Legislator Case Law & Legislation
1412/2024 AI generated

Supreme Court remands appeal on labor law application to full bench while dismissing other inadmissible grounds.

Case Number 1412/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece remanded two appeal arguments to the full bench for further examination while dismissing the remaining four as inadmissible. The appellant challenged a labor court decision regarding the applicability of a specific employment law provision and the calculation of unjust enrichment benefits. The court found the first two grounds meriting review but rejected the others due to lack of legal interest or procedural defects.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 577, 68 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must remand specific appeal grounds to the full bench for substantive review when they raise significant legal issues, while dismissing other grounds lacking legal interest or failing to meet admissibility requirements.

Keywords

AI generated
appeal procedure legal interest requirement full bench remand unjust enrichment labor law application admissibility of appeal procedural defects

Cited Legislation

AI generated
Article 261 of the Code of Civil Procedure
Articles 552, 553, 556, 558, 564 paragraph 3, 566 paragraph 1 and 144 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 561 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Articles 68 and 556 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1412 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1412/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη - Εισηγήτρια, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νίκη Κατσιαούνη και Μαρία Γιαννακοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 12 Mαρτίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δ. Γ. του Χ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Λευκή Κιοσσέ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η oποία κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...." που εδρεύει στην Ορεστιάδα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σμαράγδα Πιστίκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η oποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-5-2020 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ορεστιάδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 24/150/11/2020 μη οριστική, 3/352/30/28-1-2021 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 326/2022 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9-3-2023 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 9.3.2023 και με αριθμό κατάθεσης 14/9.3.2023 αίτηση αναίρεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών εργατικών διαφορών υπ' αριθμ. 326/16.12.2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, με την οποία έγινε τυπικά και κατ' ουσία δεκτή η από 3.3.2021 και με αριθμ.

κατάθεσης 5/10.3.2021 έφεση της εναγομένης-εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθμ. 3/352/30/28.1.2021 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ορεστιάδας, με την οποία είχε γίνει δεκτή κατ' ουσία ως προς την κύρια βάση της η από 19.5.2020 και με αριθμό εκθ. κατάθ. 150/11/25.5.2020 αγωγή, και μετά από εξαφάνιση της εν λόγω απόφασης, έγινε δεκτή εν μέρει κατ' ουσία η αγωγή, ως προς την επικουρική βάση του αδικαιολογήτου πλουτισμού, υποχρεώνοντας την εναγομένη να καταβάλλει στον ενάγοντα το ποσόν των 10.743,81 ευρώ.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εφ' όσον η προσβαλλομένη απόφαση επιδόθηκε στο αναιρεσείοντα στις 21.2.2023, όπως διαλαμβάνεται στην αίτηση αναίρεσης (βλ. σελ.10 αυτής) και δεν αμφισβητείται από την αναιρεσίβλητη (άρθρο 261 του ΚΠολΔ), η δε αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στις 9.3.2023, ήτοι εντός της προβλεπομένης από το νόμο προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών, (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ).

Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από την επισκόπηση κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ της ένδικης από 19.5.2020 (αριθμ. εκθ. κατάθ. 150/11/25.5.2020) αγωγής και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτουν τα εξής:

Ο ενάγων [αναιρεσείων] εξέθετε, με την ως άνω αγωγή του, ότι προσλήφθηκε στις 05.10.2006 στη "ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΥΔΡΕΥΣΗΣ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΗΣ ΔΗΜΟΥ ΒΥΣΣΑΣ" (ΔΕΥΑΒ), μέσω προγραμμάτων ΟΑΕΔ, με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, διάρκειας δύο (2) ετών, με λήξη την 04.10.2008, απασχολούμενος ως καταμετρητής. Ότι, έπειτα από σχετική αίτησή του, το ΔΣ της ΔΕΥΑΒ αποφάσισε ομόφωνα να τον κατατάξει σε κενή οργανική θέση ελεγκτή καταμετρητή και στις 19.8.2009 συνήψε με τη ΔΕΥΑΒ σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, με χρόνο έναρξης την 05.10.2006 και αντικείμενο απασχόλησης αυτό του καταμετρητή ΤΕ.

Ότι δυνάμει του ν. 3852/2010 η ΔΕΥΑΒ συγχωνεύθηκε με την εναγόμενη ΔΕΥΑ Ορεστιάδας (ΔΕΥΑΟ) [αναιρεσίβλητη] και ο ίδιος εξακολούθησε να εργάζεται μέχρι τις 22.11.2009, οπότε καταγγέλθηκε η σύμβασή του, με αιτιολογία, ότι η σύμβαση που τον συνέδεε με την συγχωνευθείσα ΔΕΑΥΒ ήταν άκυρη. Ότι με βάση το άρθρο 13 του Ν. 4483/2017, επειδή κατά το χρόνο συγχώνευσης των ως άνω ΔΕΥΑ είχε ενεργή σχέση εργασίας με τη συγχωνευθείσα επιχείρηση (ΔΕΥΑΒ) υπέβαλε στις 31.7.2017 αίτηση στην εναγόμενη ζητώντας να επαναπροσληφθεί και να καταταχθεί σε θέση αορίστου χρόνου, όπως προέβλεπε η ανωτέρω διάταξη.

Ότι η εναγόμενη αρχικά δεν τον επαναπροσέλαβε, όμως μετά το υπ' αριθμ. πρωτ. ... έγγραφο του Τμήματος Ιδιωτικού Δικαίου της Γενικής Διεύθυνσης Αποκέντρωσης και Τοπικής Αυτοδιοίκησης του Υπουργείου Εσωτερικών, επαναπροσλήφθηκε δυνάμει της υπ' αριθμ. 11/2018 απόφασης του ΔΣ της εναγομένης και κατατάχθηκε ως καταμετρητής ΤΕ με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου αρχομένης την 01.03.2018.

Ότι στις 23.01.2019 και ενώ είχε τροποποιηθεί η διάταξη του άρθρου 13 του ν. 4483/2017 με το άρθρο 108 του Ν. 4583/2018, με την υπ' αριθμ. 14/23.01.2019 απόφαση του ΔΣ της εναγομένης ανακλήθηκαν οι υπ' αριθμ. 72/2017 και 11/2018 αποφάσεις του, με βάση τις οποίες είχε επαναπροσληφθεί και καταγγέλθηκε εκ νέου η σύμβασή του, με την αιτιολογία ότι ο αρμόδιος Επίτροπος κι εν συνεχεία το Ελεγκτικό Συνέδριο δεν ενέκριναν τα εντάλματα πληρωμής της εναγομένης που τον αφορούσαν, λόγω ακυρότητας της σύμβασής του με τη ΔΕΥΑΒ.

Ότι ο ίδιος προσέφυγε κατά της υπ' αριθμ. 14/2019 απόφασης του ΔΣ της εναγομένης με την οποία αποφασίσθηκε η απόλυσή του στον Συντονιστή της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Μακεδονίας - Θράκης, ο οποίος έκανε δεκτή την προσφυγή του και ακύρωσε την απόφαση της εναγομένης, κατά δε της απόφασης αυτής η εναγόμενη άσκησε προσφυγή ενώπιον της Ειδικής Επιτροπής του άρθρου 152 του ν. 3463/2006, η οποία απορρίφθηκε.

Ότι λόγω της ασάφειας από τις ως άνω αποφάσεις που έχει προκύψει για το εάν ο ενάγων δικαιούται να εργάζεται στην εναγόμενη ή όχι, ο ίδιος, από τις 22.04.2019, εργάζεται κανονικά ως καταμετρητής υδρομέτρου στην εναγόμενη, πλην όμως, δεν του καταβάλλεται μισθός. Ενόψει των ανωτέρω, ο ενάγων ζητούσε, έπειτα από περιορισμό του αιτήματός του, που έλαβε χώρα, νομότυπα, με τις έγγραφες προτάσεις του αλλά και με προφορική επ' ακροατηρίου δήλωση της πληρεξουσίας του δικηγόρου, που καταχωρήθηκε στα οικεία πρακτικά συνεδριάσεως (λόγω προσωρινής επιδίκασης για δεδουλευμένους μισθούς ποσού 17.697,26 ευρώ με την υπ' αριθμ. 18/2020 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ορεστιάδας και την παραίτησή του από τα δεδουλευμένα του μηνός Νοεμβρίου 2020), να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλλει: 1) για αποδοχές υπερημερίας από 01.08.2017 μέχρι 28.02.2018 το ποσό των 6.813,10 ευρώ (973,30 ευρώ x 7 μήνες), 2) για αποδοχές υπερημερίας από 01.02.2019 μέχρι 22.04.2019 το ποσό των 1.813,30 ευρώ και 3) για δεδουλευμένες αποδοχές από τον Δεκέμβριο του 2019 μέχρι τον Οκτώβριο του 2020 (χρόνος συζήτησης της αγωγής) το ποσό των 10.743,81 ευρώ (976,71 ευρώ x 11 μήνες) και συνολικά το ποσό των 19.370,21 (6.813,10 ευρώ + 1.813,30 + 10.743,81 ευρώ) ευρώ, νομιμοτόκως από την πάροδο της δήλης - ημέρας, κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί ο μισθός, άλλως από την επίδοση της αγωγής, επικουρικώς δε, και σε περίπτωση που ήθελε κριθεί άκυρη η σύμβαση εργασίας, με βάση τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις του Αστικού Κώδικα, καθόσον η εναγόμενη κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερη και υποχρεούται ν' αποδώσει την ωφέλεια που αποκόμισε, η οποία συνίσταται στο ποσό που τούτη θα κατέβαλε σε άλλον εργαζόμενο, που θα τον απασχολούσε εγκύρως στο ίδιο αντικείμενο εργασίας.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 3/352/30/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ορεστιάδας, με την οποία έγινε δεκτή ως κατ' ουσία βάσιμη η ένδικη αγωγή ως προς την κύρια βάση της. Κατά της απόφασης αυτής η εναγομένη άσκησε την από 10.3.2021 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με αριθμό 326/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, η οποία δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την έφεση και μετά από εξαφάνιση της ως άνω απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου έκανε δεκτή εν μέρει την από 19.5.2020 αγωγή κατά την επικουρική βάση της, υποχρεώνοντας την εναγομένη [αναιρεσίβλητη] να καταβάλλει στον ενάγοντα [αναιρεσείοντα] το ποσόν των 10.743,81 ευρώ.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 669 Α.Κ. προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας. Αντίθετα η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας είναι ορισμένου χρόνου όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρι ορισμένο χρονικό σημείο ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βέβαιου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, αυτή παύει να ισχύει αυτοδικαίως.

Επομένως η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και το σκοπό αυτής. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της.

Η σύμβαση αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ. 1 Α.Κ., παύει αυτοδικαίως όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται να λάβει χώρα καταγγελία και καταβολή αποζημίωσης (ΟλΑΠ 20/2007, ΑΠ 142/2022, 330/2022, 598/2019, 509/2016, 104/2016). Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 και 3 του Ν. 2112/1920, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί και αυθεντικώς ερμηνευθεί με το άρθρο 11 του ΑΝ 547/1937, ορίζεται ότι "είναι άκυρος οιαδήποτε σύμβασις αντικείμενη εις τον παρόντα νόμον, πλην αν είναι μάλλον ευνοϊκή διά τον υπάλληλον...

Αι διατάξεις του νόμου τούτου εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένην χρονική διάρκειαν, εάν ο καθορισμός της διαρκείας ταύτης δεν δικαιολογείται εκ της φύσεως της συμβάσεως, αλλ' ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγησιν των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου".

Η διάταξη αυτή, η οποία εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή στο δημόσιο τομέα, ενώ κατά τη γραμματική της διατύπωση αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από την μη τήρηση εκ μέρους του εργοδότη των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την καταγγελία ο Ν.2112/1920, αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, στις περιπτώσεις ιδίως των διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου που στη πραγματικότητα καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες του εργοδότη, οπότε ο καθορισμός της ορισμένης διάρκειας αυτών δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας και δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο, που ανάγεται κυρίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης, παρέχοντας μάλιστα πληρέστερη προστασία έναντι εκείνης της μεταγενέστερης με αριθμό 1999/70 κοινοτικής Οδηγίας (ΟλΑΠ 7/2011).

Στην περίπτωση αυτή ανακύπτει ακυρότητα των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της σύμβασης εργασίας και θεωρείται ότι τότε καταρτίστηκε ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου χωρίς έγγραφη καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης (ΑΠ ΟλΑΠ 6/2022).

