Legislator Case Law & Legislation
1413/2011 AI generated

1413/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1413/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Μαϊου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1413/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επειδή από τη παραδεκτή κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο βεβαιώνει ότι "οι προσκομισθείσες από την ενάγουσα ένορκες βεβαιώσεις δεν λαμβάνονται υπόψη, λόγω μη κλητεύσεως του αντιδίκου, μη προσαγομένης της σχετικής εκθέσεως". Η βεβαίωση αυτή του Εφετείου ότι δεν προσκομίσθηκε η ανωτέρω έκθεση, ως αναγόμενη σε πράγματα, είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1413 / 2011 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1413/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Μαϊου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Tου αναιρεσείοντος-αναιρεσιβλήτου: Π. Ξ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διονύσιο Φιλιππόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσιβλήτου-αναιρεσείουσας: Κ. Σ. ως ασκούσα προσωρινά την επιμέλεια της ανήλικης κόρης της Ρ. Ξ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρίνας Φουντουλάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-9-2000 αγωγή και 22-11-2001 ανταγωγή των ήδη διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1246/2002 του ίδιου Δικαστηρίου 3363/2004 μη οριστική και 9776/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν α) ο αναιρεσείων με την 28-6-2006 αίτησή του και β) η αναιρεσείουσα με την από 14-6-2006 αίτησή της και τους από 15-4-2010 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Κουτρομάνος ανέγνωσε τις από 10-9-2007 δύο εισηγήσεις της ήδη αποχωρήσασας από την υπηρεσία Αρεοπαγίτου Ελένης Σπίτσα, και 6-5-2010 έκθεσή του, με τις οποίες εισηγήθηκε την απόρριψη των κρινόμενων αιτήσεων αναίρεσης και των προσθέτων λόγων επί της δεύτερης αναίρεσης. Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης-αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης της και την απόρριψη της αίτησης του αντιδίκου της καθώς και την καταδίκη του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία κατά το άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ : " Το δικαστήριο, σε κάθε στάση της δίκης, μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσοτέρων εκκρεμών ενώπιόν του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων". Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο (23-5-2011) συζητήθηκαν, με επίσπευση των αναιρεσειόντων, αντίθετες αιτήσεις αυτών κατ' αλλήλων για αναίρεση της αυτής αποφάσεως. Οι αιτήσεις αυτές πρέπει να συνεκδικασθούν, γιατί είναι συναφείς και έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η δίκη και επέρχεται μείωση των εξόδων.

Με την από 22-9-2000 αγωγή της, η εκ των διαδίκων Κ. Σ. ζήτησε να της ανατεθεί η επιμέλεια της ανήλικης θυγατέρας της, που αυτή είχε αποκτήσει με τον εναγόμενο, εν διαστάσει σύζυγό της και να της επιδικασθεί διατροφή για λογαριασμό του τέκνου. Ο Π. Ξ., με την από 22-11-2001 ανταγωγή του, ζήτησε να ανατεθεί στον ίδιο, η επιμέλεια της ανηλίκου, άλλως να ρυθμισθεί η επικοινωνία αυτής μαζί του. Η αγωγή και η ανταγωγή κρίθηκαν μερικώς βάσιμες τόσο στον πρώτο βαθμό, όσο και δευτεροβαθμίως με την 9776/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Κατ' αυτής παραπονούνται ήδη, με τις κρινόμενες αντίθετες αιτήσεις τους, και οι δύο διάδικες πλευρές.

Με τον πρώτο λόγο της αίτησής της, η Κ. Σ. προβάλλει την εκ του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ αιτίαση και υποστηρίζει ότι η κατ' αυτής ένσταση(εκ του άρθρου 1489 παρ. 2 ΑΚ) του αντιδίκου της σύμφωνα με την οποία η ίδια υποχρεούτο να συνεισφέρει στη διατροφή του τέκνου και η οποία έγινε μερικώς δεκτή (με συνέπεια να μειωθεί η επιδικασθείσα διατροφή κατά 29,35 ευρώ μηνιαίως) έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη, διότι αυτή (αναιρεσείουσα) είχε ασκήσει την αγωγή της αποκλειστικώς για λογαριασμό του τέκνου και, επομένως, δεν ενομιμοποιείτο ο εναγόμενος να προβάλλει την ρηθείσα ένσταση προσωπικά κατά της ιδίας.

