Supreme Court dismisses appeal against appealable judgment regarding property ownership dispute in Karpathos.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision rejecting the Municipality of Karpathos's claim to property ownership. The appellant argued the lower court erred by accepting facts without proof and misinterpreting a 1982 agreement, but the court found these claims unfounded. The court ruled that the appealable judgment correctly accepted the municipality's ownership without admitting the property was shared, and any alleged document misinterpretation was merely an evaluation of facts not subject to appellate review.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 561 of the Code of Civil Procedure; An appeal against an appealable judgment is inadmissible if the appellate court merely accepted the existence of ownership without admitting a shared character, or if the appellant complains about the evaluation of facts rather than a distortion of the document's content.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1412 / 2023 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1412/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Τσουλό-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Α. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Αρβανιτόπουλο, και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Δήμου Καρπάθου, ΝΠΔΔ ΟΤΑ Α' βαθμού, με ΑΦΜ ..., που εδρεύει στην Κάρπαθο και εκπροσωπείται νόμιμα από το Δήμαρχό του, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Χριστοδουλάκη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-8-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 181/2021 του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-11-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Φέρεται για συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου, η από 15-11- 2021 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ'αριθ. 181/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Η διαδικαστική πορεία της υπόθεσης, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, έχει, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, ως εξής: Με την ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου από 28-8-2017 αγωγή του, κατά του αναιρεσείοντος, ο αναιρεσίβλητος Δήμος Καρπάθου ζήτησε να αναγνωριστεί η κυριότητά του επί του περιγραφόμενου ακινήτου (οικοπέδου), επικαλούμενος πρωτότυπο τρόπο κτήσης (έκτακτη χρησικτησία), επειδή εμπράκτως την αμφισβητούσε ο εναγόμενος.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δικάζοντας κατά την τακτική διαδικασία αντιμωλία των διαδίκων, με την υπ'αριθμ. 7/2020 οριστική απόφαση του, απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας. Κατά της απόφασης αυτής ο ήδη αναιρεσίβλητος Δήμος, άσκησε την από 7-7-2020 έφεσή του, την οποία το Μονομελές Εφετείο Δωδεκανήσου, δικάζοντας κατά την ίδια διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του, έκανε δεκτή, όπως, και στη συνέχεια μετ'εξαφάνιση της εκκληθείσας, και την αγωγή.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. (Α.Π. 551/2018, Α.Π. 1753/2017). Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις, αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 408/2016, ΑΠ 1672/2012, ΑΠ 2182/2009).
Τέλος, η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναιρέσεως, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλομένη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ. (ΑΠ 532/2018, ΑΠ 892/2011).
Στη προκείμενη περίπτωση, από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι με αυτήν το Εφετείο δέχθηκε τ' ακόλουθα κρίσιμα περιστατικά: "Το επίδικο είναι ένα οικόπεδο, εντός ορίων οικισμού της τοπικής κοινότητας Ο. του Δήμου Καρπάθου Δωδεκανήσου, κείμενου στη θέση Π. Π., επιφάνειας 6.014,44 τ.μ., όπως αυτό εμφαίνεται με τα στ. 1-2-3-4-5-6-7-8- 9-10-11-12-13-14-15-16-17-18-1 στο από Νοεμβρίου 2007 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Μ.
Π. Κ., που επισυνάπτεται στο αγωγικό δικόγραφο και συνορεύει νότια εν μέρει με δημοτική οδό και κατά τις υπόλοιπες πλευρές με ιδιοκτησίες αγνώστων. Από το έτος 1982 και για διάστημα μεγαλύτερο των είκοσι ετών πράξεις νομής με διάνοια κυρίου ασκούσε επί του εν λόγω ακινήτου αποκλειστικά η πρώην Κοινότητα Ο., και μετά τη συνένωσή της με τον Δήμο Καρπάθου (κατά το έτος 2010), ο τελευταίος.
