Supreme Court dismisses appeal on abuse of right claim due to lack of evidence regarding financial hardship.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by OSE against the Athens Court of Appeal's decision. The appellant argued that the lower court erred in rejecting a claim of abusive exercise of rights based on the first plaintiff's financial situation. The court found the appeal baseless because the appellant failed to prove the specific economic circumstances required to establish abuse of right, noting that mere passage of time does not suffice. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the respondents.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(18) C.P.D.; Art. 281 A.C.: The exercise of a legal right is considered abusive only if it causes disproportionate harm to the other party, which requires concrete evidence of the party's financial situation and the severity of the resulting burden, not merely the passage of time.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1413 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1413/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο - Φιλήτα Περίδη και Ηλία Γιαννακάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «Οργανισμός Σιδηροδρόμων Ελλάδος ΑΕ» και με τον διακριτικό τίτλο «ΟΣΕ», η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Δημήτριο Κοκκάλη και Χαράλαμπο Χρυσανθάκη βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσίβλητων: 1.Εταιρείας με την επωνυμία «CONTRANSIMEX S.A», που εδρεύει στο Βουκουρέστι Ρουμανίας και έχει γραφεία στην Αθήνα, όπως εκπροσωπείται νόμιμα. Παραστάθηκε ο νόμιμος εκπρόσωπος αυτής ...... και διόρισε στο ακροατήριο πληρεξούσιο δικηγόρο του τον Απόστολο-Κωνσταντίνο Κωνσταντινίδη και 2.ΝΠΔΔ με την επωνυμία «ΤΕΧΝΙΚΟ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΑΣ», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Μακαρίτη βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/2/1997 αγωγή της ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 272/1997 του ίδιου Δικαστηρίου και 1226/2000 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζήτησε η ήδη αναιρεσείουσα με την από 14/11/2000 αίτησή της.
Εκδόθηκε η 1257/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την παραπάνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση να δικαστεί ξανά από το ίδιο Εφετείο.
Εκδόθηκε η 3218/2003 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25/10/2004 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ηλίας Γιαννακάκης, ανέγνωσε την από 17/1/2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί ο πρώτος λόγος αναιρέσεως και να γίνει δεκτός ο δεύτερος.
Ο πληρεξούσιος της πρώτης αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψή της και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθ. 18 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθ. 18 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έσφαλε, επειδή θεώρησε ότι το μόνο κεφάλαιο που δεν κατέστη αμετάκλητο μετά την έκδοση της 1257/2002 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η 1226/2000 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, είναι αυτό που αφορά τον ισχυρισμό της περί κατάχρησης δικαιώματος, ενώ με την παραπάνω απόφαση του Αρείου Πάγου αναιρέθηκε η υπόθεση στο σύνολό της και επαναπέμφθηκε στο Εφετείο προς επανάκριση. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος, γιατί, όπως προκύπτει από τη 1257/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου, η πιο πάνω Εφετειακή απόφαση αναιρέθηκε εν μέρει και ειδικότερα κατά το μέρος της μόνο που απορρίφθηκε με αυτή η ένσταση καταχρήσεως δικαιώματος.
Η διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ. με την οποία ορίζεται ότι η άσκηση δικαιώματος απαγορεύεται αν αυτή υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, ή από τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, σκοπώντας την πάταξη της κακοπιστίας και ανηθικότητας στις συναλλαγές και γενικώς στην άσκηση κάθε δικαιώματος και για το λόγο αυτό έχοντας έντονο το χαρακτήρα κανόνα δημόσιας τάξεως, δεν αποκλείεται να εφαρμοσθεί και επί δικαιωμάτων που πηγάζουν από διατάξεις δημοσίας τάξης, εφόσον οι γενικά συντρέχουσες περιστάσεις εμφανίζουν τη συμπεριφοράν του δικαιούχου, ως υπερακοντίζουσα καταδήλως τα παραπάνω όρια.