Εξάλλου με τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 1, 2 και 3 του Ν. 2190/1994, όπως αυτό ίσχυε πριν την κατάργησή του με το άρθρο 61 παρ. 1α ν. 4765/2021 (ΦΕΚ 6/15.1.2021 τ.Α) και εφαρμόζεται στην προκείμενη υπόθεση λόγω του χρόνου λειτουργίας της ένδικης έννομης σχέσης, ορίσθηκε ότι οι δημόσιες υπηρεσίες, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης και γενικότερα τα νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα που αναφέρονται στο άρθρο 14 παρ. 1 του αυτού νόμου, επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών με διάρκεια απασχόλησης, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ μήνες, μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα μηνών, ενώ στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κένωσης θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις μήνες για το ίδιο άτομο, χωρίς να επιτρέπεται εγκύρως παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή αυτής σε σύμβαση αορίστου χρόνου.

Με την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι τα αρμόδια για την εκκαθάριση των αποδοχών όργανα υποχρεούνται να παύσουν να καταβάλλουν τις αποδοχές στο προσωπικό που συμπλήρωσε την κατά τις προηγούμενες παραγράφους διάρκεια απασχόλησης, άλλως καταλογίζονται στα ίδια οι αποδοχές που καταβλήθηκαν, ενώ στην παράγραφο 5 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ. 10 περ.

ε του Ν. 2225/1994, ορίζεται ότι οι προϊστάμενοι ή άλλα αρμόδια όργανα που ενεργούν κατά παράβαση των προηγούμενων παραγράφων διώκονται αυτεπαγγέλτως για παράβαση καθήκοντος κατά το άρθρο 259 Π.Κ. και παραπέμπονται υποχρεωτικά στην αρμόδια πειθαρχική δικαιοδοσία. Ο ίδιος νόμος (2190/1994) ορίζει στην παρ. 3 του άρθρου 14 αυτού ότι ο διορισμός ή η πρόσληψη τακτικού προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στις υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα της παρ. 1, γίνεται είτε με γραπτό διαγωνισμό, είτε με καθορισμένη σειρά προτεραιότητας, σύμφωνα με τους όρους και διαδικασίες που ορίζονται από τις διατάξεις του, τις οποίες ειδικότερα θεσπίζει αντίστοιχα στις διατάξεις των άρθρων 15 και 18 αυτού, αναλόγως των απαιτουμένων κατά τη κείμενη νομοθεσία τυπικών προσόντων για τις αντίστοιχες προσλήψεις, και μετά από προηγουμένη προκήρυξη, υπό την έγκριση ή τον έλεγχο και εποπτεία του Ανώτατου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού (ΑΣΕΠ).

Επιπλέον, στις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος, με τις οποίες επιβάλλεται η νομοθετική πρόβλεψη οργανικών θέσεων για την κάλυψη των πάγιων και διαρκών αναγκών του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ορίζονται τα εξής: "Κανένας δεν μπορεί να διοριστεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη.

Εξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου" (παρ. 2). "Οργανικές θέσεις ειδικού επιστημονικού, καθώς και τεχνικού ή βοηθητικού προσωπικού, μπορούν να πληρούνται με προσωπικό που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου.

Νόμος ορίζει τους όρους για την πρόσληψη, καθώς και τις ειδικότερες εγγυήσεις τις οποίες έχει το προσωπικό που προσλαμβάνεται" (παρ. 3). Με την αναθεώρηση του Συντάγματος που έλαβε χώρα με το από 6.4.2001 ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής (ΦΕΚ Α 84/17.4.2001) και με σκοπό τη μέγιστη δυνατή διασφάλιση των συνταγματικών αρχών της ισότητας ενώπιον του νόμου, της αξιοκρατίας και της διαφάνειας κατά τις προσλήψεις στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, προστέθηκε στο άρθρο 103 του Συντάγματος παράγραφος 7, που προβλέπει ότι: "Η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, πλην των περιπτώσεων της παρ. 5 (περί της οποίας δεν πρόκειται στην ένδικη υπόθεση), γίνεται είτε με διαγωνισμό, είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής, όπως νόμος ορίζει".

Επίσης στο ίδιο πιο πάνω άρθρο προστέθηκε παράγραφος 8 που προβλέπει ότι: "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2.

Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου".

Έτσι με την αναθεώρηση του άρθρου 103 του Συντάγματος η Ζ' Αναθεωρητική Βουλή επέβαλε στον κοινό νομοθέτη και στη διοίκηση αυστηρούς όρους σχετικά με την πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Στους προαναφερόμενους κανόνες, τους οποίους αρχικά διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις πιο πάνω διατάξεις του Ν. 2190/1994 και οι οποίοι κατέστησαν ήδη συνταγματικού επιπέδου, υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό που συνδέεται με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημόσιου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ. 3 και 8 του Συντάγματος.

Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου συναπτόμενες με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα υπό την ισχύ των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος (ήτοι από τις 17.4.2001 και εφεξής) δεν μπορούν, ούτε και με νόμο, να μετατραπούν σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, έστω και αν καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες του οικείου φορέα που προέβη στην πρόσληψη (ΟλΑΠ 6/2022).

Ούτε καταλείπεται πλέον πεδίο εκτίμησης των συμβάσεων αυτών, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου στην περίπτωση που αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες διότι, έστω και αν τούτο συμβαίνει, ο εργοδότης βάσει των πιο πάνω διατάξεων δεν έχει την ευχέρεια να προβεί στη σύναψη σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, χωρίς την τήρηση της διαδικασίας και των προϋποθέσεων που θέτει ο νόμος (Ν. 2190/1994) για την πρόσληψη τακτικού προσωπικού.

Δηλαδή, ένας τέτοιος χαρακτηρισμός είναι πλέον αλυσιτελής. Τυχόν αντίθετη ερμηνεία, ότι δηλαδή συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου με τις οποίες καλύπτονται πάγιες και διαρκείς ανάγκες μπορούν να αναγνωρίζονται, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και μετά την πιο πάνω συνταγματική αναθεώρηση, θα είχε ως συνέπεια τη διαιώνιση ενός αποδοκιμασθέντος από τον αναθεωρητικό νομοθέτη φαινομένου.

Συνεπώς στις συναφθείσες μετά τις 17.4.2001 συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο ή σε φορείς του δημοσίου τομέα, δεν είναι πλέον δυνατή η εφαρμογή της ως άνω διάταξης του άρθρου 8 παρ. 1 και 3 του Ν.2112/1920 σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 281, 671 του ΑΚ και 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος, από τις οποίες προκύπτει, κατά τα ήδη προαναφερθέντα, ότι όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας, αν ο καθορισμός της διάρκειάς τους δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης, αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των αόριστου χρόνου συμβάσεων (άρθρα 1 και 3 του Ν. 2112/1920 και 1, 3, 5 του Β.

Δ/τος 16/18.7.1920), ανακύπτει ακυρότητα αυτών ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας και θεωρείται ότι τότε καταρτίστηκε ενιαία σύμβαση αόριστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου, χωρίς έγγραφη καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης (ΟλΑΠ 6/2022,19 και 20/2007).

Επίσης, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28.6.1999 (που δημοσιεύθηκε στις 10.7.1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10.7.2001, με δικαίωμα παράτασης της προθεσμίας για την ενσωμάτωση αυτής στην εσωτερική έννομη τάξη των κρατών - μελών κατά ένα έτος, του οποίου η Ελλάδα έκανε χρήση) έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την λήψη από τα κράτη - μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής (ρήτρα 5 του παραρτήματος αυτής).

Η Οδηγία αυτή ειδικότερα παρέχει στα κράτη - μέλη ευρεία ευχέρεια επιλογών, μεταξύ περισσοτέρων λύσεων, προκειμένου να αποτρέψουν την καταχρηστική χρησιμοποίηση των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, χωρίς να επιβάλλει, σε περίπτωση σύναψης τέτοιων συμβάσεων, τον χαρακτηρισμό αυτών ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, καθόσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό (...).

Η Οδηγία αυτή ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με τα Π.Δ/τα 81/2003 και 164/2004, που ήδη εφαρμόζονται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα αντίστοιχα, η ισχύς των οποίων άρχισε από την δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης την 2.4.2003 και 19.7.2004 αντίστοιχα.

Ειδικότερα με το Π.Δ/μα 164/2004 "Ρυθμίσεις για τους εργαζομένους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα" (ΦΕΚ Α 134) που άρχισε να ισχύει από 19 Ιουλίου 2004 θεσπίσθηκαν νομοθετικά μέτρα που λήφθηκαν στο δημόσιο τομέα, όπως αυτός οριοθετείται από τις διατάξεις του άρθρου 51 παρ. 1 του Ν. 1892/1990 ή από άλλες ειδικές διατάξεις, όπως εκάστοτε ισχύουν, καθώς και για το προσωπικό δημοτικών και κοινοτικών επιχειρήσεων (άρθ. 2 παρ. 1 και 3 στοιχ.

γ αυτού), με σκοπό την ενσωμάτωση στην ελληνική έννομη τάξη των ρυθμίσεων της ως άνω με αριθμό 1999/70 Οδηγίας. Η επιλογή από την ελληνική πολιτεία με το Π.Δ/μα 164/2004 των μέτρων που αυτό προβλέπει για την επίτευξη του στόχου της εν λόγω με αριθ.1999/70 Οδηγίας έγινε, αφού αυτή έλαβε υπόψη, όπως ορίζει και η Οδηγία, τις ανάγκες ειδικών τομέων, όπως είναι μεταξύ άλλων και ο ευρύτερος δημόσιος τομέας, που δικαιολογεί διαφορετική ρύθμιση σε σχέση με τον ιδιωτικό τομέα, καθόσον υφίστανται διαφορές στη φύση της εργασίας και διαφορετικά χαρακτηριστικά του εργασιακού περιβάλλοντος και των διαδικασιών πρόσληψης στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα, εξού και η θέσπιση των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος.

Σημειώνεται δε, ότι με την μεταβατικού χαρακτήρα διάταξη του άρθρου 11 παρ. 1 περ. α, 2 εδ. α και β, 3 και 5 του πιο πάνω Προεδρικού Διατάγματος, που κρίθηκε συνταγματικώς ανεκτή ως μεταβατική διάταξη τακτοποίησης εκκρεμών εργασιακών σχέσεων (ΟλΑΠ 16/2017), ρυθμίσθηκε το ζήτημα του χαρακτηρισμού διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένης διάρκειας κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος (δηλαδή διαδοχικών συμβάσεων με αντικείμενο την ίδια ή παρεμφερή εργασία μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζομένου, μεταξύ των οποίων μεσολαβεί διάστημα μικρότερο των τριών μηνών), που είχαν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του και ήσαν ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού (19.7.2004) ή είχαν λήξει εντός του προηγουμένου τριμήνου, ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για τον εφεξής χρόνο, υπό τις τασσόμενες στη διάταξη αυτή προϋποθέσεις, με απόφαση του αρμοδίου οργάνου του φορέα απασχόλησης και έλεγχο από το ΑΣΕΠ.

Η διάταξη αυτή όμως δεν ευρίσκει έδαφος εφαρμογής, εφόσον η αρχική πρόσληψη, έλαβε χώρα σε μεταγενέστερο χρόνο και συγκεκριμένα μετά τις 19.7.2004. Ενόψει δε των ανωτέρω συνταγματικών ρυθμίσεων και της προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας στις ρυθμίσεις της με αριθ.1999/70 Οδηγίας, που δεν επιβάλλει τον χαρακτηρισμό των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 και 3 του Ν. 2112/1920 δεν ευρίσκει πλέον έδαφος εφαρμογής στο δημόσιο ή στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, ούτε κατ' επιταγή της ως άνω Οδηγίας, για το μεσοδιάστημα από 10.7.2002 (ημερομηνία λήξης της προθεσμίας προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας σε αυτήν) μέχρι την έναρξη ισχύος του Π.Δ/τος 164/2004 (19.7.2004), ούτε βεβαίως μετά την έναρξη ισχύος του τελευταίου (ΟλΑΠ 19/2007).

Όπως προεκτέθηκε, έδαφος εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920 στους απασχολουμένους στο δημόσιο τομέα με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου δεν υφίσταται μετά την έναρξη εφαρμογής (18.4.2001) της πιο πάνω Συνταγματικής Αναθεώρησης. Την πλήρη αποτελεσματικότητα των κανόνων που θεσπίσθηκαν με την ως άνω Οδηγία για τους εργαζομένους του ευρύτερου δημόσιου τομέα εξασφαλίζουν οι διατάξεις των άρθρων 5, 6 και 7 του πδ 164/2004, με τα οποίο μεταφέρθηκε στην ελληνική έννομη τάξη η ρήτρα 5 σημείο 1 αυτής, και προβλέπουν για τις συμβάσεις που συνάπτονται κατά παράβαση των άρθρων 5 και 6 του ως άνω Διατάγματος (με μοναδική εξαίρεση τις υπαγόμενες στη μεταβατικού χαρακτήρα διάταξη του άρθρου 11 αυτού περιπτώσεις) α) την αυτοδίκαιη ακυρότητα των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, β) την δυνατότητα του απασχοληθέντος ακύρως και για όσο χρόνο διήρκεσε η άκυρη σύμβαση να λάβει ευθέως εκ του νόμου βάσει της άκυρης σύμβασης (και όχι βάσει των περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεων, όπου για τον προσδιορισμό της ωφέλειας του εργοδότη δεν συνυπολογίζονται παροχές εξαρτώμενες από τις προσωπικές ιδιότητες του απασχοληθέντος) τις οφειλόμενες σε αυτόν αποδοχές και γ) τη δυνατότητα αυτού να λάβει ως αποζημίωση το ποσό το οποίο θα λάμβανε ο αντίστοιχος εργαζόμενος με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας αυτής (εάν οι άκυρες συμβάσεις είναι περισσότερες, ως χρόνος για τον υπολογισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται η συνολική διάρκεια απασχόλησης με βάση τις άκυρες συμβάσεις), ενώ παράλληλα προβλέπουν ποινικές κυρώσεις για όσους παραβιάζουν από δόλο ή από αμέλεια τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 5 και 6 του πδ 164/2004(Ολ ΑΠ 6/2022).