Ο λόγος αυτός προτείνεται αβασίμως, διότι ερείδεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Τούτο δε, διότι από την επισκόπηση του αγωγικού δικογράφου προκύπτει σαφώς, ότι η αναιρεσείουσα ενήγαγε τον αντίδικό της τόσον ως αντιπρόσωπος του τέκνου, όσο και για δικό της λογαριασμό (ιδιότητα άλλωστε, με την οποία αξίωσε και πέτυχε να της ανατεθεί η επιμέλεια της ανηλίκου).

Κατά την παράγραφο 2 του (περιλαμβανόμενου στο κεφάλαιο για τις διαφορές που αφορούν διατροφή και επιμέλεια τέκνων) άρθρου 681 Γ' του ΚΠολΔ, όπως αυτό διαμορφώθηκε με το άρθρο 38 του Ν. 2447/1996 και 19 παρ. 3 του Ν. 2521/1997: "Στις ίδιες διαφορές καθιερώνεται στάδιο υποχρεωτικής προδικασίας που περιλαμβάνει την έρευνα, από όργανα της αρμόδιας κοινωνικής υπηρεσίας, των συνθηκών διαβίωσης του ανηλίκου και την υποβολή στο δικαστήριο, έως την ημέρα της συζήτησης, σχετικής αναλυτικής έκθεσης η οποία, στις περιπτώσεις, όπου φέρεται στο δικόγραφο της αγωγής ότι ο ένας από τους γονείς ή το ανήλικο τέκνο παρουσιάζει ψυχικά προβλήματα, θα πρέπει να συνοδεύεται και υπό ψυχιατρική έκθεση.

Το Μονομελές ή Πολυμελές δικαστήριο είναι εξάλλου υποχρεωμένο, κατά την πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο της αγωγής και πριν από κάθε συζήτηση να προσπαθήσει, με την ποινή του απαραδέκτου, να επιλύσει συμβιβαστικά τη διαφορά, ύστερα από ακρόαση των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους. Ο συμβιβασμός πρέπει να αποβλέπει στο συμφέρον του τέκνου, αλλιώς δεν δεσμεύει το δικαστήριο".

Από τη λεκτική διατύπωση του πρώτου εδαφίου της ως άνω παραγράφου του άρθρου 681Γ του ΚΠολΔ, ενόψει και της παρ. 4 του άρθρου 19 ν. 2521/1997, κατά την οποία "... Στις περιπτώσεις αυτές, καθώς και όπου αλλού ο νόμος απαιτεί την υποβολή στο δικαστήριο και την υποχρεωτική συνεκτίμηση από αυτό έκθεσης της κοινωνικής υπηρεσίας, αν η έκθεση αυτή δεν υποβληθεί εμπρόθεσμα, το δικαστήριο δικάζει χωρίς έκθεση", σαφώς προκύπτει ότι η μη υποβολή, κατά τη συζήτηση, της έκθεσης της κοινωνικής, υπηρεσίας περί των συνθηκών διαβίωσης του ανηλίκου δεν δημιουργεί ακυρότητα ή απαράδεκτο.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, παρόλο που δεν προσκομίσθηκε σ' αυτό έκθεση της αρμόδιας κοινωνικής υπηρεσίας περί των συνθηκών διαβιώσεως της ανηλίκου, όπως είχε διαταχθεί με προηγούμενη (μη οριστική απόφασή του), νομίμως- με βάση τα εκτεθέντα- προχώρησε στην ουσιαστική έρευνα της υποθέσεως, "ως εκ του ότι η ενάγουσα διαμένει από του Φθινοπώρου του έτους 2004 μετά της ανηλίκου στην Ελβετία".Επομένως, είναι αβάσιμος ο δεύτερος αναιρετικός λόγος της Κ.