Ειδικότερα, η Κοινότητα Ο., προκειμένου να προχωρήσει στην κατασκευή αθλητικού χώρου που να εξυπηρετεί τους κατοίκους της περιοχής, επέλεξε την ως άνω τοποθεσία, που βρίσκεται πλησίον της Ο.. Στην περιοχή αυτή υπήρχε το ως άνω ακίνητο, τμήμα του οποίου, επιφάνειας 150 τ.μ. ανήκε στον πατέρα του εναγομένου, ενώ το υπόλοιπο τμήμα θεωρείτο κοινοτικό.
Προκειμένου να δημιουργηθεί κοινοτικό γήπεδο, ο πατέρας του εναγομένου, Μ. Α., κάτοικος Ο., συνήψε το από 21.5.1982 ιδιωτικό συμφωνητικό με τον τότε πρόεδρο της Κοινότητας Ο. Γ. Σ., στο οποίο αναφερόταν ότι ο πρώτος έχων εις θέσιν Π. Π. και συγκεκριμένως στο σημείον Π. ιδιόκτητον εδαφικήν έκτασιν εκ δύο λώρων 150 τ.μ.
περίπου παραχωρεί αυτήν εις την Κοινότητα Ο. Καρπάθου διά διάνοιξιν και διαμόρφωσιν γηπέδου, υπό τον όρον ότι η Κοινότης υποχρεούται να πληρώσει προωθητήρα για μίαν ( 1) ημέραν (7 ώρας) προς διαμόρφωσιν χώρου (λώρων) εις το ενδότερον μέρος της περιοχής αυτής με ευθύνην της Κοινότητας, αμέσως μετά την διάνοιξιν του γηπέδου".
Την επόμενη ημέρα ο Πρόεδρος της Κοινότητας Ο. κατέβαλε στον Β. Χ. το ποσό των 39.800 δραχμών για τη διάνοιξη γηπέδου στην περιοχή αυτή, όπως αναγράφεται στη σχετική απόδειξη που προσκομίζεται από τον ενάγοντα. Παρόλο δε που δεν προκύπτει η εκτέλεση του τεθέντος στο ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό όρου περί διαμόρφωσης λώρων στην περιοχή από την Κοινότητα Ο., η τελευταία έκτοτε ασκούσε πράξεις νομής με διάνοια κυρίου, όπως θα εκτεθεί στη συνέχεια, σε όλο το ακίνητο, επιφάνειας 6.014,44 τ.μ.
άτυπα από τον Μ. Α.. Ειδικότερα, η Κοινότητα Ο. προέβη κατά το έτος 1982 σε διάνοιξη, καθαρισμό και οριοθέτηση του επιδίκου. Διενεργήθηκε μελέτη από τον μηχανικό της ΤΥΔΚ Γ.. Β., που θεωρήθηκε από τον Προϊστάμενο αυτής, για τη διαμόρφωση γηπέδου, προϋπολογισμού δαπάνης 550.000 δραχμών, που εγκρίθηκε με τη με αρ. 98/12.12.1982 απόφαση του Προέδρου της Κοινότητας Ο.
Γ. Σ.. Το έτος 1983 έλαβαν χώρα, με εντολή της Κοινότητας Ο., εργασίες εκσκαφών, γιο τις οποίες καταβλήθηκε από τη Κοινότητα Ο. στον Β. Χ. το ποσό των 300. δραχμών (σχετ. το από 7.9.1983 συμφωνητικό ανάθεσης έργου). Το 1985 διενεργήθηκαν εκ νέου εργασίες διαμόρφωσης γηπέδου από Γ. Χ., ενώ προσκομίζονται το από 28.1.1985 πρωτόκολλο παραλαβής αφανών εργασιών από το οποίο προκύπτει ότι ο αρμόδιος υπάλληλος της ΤΥΔΚ παρέλαβε τις αφανείς εργασίες που διενεργήθηκαν και ειδικότερα ότι έλαβαν χώρα γενικές εκσκαφές γαιώδεις 299,70 κ.μ., γενικές εκσκαφές ημιβραχώδεις 599,40 κ.μ., γενικοί εκβραχισμοί με εκρηκτικά 599,40 κ.μ.
