομαλά ελατήρια κατά τον χρόνο σύνταξης της διαθήκης της.
Από τα αυτά ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε περαιτέρω ότι ο πρώτος εναγόμενος μετά τον θάνατο (11-3-2007) της διαθέτιδος αδελφής του, έλαβε στην κατοχή του το σύνολο των χρημάτων, πού η τελευταία είχε κατατεθειμένο στους υπ' αριθ. ... και ... τραπεζικούς λογαριασμούς, πού διατηρούσε στο υποκατάστημα της Τράπεζας Πειραιώς στην ..., ύψους 20.000 και 80.000 ευρώ αντίστοιχα, μέρος των οποίων διέθεσε για την αγορά, δυνάμει του υπ' αριθ. ...
συμβολαίου της συμβ/φου Κατερίνης,, πού μεταγράφηκε νόμιμα, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, ενός διαμερίσματος, εμβαδού 42 τ.μ μικτών και 37,70 τ.μ καθαρών, πού βρίσκεται στον 2° όροφο οικοδομής, κειμένης επί οικοπέδου ........., επί της οδού ... του Δ.Δ.Παραλίας του Δήμου Παραλίας Κατερίνης, .......... αντί πραγματικού τιμήματος 60.000 ευρώ, ποσό στο οποίο ανερχόταν και η εμπορική του αξία, κατά τον χρόνο θανάτου της κληρονομουμένης.
Επίσης, δυνάμει του υπ' αρ ιθ. ... συμβολαίου της συμβ/φου ..........., πού μεταγράφηκε νόμιμα, ο πρώτος εναγόμενος μεταβίβασε, λόγω πωλήσεως, ......... το περιελθόν σ' αυτόν, δυνάμει της επίδικης διαθήκης, διαμέρισμα της αποβιωσάσης αδελφής του, πού βρίσκεται στον 3ο όροφο της επί της οδού ... στην πόλη της ...ς κειμένης οικοδομής, αντί πραγματικού τιμήματος 80.000 ευρώ, όση δηλαδή και εμπορική του αξία κατά τον παραπάνω χρόνο του θανάτου της κληρονομουμένης.
Τέλος, αποδείχθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος κατ έχει έκτοτε και νέμεται, ως κληρονόμος, αμφότερα τα ως άνω περιουσιακά στοιχεία ήτοι τόσο το διαμέρισμα πού αγόρασε, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, στην Παραλία Κατερίνης με χρήματα της κληρονομιάς όσο και το τίμημα πού απέκτησε από την πώληση του ανωτέρω διαμερίσματος της διαθέτιδας επί της οδού ...
στην Κατερίνη, αντιποιούμενος των επ' αυτών κληρονομικό δικαίωμα της πρώτης ενάγουσας, πού, κατά τα προαναφερθέντα, ανέρχεται σε ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι η διαθέτης κατά το χρόνο σύνταξης (25-8-2005) της επίμαχης δημόσιας διαθήκης ήταν ανίκανη προς σύνταξη αυτής, εξαιτίας ψυχικής διαταραχής, λόγω της ανοϊκής συνδρομής από την οποία έπασχε, σε συνδυασμό και με πλήθος παθολογικών προβλημάτων και με την κατάσταση γήρατος που διήγε, που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής της και ακολούθως δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση που είχε εκφέρει αντίθετη κρίση, δέχθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμη την αγωγή και αναγνώρισε την ακυρότητα της ίδιας διαθήκης, το εξ αδιαθέτου κληρονομικό δικαίωμα της αναιρεσίβλητης σε ποσοστό 1/3 της κληρονομιαίας περιουσίας και υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα να αποδώσει στην τελευταία το αντικατάλλαγμα που υποκατέστησε τα αρχικά αντικείμενα της κληρονομίας που εξήλθαν από αυτήν και τα νέμεται ως κληρονόμος δηλαδή τα 1/3 εξ αδιαιρέτου του ακινήτου που αγόρασε με χρήματα της κληρονομίας, καθώς και να της καταβάλει το ποσόν των 26.666 ευρώ, που αντιπροσωπεύει το ανάλογο με την κληρονομική μερίδα τίμημα από την πώληση του κληρονομιαίου ακινήτου.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 131, 1719 περ 3, 1871, 1872 ΑΚ τις οποίες ορθώς εφάρμοσε ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, όπως η έννοιά τους αναλύθηκε στις νομικές σκέψεις που προαναφέρθηκαν και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού.