Σε κάθε περίπτωση όμως, με το άρθρο 20 παρ. 4 του Ν. 2738/1999 εισήχθη συγκεκριμένη ρύθμιση και δη προστέθηκε ως περίπτωση (κα') στο άρθρο 14 παρ. 2 Ν. 2190/1994 επιπλέον εξαίρεση στο σύστημα προσλήψεων του νόμου αυτού, η οποία αφορά την πρόσληψη προσωπικού σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απασχόλησης, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον ΟΑΕΔ, ειδικότερα δε ορίσθηκε ότι η πρόσληψη του προσωπικού που προσλαμβάνεται σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον Ο.Α.Ε.Δ.

διενεργείται σύμφωνα με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια που καθορίζονται στα προγράμματα αυτά. Η επιδοτούμενη αυτή πρόσληψη υπαλλήλων είναι εξαιρετική, διότι συνδέεται με την ανάγκη πραγμάτωσης των προγραμμάτων, που με τους υφιστάμενους κανόνες θα απέβαινε ατελέσφορη και για το λόγο αυτό ορίζεται ότι η πρόσληψη διενεργείται με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια, που καθορίζονται στα προγράμματα.

Συνακόλουθα, η πρόσληψη υπαλλήλων, που έχει πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο συγκεκριμένου προγράμματος του ΟΑΕΔ και οι εξ αυτής απορρέουσες εργασιακές σχέσεις έχουν συγκεκριμένο χρόνο διάρκειας, είναι δηλ. συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, η πάροδος του οποίου συνεπιφέρει αυτοδικαίως και τη λήξη τους (άρθρ. 669 παρ. 1 Α.Κ.) καθόσον η σύναψη αυτών, ως συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, επιβάλλεται από αντικειμενικούς λόγους που συνδέονται με την φύση τους (ΑΠ 460/2022, 186/2019, 2024/2017, 780/2017, 775/2017, 217/2017) και κατά την έννοια του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920.

Εξ άλλου στο άρθρο 1 παρ.1 του ν.1069/1980 "Περί κινήτρων δια την ίδρυσιν Επιχειρήσεων Υδρεύσεως και Αποχετεύσεως" (Α' 191), όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 του ν. 4483/2017 (Α' 107), ορίζεται ότι: "1. Οι Δημοτικές Επιχειρήσεις Ύδρευσης και Αποχέτευσης (Δ.Ε.Υ.Α.) αποτελούν νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου της παρ. 4 του άρθρου 252 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων (ΚΔΚ), όπως κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 3463/2006 (Α' 114), έχουν κοινωφελή και μη κερδοσκοπικό χαρακτήρα και διέπονται από τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από άλλες ειδικές διατάξεις του παρόντος, του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων και του ν. 3852/2010 (Α' 87)".

Ωσαύτως πριν την πιο πάνω τροποποίηση, το άρθρο 1 του ν.1069/1980 χαρακτήριζε τις πιο πάνω επιχειρήσεις ως νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου κοινωφελούς χαρακτήρα, διεπόμενα από τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, εφ' όσον δεν ορίζεται διαφορετικά από το νόμο. Περαιτέρω, στο άρθρο 107 με τίτλο "Επιχειρήσεις δήμων" του ν. 3852/2010 "Νέα Αρχιτεκτονική της Αυτοδιοίκησης και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης - Πρόγραμμα Καλλικράτης" (Α 87/7.6.2010) ορίζεται ότι: "1.

Οι δήμοι μπορεί να έχουν μόνον: α) μία κοινωφελή επιχείρηση, β) μία δημοτική επιχείρηση ύδρευσης αποχέτευσης (Δ.Ε.Υ.Α.), γ).... δ).... 2.... 3...." και στο άρθρο 109 του ίδιου νόμου με τίτλο "Συγχώνευση κοινωφελών επιχειρήσεων των νέων δήμων" ορίζεται ότι: "1. Κοινωφελείς επιχειρήσεις των Ο.Τ.Α., πρώτου βαθμού, που συνενώνονται σε ένα νέο δήμο, συγχωνεύονται υποχρεωτικά σε μία κοινωφελή επιχείρηση.

Με απόφαση του οικείου δημοτικού συμβουλίου, η οποία λαμβάνεται μέσα σε προθεσμία δύο (2) μηνών από την εγκατάσταση των δημοτικών αρχών, ορίζεται η επωνυμία, ο σκοπός, η Διοίκηση, το κεφάλαιο, οι πόροι, η διάρκεια, η έδρα της κοινωφελούς επιχείρησης και κάθε άλλο στοιχείο αναγκαίο κατά την κρίση του δημοτικού συμβουλίου, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας ελέγχου νομιμότητας... 2.

Το προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου των επιχειρήσεων που συγχωνεύονται μεταφέρεται στη νέα επιχείρηση και κατατάσσεται σε αντίστοιχες θέσεις, με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της. Ο χρόνος υπηρεσίας του προσωπικού στις επιχειρήσεις που συγχωνεύονται λαμβάνεται υπόψη για όλες τις μισθολογικές και ασφαλιστικές συνέπειες. 3. ... 4.... 5.... 6. (όπως διαμορφώθηκε με το άρθρο 10 παρ.6 ν.4071/2012).

Οι διατάξεις των ανωτέρω παραγράφων εφαρμόζονται αναλόγως και στη συγχώνευση των Δημοτικών Επιχειρήσεων Ύδρευσης και Αποχέτευσης (Δ.Ε.Υ.Α.). Η αρμοδιότητα της νέας, μετά τη συγχώνευση, Δημοτικής Επιχείρησης Ύδρευσης και Αποχέτευσης ή της προϋπάρχουσας εκτείνεται υποχρεωτικά στο σύνολο της εδαφικής περιοχής του δήμου. 7. ... 8... 9 (όπως διαμορφώθηκε με το άρθρο 15 Ν. 4483/2017, ορίζεται:

Σε περίπτωση λύσης κοινωφελούς επιχείρησης ή Δ.Ε.Υ.Α. και ανάληψης των δραστηριοτήτων της από τον οικείο δήμο ή από νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου αυτού, το προσωπικό της με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου και ορισμένου χρόνου, ανεξαρτήτως τρόπου πρόσληψης, μεταφέρεται στον αντίστοιχο φορέα με την ίδια σχέση εργασίας, ύστερα από απόφαση του δημοτικού συμβουλίου [...].

Το προσωπικό με σχέση εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου Αορίστου Χρόνου που μεταφέρεται στον νέο φορέα, κατατάσσεται σε προσωποπαγείς θέσεις, αντίστοιχες των τυπικών προσόντων του, με απόφαση του αρμοδίου προς διορισμό οργάνου, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, λαμβανομένης υπόψη της προϋπηρεσίας του για τη μισθολογική και βαθμολογική του κατάταξη.

Η ρύθμιση του εδαφίου αυτού εφαρμόζεται και για το προσωπικό κοινωφελών εταιρειών και Δ.Ε.Υ.Α. που έχουν λυθεί, εφόσον απασχολούταν πραγματικά, στις 30.5.2011.". Με το άρθρο 13 με τίτλο "Κατάταξη προσωπικού Δημοτικών Επιχειρήσεων Ύδρευσης Αποχέτευσης που προέκυψαν από συγχωνεύσεις" του εν λόγω ν. 4483/2017 "Ρυθμίσεις για τον εκσυγχρονισμό του θεσμικού πλαισίου οργάνωσης και λειτουργίας των Δημοτικών Επιχειρήσεων Ύδρευσης Αποχέτευσης (Δ.Ε.Υ.Α.) - Ρυθμίσεις σχετικές με την οργάνωση, τη λειτουργία, τα οικονομικά και το προσωπικό των Ο.Τ.Α. - Ευρωπαϊκοί Όμιλοι Εδαφικής Συνεργασίας - Μητρώο Πολιτών και άλλες διατάξεις" (Α' 107/31.07.2017 - Διόρθωση σφαλμάτων Α' 147/5.10.2017), όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 108 του ν. 4583/2018 (Α' 212/18.12.2018) και, συμπληρώθηκε με το άρθρο 259 του ν. 4610/2019 (Α' 70/7.5.2019) που ισχύει από 18.12.2018 προβλέπεται ότι: "Το προσωπικό που υπηρετούσε με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου, ανεξαρτήτως τρόπου πρόσληψης, σε επιχειρήσεις του ν. 1069/1980 ή όσοι μεταφέρθηκαν στις ανωτέρω επιχειρήσεις σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 109 του ν. 3852/2010 και δεν κατατάχθηκε σε αντίστοιχες θέσεις, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 109 του ν. 3852/2010, κατατάσσεται, ύστερα από αίτησή του, σε θέσεις αορίστου χρόνου, με απόφαση του Δ.Σ.

της επιχείρησης και από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης, η οποία πρέπει να υποβληθεί εντός δύο (2) μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος. Για τη νομιμότητα της κατάταξης αρκεί το πραγματικό γεγονός της απασχόλησης του εν λόγω προσωπικού στις συγχωνευθείσες επιχειρήσεις κατά την ημερομηνία συγχώνευσης.

Στην έννοια της απορροφώσας, υπάγονται και οι επιχειρήσεις του ν. 1069/1980 που επέκτειναν την εδαφική αρμοδιότητά τους δυνάμει του ν. 3852/2010. Οι διατάξεις του άρθρου 64 του ν. 3801/2009 εφαρμόζονται κατ' αναλογία και στους εργαζόμενους αυτούς". Εξ άλλου, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του ν.4483/2017, για το άρθρο 13 αναφέρεται, ότι: "Με τη διάταξη του άρθρου 13, αποκαθίσταται το νοµικό κενό που έχει προκύψει, αναφορικά µε την εφαρµογή διατάξεων που αφορούν συγχωνεύσεις κοινωφελών επιχειρήσεων και ειδικότερα στο βαθµό κατά τον οποίο, στις σχετικές ρυθµίσεις περί της κατάταξης στις νέες επιχειρήσεις του προσωπικού των συγχωνευθεισών επιχειρήσεων, συµπεριλαµβάνεται ή όχι και το προσωπικό της προϋπάρχουσας - απορροφώσας - επιχείρησης.

Ειδικότερα: Με το άρθρο 109 του ν. 3852/2010 (Α'87) ρυθµίστηκε η διαδικασία της υποχρεωτικής συγχώνευσης των δηµοτικών επιχειρήσεων ύδρευσης και αποχέτευσης των Ο.Τ.Α. που συνενώνονται σε µία, µε ταυτόχρονη µεταφορά όλου του προσωπικού µε σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου των συγχωνευόµενων επιχειρήσεων, στη νέα επιχείρηση.

Για τη νοµιµότητα της, κατ' εφαρµογή των ανωτέρω διατάξεων, µεταφοράς προσωπικού κατά την έννοια των διατάξεων αυτών αρκούσε το πραγµατικό γεγονός της απασχόλησης και µε απλή σχέση εργασίας αορίστου χρόνου, καθώς σκοπός του νόµου ήταν η αντιμετώπιση του ανακύπτοντος κοινωνικού ζητήματος της απώλειας µακροχρόνιας, κατά κανόνα, εργασίας των υπαλλήλων στις λυθείσες δηµοτικές επιχειρήσεις, καθώς και η αξιοποίηση της αποκτηθείσας εµπειρίας τους, σε όφελος της νέας επιχείρησης που προκύπτει.

Η εφαρµογή της ανωτέρω διάταξης είχε ως αποτέλεσµα να καταταγούν οι εργαζόµενοι που µεταφέρθηκαν σε θέσεις εργασίας αορίστου χρόνου και να συνεχίσουν να απασχολούνται και να αµείβονται στο πλαίσιο έγκυρων συµβάσεων εξαρτηµένης εργασίας Ωστόσο, από την ανωτέρω ρύθµιση εξαιρέθηκαν αναιτιολόγητα οι εργαζόµενοι της προϋπάρχουσας Δηµοτικής Επιχείρησης Ύδρευσης και Αποχέτευσης στην οποία συγχωνεύθηκαν ή απορροφήθηκαν οι υπόλοιπες του Δήµου, παρά το γεγονός µάλιστα, πως, σε αρκετές περιπτώσεις, η σχέση εργασίας αορίστου χρόνου που τους συνδέει µε τις Δ.Ε.Υ.Α.

