1413/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-9-2006 αγωγή της 1ης ήδη αναιρεσείουσας και την από 20-11-2006 αγωγή των λοιπών ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:2588/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5899/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22-3-2010 αίτησή τους.
Legislator headnote
AI generated1413/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Full text
Απόφαση 1413 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1413/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Β. χήρας Λ. Μ., 2. Έ. θυγ. Λ. Μ., 3. Ζ. Μ. του Ρ., 4 Φ. συζ. Ζ. Μ., 5 Α. Μ. του Ζ., 6 Φ. Μ. του Ζ., όλοι οι ανωτέρω κάτοικοι ... και 7. Μ. Μ. του Ζ., κάτοικος ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Βασίλειου Κούρτη και κατέθεσαν προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΥΔΡΟΓΕΙΟΣ ΑΕΓΑ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Λάζαρου Χατζηθεμελή, αφού ανακάλεσε την από 8-3-2012 δήλωσή του άρθρου 242 παρ.2 Κ.ΠΟλ.Δ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-9-2006 αγωγή της 1ης ήδη αναιρεσείουσας και την από 20-11-2006 αγωγή των λοιπών ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:2588/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5899/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22-3-2010 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου ανέγνωσε την από 26-4-2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 Α.Κ. συνάγεται, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του Ν. ΓΠΝ/1911 ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκίνητων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 Α.Κ. Τέλος, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.
Περαιτέρω, ο από το αρθρ. 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται όταν ο κανόνας δικαίου δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Επίσης ο από το άρθ. 559 αριθμ. 19 λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της απόφασης, τα περιστατικά που είναι αναγκαία, για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των όρων και προϋποθέσεων, για την εφαρμογή της εφαρμοσθείσας διάταξης, ή της μη συνδρομής των όρων αυτών, που αποκλείουν την εφαρμογή της, όπως, επίσης και όταν η απόφαση έχει ελλείπεις ή αντιφατικές αιτιολογίες, σε ότι αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε και όταν πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων (ανάλυση - στάθμιση - αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού) και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος.
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, το οποίο, με την προσβαλλομένη απόφασή του έκρινε ότι αποκλειστικά υπαίτιος για την επέλευση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος, κατά το οποίο τραυματίσθηκε θανάσιμα ο συγγενής των εναγόντων-νυν αναιρεσειόντων Λ. Μ., ήταν ο ίδιος ο θανών, υπέπεσε στις από το αρθ. 559 αριθμ.1 και 19 ΚΠολΔ πλημμέλειες, για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των αρθ. 914, 300, 330, 297, 298, των αρθ.5 και 10 του Ν.
ΓΠΝ/1911 και των αρθ. 2, 12 παρ.1, 19 παρ.1, 2, 3, 20, 26 παρ.5, 36, 63 και 64 του ΚΟΚ. Το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής, ως προς το ζήτημα των συνθηκών του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος και της υπαιτιότητας των εμπλακέντων σ' αυτό οδηγών των δύο συγκρουθέντων οχημάτων, δηλαδή του θανόντος οδηγού-συγγενούς των εναγόντων-νυν αναιρεσειόντων και του Σ.
Α., ο οποίος οδηγούσε το ασφαλισμένο στην εναγομένη-νυν αναιρεσίβλητο ασφαλιστική εταιρεία ζημιογόνο αυτοκίνητο: "Στις 20-3-2006 και περί ώρα 05.40 ο πρώτος εναγόμενος Σ. Α. οδηγούσε το με αρ.κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, το οποίο ήταν ασφαλισμένο στη δεύτερη εναγομένη, στην Ε.Ο. Δράμας-Κ. Νευροκοπίου, με κατεύθυνση από Κ.
Νευροκοπι προς Δράμα στο ύψος περίπου του 2,5ου χλμ. Η άνω Ε.Ο. είναι διπλής κατεύθυνσης με συνολικό πλάτος οδοστρώματος 8,50 μ., μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση και στην άνω θέση έχει διακεκομμένη διαχωριστική γραμμή στο μέσον και όριο ταχύτητας 90 χλμ/ώρα. Παράλληλα, ο συγγενής των εναγόντων Λ. Μ., αλβανός υπήκοος, οδηγούσε το με αρ.
κυκλ.... δίκυκλο μοτοποδήλατο, χωρίς να έχει την απαιτούμενη άδεια οδήγησης και χωρίς αυτό να είναι ασφαλισμένο, σε μία ανώνυμη αγροτική οδό; που συμβάλλει με στην Ε.Ο., στην άνω θέση στο ρεύμα πορείας προς Κ. Νευροκοπι. Όταν έφθασε στη συμβολή της με την άνω Ε.Ο. θέλησε να την διασχίσει κάθετα για να κατευθυνθεί σε απέναντι παρακείμενο αγρό.
Όμως, από έλλειψη της προσοχής και επιμέλειας, που αντικειμενικά και αφηρημένα τηρεί ο μέσος συνετός οδηγός, με τις ίδιες συνθήκες, δεν ακινητοποίησε το όχημά του για να ελέγξει την κίνηση και παραχωρήσει προτεραιότητα στα οχήματα που εκινούντο στην Ε.Ο. και ειδικότερα στο αυτοκίνητο του εναγομένου, αλλά εισήλθε σ' αυτήν ανέλεγκτα και με αυξημένη ταχύτητα με αποτέλεσμα να παρεμβληθεί αιφνιδίως στην πορεία του τελευταίου.
