Legislator Case Law & Legislation
1413/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal claiming lower court distorted evidence by ignoring plaintiff's ownership claim.

Case Number 1413/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appellant's request to overturn the Thessaloniki Regional Court's decision. The appellant argued the lower court distorted a community president's certificate by failing to consider his claim of acquiring ownership through special possession. The court rejected this, noting the lower court relied on multiple evidence sources, including witness testimonies, rather than the disputed certificate alone.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559(8) K.Pol.D.; Art. 559(20) K.Pol.D.; An appeal based on the failure to consider a proposed claim is inadmissible if the claim was presented and rejected for valid reasons, and a claim of document distortion is inadmissible if the court's adverse finding was based on a holistic evaluation of evidence rather than the document in isolation.

Keywords

AI generated
appeal admissibility failure to consider claim document distortion evidence evaluation special possession community certificate property ownership

Cited Legislation

AI generated
Art. 559(8) K.Pol.D.
Art. 559(20) K.Pol.D.
Art. 339 K.Pol.D.
Art. 432 K.Pol.D.

Cited Case Law

AI generated
OL. AP 25/2003
OL. AP 12/2000
OL. AP 3/1997
OL. AP 469/1984
OL. AP 12/1991
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1413 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1413/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Δημήτριο Μαζαράκη και Κωνσταντίνο Τσόλα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Απριλίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ κατοίκου Δ.Δ. ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αικατερίνη Λεπίδα.

Του αναιρεσίβλητου: Ψ, κατοίκου δ.δ. ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Οδυσσέα Καραγιαννακίδη του Δημητρίου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 3-4-2004 και 22-10-2004 αγωγές των ήδη διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καβάλας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 136/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 684/2007 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10-6-2008 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 6-4-2010 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.

ΑΠ 25/2003, 12/2000 και 3/1997), όχι δε και εκείνοι που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν άρνηση αυτής, ούτε και εκείνοι που δεν έχουν αυτοτέλεια και αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 469/1984). Ο λόγος δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο (Ολ.ΑΠ 25/2003, 12/1991).

Ο πρώτος, επομένως, κατ' ορθή εκτίμησή του, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 8 περίπτ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον αγωγικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντα περί κτήσης ίδιας κυριότητας στο επίδικο ακίνητο με πρωτότυπο τρόπο, δηλαδή με έκτακτη χρησικτησία, με τη με διάνοια κυρίου άσκηση σ' αυτό των προσιδιαζουσών στη φύση και τον προορισμό του διακατοχικών πράξεων νομής συνεχώς και αδιαλείπτως από το έτος 1945 και μέχρι το χρόνο άσκησης της ένδικης αναγνωριστικής κυριότητας ακινήτου αγωγής του (2004), με την προσμέτρηση στον ίδιο χρόνο νομής αυτού και του χρόνου νομής του άμεσου δικαιοπαρόχου, πατέρα του, Δ από το έτος 1945 και μέχρι το έτος 1978, οπότε του παρέδωσε τη νομή του εν λόγω ακινήτου, δηλαδή διαμονής του τελευταίου με την οικογένειά του στη σ' αυτή υπάρχουσα παλιά οικία μέχρι το έτος 1979, οπότε εγκαταστάθηκε σε γειτονική οικία που έκτισε ο γιος του (αναιρεσείων), χρησιμοποιώντας την εφεξής και μέχρι το έτος 1981, οπότε κατεδαφίστηκε από τον αναιρεσείοντα, ως στάβλο, κατασκευής από τον αναιρεσείοντα περίφραξης το έτος 1978 και καλλιέργειάς του με εποχικά ζαρζαβατικά (κρεμμύδια, λάχανα, μαρούλια κ.ά.), φύτευσης δε ελαιοδένδρων από το έτος 1979 και εφεξής, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, εφόσον το Εφετείο, με τις παραδοχές του ότι: "Στο επίδικο οικόπεδο και πλησίον του ορίου αυτού με το υπ' αριθμ. 96 οικόπεδο, ιδιοκτησίας του εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσείοντα υπήρχε από παλαιά οικία στην οποία διέμενε ο πατέρας του -του εφεσιβλήτου- με την οικογένειά του μέχρι το έτος 1969, στη συνέχεια δε ο τελευταίος οικοδόμησε οικία και βοηθητικό χώρο (σταύλο) στο όμορο οικόπεδο (αριθμ.