Τέτοια δε δημόσιας τάξεως διάταξη, που προσπορίζει δικαιώματα κατά την άσκηση των οποίων μπορεί να αντιταχθεί η ένσταση από το άρθρο 281 Α.Κ., είναι και η του άρθρου μόνον παρ. 1 του ν. δ/τος 2726/1953, με την οποία απαγορεύεται και κηρύσσεται άκυρη κάθε συμφωνία περί μειώσεως της νόμιμης αμοιβής πολιτικού μηχανικού, ή νομικού προσώπου αποτελούμενου από μηχανικούς, διπλωματούχους ανώτατης ή ανώτερης σχολής ως η αμοιβή αυτή καθορίζεται με το β.δ/μα της 19/21-2-1938 «περί αναθεωρήσεως του από 13 Ιουνίου 1924 διατάγματος περί καθορισμού των αμοιβών των ιδιωτών μηχανικών κ.λ.π.
Εξάλλου, πράγματα κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 8 του Κ.Πολ.Δ., η μη λήψη των οποίων υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή αναιρετικό λόγο, αποτελούν και τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ένσταση καταχρήσεως δικαιώματος. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις προτάσεις της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρίας, που υποβλήθηκαν, στο πρωτοδικείο με λόγο εφέσεως κατά την ενώπιον του Εφετείου συζήτηση, επικαλέστηκε προς αντίκρουση της κατ' αυτής αγωγής της πρώτης αναιρεσίβλητης, που ζητούσε την επιδίκαση ανεξόφλητων αμοιβών για συμβατικές εργασίες, κατ'επίκληση ακυρότητας των κάτω των ελάχιστων αμοιβών συμπεφωνημένων ένσταση από το άρθρο 281 Α.Κ.
συνιστάμενη στα εξής: α)Ότι στην ένδικη σύμβαση προέβη γιατί πείσθηκε στη σοβαρότητα των δηλώσεων και των επανειλημμένων διαβεβαιώσεων της υπό κρατικό έλεγχο τελούσας αλλοδαπής αναιρεσίβλητης εταιρίας, περί του ότι το αντάλλαγμα που προτάθηκε και συνομολογήθηκε σαφώς και ανεπιφύλακτα ως προς το ακριβές ποσό της αμοιβής της, για τις εργασίες που θα εκτελούσε υπερκάλυπτε την αμοιβή της, β)Η υπογραφή της σύμβαση ήταν αποτέλεσμα των διαβουλεύσεων, οι οποίες έλαβαν χώρα επί μία διετία προς της υπογραφής της.
Με δεδομένες τις διαπραγματεύσεις που μεσολάβησαν είναι βέβαιο ότι η Ο.Σ.Ε. – Α.Ε. δεν θα προέβαινε στην κατάρτιση της εν λόγω συμβάσεως, η οποία θα ήταν απολύτως ασύμφορη για την Ο.Σ.Ε. – Α.Ε., και συνεπώς και για το Δημόσιο, της οποίας (Ο.Σ.Ε. – Α.Ε.) τα οικονομικά βρίσκονται σε δυσχερέστατη κατάσταση, γ)Οι νόμιμοι εκπρόσωποι της αναιρεσίβλητης από το 1982 και σε κάθε περίπτωση από το μήνα Οκτώβριο 1984 και έκτοτε συνεχώς επί μακρότατο χρονικό διάστημα συνεργάσθηκαν με την αναιρεσείουσα εφαρμόζοντας τους όρους της συμβάσεως δεχόμενοι τα προσφερόμενα συμβατικά ποσά αμοιβής και αποδεχόμενοι κατά το έτος 1989 την εκτέλεση προσθέτων εργασιών, περί των οποίων συντάχθηκε ο 1ος Συγκριτικός πίνακας, και εισπράττοντας κατά με τον ίδιο συμβατικό τρόπο, αμοιβή που συμφωνήθηκε, δ)Η αναιρεσίβλητη με όλη την παραπάνω συμπεριφορά της, της δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση ότι οι σχετικοί με την αμοιβή της όροι της σύμβασης ήταν απολύτως έγκυροι και ότι ως εκ τούτου δεν θα αξίωνε αμοιβή μεγαλύτερη του συμφωνηθέντος ποσού και ε)Η κατά το έτος 1997 δηλαδή η μετά την πάροδο 15ετίας περίπου, από της συνομολογήσεως των παραπάνω όρων περί της αμοιβής της και σε κάθε περίπτωση, μετά την πάροδο δεκατριών ετών από της συντάξεως και υπογραφής της ένδικης σύμβασης, προβολή και ικανοποίηση των επίδικων αξιώσεων της, παρίστατο εξαιρετικώς επαχθής για την αναιρεσείουσα η οποία στην περίπτωση αυτή θα επεβαρύνετο με δαπάνη ύψους πολλών δισεκατομμυρίων δρχ., αποτέλεσμα το οποίο θα απόφευγε μετά βεβαιότητα και κατά συνήθη πορεία των πραγμάτων, αν η αναιρεσίβλητη είχε προβάλει, από το χρόνο υπογραφής της παραπάνω σύμβασης και σε κάθε περίπτωση εγκαίρως, τις αξιώσεις αυτές.