Εξ αιτίας της άνω αμελούς συμπεριφοράς του, ήταν ο τελευταίος, παρόλο που τροχοπέδησε αμέσως, να πέσει με το δεξιό εμπρόσθιο τμήμα του αυτοκινήτου του στο οπίσθιο δεξιό τμήμα του μοτοποδηλάτου, το οποίο εκτινάχθηκε σε απόσταση 6,40 μέτρων και ο οδηγός του σε απόσταση 12,40 μ. στον παρακείμενο αγρό, με αποτέλεσμα να τραυματιστεί θανάσιμα.
Ειδικότερα, αυτός υπέστη συντριπτικό κάταγμα βάσεως του κρανίου του, αιμορρραγικές θλάσεις της εγκεφαλικής ουσίας, εστίες αλλοίωσης του εγκεφάλου, επικράνιο αιμορραγία και οίδημα του εγκεφάλου, εξαιτίας των οποίων επήλθε ο θάνατος του. Πρέπει δε να αναφερθεί ότι αυτός δεν φορούσε προστατευτικό κράνος, όπως ήταν υποχρεωμένος (άρθρο 12 παρ.6 ΚΟΚ).
Με τα δεδομένα αυτά, το ατύχημα οφείλεται στην υπαιτιότητα του θανόντος οδηγού, ο οποίος επέδειξε την άνω αμελή συμπεριφορά, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 12 παρ.1 και 26 παρ.5 του ΚΟΚ. Εξάλλου, δεν αποδείχθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος έχει κάποια υπαιτιότητα για το ατύχημα. Ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι είχε τη δυνατότητα να αντιληφθεί το μοτοποδήλατο, που εκινείτο στον χωματόδρομο, από απόσταση 200 μέτρων εφόσον στο σημείο εκείνο ο δρόμος είναι ευθύς και οριζόντιος δεν αποδείχθηκε ουσιαστικά βάσιμος.
Τούτο διότι η ορατότητα του εναγομένου ήταν περιορισμένη, επειδή ήταν νύχτα, δεν υπήρχε φωτισμός, ο χωματόδρομος βρίσκονταν αριστερά του και υπήρχε ενδιαμέσως η κίνηση των αντιθέτως, από αυτόν κινουμένων αυτοκινήτων. Ούτε το μήκος των ιχνών πεδήσεως του αυτοκινήτου του, που είναι 19 μ. μετά από το σημείο της σύγκρουσης, αποδεικνύουν ότι αυτός εκινείτο με μεγαλύτερη από το επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας." Και υπό τις ως άνω παραδοχές, το Εφετείο έκρινε απορριπτέα την αγωγή των εναγόντων-νυν αναιρεσειόντων-συγγενών του θανόντος και απέρριψε την υπ'αυτών ασκηθείσα έφεση, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.
Με το να κρίνει έτσι, το δικάσαν Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ως άνω, ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, ενώ εξάλλου, διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς το ως άνω ζήτημα (της έλλειψης υπαιτιότητας του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου) οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την εφαρμογή των διατάξεων αυτών και δεν υπέπεσε στην από το από το αρθ.559 αριθμ.1 και 19 ΚΠολΔ προβλεπόμενες πλημμέλειες.
Επομένως, ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος.
Για την ίδρυση του από το αρθ.559 αριθμ.11 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, για μη λήψη υπόψη αποδεικτικού μέσου, δεν αρκεί η προσκόμιση αυτού, αλλά πρέπει να γίνεται και νόμιμη επίκληση αυτού, με τις προτάσεις, ενώπιον του δικαστηρίου, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση. Δεν συνιστά νόμιμη επίκληση η γενική αναφορά ότι προσκομίζονται όλα εν γένει τα έγγραφα, των οποίων έγινε επίκληση και προσκόμιση ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.
Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην από το αρθ.559 αριθμ.11 ΚΠολΔ πλημμέλεια, εκ του ότι δεν έλαβε υπόψη την απόφαση του Ποινικού Δικαστηρίου (υπ' αριθμ. 70/2008 του Τριμελούς Πλημ/κείου Δράμας), από την οποία, κατά την άποψη των αναιρεσειόντων, αποδεικνύεται ο αγωγικός ισχυρισμός τους περί υπαιτιότητας του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου.
Πλην όμως, από την, παραδεκτώς κατ' αρθ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου των προτάσεων των εναγόντων - εκκαλούντων - νυν αναιρεσειόντων, των κατατεθεισών ενώπιον του εκδόσαντος την προσβαλλομένη απόφαση Εφετείου, προκύπτει ότι ουδόλως επικαλούνται, ως προσκομιζόμενο το ως άνω έγγραφο, στις προτάσεις τους αυτές, στις οποίες γίνεται μόνον γενική και αόριστη αναφορά ότι "προσάγουν και επικαλούνται έγγραφα και στοιχεία εν γένει, τα οποία προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών".
Επομένως, ο λόγος αυτός, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. Κατόπιν όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου (άρθρ. 176, 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22 Μαρτίου 2010 αίτηση των Β. Μ. και λοιπών για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5899/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800,00) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Ιουνίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Σεπτεμβρίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