και επιχωμάτωση με μηχανικά μέσα 1498,50 κ.μ., καθώς και το από 18.9.1985 2° πρωτόκολλο παραλαβής αφανών εργασιών, όπου αναγράφεται ότι ο αρμόδιος υπάλληλος της ΤΥΔΚ παρέλαβε τις αφανείς εργασίες που διενεργήθηκαν και ειδικότερα ότι έλαβαν χώρα γενικές εκσκαφές γαιώδεις 180,30 κ.μ., γενικές εκσκαφές ημιβραχώδεις 360,60 κ.μ., γενικοί εκβραχισμοί με εκρηκτικά 360,60 κ.μ.
και επιχωμάτωση με μηχανικά μέσα 901,50 κ.μ. Το έτος 1987 έλαβε χώρα επέκταση του οικισμού της Ο. Καρπάθου, στην οποία περιλήφθηκε η επίδικη έκταση, που αναφέρεται στο τοπογραφικό διάγραμμα, που συνοδεύει την με αρ. 392/28.8.1987 απόφαση του Νομάρχη Δωδεκανήσου, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ (895/Δ), ως "κοινοτικό γήπεδο".
Το έτος 1988 δυνάμει του από 26.4.1988 συμφωνητικού που συνήφθη μεταξύ του Προέδρου της Κοινότητας Ο. και του Γ. Χ., ανατέθηκαν εκ νέου στον τελευταίο εργασίες διαμόρφωσης του επιδίκου, με τη χρήση προωθητήρα (μπουλντόζας), για 16 ημέρες, επί 8 ώρες ημερησίως, έναντι του ποσού των 655.360 δραχμών, ενώ το ίδιο έτος με τη με αρ.
πρωτ 1950/15.6.1988 επικυρώθηκε από τη Νομαρχία Δωδεκανήσου η με αρ.26/1988 απόφαση του Κοινοτικού Συμβουλίου Ο. για την έγκριση του 1ου συγκριτικού πίνακα για τη διαμόρφωση του κοινοτικού γηπέδου. Κατά το έτος 1990, δυνάμει του από 1.12.1990 ιδιωτικού συμφωνητικού μεταξύ του Προέδρου της Κοινότητας και του Γ. Χ. ανατέθηκε στον τελευταίο η διενέργεια εργασιών στο επίδικο ακίνητο με τη χρήση μπουλντόζας για 140 ώρες, έναντι του ποσού των 986.842 δραχμών.
Το 1994 διενεργήθηκε μελέτη από τον Μ. Κ., αρχιτέκτονα μηχανικό, με αντικείμενο την αποπεράτωση του γηπέδου και κατασκευή αποδυτηρίων, το κόστος του οποίου υπολογίσθηκε στο ποσό των 59.000.000 δραχμών. Το έτος 1999, κατόπιν της από 5.2.1999 απόφασης του Κοινοτικού Συμβουλίου Ο., αποφασίσθηκε η σύναψη χρησιδανείου της Κοινότητας Ο.
με την εταιρία "Φ. ΑΕ", δυνάμει της οποίας παραχωρήθηκε στην τελευταία τμήμα του επιδίκου για την εγκατάσταση και παραγωγή έτοιμου σκυροδέματος και για την αποθήκευση αδρανών υλικών, για την οικοδόμηση ακινήτων στο χωριό της Ο., που βρίσκεται στο βόρειο τμήμα της Καρπάθου, καθώς η απόσταση από τα Πηγάδια, πρωτεύουσα της νήσου, που βρίσκεται στο νότιο τμήμα, είναι περίπου 50 χιλ.