Σ., με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και ο οποίος, κατά την εκτίμηση του νοηματικού του περιεχομένου, ερείδεται (μόνον) στο άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ.

Με το άρθρο 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ ιδρύονται, λόγοι αναιρέσεως αν το δικαστήριο έλαβε υπόψιν αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει, αν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψιν αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψιν αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Κατά την αληθή, έννοια της διάταξης αυτής που προκύπτει από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ. 1 στοιχ.

β, 346 και 453 παρ. 1 του ΚΠολΔ, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του αντιδίκου που τις προσκόμισε. Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση του εγγράφου, όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 671 παρ. 1 του ΚΠολΔ, το οποίο εφαρμόζεται κατ' άρθρο 681Β παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στις διαφορές που αφορούν διατροφή και επιμέλεια τέκνων, όπως η εκδικαζόμενη, το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη του κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, μόνο αν έγιναν ύστερα από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου πριν από είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες.

Την τήρηση της αναγκαίας αυτής προϋπόθεσης έχει υποχρέωση το δικαστήριο να ερευνήσει, και αυτεπαγγέλτως, διότι η έλλειψή της έχει ως συνέπεια ότι η ένορκη βεβαίωση δεν είναι απλώς άκυρη, αλλά ανύπαρκτη ως αποδεικτικό μέσο, με βάση το προσκομιζόμενο από το διάδικο αποδεικτικό επιδόσεως της κλήσης προς τον αντίδικο, το οποίο το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και χωρίς επίκληση, η οποία δεν είναι αναγκαία αφού, όπως προαναφέρθηκε, η έρευνα της τήρησης της ως άνω προϋπόθεσης γίνεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των εγγράφων προτάσεων του αναιρεσιβλήτου ενώπιον του Εφετείου κατά τη συζήτηση, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αυτός επικαλείται και προσκομίζει "δύο ένορκες βεβαιώσεις συννόμως δοθείσες ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, την 4-11-2003".

Η επίκληση αυτή είναι σαφής και ορισμένη αφού δεν δημιουργείται αμφιβολία ως προς την ταυτότητα των ενόρκων βεβαιώσεων, ότι, δηλαδή, οι ένορκες βεβαιώσεις που επικαλέστηκε και προσκόμισε είναι αυτές που λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο, ενώ δεν είναι αναγκαία η επίκληση του αποδεικτικού επίδοσης της κλήσης προς τον αντίδικο εφόσον, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, η κλήτευση του αντιδίκου προς παράσταση κατά τη λήψη της ένορκης βεβαίωσης ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, αρκεί να προσκομίζεται το σχετικό αποδεικτικό επίδοσης.

Συνεπώς ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. α και β τρίτος λόγος αναίρεσης περί του ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τ' ανωτέρω αποδεικτικά μέσα χωρίς νόμιμη επίκλησή τους είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος που με αυτόν η αναιρεσείουσα αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι προς συναγωγή της κρίσης της ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της εκ του άρθρου 1489 § 2 ΑΚ ένστασης του αναιρεσίβλητου, έλαβε υπόψη έγγραφα μη επικληθέντα και προσκομισθέντα, χωρίς να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποία είναι τα έγγραφα αυτά, είναι αόριστος και ως εκ τούτου απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Ο ίδιος επίσης λόγος, κατά το μέρος που με αυτόν η αναιρεσείουσα αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη την ένορκη βεβαίωση της "κ. Γ. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, η οποία μη φέρουσα αριθμό δεν έχει συνταχθεί νομίμως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι η μη αναγραφή και μόνο του αριθμού, [ο οποίος (αριθμός) έχει σχέση με τον αριθμό καταχώρησης της ένορκης βεβαίωσης στα προς τούτο τηρούμενα βιβλία του συμβολαιογράφου ή του Ειρηνοδικείου) δεν καθιστά αυτή ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο λόγω μη νόμιμης σύνταξής της.