τεμαχίου 96), που του παραχωρήθηκε κατά τα ανωτέρω κατά την οριστική διανομή των ετών 1962-1967, έκτοτε δε διέμενε με την οικογένειά του σ' αυτήν και στη συνέχεια ο εφεσίβλητος. Ο πατέρας του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσιβλήτου και ο εφεσίβλητος στο τέλος της δεκαετίας του 1960 μετανάστευσαν στη ... και ο μεν πρώτος επανέκαμψε το έτος 1991, ο δε δεύτερος το έτος 1978.

Εξαιτίας του ότι ο πατέρας του εκκαλούντος δεν αξιοποίησε το επίδικο ο εφεσίβλητος το έτος 1991 το περιέφραξε και φύτευσε σ' αυτό σαράντα δένδρα εληάς, εκδηλώνοντας με τον τρόπο αυτό την πρόθεσή του εξουσιάσεως του επιδίκου ως κύριος. Έκτοτε δε υφίσταται η περίφραξη και τα δένδρα της εληάς, πλην όμως εγκαταλελειμμένα, υπό την έννοια της έλλειψης φροντίδας για την απόδοση καρπών" και περαιτέρω, ότι: "Υπό τα περιστατικά αυτά δεν θεμελιώνεται κυριότητα του εφεσίβλητου στο επίδικο με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας αφού από το έτος 1991 που επιλήφθηκε της νομής αυτού μέχρι της ασκήσεως της αγωγής από τον εκκαλούντα (2004) δεν συμπληρώνεται το απαιτούμενο για την κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία διάστημα των είκοσι (20) ετών και συνεπώς αποδεικνύεται αβάσιμη η αγωγή αυτού και η υπό τα ίδια περιστατικά ένσταση ιδίας κυριότητας του επιδίκου και παραγραφής του δικαιώματος του ενάγοντος - εκκαλούντος που προβλήθηκαν προς απόκρουση της αγωγής του τελευταίου", έλαβε υπόψη τον αμέσως πιο πάνω αγωγικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντα και τον απέρριψε ρητά ως ουσιαστικά αβάσιμο.

Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε.

Αντίθετα, η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, όταν οι πιο πάνω ελλείψεις αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και, ειδικότερα, αναφέρονται στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, αρκεί μόνο το πόρισμα να εκτίθεται με σαφήνεια (Ολ. ΑΠ 24/1992). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ.

παρ. 1, 2 και 9 του α.ν. 1722/1939 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως διατάξεων τινών του Αγροτικού νόμου" προκύπτει, ότι η κυριότητα των ατομικών κλήρων μεταβιβάζεται στους δικαιούχους με την έκδοση και μεταγραφή του οριστικού τίτλου κυριότητας (παραχωρητηρίου) από τον Υπουργό Γεωργίας, μπορεί όμως να μεταβιβαστεί σ' αυτούς η κυριότητα και χωρίς μεταγεγραμμένο τίτλο: 1) αν εκδόθηκε απόφαση του Υπουργού Γεωργίας ή του αρμόδιου Γενικού Διοικητή, με την οποία κυρώνεται η οριστική διανομή των ακινήτων του αγροκτήματος και δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εφόσον οι δικαιούχοι των ατομικών κλήρων είναι εγγεγραμμένοι στο κτηματολόγιο που κυρώθηκε και 2) όταν η οριστική διανομή κυρώθηκε με τους νόμους 4857/1930 και 5496/1932 ή με αποφάσεις του Υπουργού Γεωργίας ή του αρμόδιου Γενικού Διοικητή, με βάση τις διατάξεις του Αγροτικού Νόμου που ίσχυαν πριν από την έναρξη της ισχύος του αναγκαστικού αυτού νόμου και οι δικαιούχοι είναι γραμμένοι στο κτηματολόγιο που κυρώθηκε.