έχει διαγνωσθεί και δικαστικώς ή βεβαιώνεται και από τους ίδιους τους εργοδότες τους. Η παράλειψη του νοµοθέτη - οφειλόµενη προδήλως σε νοµοτεχνική αβλεψία ή παραδροµή - να εντάξει και το εν λόγω προσωπικό στη δυνατότητα κατάταξης σε θέσεις εργασίας αορίστου χρόνου στη νέα δηµοτική επιχείρηση που προέκυψε δια συγχωνεύσεως ή απορροφήσεως, τελεί εξ αντικειµένου σε αντίθεση µε την περί ισότητας διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του Συντάγµατος.

Τούτο, καθώς εισάγει διαφορετική µεταχείριση, όσον αφορά την εφαρµογή ενός ευνοϊκού µέτρου, µεταξύ εργαζομένων, οι οποίοι παρέχουν την εργασία τους µε την ίδια έννοµη σχέση, υπό τις ίδιες ακριβώς συνθήκες και σε όμοιους φορείς, ενώ δεν συντρέχει λόγος γενικότερου δημοσίου συμφέροντος, ο οποίος θα µπορούσε να δικαιολογήσει τη διαφορετική αυτή µεταχείριση (Γνωµ.

ΝΣΚ 39/2011). Με τη διάταξη, συνεπώς, του άρθρου 13 αποκαθίσταται το ανωτέρω νομοθετικό κενό, το οποίο πρέπει να καλυφθεί µε αναλογική εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 109 του ν. 3852/2010 (Α' 87)". Επίσης, με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος ορίζεται ότι οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου.

Η διάταξη αυτή καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων πολιτών έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου, έναντι αυτών και, συνεπώς, δεσμεύει και υποχρεώνει τον κοινό νομοθέτη, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μην μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων.

Επομένως, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή, κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος, που επιβάλλει την αυτή ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή, που εισάγει την αδικαιολόγητη δυσμενή μεταχείριση είναι ανίσχυρη, ως αντισυνταγματική.

Το ίδιο ισχύει και όταν η ειδική νομοθετική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό. Στην περίπτωση αυτή, προς αποκατάσταση της συνταγματικής αρχής της ισότητας εφαρμόζεται από το δικαστήριο η διάταξη που ισχύει για τη κατηγορία, υπέρ της οποίας θεσπίσθηκε ειδικά και για εκείνη την κατηγορία, που αδικαιολόγητα αποκλείσθηκε από την εφαρμογή της, διότι μόνο με τον τρόπο αυτό αίρεται η κατάσταση που δημιουργήθηκε από την παραβίαση της ανωτέρω συνταγματικής αρχής και, κατά συνέπεια, το δικαστήριο επιδικάζει τη παροχή αυτή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα έχουν εξαιρεθεί, χωρίς η επιδίκαση αυτή να παραβιάζει την αρχή της διάκρισης των λειτουργιών, που θεσπίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 1, 26, 73 επ.

και 87 επ. του Συντάγματος (ΟλΑΠ 3/2013, 16/2015, ΑΠ 101/2023, 1504/2018). Η παροχή όμως αυτή, θα πρέπει να είναι νόμιμη, διότι εάν χορηγήθηκε κατά παράβαση του Συντάγματος, των νόμων ή της δι' αυτών χορηγουμένης εξουσιοδότησης, η επέκταση αυτής και σε άλλο μισθωτό ή κατηγορία μισθωτών δεν είναι επιτρεπτή, διότι ισότητα στην παρανομία δεν νοείται (ΟλΑΠ 16/2015).

Ειδικότερα εάν η παροχή αυτή χορηγήθηκε βάσει σχετικής νομοθετικής ρύθμισης, η οποία όμως ως εκ του περιεχομένου της αντιβαίνει σε συνταγματικής ισχύος ρυθμίσεις, δεν μπορεί να θεμελιώνει παραβίαση της από το άρθρο 4 παρ.1 του Συντάγματος αρχής της ισότητας, από την άρνηση χορήγησης αυτής.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 904 και 908 ΑΚ σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. του ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943 (που κυρώθηκε με την 324/1946 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, κατά το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ), προκύπτει ότι επί παροχής εργασίας υπό άκυρη για οποιοδήποτε λόγο σύμβαση, ο εργοδότης υποχρεούται, ως καθιστάμενος αδικαιολογήτως πλουσιότερος, στην απόδοση της ωφέλειας (πλουτισμού) που αποκόμισε από την εργασία του μισθωτού, ανεξαρτήτως της ζημίας του τελευταίου ή της από τον τελευταίο γνώσης της ακυρότητας της σύμβασης εργασίας αυτού, με την επιφύλαξη τυχόν αντίθετης νομοθετικής ρύθμισης που αποσυνδέει ορισμένες μισθολογικές αξιώσεις από το κύρος της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας.

Τέτοια αντίθετη νομοθετική ρύθμιση διαλαμβάνεται στις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του Ν. 1082/1980, 1 παρ. 2 της 19040/1981 ΥΑ Οικονομικών και Εργασίας, 1 παρ. 1 και 2 του Α.Ν. 539/1945, 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966, του άρθρου μόνου του Ν. 133/1975 που κύρωσε την από 26.2.1975 Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, από τις οποίες προκύπτει ότι των επιδομάτων (δώρων) εορτών και αδείας και των αποδοχών αδείας δικαιούνται όχι μόνο οι μισθωτοί οι απασχολούμενοι σε κάποιον εργοδότη με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά και όσοι προσφέρουν τις υπηρεσίες τους με άκυρη σύμβαση, δηλαδή με απλή σχέση εργασίας (ΟλΑΠ 4/2021, ΑΠ 519/2022, 907/2017, 879/2017, 509/2016).

Επομένως, με την επιφύλαξη αυτή, στις περιπτώσεις απλής σχέσης εργασίας λόγω ακυρότητας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας για οποιοδήποτε λόγο, για την αμοιβή του εργαζομένου λόγω της από αυτόν παροχής της εργασίας του προς τον εργοδότη, δεν οφείλεται από τον τελευταίο μισθός, αλλά γεννάται υποχρέωση αυτού προς απόδοση της ωφέλειας (πλουτισμού) κατά τις διατάξεις των άρθρων 904 επ.

ΑΚ (ΑΠ 509/2016, 126/2015, 885/2014) και, συγκεκριμένα, της ωφέλειας που αυτός αποκόμισε από την παρασχεθείσα εργασία, αφού αυτή έγινε σε εκτέλεση άκυρης σύμβασης και, επομένως, δεν υφίσταται νόμιμη αιτία, που να δικαιολογεί τη διατήρηση της ωφέλειας στο λήπτη της εργοδότη, στο βαθμό που αυτός έτσι καθίσταται πλουσιότερος σε βάρος της περιουσίας του εργαζόμενου από αιτία μη αναγνωριζόμενη από το νόμο (ΑΠ 1690/2018).

Η ωφέλεια, την οποία ο εργοδότης υποχρεούται να αποδώσει στον ακύρως απασχοληθέντα εργαζόμενο υπολογίζεται και είναι ίση με την αμοιβή, την οποία αναγκαίως θα κατέβαλλε εάν ήταν έγκυρη η σύμβαση εργασίας υπό τις επικρατούσες στον τόπο της παροχής συνθήκες για την ίδια εργασία σε πρόσωπο με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος (ΑΠ 106/2020, 1766/2017), χωρίς όμως να λαμβάνονται υπ' όψη οι προσαυξήσεις που θα δικαιούτο ο ακύρως προσληφθείς, λόγω των συντρεχουσών στο πρόσωπό του ιδιαιτέρων περιστάσεων (γάμου, τέκνων, χρόνου υπηρεσίας), εφ' όσον αυτές δεν θα συνέτρεχαν αναγκαίως στο πρόσωπο του άλλου εργαζομένου, που θα μπορούσε να προσληφθεί εγκύρως (ΑΠ 131/2015,2066/2013, 760/2003).

Ο ως άνω γενικός κανόνας των άρθρων 904 επόμ. ΑΚ, ο οποίος απορρέει από τις κοινωνικές αντιλήψεις περί ισότητας και επιεικείας, έχει εφαρμογή και επί του Δημοσίου και γενικότερα επί φορέων του δημοσίου τομέα, αφού υπέρ αυτών δεν καθιερώνεται εξαίρεση με τη διάταξη αυτή ή με άλλη (ΟλΑΠ 4/2021, 218/1977). Εξαίρεση υπέρ αυτών δεν εισάγεται ούτε και με τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 2 και 6 του Συντάγματος, που απαγορεύουν την πρόσληψη υπαλλήλου σε μη νομοθετημένη θέση ή εκείνων των παρ. 7 και 8 του ιδίου άρθρου που προστέθηκαν μετά την αναθεώρηση του Συντάγματος από 18.4.2001 με το από 6.4.2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, ως και εκείνων του Ν. 2190/1994, που αφορούν το σύστημα προσλήψεων στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα ορίζοντας τους τρόπους πρόσληψης προσωπικού από τους εν λόγω φορείς, και παράλληλα αποκλείουν τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου.

Και τούτο διότι, η παρά την απαγόρευση αυτή ενέργεια, η οποία συνεπάγεται την ακυρότητα της πρόσληψης κατά τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ, συνιστά απλά τη βασική προϋπόθεση της έλλειψης νόμιμης αιτίας, ένεκα της οποίας και, εφόσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις του άρθρου 904 ΑΚ, το Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και γενικότερα ο φορέας του Δημοσίου, στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία του ακύρως προσληφθέντος μισθωτού, ενέχεται σε απόδοση της ωφέλειας που προήλθε από την εργασία, η οποία παρασχέθηκε σε αυτό και από την οποία αυτό κατέστη πλουσιότερο, και δεν συνιστά αιτία αποκλεισμού αυτού που εργάστηκε από την αναζήτηση της ωφέλειας (ΟλΑΠ 4/2021, 218/1977).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2022, 1/2016).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.

ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσία (ΟλΑΠ 1/2022, 3/2020). Έτσι με βάση τον εν λόγω αναιρετικό λόγο επιτρέπεται αναίρεση όταν συντρέχει παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή εκείνων οι οποίοι ρυθμίζουν τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και την γένεση των υποχρεώσεων, επιβάλλοντας κυρώσεις για την τήρηση αυτών (ΑΠ 22/2020, 1097/2019, 535/2015, 1399/2011).

Εξ άλλου με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 9/2016,1/1999).

Δεν ιδρύεται όμως ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος όταν η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση αφορούν τη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (ΑΠ 684/2021, 199/2018, 780/2017) ή όταν η αντίφαση αναφέρεται μεταξύ της μείζονος πρότασης και πραγματικών παραδοχών της προσβαλλομένης απόφασης, αφού το διατακτικό της απόφασης δεν στηρίζεται στις νομικές αναλύσεις του δικαστηρίου, αλλά στις ουσιαστικές παραδοχές του, που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (ΑΠ 220/2021).

Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής: "Ο ΟΑΕΔ, στα πλαίσια του Γ' Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης για τα Επιχειρησιακά Προγράμματα, που περιλάμβαναν Ολοκληρωμένες Παρεμβάσεις, ανακοίνωσε πρόγραμμα επιδότησης ιδιωτικών επιχειρήσεων στο πλαίσιο των ως άνω Ολοκληρωμένων Παρεμβάσεων των Περιφερειακών Επιχειρησιακών Προγραμμάτων (Π.Ε.Π.) για την απασχόληση 8.000 ανέργων ηλικίας 18-60 ετών σε Νέες Θέσεις Εργασίας (Ν.Θ.Ε.), οι οποίες ήταν πρόσθετες εκείνων που τυχόν δημιουργήθηκαν στο πλαίσιο επενδυτικού σχεδίου, ενταγμένου σε άλλο καθεστώς ενισχύσεων.

Έτσι, προσκλήθηκαν οι ενδιαφερόμενοι άνεργοι να υποβάλλουν αίτηση εκδήλωσης ενδιαφέροντος - υπεύθυνη δήλωση, ενώ στο εν λόγω πρόγραμμα εντάχθηκαν ιδιωτικές επιχειρήσεις που λειτουργούν ή απασχολούν το προσωπικό τους στην ημεδαπή καθώς και αμιγείς η μικτές επιχειρήσεις των ΟΤΑ Α' και Β' βαθμού (επιχειρήσεις Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης και Δημοτικές Επιχειρήσεις).