Επειδή από τη παραδεκτή κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο βεβαιώνει ότι "οι προσκομισθείσες από την ενάγουσα ένορκες βεβαιώσεις δεν λαμβάνονται υπόψη, λόγω μη κλητεύσεως του αντιδίκου, μη προσαγομένης της σχετικής εκθέσεως". Η βεβαίωση αυτή του Εφετείου ότι δεν προσκομίσθηκε η ανωτέρω έκθεση, ως αναγόμενη σε πράγματα, είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ).

Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης κατά το μέρος που με αυτόν αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 11 στοιχ. β ΚΠολΔ αιτίαση, ότι, δηλαδή, παρά το νόμο δεν έλαβε τις προαναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις αν και με επίκληση προσκόμιζε την σχετική έκθεση επίδοσης περί κλητεύσεως του αντιδίκου, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 270 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ που εφαρμόζεται και στις ειδικές διαδικασίες σύμφωνα με το άρθρο 591 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα σε συνδυασμό με τα άρθρα 681Β και 671 ΚΠολΔ, το δικαστήριο της ουσίας (Μονομελές Πρωτοδικείου και Εφετείο), λαμβάνει υπόψη του κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη ή του συμβολαιογράφου μόνον αν έχουν συνταχθεί, ύστερα από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου πριν από είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες πριν από τη βεβαίωση.

Την τήρηση της αναγκαίας αυτής προϋποθέσεως έχει υποχρέωση να ερευνήσει το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως, διότι η έλλειψή της έχει ως συνέπεια ότι η ένορκη βεβαίωση δεν είναι απλώς άκυρη, αλλά ανύπαρκτη ως αποδεικτικό μέσο, κατά ρητή εξαίρεση από τη γενική αρχή του άρθρου 270 παρ. 2, σύμφωνα με την οποία λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, ήτοι άκυρα αποδεικτικά μέσα και επομένως δεν λαμβάνονται τέτοια που δεν αποτελούν νόμιμα αποδεικτικά μέσα, ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (Ολ.

ΑΠ 8/1987, ΑΠ 1132/2000 Ελλ.Δ. 41, 1664, ΑΠ 31/1999, Ελλ.Δ. 40, 572). Ενόψει των ανωτέρω ο τέταρτος λόγος αναίρεσης κατά το μέρος που με αυτόν αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η αιτίαση εκ του άρθρου 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ ότι, δηλαδή εσφαλμένα δεν έλαβε υπόψη κατά την εκτίμηση των αποδείξεων ή προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, τις αναφερόμενες στο αναιρετήριο ένορκες βεβαιώσεις που λήφθηκαν ενόψει της δίκης αυτής, έστω και αν αυτές έγιναν χωρίς κλήτευση του αντιδίκου, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Ο ίδιος λόγος με τον οποίο υπό την αιτίαση του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη από το δικαστήριο της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Αβάσιμος είναι περαιτέρω ο πέμπτος (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 11γ ΚΠολΔ) της αυτής αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψιν πέντε συγκεκριμένα έγγραφα που η αναιρεσείουσα είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει για την απόδειξη των ισχυρισμών της.

Τούτο δε, διότι από την διαλαμβανόμενη στην απόφαση βεβαίωση του Δικαστηρίου ότι για την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψιν (και) "όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, τα οποία οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα", σε συνδυασμό προς το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο συνεξετίμησε, με τις λοιπές αποδείξεις, και τα φερόμενα ως αγνοηθέντα έγγραφα.

Με το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, τα ακόλουθα σχετικώς με το αίτημα του Π.