και η οδός εκείνη την εποχή ήταν χωμάτινη, η δε ως άνω εταιρία είχε τη χρήση του παραχωρηθέντος χώρου έως τις αρχές της δεκαετίας του 2000, (σχετ. το από 5.2.1999 απόσπασμα της με αρ. 13/1999 απόφασης του Κοινοτικού Συμβουλίου Ο. σε συνδυασμό με τη με αρ. 74/2017 ένορκη βεβαίωση του Μ. Φ. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Καρπάθου).
Καταβλήθηκαν επί σειρά ετών προσπάθειες από την Κοινότητα Ο. για την χρηματοδότηση του έργου από το κράτος, ενώ εστάλησαν προς το σκοπό αυτό πλήθος επιστολών από την Κοινότητα Ο. προς το Επαρχείο Καρπάθου, προς την Νομαρχία Δωδεκανήσου και τη Γενική Γραμματεία Αθλητισμού. Κατά το διάστημα 2002-2004 η Κοινότητα Ο.
προσπάθησε να επιτύχει την ένταξη του έργου στα πλαίσια του προγράμματος Ελλάδα 2004, χωρίς ωστόσο οι προσπάθειές της αυτές να ευοδωθούν, και εν τέλει δεν πραγματοποιήθηκε η δημιουργία αθλητικού χώρου στο ως άνω οικόπεδο. Κατά το έτος 2007 έγιναν νέες μελέτες για την κατασκευή αθλητικού κέντρου στο επίδικο ακίνητο, και συντάχθηκε προς το σκοπό αυτό το από Νοεμβρίου 2007 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Μ.
Π. Κ.. Επομένως από το 1982 και για χρονικό διάστημα άνω των είκοσι ετών η Κοινότητα Ο. προέβη σε μία σειρά ενεργειών για την κατασκευή κοινοτικού γηπέδου στο επίδικο ακίνητο, επί του οποίου πραγματοποιήθηκαν, με δαπάνες της Κοινότητας Ο., πολλές εκ των οποίων εγκρίθηκαν από την Νομαρχία Δωδεκανήσου, εργασίες καθαρισμού, εκσκαφών, επιχωμάτωσης και εν γένει διαμόρφωσης του ακινήτου.
Τα ανωτέρω αποδεικνύονται οπό τα νομίμως επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τον εναγόμενο δημόσια και ιδιωτικά έγγραφα σε συνδυασμό με τις ένορκες καταθέσεις των Κ. Π., αντιπροέδρου της Κοινότητας Ο. κατά το διάστημα 2007-2010 και ακολούθως δημοτικού συμβούλου, ο πατέρας του οποίου είχε διατελέσει Πρόεδρος της Κοινότητας Ο.
κατά το διάστημα 2007-2010, Κ. Τ., κοινοτικού συμβούλου από το 1985 και εντεύθεν και Προέδρου της Κοινότητας Ο. από το 2007 έως το 2010, Γ. Π., υιού του Ε. Π., Προέδρου της Κοινότητας Ο. τα έτη 1991- 1994, και Β. Χ., κοινοτικού συμβούλου από το 1981 έως το 1992. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι στο επίδικο ακίνητο η Κοινότητα Ο. εναπόθετε διάφορα κοινοτικά αντικείμενα, ενώ η Κοινότητα Ο.
και μετά τη συνένωσή της με τον Δήμο Καρπάθου ο τελευταίος επέτρεπαν την εναπόθεση αντικειμένων σε κατοίκους της περιοχής. Συγκεκριμένα, εντός του επιδίκου φυλάσσονταν σωλήνες ύδρευσης, υλικά οικοδομών, δενδρύλλια για αναδάσωση και άλλα αντικείμενα της Κοινότητας (σχετ. η ένορκη κατάθεση του Κ. Τ. που διαλαμβάνεται στη με αρ. 73/2017 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Καρπάθου), καθώς και ένα παλαιό κοινοτικό λεωφορείο, ενώ εντός αυτού είχε τοποθετηθεί μία βάρκα από τους αδελφούς Π.