Περαιτέρω το Εφετείο δε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων που εφάρμοσε, και εκείνης που δεν εφάρμοσε, εκθέτοντας με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν.
Συνεπώς όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τους τρίτο, τέταρτο, πέμπτο και έκτο λόγους της αίτησης αναίρεσης, αποδίδοντας στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων από τον αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με εσφαλμένη εφαρμογή (με τους τρίτο και πέμπτο λόγους) καθώς και την από τον αρ. 19 του ίδιου άρθρου πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης απόφασης λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών (με τους τέταρτο και έκτο λόγους) ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της ανικανότητας της διαθέτου προς σύνταξη της επίμαχης διαθήκης, καθώς και της ιδιότητας του πρώτου των επιδίκων ακινήτων, ως αντικαταλλάγματος, που υποκατέστησε μέρος του χρηματικού ποσού των τραπεζικών καταθέσεων της κληρονομούμενης, είναι αβάσιμοι.
Οι περαιτέρω διαλαμβανόμενες στους ίδιους αναιρετικούς λόγους αιτιάσεις είναι απαράδεκτες καθ' όσον με αυτές πλήττεται τόσον η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, αλλά και επειδή αφορούν ελλείψεις στην εκτίμηση των αποδείξεων από το ίδιο δικαστήριο, στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, καθώς και σε απλά επιχειρήματα του αναιρεσείοντος, που δεν υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. ) Από τη διάταξη του άρθρου 261 εδ β Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι εφ' όσον δεν αμφισβητήθηκε η αλήθεια κάποιου πραγματικού ισχυρισμού, απόκειται στο δικαστή να κρίνει, σε συνδυασμό με την τυχόν γενική άρνηση και το σύνολο των ισχυρισμών των διαδίκων αν συνάγεται ομολογία η άρνηση, προκύπτει ότι προϋπόθεση για να συνάγει το δικαστήριο της ουσίας ομολογία για κάποιο πραγματικό ισχυρισμό, που αποτελεί στοιχείο της ιστορικής βάσης της αγωγής ή της ένστασης, είναι η μη αμφισβήτηση του ισχυρισμού αυτού, συνδυαζόμενη με την τυχόν γενική άρνηση και το σύνολο των ισχυρισμών των διαδίκων.
Επομένως αν υπάρχει τέτοια αμφισβήτηση, η ύπαρξη ή μη της οποίας ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο και παρά ταύτα το δικαστήριο της ουσίας συνήγαγε ομολογία αυτού, υποπίπτει στην πλημμέλεια που προβλέπεται από το άρθρο 559 αρ. 11β Κ.Πολ.Δ. δηλαδή εκείνη της παρά το νόμο λήψης υπόψη αποδείξεως που δεν προσκομίσθηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των προτάσεων του εναγομένου-αναιρεσείοντος τόσον ενώπιον του πρωτοβαθμίου, όσον και ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου δεν αμφισβήτησε ειδικώς ότι η διαθέτης κατά το χρόνο του θανάτου της είχε χρηματικές καταθέσεις συνολικού ποσού 100.000 ευρώ, καθώς και ότι η εμπορική αξία του ακινήτου που ανήκει στην κληρονομιαία περιουσία της και βρίσκεται στην οδό ...
της πόλης της Κατερίνης, ανερχόταν κατά το χρόνο του θανάτου της στο ποσόν των 80.000 ευρώ. Έτσι το δικαστήριο της ουσίας λόγω της μη ειδικής αμφισβήτησης των παραπάνω περιστατικών από τον αναιρεσείοντα είχε τη δικονομική ευχέρεια να συνάγει την έμμεση ομολογία κατά το άρθρο 261 Κ.Πολ.Δ.
Συνεπώς ο έβδομος λόγος της αναίρεσης από τον αρ. 11β του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. κατ' ορθή υπαγωγή του διαλαμβανομένου νομικού σφάλματος (και όχι από τον αριθμό 8 όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο) είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του κατατεθέντος σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν.4055/2012 παραβόλου και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς διάδικος, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ..
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-7-2013 αίτηση του Χ. Μ. περί αναιρέσεως των 556/2013 και 420/2012 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 7η Μαΐου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 24 Ιουνίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