Ξ. να ρυθμισθεί η επικοινωνία αυτού, ως πατρός, με το ανήλικο τέκνο του και με το αντίθετο αίτημα της αναιρεσειούσης να αποκλεισθεί πλήρως η αιτηθείσα επικοινωνία: "Η ενάγουσα μητέρα της ανηλίκου, δια του προσθέτου λόγου εφέσεως, που ασκήθηκε με τις από 18-3-2004 προτάσεις της, ισχυρίζεται ότι ο εναγόμενος- αντενάγων- εκκαλών πατέρας της ανηλίκου, ασέλγησε επ' αυτής και ότι υπέβαλε κατ' αυτού την από 4-12-2003 έγκληση, βάσει της οποίας ασκήθηκε ποινική δίωξη εναντίον του για 1) αποπλάνηση ανηλίκου νεωτέρου των δέκα ετών, 2) ασέλγεια μεταξύ συγγενών, τελεσθείσες κατ' εξακολούθηση.

Δια της υπ' αριθμ. 9/17-2-2005 διατάξεως του 7ου Τακτικού Ανακριτή Αθηνών, επεβλήθη σε βάρος του κατηγορουμένου, πατέρα της ανηλίκου, ο περιοριστικός όρος της απαγορεύσεως εξόδου εκ της χώρας. Οι ισχυρισμοί της μητέρας της ανηλίκου δεν επιβεβαιώνονται από την διενεργηθείσα, ως άνω ψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη.

Ειδικότερα, ο πραγματογνώμων Γ. Π., νευρολόγος- ψυχίατρος, καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών, στην από 25-2-2005 έκθεσή του αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι "Δεν μπορούμε βεβαίως, να αποκλείσουμε η μικρή Ρ. να έχει υποστεί ψυχοτραυματική εμπειρία κατά την επικοινωνία με τον πατέρα της αυτή όμως η ψυχοτραυματική εμπειρία δεν μπορεί να αποδοθεί σε σεξουαλική κακοποίηση αλλά σε επιπρόσθετα γεγονότα ή άλλες συμπεριφορές πολύ πέραν της πιθανής συγκεκριμένης πράξης"(σελ 10) και ότι "Λόγω της μικρής ηλικίας της Ρ.

είναι προτιμότερη η Κα Σ. να έχει την επιμέλεια της Ρ.. Η δε επικοινωνία με τον πατέρα της να γίνεται σε αραιά χρονικά διαστήματα"(σελ 12), συγκεκριμένα δε "να υπάρχουν συναντήσεις με τον πατέρα της, μια εβδομάδα την περίοδο των εορτών των Χριστουγέννων, μια εβδομάδα κατά τις διακοπές του Πάσχα και δεκαπέντε μέρες κατά τις διακοπές του θέρους μέχρι την ηλικία των 16 ετών" (σελ. 15).

Όσον αφορά το θέμα θεραπείας της Ρ. με βελονισμό σε κέντρο παραδοσιακής κινεζικής ιατρικής στην Ελβετία, ο πραγματογνώμων αναφέρει ότι "Έστω και αν παρουσίασε ψυχικές διαταραχές κατά το παρελθόν, είναι επιστημονικά βέβαιο ότι σε καμμία περίπτωση δεν αντιμετωπίζονται με τη μέθοδο του "βελονισμού" σε "Κέντρο Παραδοσιακής Κινέζικης Ιατρικής" στην Ελβετία.

Η πιθανή παραμονή της μικρής Ρ. μακριά από τους δύο ή έστω τον ένα γονέα της και μάλιστα σε ξένη χώρα, χωρίς το υποστηρικτικό δίκτυο κοινωνικών συναναστροφών στον τόπο που μεγάλωσε είναι βέβαιο ότι βλάπτει την ομαλή ψυχοσυναισθηματική της ανάπτυξη και δεν πρέπει να συνεχιστεί στο μέλλον" (σελ. 14). Περαιτέρω, για την επικοινωνία της Ρ.

με τον πατέρα της, ο καθηγητής Ό. Μ. αναφέρει ότι "Για τον λόγο αυτό, θα πρότεινα να ελαττωθούν και οι ημέρες επίσκεψης της μικρής στον πατέρα της από δύο σε μια, να έχει το παιδί την δυνατότητα να κάνει κάθε χρόνο εναλλάξ ή Χριστούγεννα ή Πάσχα και με τη μητέρα του και να ελαττωθεί ο χρόνος του μήνα Ιουλίου σε μισό, γιατί δεν μπορεί ένα ανήλικο να στερηθεί τη μητέρα του επί ένα μήνα" (βλ.