Συγκεκριμένα η κυριότητα μεταβιβάζεται αυτοδικαίως στους δικαιούχους, στην μεν πρώτη περίπτωση, αμέσως μετά τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της απόφασης του Υπουργού ή του Γενικού Διοικητή και στη δεύτερη περίπτωση από την έναρξη της ισχύος του α.ν. 1722/1939. Περαιτέρω από τις διατάξεις του άρθρου 1 παράγρ. 1 του α.ν. 431/1968 προκύπτει, ότι, μετά την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού (23-5-1968), ο κατά την εποικιστική εν γένει νομοθεσία αποκατασταθείς κληρούχος δεν λογίζεται κατά πλάσμα του νόμου νομέας του κλήρου αν δεν κατέχει πράγματι αυτόν και συνεπώς είναι δυνατή η χωρίς τη θέλησή του κτήση από τον τρίτο της νομής ολοκλήρου του κληροτεμαχίου, υπό τον όρο να μη κατατέμνονται τα τεμάχια της οριστικής διανομής.

Ο περιορισμός αυτός της μη κατάτμησης τίθεται ως γενική αρχή και έχει εφαρμογή σε κάθε μεταβίβαση του κλήρου, όχι μόνο όταν γίνεται με τη θέληση του κληρούχου, δηλαδή με δικαιοπραξία, αλλά και στην περίπτωση απόκτησης της κυριότητας χωρίς τη θέληση αυτού, όπως με χρησικτησία. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με τον υπ' αριθμ. 6162/1973 τίτλο κυριότητας της Διευθύνσεως Γεωργίας Νομαρχίας ..., η μεταγραφή του οποίου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ..., στον τόμο 278 με αύξ.

αριθμ. 15, έγινε στις 8.10.1984, παραχωρήθηκε στον Χ πατέρα του εκκαλούντος (ενάγοντος της πρώτης αγωγής, εναγομένου της δεύτερης και ήδη αναιρεσιβλήτου), ως οικοπεδικός κλήρος, ένα οικόπεδο εμβαδού 1.405 τ.μ. που βρίσκεται στην εποικισθείσα περιοχή της τότε Κοινότητας ..., ήδη Δήμου ..., αριθμ. τεμαχίου 102, όπως τα στοιχεία αυτά καθορίσθηκαν στην οριστική διανομή των ετών 1973, που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 1189/1972 και δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Α/99/28.6.1972 και στο από 5.10.1973 επίσημο σχεδιάγραμμα της Δ/σεως Τοπογραφικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας (Τομέα Γεωργίας).

Το οικόπεδο αυτό, που αποτελεί το επίδικο ακίνητο, βρίσκεται στο 14 οικοδομικό τετράγωνο του κοινοτικού διαμερίσματος ... και συνορεύει ανατολικά με κοινοτική οδό, δυτικά με κοινοτική οδό, επίσης, βόρεια με το υπ' αριθμ. 96 οικόπεδο ιδιοκτησίας του εναγομένου της πρώτης αγωγής, ενάγοντος της δεύτερης -και ήδη αναιρεσείοντα- και με το υπ' αριθμ. 101 οικόπεδο ιδιοκτησίας ...

και νότια με κοινοτική οδό. Ο ανωτέρω κληρούχος, αποβίωσε στην ..., στις 23.9.1999, με την υπ' αριθμ. ... δε δημόσια διαθήκη του, που συντάχθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Χρυσούπολης Μαρίας Βασιλείου Παρνασσού, κατέλειπε το εν λόγω ακίνητο στον ενάγοντα κατά ψιλή κυριότητα και στη σύζυγό του ... κατ' επικαρπία.

Την κληρονομιά δε αυτή αποδέχθηκαν αμφότεροι με την υπ' αριθμ. ... πράξη αποδοχής, που συνέταξε η ίδια ως άνω συμβολαιογράφος και η οποία έχει μεταγραφεί νομίμως στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... (τόμος 686, αύξ αριθμ. 20). Στη συνέχεια η επικαρπώτρια παραιτήθηκε από το δικαίωμα της επικαρπίας στο ακίνητο αυτό, με δήλωσή της ενώπιον της προαναφερόμενης συμβολαιογράφου για την οποία συντάχθηκε η υπ' αριθμ. 14.348/21.10.2004 συμβολαιογραφική πράξη, που έχει μεταγραφεί νομίμως στα ίδια ως άνω βιβλία μεταγραφών (τόμο 709, αύξ αριθμ. 78).