Μεταξύ των επιχειρήσεων που εκδήλωσαν ενδιαφέρον και εν τέλει εντάχθηκαν στο ως άνω πρόγραμμα ήταν και η "ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΥΔΡΕΥΣΗΣ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΗΣ ΒΥΣΣΑΣ" (ΔΕΥΑΒ), η οποία ζήτησε να απασχολήσει δύο (2) άτομα στα πλαίσια του παραπάνω προγράμματος. Τελικά, από τον ΟΑΕΔ προεγκρίθηκε και στη συνέχεια, εγκρίθηκε η υπαγωγή της ΔΕΥΑΒ στο Πρόγραμμα Επιχειρήσεων για την Απασχόληση Ανέργων (Ν.Θ.Ε.) για μία (1) θέση εργασίας (βλ.

σχετ. τα υπ' αριθμ. πρωτ. 2547/25.09.2006 και 2814/09.10.2006 έγγραφα του ΟΑΕΔ). Κατόπιν, με βάση τα ανωτέρω, στις 05.10.2006, προσελήφθη ο ενάγων, Δ. Γ. του Χ., ως ηλεκτροτεχνίτης εγκαταστάσεων, για να εργασθεί στα πλαίσια του ανωτέρω, επιδοτούμενου από τον ΟΑΕΔ, προγράμματος στη ΔΕΥΑΒ με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου (διάρκειας 24 μηνών), απασχολούμενος, εν τέλει, στην ανωτέρω επιχείρηση ως καταμετρητής.

Στις 17.11.2008, δυνάμει της υπ' αριθμ. 17/2008 αποφάσεως του ΔΣ της ΔΕΥΑΒ αποφασίσθηκε να παραταθεί η σχετική σύμβαση εργασίας του ενάγοντος από τις 06.10.2008 έως τις 30.06.2009, δίχως, ωστόσο, να υπογραφεί σύμβαση εργασίας. Στη συνέχεια, στις 13.07.2009, με την υπ' αριθμ. 14/2009 απόφασή του, το ΔΣ της ΔΕΥΑΒ αποδέχθηκε την εισήγηση της προέδρου για την κατάταξη του ενάγοντος σε κενή οργανική θέση με την ειδικότητα ΤΕ ελεγκτή καταμετρητή (έπειτα από αίτημα του ενάγοντος).

Σε εκτέλεση της παραπάνω αποφάσεως του ΔΣ εκδόθηκε η υπ' αριθμ. πρωτ. 239/21.07.2009 απόφαση της προέδρου του ΔΣ της ΔΕΥΑΒ περί σύναψης εργασίας αορίστου χρόνου με τον Δ. Γ. του Χ., με αναδρομική ισχύ από 05.10.2006, καθώς και κατάταξής του σε οργανική θέση του Ο.Ε.Υ. [ενν. Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας] της επιχείρησης, ενώ, ακολούθως, υπεγράφη η υπ' αριθμ.

πρωτ. 285/19.08.2009 σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου με ημερομηνία έναρξης της σύμβασης την 05.10.2006 με ειδικότητα του ανωτέρω ως καταμετρητής ΤΕ. Στις 19.11.2009 η ΔΕΥΑΒ απέστειλε προς την Περιφέρεια Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης και στη Διεύθυνση Τοπικής Αυτοδιοίκησης Ν. Έβρου - Τμήμα Τοπικής Αυτοδιοίκησης και ΝΠΔΔ, ερώτημα περί της σχέσεως εργασίας του ενάγοντος στη ΔΕΥΑΒ.

Σε απάντησή της η ανωτέρω υπηρεσία με την υπ' αριθμ. πρωτ. 6841/21.12.2009 επιστολή της προς τη ΔΕΥΑΒ, έκρινε, ότι η υπ' αριθμ. 14/2009 απόφαση του ΔΣ της ΔΕΥΑΒ δεν ήταν σύννομη, διότι: α) για την πλήρωση κενής οργανικής θέσης του ελεγκτή καταμετρητή ΤΕ της επιχείρησης δεν υποβλήθηκε αίτημα στον Γενικό Γραμματέα και δεν εκδόθηκε σχετική απόφαση για την πλήρωσή της και β) δεν εκδόθηκε σχετική διάταξη νόμου που να δικαιολογεί παράταση ή μετατροπή συμβάσεων σε αορίστου χρόνου.

Περαιτέρω, δυνάμει της υπ' αριθμ. 95/26.04.2011 αποφάσεως του ΔΣ του Δήμου Ορεστιάδας εγκρίθηκε η συγχώνευση, κατ' άρθρο 109 του ν. 3852/2010, των δύο υφιστάμενων Δημοτικών Επιχειρήσεων Ύδρευσης και Αποχέτευσης, ήτοι της Βύσσας και της Ορεστιάδας, καθώς και των υπηρεσιών ύδρευσης των Δημοτικών Ενοτήτων Τριγώνου και Κυπρίνου σε μια Δημοτική Επιχείρηση με την επωνυμία "ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΥΔΡΕΥΣΗΣ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΗΣ ΟΡΕΣΤΙΑΔΑΣ" (ΔΕΥΑΟ).

Η ΔΕΥΑΟ ανέβαλε την τοποθέτηση του ενάγοντος σε οργανική θέση και απέστειλε ερώτημα προς το ΑΣΕΠ σχετικά με τη νομιμότητα ή μη της πρόσληψης του ενάγοντος με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και την τοποθέτησή του σε κενή οργανική θέση. Το ΑΣΕΠ σε απάντηση του τεθέντος ερωτήματος εξέδωσε την υπ' αριθμ.

πρωτ. ... έγγραφη απάντησή του, σύμφωνα με την οποία η αρχική πρόσληψη του ανωτέρω εργαζομένου ήταν νόμιμη, όμως η παραμονή αυτού στη ΔΕΥΑΒ μετά τη λήξη του αρχικού χρόνου πρόσληψης (04.10.2008) με παρατάσεις, κατόπιν αποφάσεων του ΔΣ της τότε ΔΕΥΑΒ και δίχως να τηρείται η διαδικασία των άρθρων 21 του ν. 2190/1994 και 6 του ν. 2527/1997, ήταν μη νόμιμη, καθώς και ότι με τον τρόπο αυτόν παραβιάστηκε το άρθρο 103 του Συντάγματος.

Έτσι, έπειτα απ' αυτά, η ΔΕΥΑΟ, με την υπ' αριθμ. 78/22.09.2011 απόφαση του ΔΣ της, κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος. Από τα ανωτέρω, παρέπεται, ότι μετά την πάροδο του χρόνου (24 μήνες) και τη λήξη των προγραμμάτων επιχορήγησης του ΟΑΕΔ, κατά τα προαναφερόμενα, έληξε αυτοδίκαια και η χρονική ισχύς της συμβάσεως του καλούντος - εφεσιβλήτου - ενάγοντος και θα έπρεπε τούτος να αποχωρήσει από την ΔΕΥΑΒ.

Εντούτοις, όμως, κάτι τέτοιο, σύμφωνα με όσα αποδείχθηκαν, δεν συνέβη, αλλά, αντιθέτως, όπως προεκτέθηκε, με απόφαση του ΔΣ της ΔΕΥΑΒ αποφασίσθηκε να παραταθεί η σχετική σύμβαση εργασίας του από τις 06.10.2008 έως τις 30.06.2009, δίχως να υπογραφεί σύμβαση εργασίας κι αμειβόμενος, πλέον, από πόρους της ίδιας της ΔΕΥΑΒ, ενώ, στη συνέχεια, με απόφαση της προέδρου του ΔΣ της ΔΕΥΑΒ αποφασίσθηκε η κατάταξη του Δ.

Γ. του Χ. σε οργανική θέση του Ο.Ε.Υ. της επιχείρησης και εν τέλει, υπεγράφη σχετική σύμβαση εργασίας, που τιτλοφορούνταν "αορίστου χρόνου" με ημερομηνία έναρξης, αναδρομικά, την 05.10.2006 και ειδικότητα καταμετρητής ΤΕ. Έτσι, λοιπόν, με βάση τα παραπάνω, ο καλών - εφεσίβλητος - ενάγων, εργαζόταν στη ΔΕΥΑΒ και στη ΔΕΥΑΟ καθ' όλο το χρονικό διάστημα μετά τη λήξη της ως άνω 24μηνης συμβάσεως ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου (04.10.2008) και μέχρι την "καταγγελία" της συμβάσεως εργασίας του (22.09.2011), όχι με βάση την ανωτέρω "σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου", αφού αυτή ήταν άκυρη ως τέτοια, αλλά με βάση απλή σχέση εργασίας αορίστου χρόνου, καθόσον τούτος παρείχε την εργασία του, χωρίς να έχουν τηρηθεί οι διατυπώσεις του ν. 2190/1994, γεγονός άλλωστε που είχε διαπιστωθεί, τόσο από την Περιφέρεια Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης (Διεύθυνση Τοπικής Αυτοδιοίκησης Ν.

Έβρου - Τμήμα Τοπικής Αυτοδιοίκησης και ΝΠΔΔ), όσο και από το ΑΣΕΠ, ως απάντηση σε έγγραφα που απεστάλησαν προς τις ανωτέρω υπηρεσίες από τη ΔΕΥΑΒ και τη ΔΕΥΑΟ, αντίστοιχα. Και τούτο, διότι η δικαιοπρακτική βούληση του εργοδότη, την οποία φυσικά αποδέχθηκε ο εν λόγω εργαζόμενος, δεν δύναται να οδηγήσει ούτε σε συμβατική μετατροπή της αρχικής σύμβασης (ορισμένου χρόνου) σε σύμβαση αορίστου χρόνου ούτε στην κατάρτιση νέας έγκυρης συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου, αφού δεν υφίστατο τέτοια εξουσία των ΔΣ των δύο παραπάνω επιχειρήσεων (άρθ. 21 ν. 2190/1994).

Μάλιστα, η αρχική (έγκυρη, σύμφωνα με την εξαιρετική ρύθμιση του άρθ. 20 παρ. 4 ν. 2738/1999) σύμβαση για τον Δ. Γ. του Χ., μπορούσε να συναφθεί μόνον ως ορισμένου χρόνου (όσο δηλαδή διαρκούσε το πρόγραμμα επιχορήγησης του ΟΑΕΔ) και καμία διάταξη από την προαναφερόμενη νομοθεσία που ισχύει για την πρόσληψη προσωπικού από τις δημοτικές επιχειρήσεις δεν παρείχε εξουσία παρατάσεως ή μετατροπής σε αορίστου χρόνου (πρβλ.

και άρθ. 103 παρ. 8 του Συντάγματος). Ούτε πάλι μπορεί να θεωρηθεί, ότι, η κατά τα ανωτέρω συναφθείσα μεταξύ της ΔΕΥΑΒ και του Δ. Γ. του Χ. υπ' αριθμ. πρωτ. 285/19.08.2009 "σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου" με ημερομηνία έναρξης της σύμβασης την 05.10.2006 και με ειδικότητα του ως άνω προσώπου ως καταμετρητής ΤΕ, αποτελεί νέα (έγκυρη) σύμβαση αορίστου χρόνου, και τούτο, διότι η εν λόγω πρόσληψη δεν έλαβε χώρα μέσω του ΑΣΕΠ και με βάση τα κριτήρια επιλογής που ορίζονται στις διατάξεις του ν. 2190/1994.

Τέλος, ζήτημα εφαρμογής του άρθρου 671 ΑΚ δεν τίθεται, διότι το άρθρο αυτό δεν μπορεί να εφαρμοστεί στις περιπτώσεις που από το νόμο αποκλείεται σιωπηρή παράταση της σύμβασης ή αποκλείεται η σύμβαση αορίστου χρόνου σαν μορφή σύμβασης εργασίας ή απαιτούνται για την ανανέωση της σύμβασης ειδικές διατυπώσεις ή ορισμένες τύπος, όπως συμβαίνει με τις προσλήψεις των νομικών προσώπων του ευρύτερου δημόσιου τομέα που γίνονται με το σύστημα του ν. 2190/1994.

Η εξακολούθηση, λοιπόν, της παροχής εργασίας από τον καλούντα - εφεσίβλητο - ενάγοντα και η αποδοχή αυτής από τις δύο ανωτέρω επιχειρήσεις υπό καθεστώς άκυρης σύμβασης δημιούργησε μια απλή σχέση εργασίας για αόριστο χρόνο. Έτσι, υπό το καθεστώς αυτό συνέχισε να εργάζεται ο καλών - εφεσίβλητος - ενάγων, όπως αναπτύχθηκε παραπάνω, μέχρι τις 22.09.2011, δηλαδή και μετά τη, δυνάμει της υπ' αριθμ. 95/26.04.2011 αποφάσεως του ΔΣ του Δήμου Ορεστιάδας, συγχώνευση, κατ' άρθρο 109 του ν. 3852/2010, των δύο υφιστάμενων Δημοτικών Επιχειρήσεων Ύδρευσης και Αποχέτευσης, ήτοι της Βύσσας και της Ορεστιάδας, οπότε το ΔΣ της ΔΕΥΑΟ, με την υπ' αριθμ. 78/22.09.2011 απόφασή του, "κατήγγειλε" (αφ' ης στιγμής υφίσταται άκυρη σύμβαση δεν νοείται καταγγελία αυτής) τη "σύμβαση εργασίας" του και απέκρουσε τις προσφερόμενες υπηρεσίες του.