την από 29-3-2003 γνωμάτευση υπέρ της Ρ. Ξ.). Ενόψει αυτών και του ότι η ενάγουσα - αντεναγομένη διαμένει, ως άνω, μετά της ανήλικου στην Ελβετία, η προσωπική επικοινωνία του εναγομένου αντενάγοντος με την ανήλικη θυγατέρα του θα γίνεται, α) Εορτές Χριστουγέννων και Πρωτοχρονιάς:Για μεν τα έτη με περιττό τον τελευταίο αριθμό (αρχής γενομένης από το τρέχον έτος 2005) από την ώρα 11.00 της 23.12.

μέχρι και την 19.00 ώρα της 29.12., για δε τα έτη με άρτιο τον τελευταίο αριθμό από την ώρα 11.00 της 31.12. μέχρι την 19.00 ώρα της 6.1., β) Εορτές Πάσχα: Για μεν τα έτη με άρτιο τον τελευταίο αριθμό (αρχής γενομένης από το επόμενο έτος 2006) από την ώρα 18.00 της Μεγάλης Τρίτης μέχρι και την 20.00 ώρα της Δεύτερης ημέρας του Πάσχα, για δε τα έτη με περιττό τον τελευταίο αριθμό από την ώρα 18.00 της Δεύτερης ημέρας του Πάσχα μέχρι την 20.00 ώρα της Κυριακής του Θωμά, γ) Θερινές διακοπές:

Από την ώρα 11.00 της 5.8. μέχρι την 20.00 ώρα της 25.8. κάθε έτους, δ) Παραλαβή - επαναφορά: Ο εναγόμενος - αντενάγων θα παραλαμβάνει την ανήλικη στην αίθουσα αφίξεων του αεροδρομίου ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ Αθηνών και θα την επαναφέρει στην αίθουσα αναχωρήσεων κατά τις ανωτέρω ημέρες και ώρες, εν μέρει δεκτής γενομένης μετά ταύτα ως και κατ' ουσίαν βάσιμου της ανταγωγής, κατά το επικουρικό αίτημά της.

Έτσι που έκρινε το ουσιαστικό δικαστήριο, διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικά με όλα τα στοιχεία του πραγματικού της ουσιαστικής διατάξεως του άρθρου 1520 ΑΚ, που εφήρμοσε, και οι οποίες καθιστούν εφικτό τον έλεγχο της ορθής η μη εφαρμογής αυτής. Επομένως, είναι αβάσιμος ο έκτος λόγος της αιτήσεως της Κ.

Σ., με τον οποίο προβάλλεται το αντίθετο.

Περαιτέρω: (α) Προβάλλεται αορίστως και εντεύθεν απαραδέκτως ο πρώτος λόγος της αιτήσεως του Π. Ξ., με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1,8,10,17 και 19 ΚΠολΔ πλημμέλειες και υποστηρίζεται ότι το Εφετείο "έπρεπε να δεχθεί ότι παρανόμως το παιδί βρίσκεται στο εξωτερικό και άλλως πώς να επιστρέψει στην Ελλάδα για επικοινωνεί- ο αναιρεσείων- μαζί του με τους όρους που θα έθετε". Τούτο δε, διότι δεν είναι σαφές ποια νομική αιτίαση αποδίδεται με τον λόγο αυτό στην απόφαση.

(β) Για τον ίδιο λόγο, ήτοι λόγω της αοριστίας του, προβάλλεται απαραδέκτως και ο δεύτερος αναιρετικός λόγος της ίδιας αιτήσεως, σύμφωνα με τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ αρχικώς δέχεται ότι η αναιρεσίβλητος με το ανήλικο τέκνο διέμενε " κατά τον επίδικο χρόνο" στην ..., " όλως περιέργως και αντιφατικά δέχεται στη συνέχεια ότι διαμένει στην Ελβετία" και έτσι " η προσβαλλομένη περιέχει λίαν αντιφατικούς ισχυρισμούς και αντιφατικά πραγματικά γεγονότα και πρέπει να εξαφανισθεί".