Κατά την ίδια ως άνω οριστική διανομή παραχωρήθηκε στον Δ, πατέρα του εφεσίβλητου (εναγομένου της πρώτης αγωγής, ενάγοντος της δεύτερης), το όμορο του επιδίκου οικόπεδο, αριθμ. τεμαχίου 96, εμβαδού 959 τ.μ., εκδόθηκε δε για την παραχώρηση αυτή ο υπ' αριθμ. ... τίτλος κυριότητας της Διευθύνσεως Γεωργίας Νομαρχίας Καβάλας.

Το οικόπεδο αυτό, με τα επ' αυτού κτίσματα, οικία και σταύλο, ο άνω κληρούχος το μεταβίβασε στον εφεσίβλητο γιο του, με αιτία την πώληση, με το υπ' αριθμ. 17.622/1979 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Χρυσούπολης Παναγιώτη Δ. Προέδρου. Στο επίδικο οικόπεδο και πλησίον του ορίου αυτού με το υπ' αριθμ. 96 οικόπεδο, ιδιοκτησίας του εφεσίβλητου, υπήρχε από παλαιά οικία στην οποία διέμενε ο πατέρας του εφεσίβλητου με την οικογένειά του μέχρι το έτος 1969, στη συνέχεια δε ο τελευταίος οικοδόμησε οικία και βοηθητικό χώρο (σταύλο) στο όμορο οικόπεδο (αριθμ.

τεμαχίου 96), που του παραχωρήθηκε κατά τα ανωτέρω κατά την οριστική διανομή των ετών 1962-1967, έκτοτε δε διέμενε με την οικογένεια του σ' αυτήν και στη συνέχεια ο εφεσίβλητος. Ο πατέρας του εκκαλούντος και ο εφεσίβλητος στο τέλος της δεκαετίας του 1960 μετανάστευσαν στη ... και ο μεν πρώτος επανέκαμψε το έτος 1991, ο δε δεύτερος το έτος 1978.

Εξαιτίας του ότι ο πατέρας του εκκαλούντος δεν αξιοποίησε το επίδικο ο εφεσίβλητος το έτος 1991 το περιέφραξε και φύτευσε σ' αυτό σαράντα δένδρα εληάς, εκδηλώνοντας με τον τρόπο αυτό την πρόθεση του εξoυσιάσεως του επιδίκου ως κύριος. Έκτοτε δε, υφίσταται η περίφραξη και τα δένδρα της εληάς, πλην όμως εγκαταλελειμμένα, υπό την έννοια της έλλειψης φροντίδας για την απόδοση καρπών.

Η κρίση περί του ότι οι άνω πράξεις νομής έλαβαν χώρα το έτος 1991 στηρίζεται στην κατάθεση του μάρτυρα που εξετάσθηκε ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου με πρόταση του εκκαλούντος (...) ανεξαρτήτως του ότι αυτός ισχυρίζεται ότι οι άνω ενέργειες έγιναν από τον δικαιοπάροχο του εκκαλούντος, η κατάθεσή του όμως ως προς τον χρόνο ενέργειας των πράξεων αυτών είναι αληθής, καθόσον εναρμονίζεται με την κατάθεση της μάρτυρα (...) που είχε εξετασθεί με πρόταση του εφεσίβλητου ενώπιον του Ειρηνοδικείου Χρυσουπόλεως κατά τη συζήτηση, στις 16.2.2004, της αιτήσεως του εκκαλούντος προς λήψη ασφαλιστικών μέτρων προστασίας της νομής του επί του επιδίκου και προς απόκρουση αυτής και η οποία κατέθεσε "...Το συγκεκριμένο οικόπεδο το περιέφραξε ο Χ, γιος του Δ (πρόκειται για τον εφεσίβλητο) πριν από 15 χρόνια περίπου και παραπάνω που έσπειρε ελιές...

είναι φραγμένο το οικόπεδο εδώ και 15-16 χρόνια από τότε που έβαλε ο Χ ο καθ' ου τις ελιές..,", όπως και του μάρτυρα (...) που εξετάσθηκε στην ίδια δίκη με πρόταση του εκκαλούντος, ο οποίος κατέθεσε ότι το έτος 1990 ή 1991 που είχε επισκεφθεί το επίδικο ήταν ένα άδειο οικόπεδο, ενισχύεται δε περαιτέρω από την προσκομιζόμενη από τον εκκαλούντα από 20.9.2004 ιδιωτική πραγματογνωμοσύνη του γεωπόνου ...