και 3 κοντέινερ, ένα από τον εναγόμενο, ένα από τον Ι. Σ. και ένα από τον Ι. Μ. (σχετ. η ένορκη κατάθεση του Γ. Κ., που διαλαμβάνεται σε με αρ. 7/2020 πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και η ένορκη κατάθεση της Ε. Μ. Α. που διαλαμβάνεται στα με αρ. 34/2018 πρακτικά του Ειρηνοδικείου Καρπάθου). Από τα ανωτέρω εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι η πρώην Κοινότητα Ο.
από το έτος 1982 έως το 2010 οπότε συνενώθηκε με τον Δήμο Καρπάθου και από το έτος 2010 και εντεύθεν ο ενάγων Δήμος Καρπάθου, ως εκ του νόμου διάδοχος αυτής, ασκούσαν στο ως άνω επίδικο ακίνητο υλικές εμφανείς διακατοχικές πράξεις με διάνοια κυρίου, σύμφωνα με τη φύση και τον προορισμό του ακινήτου, ώστε κατά την αντίληψη των συναλλαγών να θεωρείται ότι αυτό βρίσκεται κατά τρόπο σταθερό στη διάθεση της Κοινότητας Ο.
και ακολούθως του ενάγοντος, με απώτερο σκοπό τη δημιουργία κοινοτικού αθλητικού χώρου, για την κατασκευή του οποίου δαπανήθηκαν από την Κοινότητα Ο. χρηματικά ποσά για τον καθαρισμό, την εκσκαφή και τη διαμόρφωση του χώρου, ενώ για την επίτευξη κρατικής χρηματοδότησης πραγματοποιήθηκαν πλείστες μελέτες και ενέργειες εκ μέρους της Κοινότητας Ο., περαιτέρω δε παραχωρήθηκε κατά το έτος 1999 και για ορισμένα έτη στην εταιρία "Φ.
Α.Ε" για την παραγωγή σκυροδέματος και εναπόθεση αδρανών υλικών, χρησιμοποιήθηκε δε για την εναπόθεση αντικειμένων της Κοινότητας Ο. και ακολούθως του ενάγοντος, καθώς και τρίτων κατοίκων της περιοχής. Επομένως, ο ενάγων έχει καταστεί κύριος του ως άνω επίδικου ακινήτου δι' εκτάκτου χρησικτησίας, καθώς η Κοινότητα Ο.
από το έτος 1982 και έως το 2010 που συνενώθηκε με τον ενάγοντα Δήμο Καρπάθου και ακολούθως ο ίδιος ο ενάγουν ασκούσαν διά των οργάνων τους στο επίδικο ακίνητο υλικές εμφανείς πράξεις νομής, κατά τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη, με διάνοια κυρίου. Περαιτέρω αυποδεικνύεται ότι μετά το έτος 2013 ο εναγόμενος και ο πατέρας του άρχισαν να προβάλουν δικαιώματα στο ως άνω ακίνητο, ισχυριζόμενοι ότι το επίδικο, τουλάχιστον κατά το μεγαλύτερο μέρος του, επιφάνειας 5.056,88 τ.μ., όπως αυτό εμφαίνεται στο από Δεκεμβρίου 2015 τοπογραφικό διάγραμμα των μηχανικών Γ.
Α. και Σ. Γ., ανήκει στην ιδιοκτησία τους. Ειδικότερα, ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι το εμφαινόμενο στο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα ακίνητο - που ταυτίζεται κατά το μεγαλύτερο μέρος του με το διαλαμβανόμενο στην αγωγή ακίνητο, όπως συνομολογεί με τις προτάσεις του - είχε περιέλθει στον παππού του Α. Α., δυνάμει του από 18.8.1955 προικοσυμφώνου, ότι μετά το θάνατο του παππού του το ακίνητο αυτό περιήλθε στην κυριότητα της γιαγιάς του Μ.