(γ) Με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως του, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι, με το να δεχθεί το Εφετείο ότι το ανήλικο τέκνο του, μέχρι του16 ου έτους της ηλικίας του θα διαμένει στο εξωτερικό και θα επικοινωνεί με αυτό κατά τον αναφερόμενο στο αναιρετήριο τρόπο, ήτοι κατά τις εορτές Χριστουγέννων Πρωτοχρονιάς και του Πάσχα, παραλαμβάνων την ανήλικη στην αίθουσα αφίξεων του αεροδρομίου Ελευθέριος Βενιζέλος Αθηνών και επαναφέρων αυτήν στην αίθουσα αναχωρήσεων κατά τις προσδιορισθείσες ημέρες και ώρες παραβίασε το νόμο, τα διδάγματα της κοινωνικής πείρας, τα χρηστά και συναλλακτικά ήθη.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης (άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ) είναι αόριστος και απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρονται σ' αυτόν σε τι συνίσταται η παραβίαση του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου, σ οποίος σημειωτέον δεν προσδιορίζεται, ποία είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία παραβιάσθηκαν και σε τι συνίσταται η παραβίαση των χρηστών και συναλλακτικών ηθών.

Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που με αυτόν αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση το σφάλμα ότι χωρίς να λάβει υπόψη το περιεχόμενο της ανταγωγής του αναιρεσείοντος και των προτάσεων του, έλαβε υπόψη ανύπαρκτη ομολογία και συγκεκριμένα ότι δέχθηκε ότι συνομολόγησε να παίρνει την ανήλικη θυγατέρα του από το αεροδρόμιο (άρθρο 559 αριθμός 11β ΚΠολΔ) είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης δεν προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε, κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των δικογράφων του αναιρεσείοντος, υπόψη εξώδικη ομολογία του τελευταίου.

Κατά την παράγραφο 2 εδάφ. α' του άρθρου 569 ΚΠολΔ, οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλομένης αποφάσεως και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναιρέσεως, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, αντίγραφο δε του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και στους άλλους διαδίκους.

Από το συνδυασμό της διατάξεως αυτής προς τις διατάξεις του άρθρου 577 παρ. 1 και 2 ιδίου Κώδικα, που ορίζουν ότι το δικαστήριο πρώτα συζητά για το παραδεκτό της αναιρέσεως και αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως, προκύπτει ότι αν δεν τηρηθούν και οι δύο προϋποθέσεις της ασκήσεως των πρόσθετων λόγων, δηλαδή η κατάθεση του δικογράφου αυτών τριάντα ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναιρέσεως και η επίδοση αυτού μέσα στην ίδια προθεσμία ή αν τηρηθεί μόνο μία από αυτές,, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως τους πρόσθετους λόγους ως απαράδεκτους (Ο λ ΑΠ 143/1984).

Στην προκείμενη περίπτωση, ενώ το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων κατατέθηκε εμπρόθεσμα στη γραμματέα του Αρείου Πάγου (15-4-2010) από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προκύπτει, ούτε η αναιρεσείουσα επικαλείται, ότι επιδόθηκε στον αναιρεσίβλητο νόμιμα. Επομένως πρέπει οι πρόσθετοι λόγοι να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, μετά από αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου.

Κατόπιν τούτων πρέπει οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι να απορριφθούν.

ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ

Απορρίπτει την από 28-6-2006 αίτηση του Π. Ξ. και την από 14-6-2006 αίτηση της Κ. Σ. για αναίρεση της 9776/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, καθώς και τους από 15-4-2010 πρόσθετους λόγους αναιρέσεως της Κ. Σ..

Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων την δικαστική αυτών δαπάνη.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Αυγούστου 2011.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Και, δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του, στις 14 Σεπτεμβρίου 2011.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