που εκτιμά κατά μακροσκοπική εξέταση τα υφιστάμενα στο επίδικο ελαιόδενδρα ως ηλικίας 10 με 11 έτη. Υπό τα ανωτέρω οι καταθέσεις των μαρτύρων (... που εξετάσθηκαν κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, οι οποίες εναρμονίζονται με τους ισχυρισμούς του εφεσίβλητου, κατά τους οποίους μετατίθεται ο χρόνος πραγματοποιήσεως των ανωτέρω υλικών πράξεων στα έτη 1980-1981 κρίνονται ανακριβείς.

Άλλωστε είναι εμφανής η προσπάθεια του εφεσίβλητου να θεμελιώσει νομή επί του επιδίκου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας με την μετάθεση των χρονολογιών των γεγονότων, καθόσον στην αγωγή του ισχυρίζεται ότι στην παλαιά οικία που υφίστατο στο επίδικο προ της οριστικής διανομής διέμενε ο πατέρας του και ο ίδιος μέχρι το έτος 1981, και ότι τότε μετακόμισαν στη νέα οικία που οικοδόμησε ο ίδιος το έτος 1979 στο όμορο του επιδίκου οικόπεδο, καθόσον ο ισχυρισμός του αυτός διαψεύδεται α) από την κατάθεση του μάρτυρα που εξετάσθηκε με πρόταση του ίδιου, ...

που αναφέρει ως χρόνο εγκαταλείψεως της οικίας αυτής και εγκαταστάσεως στη νέα που οικοδομήθηκε από τον πατέρα του εφεσίβλητου στο παραχωρηθέν με την οριστική διανομή όμορο οικόπεδο υπό τον αριθμ. 96, όπως προαναφέρεται και β) το προσκομιζόμενο από τον εφεσίβλητο αριθμ. πρωτ. ... πιστοποιητικό του Προέδρου της Κοινότητας ..., στο οποίο βεβαιώνεται ότι ο πατέρας του εφεσίβλητου διέμενε στην παλαιά οικία επί του επιδίκου μέχρι το έτος 1969 οπότε και απέκτησε καινούργια οικία σε άλλο ιδιόκτητο οικόπεδο.

Υπό τα περιστατικά αυτά δεν θεμελιώνεται κυριότητα του εφεσίβλητου στο επίδικο με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας αφού από το έτος 1991 που επιλήφθηκε της νομής αυτού μέχρι της ασκήσεως της αγωγής από τον εκκαλούντα (2004) δεν συμπληρώνεται το απαιτούμενο για την κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία διάστημα των είκοσι (20) ετών και συνεπώς αποδεικνύεται αβάσιμη η αγωγή αυτού και η υπό τα ίδια περιστατικά ένσταση ιδίας κυριότητας του επιδίκου και παραγραφής του δικαιώματος του ενάγοντος-εκκαλούντος που προβλήθηκαν προς απόκρουση της αγωγής του τελευταίου.

Συνεπώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ότι ο εφεσίβλητος απέκτησε δικαίωμα κυριότητας στο επίδικο με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας και κατέλυσε το δικαίωμα κυριότητας του δικαιοπαρόχου του εκκαλούντος έσφαλε στη εκτίμηση των αποδείξεων. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε την έφεση του αναιρεσιβλήτου κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένδικη διεκδικητική αγωγή του και δεχθεί ως ουσιαστικά βάσιμη την ένδικη αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή του αντιδίκου του, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και, απορρίπτοντας ως και κατ' ουσίαν αβάσιμη τη δεύτερη αγωγή, δέχθηκε ως και κατ' ουσίαν βάσιμη την πρώτη.

Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, αφού με σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, δέχθηκε, ότι ο αναιρεσείων με την πατρική του οικογένεια διέμεινε, από του έτους 1969 και εφεξής σε οικία που ανήγειρε ο ίδιος σε όμορο του επιδίκου ιδιόκτητο οικόπεδο και η μόνη πράξη νομής του στο τελευταίο -επίδικο- με πρόθεση εξουσίασής του ως κύριος, ήταν η περίφραξή του και η φύτευση σ' αυτό σαράντα ελαιοδένδρων το έτος 1991, από τότε δε και μέχρι το χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής του (2004) δεν παρήλθε η απαιτούμενη κατά νόμο (άρθρο 1045 ΑΚ) εικοσαετία για την κτήση ίδιας κυριότητάς του στο εν λόγω οικόπεδο με έκτακτη χρησικτησία.