Κατόπιν, μετά τη δημοσίευση του ν. 4483/2017 και με βάση το άρθρο 13 αυτού, ο καλών - εφεσίβλητος - ενάγων με την υπ' αριθμ. πρωτ. 956/31.07.2017 αίτησή του προς τη ΔΕΥΑΟ ζήτησε να γίνει η κατάταξή του στο προσωπικό αορίστου χρόνου, καθώς κατά το χρόνο συγχώνευσης των δύο ως άνω ΔΕΥΑ (της ΔΕΥΑΒ και της ΔΕΥΑΟ) είχε ενεργή σχέση εργασίας αορίστου χρόνου, κατά τα προεκτιθέμενα.

Η ΔΕΥΑΟ δεν αποδέχθηκε άμεσα την αίτησή του αλλά όρισε δικηγόρο, προκειμένου να γνωμοδοτήσει σχετικά με την επαναπρόσληψη του ανωτέρω, μετά δε τη θετική γνωμοδότηση του ως άνω δικηγόρου, αποφάσισε, δυνάμει της υπ' αριθμ. 72/26.09.2017 απόφασής της, την, με επιφύλαξη, πρόσληψη αυτού με "σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου", εφόσον τούτη κριθεί νόμιμη από την Αποκεντρωμένη Διοίκηση και το Ελεγκτικό Συνέδριο - Υπηρεσία Επιτρόπου Ν.

Έβρου και τον κατέταξε σε προσωποπαγή θέση κλάδου ΤΕ καταμετρητή, ειδικότητα που είχε μέχρι την απόλυσή του (22.09.2011). Έπειτα από σχετικό ερώτημα της ΔΕΥΑΟ, η Γενική Διεύθυνση Εσωτερικής Λειτουργίας - Διεύθυνση Διοίκησης - Τμήμα Τοπικής Αυτοδιοίκησης και Νομικών Προσώπων Κομοτηνής, με το υπ' αριθμ. πρωτ. 2403/02.02.2018 έγγραφό της, απέστειλε στη ΔΕΥΑΟ αντίγραφο του υπ' αριθμ. ...

απαντητικού εγγράφου του Υπουργείου Εσωτερικών για την πρόσληψη των υπαλλήλων σύμφωνα με το άρθρο 13 του ν. 4483/2017, το οποίο γνωμοδοτούσε υπέρ της κατάταξης των εργαζομένων που είχαν ενεργή σχέση εργασίας κατά το χρόνο συγχώνευσης ανεξαρτήτως τρόπου πρόσληψης. Μετά ταύτα, το ΔΣ της ΔΕΥΑΟ,, με την υπ' αριθμ. 11/22.02.2018 απόφασή του, αποφάσισε και ενέκρινε την ορθή επανάληψη της υπ' αριθμ. 72/26.09.2017 απόφασης του ΔΣ της ΔΕΥΑΟ περί κατάταξης του καλούντος - εφεσιβλήτου - ενάγοντος στο προσωπικό αορίστου χρόνου της ΔΕΥΑΟ κι έτσι, αυτός άρχισε ν' απασχολείται στην εν λόγω επιχείρηση με "σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου" από 01.03.2018.

Στη συνέχεια, όμως, με την υπ' αριθμ 23/20.04.2018 Πράξη του Επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου Ν. Έβρου, το υπ' αριθμ. 9 Χρηματικό Ένταλμα Πληρωμής (Χ.Ε.Π.), ποσού 1.559,50 ευρώ, το οποίο αφορούσε αποδοχές Μαρτίου 2018 του καλούντος - εφεσιβλήτου - ενάγοντος, κρίθηκε μη νόμιμο και επιστράφηκε αθεώρητο. Ακολούθως, η ΔΕΥΑΟ κατέθεσε ένσταση κατά της ως άνω υπ' αριθμ. 23/2018 πράξης του Επιτρόπου, επί της οποίας το Κλιμάκιο Προληπτικού Ελέγχου Δαπανών VII του Ελεγκτικού Συνεδρίου με την υπ' αριθμ. 213/22.10.2018 Πράξη του έκρινε, ότι η εντελλόμενη δαπάνη είναι μη νόμιμη.

Έτσι, εν συνεχεία, με την υπ' αριθμ. 14/23.01.2019 απόφαση του ΔΣ της ΔΕΥΑΟ αποφασίσθηκε η ανάκληση των υπ' αριθμ. 72/2017 και 11/2018 αποφάσεων του ΔΣ (με τις οποίες είχε αποφασισθεί η κατάταξη του καλούντος - εφεσιβλήτου - ενάγοντος στο προσωπικό αορίστου χρόνου του άρθρου 13 του ν. 4483/2017) και στις 31.01.2019 "κατήγγειλε" τη σύμβαση εργασίας του.

Κατά της υπ' αριθμ. 14/23.01.2019 απόφασης του ΔΣ της ΔΕΥΑΟ ο καλών - εφεσίβλητος - ενάγων προσέφυγε ενώπιον του Συντονιστή Αποκεντρωμένης Διοίκησης Μακεδονίας - Θράκης, ο οποίος, με την υπ' αριθμ. 7001+6877+5125/01.04.2019 απόφασή του, έκανε δεκτή την προσφυγή του και ακύρωσε την υπ' αριθμ. 14/2019 απόφαση του ΔΣ της ΔΕΥΑΟ. Κατόπιν τούτου, η τελευταία άσκησε προσφυγή κατά της παραπάνω απόφασης του Συντονιστή ενώπιον της Ειδικής Επιτροπής του άρθρου 152 του ν. 3436/2006, η οποία, με την υπ' αριθμ. 7/23/20.05.2019 απόφασή της, απέρριψε την προσφυγή.

Στη συνέχεια, η ΔΕΥΑΟ άσκησε ενώπιον του ΣτΕ την υπ' αριθμ. Δ' 2651/11.10.2019 αίτηση ακυρώσεως εναντίον της υπ' αριθμ. 7001+6877+5125/01.04.2019 απόφασης του Συντονιστή και της υπ' αριθμ. 7/23/20.05.2019 απόφασης της Ειδικής Επιτροπής του άρθρου 152 του ν. 3436/2006, η οποία δικάσθηκε από το Γ' Τμήμα του ΣτΕ (αν και η αίτηση ακυρώσεως απευθυνόταν στο Δ' Τμήμα του ΣτΕ) κι εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1936/2021 απόφασή του, η οποία απέρριψε την εν λόγω προσφυγή, κρίνοντας, ότι η αναφυόμενη διαφορά δεν είναι διοικητική, αλλά διαφορά ιδιωτικού δικαίου, η επίλυση της οποίας ανήκει στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων.

Περαιτέρω, προέκυψε, ότι ο καλών - εφεσίβλητος - ενάγων κατέθεσε την υπ' αριθμ. εκθ. καταθ. 119/11.12.2019 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ορεστιάδας για προσωρινή επιδίκαση μισθών, το οποίο, με την υπ' αριθμ. 18/2020 απόφασή του, επιδίκασε στον ανωτέρω το ποσό των 17.697,26 ευρώ για δεδουλευμένους μισθούς, που αφορούσαν τα χρονικά διαστήματα από 01.03.2018 μέχρι 31.01.2019 και από 23.04.2019 έως και το μήνα Νοέμβριο του 2019 και για το λόγο αυτόν άλλωστε έλαβε χώρα, νομότυπα, παραίτηση, ως προς τις εν λόγω αξιώσεις, με τις ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου έγγραφες προτάσεις του αλλά και με προφορική επ' ακροατηρίου δήλωση της πληρεξουσίας του δικηγόρου, που καταχωρήθηκε στα οικεία πρακτικά συνεδριάσεως του ως άνω Δικαστηρίου.

Από όλα τα ανωτέρω, παρέπεται, ότι ο καλών - εφεσίβλητος - ενάγων κατά το χρόνο που, δυνάμει της υπ' αριθμ. 95/26.04.2011 αποφάσεως του ΔΣ του Δήμου Ορεστιάδας, έλαβε χώρα η συγχώνευση, κατ' άρθρο 109 του ν. 3852/2010, των δύο υφιστάμενων - Δημοτικών Επιχειρήσεων Ύδρευσης και Αποχέτευσης, ήτοι της Βύσσας και της Ορεστιάδας, καθώς και των υπηρεσιών ύδρευσης των Δημοτικών Ενοτήτων Τριγώνου και Κυπρίνου σε μια Δημοτική Επιχείρηση με την επωνυμία "ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΥΔΡΕΥΣΗΣ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΗΣ ΟΡΕΣΤΙΑΔΑΣ" (ΔΕΥΑΟ), απασχολούνταν στην ΔΕΥΑ Βύσσας με ενεργή, απλή σχέση εργασίας αορίστου χρόνου (κι όχι με ενεργή σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου) και με βάση τις διατάξεις του άρθρου 13 του ν. 4483/2017 (που αναφέρονταν σε σχέση εργασίας αορίστου χρόνου, ανεξαρτήτως τρόπου πρόσληψης και στο πραγματικό γεγονός της απασχόλησης του εργαζόμενου στην ως άνω συγχωνευθείσα επιχείρηση κατά την ημερομηνία συγχώνευσης), αιτήθηκε (στις 31.07.2017) την κατάταξή του σε θέσεις αορίστου χρόνου με απόφαση του ΔΣ της ΔΕΥΑΟ.

Πλην όμως, η εν λόγω διάταξη (άρθρο 13 ν. 4483/2017, το οποίο στη συνέχεια τροποποιήθηκε με το άρθρο 108 ν. 4583/2018), με την οποία επιχειρείται, με βάση τις τιθέμενες σ' αυτήν προϋποθέσεις, να καταταχθούν σε θέσεις αορίστου χρόνου εργαζόμενοι που απασχολούνταν πραγματικά - με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου, ανεξαρτήτως τρόπου πρόσληψης - στις αναφερόμενες σ' αυτήν (διάταξη) συγχωνευθείσες Δημοτικές Επιχειρήσεις Ύδρευσης Αποχέτευσης κατά την ημερομηνία συγχώνευσης, καταστρατηγεί το σύστημα προσλήψεων στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, το οποίο ρυθμίζεται από κανόνες δημοσίας τάξεως αλλά και από το ίδιο το Σύνταγμα, αφού έρχεται σε αντίθεση με τις διατάξεις του ν. 2190/1994 (ΦΕΚ Α' 28/03.03.1994), οι οποίες ήδη κατέστησαν συνταγματικού επιπέδου, ενόψει της σαφούς διατύπωσης του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του ισχύοντος, από 17.04.2001 κι εφεξής, Συντάγματος, και οι οποίες ορίζουν, ότι οι προσλήψεις με συμβάσεις αορίστου χρόνου του προσωπικού που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημοσίου τομέα με υπαλληλική σχέση δημοσίου δικαίου όσο και του προσωπικού που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων (μεταξύ άλλων και στις Δημοτικές Επιχειρήσεις Ύδρευσης Αποχέτευσης, που αποτελούν ΝΠΙΔ), γίνονται μόνον μέσω ΑΣΕΠ και με βάση τα οριζόμενα στις διατάξεις του ν. 2190/1994 κριτήρια, πολλώ δε μάλλον, αν πρόκειται, όπως στην ένδικη περίπτωση, για εργαζόμενο, ο οποίος άρχισε ν' απασχολείται με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου που προκηρύχθηκε κι επιδοτήθηκε από τον ΟΑΕΔ, μετά τη θέση σε ισχύ του νέου Συντάγματος και όλα αυτά, παρά τα όσα αναφέρονται στην αιτιολογική έκθεση του ανωτέρω νόμου, όπως αυτή αναπτύσσεται ανωτέρω στη μείζονα σκέψη της παρούσας.

Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που, αν και, εμμέσως, πλην όμως σαφώς, έκρινε, ότι οι συμβάσεις εργασίας που συνέδεαν τον Δ. Γ. του Χ. με την ΔΕΑΥΒ και την ΔΕΥΑΟ ήταν άκυρες, εντούτοις, εφάρμοσε στην περίπτωσή του το άρθρο 13 του ν. 4483/2017 και θεώρησε, ότι η ΔΕΥΑΟ έπρεπε να τον απασχολεί από τις 01.08.2017 έως τις 28.02.2018 καθώς και από τις 01.02.2019 έως και τις 22.04.2019, επιδικάζοντας υπέρ αυτού, μεταξύ άλλων, μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από τις 01.08.2017 έως τις 28.02.2018 (6.813,10 ευρώ) και για το χρονικό διάστημα από τις 01.02.2019 έως τις 22.04.2019 (1.813,30 ευρώ), έσφαλε ως προς την ερμηνεία κι εφαρμογή του νόμου και κατ' επέκταση, κακώς, ως προς το εν λόγω ζήτημα, εκτίμησε το αποδεικτικό υλικό.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ότι ο Δ. Γ. του Χ. απασχολήθηκε στην ΔΕΥΑΟ με απλή σχέση εργασίας αορίστου χρόνου ως καταμετρητής ΤΕ (καθόσον, όπως προεκτέθηκε, η σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου που συνήφθη ήταν άκυρη) από τις 01.03.2018 έως και τις 23.01.2019 και από τις 23.04.2019 έως και τον Οκτώβριο του 2020 (οπότε συζητήθηκε η ένδικη αγωγή στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο), δίχως να του καταβληθεί μισθός, ενώ, αφ' ης στιγμής πρόκειται, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, για απλή σχέση εργασίας αορίστου χρόνου σε συνδυασμό με την μη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 13 ν. 4483/2017, ο εν λόγω εργαζόμενος δεν δικαιούται μισθούς υπερημερίας για τα χρονικά διαστήματα από τις 01.08.2017 έως τις 28.02.2018 καθώς και από τις 01.02.2019 έως και τις 22.04.2019.

Εξάλλου, από τη στιγμή που ο Δ. Γ. του Χ. απασχολήθηκε στη ΔΕΥΑΟ με απλή σχέση εργασίας αορίστου χρόνου ως καταμετρητής ΤΕ κατά το χρονικό διάστημα από τον Δεκέμβριο του 2019 έως και τον Οκτώβριο του 2020 (χρόνος επαναληπτικής συζήτησης της αγωγής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο), τούτη είναι υποχρεωμένη, ως καθιστάμενη αδικαιολογήτως πλουσιότερη, στην απόδοση της ωφέλειας (πλουτισμού) που αποκόμισε από την εργασία του, η οποία (ωφέλεια) συνίσταται στην αμοιβή, την οποία αυτή αναγκαίως θα κατέβαλε, υπό έγκυρη σύμβαση εργασίας και υπό τις επικρατούσες στον τόπο της παροχής συνθήκες, για την ίδια εργασία σε πρόσωπο με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος καλούντος - εφεσιβλήτου - ενάγοντος, χωρίς όμως να συνυπολογίζονται στην περίπτωση αυτή, τα χρονοεπιδόματα και οικογενειακά επιδόματα, δηλαδή τα επιδόματα που προσιδιάζουν στην προσωπική κατάσταση του μισθωτού, εφόσον αυτά δεν θα συνέτρεχαν αναγκαίως στο πρόσωπο εκείνου που θα μπορούσε να είχε απασχολήσει εγκύρως η ΔΕΥΑΟ αντί του Δ.

Γ. του Χ.. Έτσι, η ΔΕΥΑΟ υποχρεούται να καταβάλει στον Δ. Γ. του Χ., με βάση τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις του Αστικού Κώδικα, που σωρεύονται στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής κατά δικονομική επικουρικότητα, ως δεδουλευμένες αποδοχές για το χρονικό διάστημα από τον Δεκέμβριο του 2019 έως και τον Οκτώβριο του 2020, το συνολικό ποσό των 10.743,81 ευρώ (976,71 ευρώ x 11 μήνες), με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρις εξοφλήσεως.".

Υπό τις ως άνω παραδοχές το Εφετείο ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε ως αποδειχθέντα, στις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 103 παρ.7 και 8 του Συντάγματος σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 648επ. ΑΚ, 21 του ν.2190/1994, 20 παρ.4Ν.2938/1999, 5,6 και 7 του ΠΔ 164/2004, τις οποίες δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, και ορθά δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 13 του ν. 4483/2017, όπως στη συνέχεια τροποποιήθηκε με το άρθρο 108 του Ν.4583/2018, 109 παρ.2 και 9 του Ν.3052/2010, 269 παρ.3 Ν.3463/2006 και 4 παρ. 1 του Συντάγματος, οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες.

Τούτο δε, διότι αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια και επάρκεια τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα και καταφάσκουν ότι η σχέση που συνέδεε τον αναιρεσείοντα με την αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία ήταν άκυρη, μετά την πάροδο της διετούς διάρκειας της αρχικώς καταρτισθείσας σύμβασης, τόσο αρχικώς με την ΔΕΥΑΒ όσο και στη συνέχεια μετά από συγχώνευση, με την ΔΕΥΑΟ, [αναιρεσίβλητη], καθ' όσον η αρχική σύμβαση του αναιρεσείοντος με την ΔΕΥΑΒ, συναφθείσα στις 5.10.2006, καταρτίσθηκε μετά την ισχύ των διατάξεων των παρ. 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος (6.4.2001), οπότε, οποιαδήποτε σύμβαση με το Δημόσιο, ΟΤΑ, ΝΠΔΔ και επιχειρήσεις που ανήκουν στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, εφ' όσον δεν ακολουθηθεί η από το νόμο οριζόμενη διαδικασία για τη σύναψή της, αφ' ενός μεν είναι άκυρη και αφ' ετέρου δεν επιτρέπεται η μετατροπή οποιασδήποτε σύμβασης ορισμένου σε αορίστου, ενώ δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής των διατάξεων του ΠΔ 164/2004 και ειδικότερα του άρθρου 11 αυτού, αφού η επίδικη σύμβαση καταρτίσθηκε μεταγενέστερα του χρόνου έναρξης ισχύος του 9.7.2004), ήτοι στις 5.10.2006 και στη συνέχεια μετά τη συγχώνευση κατ' άρθρο 109 του ν. 3852/2010, των υφιστάμενων Δημοτικών Επιχειρήσεων Ύδρευσης και Αποχέτευσης ήτοι της Βύσσας και της Ορεστιάδας, την απόκρουση των προσφερομένων υπηρεσιών του από το ΔΣ της ΔΕΥΑΟ και τη μη κατάταξή του στο προσωπικό αορίστου χρόνου της αναιρεσίβλητης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 13 του ν. 4483/2017, παρ' όλο που αυτός κατά την ημερομηνία συγχώνευσης απασχολείτο στις συγχωνευθείσες δημοτικές επιχειρήσεις με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου, αφού η προγενέστερη έγκυρη σύμβαση εργασίας του ήταν ορισμένου χρόνου και δεν ήταν δυνατή η μετατροπή της σε αορίστου χρόνου, με τις υποστηρίζουσες την ανωτέρω κρίση, εξής παραδοχές, ήτοι:

α) ότι ο αναιρεσείων στις 5.10.2006 προσλήφθηκε ως ηλεκτροτεχνίτης στα πλαίσια επιδοτούμενου προγράμματος από τον ΟΑΕΔ στη ΔΕΥΑΒ με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, διετούς διάρκειας, β) ότι η παραμονή του στη ΔΕΥΑΒ μετά τη λήξη του αρχικού χρόνου με παρατάσεις κατόπιν αποφάσεων του ΔΣ της τότε ΔΕΥΑΒ και δίχως να τηρείται η διαδικασία των άρθρων 21 του ν.2190/1994 και 6 του ν. 2527/1997, ήταν μη νόμιμη, γ) ότι η συναφθείσα μεταξύ της ΔΕΥΑΒ και του αναιρεσείοντος στις 19.8.2009 σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου με ημερομηνία έναρξης 5.10.2006 δεν αποτελεί νέα έγκυρη σύμβαση αορίστου χρόνου, διότι η πρόσληψή του δεν έλαβε χώρα μέσω ΑΣΕΠ και με βάση τα κριτήρια επιλογής του ν.2190/1994, δ)ότι με την υπ' αριθμ. 95/ 26.4.2011 απόφαση του ΔΣ του Δήμου Ορεστιάδας εγκρίθηκε η συγχώνευση κατ' άρθρο 109 του ν. 3852/2010 των δύο Δημοτικών Επιχειρήσεων Ύδρευσης και Αποχέτευσης ήτοι της Βύσσας και της Ορεστιάδας, και η αναιρεσίβλητη με την υπ' αριθμ. 78/22/9.2011 απόφαση του ΔΣ αυτής, κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του αναιρεσείοντος και η σχέση που συνέδεε τον αναιρεσείοντα τόσο με τη ΔΕΥΑΒ όσο και με τη ΔΕΥΑΟ ήταν απλή σχέση εργασίας, και ε) ότι η σύμβαση εργασίας του αναιρεσείοντος από 1.3.2018 έως και τις 23.1.2019 και από 23.4.2019 έως και τον Οκτώβριο του έτους 2020 ήταν άκυρη.

Επιπλέον ορθά το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε α) ότι με την εν λόγω διάταξη του άρθρου 13 ν.4483/2017, όπως τροποποιηθείσα ίσχυε, καταστρατηγείται το συνταγματικά κατοχυρωμένο σύστημα των προσλήψεων στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, το οποίο ρυθμίζεται από κανόνες συνταγματικής ισχύος και την έκρινε μη εφαρμοστέα και β) ότι η αναιρεσίβλητη κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερη, υποχρεούμενη στην απόδοση της ωφέλειας, την οποία αποκόμισε από την εργασία του αναιρεσείοντος και η οποία συνίσταται στην αμοιβή, την οποία αναγκαίως θα κατέβαλλε σε άλλο εργαζόμενο με έγκυρη σύμβαση εργασίας με τις ικανότητες και τα προσόντα αυτού.

Το γεγονός ότι κατά καιρούς και ιδίως πριν την ως άνω συνταγματική αναθεώρηση (17.4.2001) είχαν εκδοθεί διάφοροι νόμοι, οι οποίοι για συγκεκριμένες κατηγορίες μισθωτών που απασχολούντο σε διάφορους φορείς του δημοσίου τομέα με οποιαδήποτε σχέση εργασίας μετέτρεψαν αυτές σε θέσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ή κατέταξαν αυτούς σε αντίστοιχες οργανικές θέσεις αορίστου χρόνου, υφιστάμενες ή προσωποπαγούς χαρακτήρα και μάλιστα σε πολλές περιπτώσεις αναδρομικά, ανεξαρτήτως του αν δεν είχαν τηρηθεί οι νόμιμες διαδικασίες για την πρόσληψή τους, δεν θεμελιώνει παραβίαση της από το άρθρο 4 παρ.1 του Συντάγματος αρχής της ισότητας από τη μη εφαρμογή από την προσβαλλόμενη απόφαση αντίστοιχης ρύθμισης προβλεπομένης από το άρθρο 13 του ν. 4483/2017, όπως στη συνέχεια τροποποιήθηκε με το άρθρο 108 του ν. 4583/2018, καθότι ισότητα στην παρανομία δε νοείται.

Σημειώνεται ότι με την με αριθ. 6/2022 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου κρίθηκε συναφώς ότι η διάταξη του άρθρου 20 παρ. 6 του ν. 3801/2009, με την οποία προβλέφθηκε η για απεριόριστο χρόνο ανανέωση των συμβάσεων μίσθωσης έργου του απασχολουμένου στα Κέντρα Εξυπηρέτησης Πολιτών (ΚΕΠ) προσωπικού, κατ' απόκλιση των περιορισμών των άρθρων 5 και 6 του π.δ/τος 164/2004 και μάλιστα αναδρομικά από τη δημοσίευση του ν. 3260/2004 αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 103 παρ. 8 του Συντάγματος και ως εκ τούτου είναι ανίσχυρη και μη εφαρμοστέα.

Ενόψει όμως ότι το παρόν αναιρετικό τμήμα κρίνει ομοφώνως μη εφαρμοστέα τη διάταξη του άρθρου 13 του ν. 4483/2017, όπως στη συνέχεια τροποποιήθηκε με το άρθρο 108 του ν. 4583/2018 ως αντιβαίνουσα στη διάταξη του άρθρου 103 παρ. 8 του Συντάγματος, κατά το μέρος που αυτή προβλέπει την κατάταξη προσωπικού των δημοτικών επιχειρήσεων ύδρευσης και αποχέτευσης που συγχωνεύθηκαν κατ' εφαρμογή του άρθρου 109 του ν. 3852/2010 σε θέσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με μόνη την προϋπόθεση της πραγματικής απασχόλησης του προσωπικού στις συγχωνευθείσες επιχειρήσεις κατά την ημερομηνία συγχώνευσης (ανεξαρτήτως της εγκυρότητας της σύμβασης εργασίας του απασχολουμένου μισθωτού), πρέπει κατ' εφαρμογή των άρθρων 100 παρ. 5 του Συντάγματος, 27 παρ. 2 εδ.