Τούτο όχι μόνο δεν έγινε, αλλά μάλιστα η αναιρεσίβλητη ποτέ δεν έθεσε τέτοιο ζήτημα εισέπραξε δε αδιαμαρτύρητα τη συμφωνηθείσα αμοιβή της. Περαιτέρω η αποδοχή των αξιώσεων της αναιρεσίβλητης θα της επέφερε τεράστια ζημία δεδομένου ότι θα υποχρεωθεί να καταβάλει σε αυτή ποσό (περί τα 9 δισ.) που θα οδηγήσει στην κατάρρευση του προϋπολογισμού της εκ τούτου δε ο συνέπειες θα είναι επαχθέστατες σ' αυτή.
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα εξής ως προς την ένσταση κατάχρησης δικαιώματος: Στα πλαίσια διακρατικής συμφωνίας μεταξύ Ελλάδος και Ρουμανίας το 1982 ανατέθηκε, μετά από διαπραγματεύσεις των διαδίκων, από την αναιρεσείουσα στην πρώτη αναιρεσίβλητη Ρουμανική Τεχνική εταιρία η μελέτη εκμετάλλευσης (σταθμού διαλογής και εμπορικού) στις εγκαταστάσεις της αναιρεσείουσας στο Θριάσιο Πεδίο και προς τούτο καταρτίσθηκε η με αριθμό 640/1-10-1984 σύμβαση.
Με τους όρους 4 και 6 της σύμβασης η αμοιβή της μελέτης ορίσθηκε σε ποσοστό 0,80% της αξίας του έργου και η οποία σε κάθε περίπτωση δεν θα υπερέβαινε το ποσό (πλαφόν) των 765000 δολαρίων ΗΠΑ. Η κατάρτιση της σύμβασης αυτής κατέστη εφικτή μετά την έκδοση της ΒΜΙ Β/3786/ΠΕ/31-1-1984 απόφασης του Υπουργού Δημοσίων Έργων, με την οποία εγκρίθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 11 παρ. 2 τουν.δ.2386/1953 και 26 παρ.2 του ν. 716/1977 κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις του ν. 716/1977 και ΠΔ 194/1974, η ανάθεση της μελέτης από την αναιρεσείουσα στην πρώτη αναιρεσίβλητη.
Μεταγενέστερα το 1989 η αναιρεσείουσα ανέθεσε στην πρώτη αναιρεσίβλητη και τη μελέτη νέου εργοστασίου επισκευής μηχανών έλξης στον ίδιο χώρο των εγκαταστάσεών της στο Θριάσιο Πεδίο έναντι αμοιβής κατ' αποκοπήν ποσού 380000 δολαρίων ΗΠΑ, Με την 164/27-4-1984 απόφαση του Συμβουλίου Διεύθυνσης της αναιρεσείουσας εγκρίθηκε η δεύτερη μελέτη και ο 1ος Συγκριτικός Πίνακας της πρώτης μελέτης των εγκαταστάσεων εκμετάλλευσης(σταθμού διαλογής και Εμπορικού) με βάση τον οποίο η πρώτη αναιρεσίβλητη εισέπραξε το ποσό των 380000 δολαρίων ΗΠΑ, ενώ μέχρι τη συζήτηση της αγωγής αυτή έχει εισπράξει το ποσό των 905 δολαρίων ΗΠΑ για το εκτελεσθέν έργο, για πρώτη δε φορά το Νοέμβριο του 1995 ζήτησε από την αναιρεσείουσα την αναθεώρηση με αύξηση της αμοιβής της.
Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά δεν είναι καταχρηστική η άσκηση του ενδίκου δικαιώματος της πρώτης αναιρεσίβλητης. Ειδικότερα δεν αποδείχθηκε ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη κατά τις διαπραγματεύσεις για τη σύναψη των ως άνω μελετών διαβεβαίωνε την αναιρεσείουσα ότι τα συμφωνηθέντα ποσά υπερκαλύπτουν την αμοιβή της και δεν θα αξίωνε τη νόμιμη τοιαύτη, ούτε η είσπραξη μέρους της συμφωνηθείσας αμοιβής μπορούσε να δημιουργήσει στην πρώτη αναιρεσίβλητη την πεποίθηση ότι δεν θα αξίωνε τη νόμιμη.
Τέλος, ως προς το σημαντικό στοιχείο της επιβάρυνσης της αναιρεσείουσας με πολλά δισεκατομμύρια δραχμές από την ικανοποίηση της αξίωσης της πρώτης αναιρεσίβλητης και οι επαχθείς συνέπειες που θα προκληθούν στην οικονομική κατάσταση της αναιρεσείουσας, εκτός της αοριστίας των λόγω μη αναφοράς του ύψους της πρόσθετης δαπάνης και του προσδιορισμού της αναλυτικά, δεν προέκυψε από τα αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας η κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής οικονομική κατάσταση της αναιρεσείουσας και ποια η επιβάρυνση αυτής από την ικανοποίηση της αξίωσης της πρώτης αναιρεσίβλητης.
Συνεπώς απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη είναι η ένσταση της αναιρεσείουσας περί καταχρηστικής ασκήσεως του ενδίκου δικαιώματος της πρώτης αναιρεσίβλητης. Το Εφετείο για να απορρίψει με την προσβαλλόμενη απόφαση την ένσταση της αναιρεσείουσας για καταχρηστική άσκηση του ενδίκου δικαιώματος, έλαβε υπόψη του όλα τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά, που πρότεινε η αναιρεσείουσα και συγκροτούν την ένσταση αυτή και συγκεκριμένα δέχθηκε ότι, δεν αποδείχθηκαν οι ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας ότι, αυτή διαβεβαίωνε την πρώτη αναιρεσίβλητη ότι τα συμφωνηθέντα ποσά υπερκαλύπτουν την αμοιβή της, ότι η είσπραξη μέρους της αμοιβής της πρώτης αναιρεσίβλητης μπορούσε να δημιουργήσει στην αναιρεσείουσα την πεποίθηση ότι δεν θα αξιώσει στο μέλλον την αμοιβή της και ότι, η ικανοποίηση των αξιώσεων της πρώτης αναιρεσίβλητης θα προκαλέσει δυσβάστακτη οικονομική ζημία στην αναιρεσείουσα, ενώ μόνη η μετά πάροδο 15ετίας περίπου επιδίωξη της ικανοποιήσεως των αξιώσεων της πρώτης αναιρεσίβλητης δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την άσκηση των ενδίκων αξιώσεων.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, για ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη ερμηνεία και εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 281 Α.Κ. και δικαιολογούν την κρίση περί της μη υπερβάσεως των διαλαμβανομένων στην διάταξη αυτή ορίων, ενόψει ιδίως των ανελέγκτως κατ΄ ουσίαν δεκτών ως άνω γενομένων, της ορθής κρίσεως περί αοριστίας του προταθέντος περιστατικού της υπερμέτρου, εκ της ικανοποιήσεως της αξιώσεως της αναιρεσίβλητης, επιβαρύνσεως της αναιρεσείουσας και της ανεπάρκειας μόνον του ετέρου περιστατικού της διαδρομής του άνω χρονικού διαστήματος να καταστήσει καταχρηστική την άσκηση της ένδικης αξιώσεως.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από τους αριθμούς 1, 8 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 281 Α.Κ., μη λήψη υπόψη από το Εφετείο των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ένσταση καταχρήσεως δικαιώματος και έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, όπως πρέπει να απορριφθεί και η αίτηση για αναίρεση στο σύνολό της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τη 1287/26.10.2004 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «Οργανισμός Σιδηροδρόμων Ελλάδος Α.Ε.», για αναίρεση της 5940/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ, για κάθε αναιρεσίβλητο.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Μαΐου 2006.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 27 Ιουνίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