Με τα δεδομένα αυτά, ο δεύτερος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιό λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Ειδικά, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου από το δικαστήριο της ουσίας (αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου.

Αν δε το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να εκτίθενται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέσθηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου. Ο δεύτερος, επομένως, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο ψέγεται ο αναιρεσείων την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο, με το να απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένδικη αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή του, παραβίασε ευθέως διατάξεις για τη χρησικτησία, είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, εφόσον δεν εξειδικεύονται στο αναιρετήριο οι συγκεκριμένες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι παραβιάστηκαν, ούτε, επίσης, αναφέρεται στο ίδιο το υπαγωγικό σφάλμα του Εφετείου, δηλαδή αν η παραβίαση των εν λόγω διατάξεων οφείλεται σε ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή τους.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.

Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περίπτ.

γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στη δικανική του κρίση περί της απόρριψης ως και κατ' ουσίαν αβάσιμης της ένδικης αναγνωριστικής κυριότητας ακινήτου αγωγής του αναιρεσείοντα, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις τη 16/2004 απόφαση του Ειρηνοδικείου Χρυσούπολης, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων και που επικαλέστηκε ο αναιρεσείων με τις προτάσεις του της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόδειξη του ουσιώδους αγωγικού ισχυρισμού του, ότι πράξεις νομής με διάνοια κυρίου στο επίδικο ακίνητο ασκούσαν συνεχώς ο πατέρας του μεν από του έτους 1945 και εφεξής μέχρι το χρόνο παράδοσης της νομής του σ' αυτόν, έκτοτε δε ο ίδιος και μέχρι το χρόνο άσκησης της αγωγής, σε αντίθεση με τον αναιρεσίβλητο και τον άμεσο δικαιοπάροχο, πατέρα του, οι οποίοι δεν άσκησαν ποτέ πράξεις νομής στο εν λόγω ακίνητο.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω Δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων και "από τα έγγραφα που προσκομίζουν με επίκληση οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και φωτογραφίες του επιδίκου, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητείται", σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι στο αιτιολογικό της απόφασης δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το αν το Εφετείο έλαβε υπόψη του και την παραπάνω απόφαση, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι το εν λόγω Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και την απόφαση αυτή, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγησή της.

Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 Κ.Πολ.Δ., έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεώρησε ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.

Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια κρίση του για τον αναιρεσείοντα να σχημάτισε το δικαστήριο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση, η οποία δεν συντρέχει, όταν το εν λόγω έγγραφο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην τελευταία αυτή περίπτωση δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο, με το να δεχθεί, ότι στο ... πιστοποιητικό του Προέδρου της Κοινότητας ... βεβαιώνεται μόνο, ότι ο πατέρας του, διέμενε στην παλαιά οικία επί του επιδίκου μέχρι το έτος 1969, οπότε και απέκτησε καινούργια οικία σε άλλο ιδιόκτητο οικόπεδο", χωρίς, παράλληλα, να δεχθεί, όπως βεβαιώνεται στο ίδιο, ότι ο πατέρας του έκτοτε χρησιμοποιεί την εν λόγω οικία ως σταύλο, παραμόρφωσε το περιεχόμενο του επίμαχου πιστοποιητικού.

Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, εφόσον το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί της απόρριψης ως ουσιαστικά αβάσιμης της ένδικης αναγνωριστικής κυριότητας αγωγής του αναιρεσείοντα στηρίχθηκε σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή, στις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων και σε όλα τα έγγραφα, που, με επίκληση, προσκομίζουν οι τελευταίοι, χωρίς να στηρίξει αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο το επί της ουσίας πόρισμά του στο προμνημονευόμενο πιστοποιητικό, το οποίο, άλλωστε, κατά την κρίση του -Εφετείου-, δεν εκδόθηκε προς χρήση στην παρούσα δίκη και, έτσι, ως απλή βεβαίωση τρίτου, εκτιμήθηκε ελεύθερα από το Δικαστήριο της ουσίας για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10.6.2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της 684/2007 απόφασης του Εφετείου Θράκης.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 25 Μαΐου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 22 Σεπτεμβρίου 2010.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