γ του ν. 4938/2022 (κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και Δικαστικών Λειτουργών) και 563 παρ. 2 περ. β του ΚΠολΔ να παραπεμφθούν οι από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης στην πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου. Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλΑΠ 25/2003, 3/1997), όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, και προβάλλονται προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία του διαδίκου ή τα πορίσματα των αποδείξεων, τα οποία το δικαστήριο εκτιμά ανελέγκτως, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (ΑΠ 1094/2021, 598/2019, 261/2016, 76/2016).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, (αληθώς μόνο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όχι από τον αριθμό 9 του ιδίου άρθρου) επικαλείται ο αναιρεσείων ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα κάτωθι διοικητικά έγγραφα, ήτοι: την με αριθμό πρωτ. 640/25.4.2019 σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου μεταξύ του αναιρεσείοντος και της αναιρεσίβλητης, το με αριθμ.

πρωτ. 14588/27.2.2019 έγγραφο του Υπουργείου Εσωτερικών της Γενικής Διεύθυνσης Αποκέντρωσης και Τοπικής Αυτοδιοίκησης του Τμήματος Ιδιωτικού Δικαίου και κυρίως την με αριθμό πρωτ. 7001+6877+5125/1.4.2019 απόφαση του Συντονιστή της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Μακεδονίας - Θράκης, με την οποία έγινε δεκτή προσφυγή του αναιρεσείοντος και ακυρώθηκε η με αριθμό 14/23.1.2019 απόφαση της αναιρεσίβλητης περί απολύσεως του καθώς και το με αριθμό πρωτ. 58/6.6.2019 έγγραφο της Ειδικής Επιτροπής του άρθρου 152 του Ν. 3463/2006, το οποίο αφορά γνωστοποίηση αποσπάσματος του με αριθμό πρακτικού της 7ης και 8ης Συνεδρίασης της Ειδικής Επιτροπής του άρθρου 152 του ως άνω νόμου της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Μακεδονίας - Θράκης, με την οποία απορρίφθηκε προσφυγή της αναιρεσίβλητης καθώς και την με αριθμό 1936/2021 απόφαση του ΣτΕ, με την οποία απορρίφθηκε ως καθ' ύλην αναρμόδιο για την εκδίκαση της αίτησης ακύρωσης που άσκησε η αναιρεσίβλητη.

Ο λόγος αυτός, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, διότι ο αναιρεσείων προσάπτει σφάλμα στην προσβαλλόμενη απόφαση που δεν αφορά θεμελιωτικό της αγωγής ή άλλο αυτοτελή ισχυρισμό καθ' όσον τα ως άνω προσκομιζόμενα από τον αναιρεσείοντα αποδεικτικά μέσα κατά τη μείζονα σκέψη δεν συνιστούν "πράγμα", με την εκτεθείσα έννοια.

Σημειώνεται ότι τη νομιμότητα ατομικής εκτελεστής διοικητικής πράξης ανεξαρτήτως της μη προσβολής της, μπορεί να ερευνήσουν παρεμπιπτόντως κατ' άρθρο 2 του ΚΠολΔ τα πολιτικά Δικαστήρια (ΟλΑΠ 1/2018, ΑΠ 1163/2019,1366/2018).

Συνεπώς ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός του αναιρεσείοντος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του αριθμού 9 εδ. α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε. ... Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 9 περίπτ. α' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., και ειδικότερα γιατί το Εφετείο, με το να εξετάσει και να κάνει δεκτή την επικουρική βάση του αδικαιολογήτου πλουτισμού, συνυπολογίζοντας και τα χρονοεπιδόματα επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε.

Ο ως άνω λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, α) καθ' ότι το Εφετείο εξετάζοντας την έφεση της εναγομένης [αναιρεσείουσας] με την οποία προσέβαλε την πρωτοβάθμια απόφαση στο σύνολό της κρίνοντας ότι η αγωγή κατά την κύρια βάση της είναι μη νόμιμη, ορθά προέβη στην εξέταση της μη ερευνηθείσας πρωτοδίκως, ανεξαρτήτως σχετικού παραπόνου, επικουρικής βάσης αυτής του αδικαιολογήτου πλουτισμού, η οποία σωρευόταν κατά δικονομική επικουρικότητα λόγω ακυρότητας της συμβατικής σχέσης που συνέδεε τον εργαζόμενο [αναιρεσείοντα] με την εναγομένη [αναιρεσίβλητη], και β) ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, καθ' όσον η προσβαλλομένη απόφαση ουδόλως επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε αλλά επιδίκασε το ποσόν των 10.743,81 ευρώ, που αντιστοιχεί κατά το περιεχόμενο της αγωγής στην ωφέλεια που αποκόμισε η αναιρεσίβλητη για το χρονικό διάστημα από το Δεκέμβριο του έτους 2019 έως και τον Οκτώβριο του έτους 2020, από την αποδοχή της εργασίας του αναιρεσείοντος, χωρίς στο οικείο αγωγικό δικόγραφο να διευκρινίζεται εάν το αιτούμενο μηνιαίο ποσό των 976,71 ευρώ, περιλαμβάνει ή όχι το χρονοεπίδομα και το οικογενειακό επίδομα.

Κατά συνέπεια το Εφετείο δεν επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ούτε επιδίκασε κάτι πλέον του αιτηθέντος, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης και ο σχετικός λόγος είναι αβάσιμος. Από τη διάταξη του αριθμού 11 περ. γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ σε συνδυασμό προς εκείνη του άρθρου 106 του ιδίου Κώδικα, που καθιερώνει το συζητητικό σύστημα στην πολιτική δίκη, δηλαδή της ενέργειας του δικαστηρίου κατόπιν πρωτοβουλίας των διαδίκων, προκύπτει ότι ο σχετικός λόγος αναίρεσης ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, όπως είναι τα έγγραφα, τα οποία ο αναιρεσείων είχε επικαλεσθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο προς απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμών που είχαν προταθεί νομίμως και ασκούσαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ανεξαρτήτως εάν αυτά τα είχε προσκομίσει ο ίδιος ή ο αντίδικός του.

Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας ότι λήφθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, στα οποία περιλαμβάνονται και τα έγγραφα, να καταλείπεται με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης αμφιβολίες για το εάν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε και συνεκτιμήθηκε για τον σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ουσιώδους ισχυρισμού (ΟλΑΠ 8/2016, 2/2008, ΑΠ 14/2022, 319/2017).

Ωστόσο, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνον από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 697/2022, 231/2021, 47/2020, 466/2019, 1557/2018).

Σύμφωνα δε με το άρθρο 340 του ΚΠολΔ, που καθιερώνει την αρχή της ελεύθερης εκτίμησης των αποδεικτικών μέσων από το Δικαστήριο, με εξαίρεση τις περιπτώσεις που ο νόμος ορίζει το αντίθετο, μπορεί κατά την ελεύθερη κρίση του που δεν ελέγχεται αναιρετικά να προσδώσει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα που κατά νόμο διαθέτουν την ίδια αποδεικτική δύναμη μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική βαρύτητα, η δε σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται κατ' άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1313/2021, 98/2020, 96/2019, 188/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11 γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπ' όψη 1. Την με αριθμό πρωτ. 7001+6877+5125/1.4.2019 απόφαση του Συντονιστή της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Μακεδονίας - Θράκης, η οποία εκδόθηκε επί της από 7.2.2019 προσφυγής του κατά της με αριθμό 14/23.1.2019 απόφασης της αναιρεσίβλητης, 2.

Τα έγγραφα της Ειδικής Επιτροπής του άρθρου 152 του Ν. 3463/2006, με τα οποία κοινοποιήθηκε ακριβές απόσπασμα του με αριθμού της 7ης και 8ης Συνεδρίασης της Ειδικής Επιτροπής της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Μακεδονίας - Θράκης, με την οποία απορρίφθηκε προσφυγή της αναιρεσιβλήτου, επικυρώνοντας ούτω την ως άνω απόφαση του Συντονιστή της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Μακεδονίας - Θράκης, και 3.

Τα έγγραφα της οικονομικής υπηρεσίας της αναιρεσιβλήτου με τις συνημμένες αναλυτικές καταστάσεις μισθοδοσίας. Ο λόγος αυτός α) όσον αφορά την κατά το άρθρο 340 του ΚΠολΔ ελεύθερη από το Δικαστήριο της ουσίας εκτίμηση ισοδύναμων αποδεικτικών μέσων είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (άρθρ. 340 σε συνδ. προς 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) και β) όσον αφορά την από τον αριθμό 11 περ.

γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπ' όψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις τα ως άνω έγγραφα, προκειμένου να καταλήξει στη δικανική του κρίση και να απορρίψει ως αβάσιμη την ένδικη αγωγή, είναι αβάσιμος, διότι από τη βεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι λήφθηκαν υπ' όψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, και όλα τα έγγραφα "που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε ως τεκμήρια για κάποια από τα οποία γίνεται μνεία κατωτέρω, δίχως να συνάγεται πως δεν λήφθηκαν υπ' όψη όλα τα προσκομιζόμενα", σε συνδυασμό με τις σκέψεις που περιέχει για τη στήριξη του αποδεικτικού της πορίσματος, δεν γεννάται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπ' όψη και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης και τα επικαλούμενα ως άνω έγγραφα, ορισμένα των οποίων ρητώς μνημονεύονται σε αυτήν.

Με τον έκτο και τελευταίο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια της αντιφατικότητας των αιτιολογιών συνισταμένη: α) παρά τη μνεία στη μείζονα σκέψη αυτής της αιτιολογικής έκθεσης της διάταξης του άρθρου 13 του ν. 4483/2017, της οποίας οι ουσιαστικές προϋποθέσεις συνέτρεχαν, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος και παρά το γεγονός ότι είχαν προηγηθεί αντίστοιχες νομοθετικές ρυθμίσεις κατά το παρελθόν για διάφορες κατηγορίες μισθωτών απασχολουμένων με απλή σχέση εργασίας, απέρριψε κατ' ουσία την αγωγή κρίνοντας τη διάταξη αυτή μη εφαρμοστέα ως αντικειμένη στο συνταγματικά προβλεπόμενο σύστημα προσλήψεων προσωπικού του ευρύτερου δημόσιου τομέα, ενώ δεν αιτιολογεί περαιτέρω την κρίση της αυτή, β) παρά τη μνεία ότι στην περίπτωση άκυρης σύμβασης εργασίας, η κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις (άρθ. 904 επομ.

ΑΚ) ωφέλεια του εργοδότη συνίσταται (κατά νόμο) στην αμοιβή, την οποία ο εργοδότης αναγκαίως θα κατέβαλε υπό έγκυρη σύμβαση εργασίας και υπό τις επικρατούσες στον τόπο της παροχής συνθήκες για την ίδια εργασία σε πρόσωπο με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος αναιρεσείοντος, χωρίς να υπολογίζονται στην περίπτωση αυτή τα χρονοεπιδόματα και οικογενειακά επιδόματα που προσιδιάζουν στην προσωπική κατάσταση του μισθωτού, εφόσον αυτά δε θα συνέτρεχαν αναγκαίως στο πρόσωπο εκείνου που θα μπορούσε να απασχολήσει η αναιρεσίβλητη αντί του αναιρεσείοντος, παρά ταύτα υπολόγισε την ωφέλεια της αναιρεσίβλητης για το διάστημα από το Δεκέμβριο του 2019 έως τον Οκτώβριο του 2020 με βάση τις μηνιαίες αποδοχές ύψους 976,71 ευρώ μηνιαίως [όπως και στην αγωγή], όπου όμως έχουν συνυπολογισθεί και τα χρονοεπιδόματα.

Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, καθότι δεν ιδρύεται η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια από ελλείψεις στην αιτιολογία της μείζονος σκέψης ή από αντιφάσεις μεταξύ της μείζονος και ελάσσονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού. Κατά το υπό στοιχείο (β) σκέλος του ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος και ως απαράδεκτος, καθότι ελλείπει στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος το κατά τα άρθρα 68 και 556 του ΚΠολΔ έννομο συμφέρον για την προβολή αυτού, αφού κατά το κεφάλαιο αυτό επιδικάσθηκε υπέρ του αναιρεσείοντος το σύνολο των αιτουμένων με την αγωγή για το διάστημα αυτό αποδοχών τόσο με την κύρια, όσο και με την επικουρική από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό βάση της, συνολικού ύψους 10.743,81 ευρώ.

Κατόπιν των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει ν' απορριφθούν οι τρίτος, τέταρτος, πέμπτος και έκτος λόγοι αναίρεσης και να παραπεμφθούν στην πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου οι πρώτος και δεύτερος αναιρετικοί λόγοι. Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται διότι η παρούσα δεν είναι οριστική (άρθ. 191 παρ. 1 ΚΠολΔ)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Παραπέμπει στην πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης κατά τ' αναφερόμενα στο σκεπτικό.

Απορρίπτει κατά τα λοιπά τους τρίτο, τέταρτο, πέμπτο και έκτο αναιρετικούς λόγους της από 9.3.2023 και με αριθ. έκθ. κατάθ. 14/9.3.2023 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθ. 326/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιουνίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και τούτου αποχωρήσαντος, η αρχαιότερη της σύνθεσης Αρεοπαγίτης ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Σεπτεμβρίου 2024.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