Μ., η οποία κατά το έτος 1990 το μεταβίβασε άτυπα στον πατέρα του Μ. Α., ο δε τελευταίος κατά το έτος 2016 το μεταβίβασε στον ίδιο δυνάμει του με αρ. .../2016 συμβολαίου γονικής παροχής της συμβολαιογράφου … Ζ. Ρ., που μεταγράφηκε νόμιμα. Προς απόδειξη του ισχυρισμού του προσκομίζει το από 18.8.1955 προικοσύμφωνο, στο οποίο αναγράφεται πως "....o νυμφίος (Α.
Α.) προικίζεται, τη συγκαταθέσει της μητρός και των αδελφών αυτού, της πατρικής του περιουσίας, συγκείμενων εκ των ακολούθων : οικίαν εις Π. Π. μετά την έξωθεν αυτής περιοχήν, συμπεριλαμβανομένων και των δύο κελλίων, των κειμένων παραπλεύρως της ειρημένης οικίας, άτινα θα μένωσιν υπό την διαχείρισιν της υπό της μητρός και αδελφής αυτού Ε.
μέχρι της ανοικοδομήσεως ετέρας μονώροφου οικίας εις Π. Π., το αυτό μέρος ελαιόφυτον εις Π. Π., το άνωθεν Ν... Ε. Κ., εκτεινόμενον μέχρι της δημοσίας οδού..". Εξάλλου, το έτος 2001, δυνάμει του με αρ. 5098/14.2.2001 συμβολαίου γονικής παροχής ο Μ. Α. μεταβίβασε στον υιό του-εναγόμενο ένα οικόπεδο, επιφάνειας 4.006,10 τ.μ. στη θέση 'Π.
Π.', μετά των επ' αυτού ισογείων κτισμάτων έκτασης 103,50 τ.μ. και ιερού ναού επιφάνειας 50 τ.μ., ενώ ως τίτλος κτήσης αναφέρθηκε η άτυπη προίκα προς τον Μ. Α. από τη μητέρα του Μ. συζ. Α.. Α.. το γένος Μ. κατά το έτος 1981 και η έκτοτε νομή αυτού με διάνοια κυρίου. Το εν λόγω ακίνητο, που μεταβιβάσθηκε στον εναγόμενο απέχει από το επίδικο ακίνητο περίπου 200-300 μέτρα.
Τον Φεβρουάριο του 2016, δυνάμει του με αρ. .../29.2.2016 συμβολαίου γονικής παροχής της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου ο Μ. Α. φέρεται να μεταβιβάζει στον υιό του - εναγόμενο την πλήρη κυριότητα ενός οικοπέδου επιφάνειας 5.056,88 τ.μ., που περιγράφεται στο από Δεκεμβρίου 2015 τοπογραφικό διάγραμμα των μηχανικών Γ. Α. και Σ.
Π., το οποίο, όπως συνομολογείται, αποτελεί τμήμα του περιγραφόμενου στην αγωγή οικοπέδου. Στο συμβόλαιο αυτό ως τίτλος κτήσης αναφέρεται η άτυπη δωρεά του ακινήτου από τη γιαγιά του εναγομένου Μ. Μ. κατά το έτος 1990 προς τον υιό της Μ. Α. και η έκτοτε νομή και κατοχή αυτού επί 26 έτη με διάνοια κυρίου, μνημονεύοντας και πράξεις νομής του τελευταίου (επίβλεψη, καθαρισμός, τοποθέτηση εντός αυτού κοντέινερ και άλλων αντικειμένων ιδιοκτησίας του).
Ωστόσο ο ισχυρισμός του εναγόμενου πως το εν λόγω ακίνητο περιήλθε στον παππού του δυνάμει του από 18.8.1955 προικοσυμφώνου ουδόλως αποδεικνύεται, αντίθετα προκύπτει πως δυνάμει του από 18.8.1955 προικοσυμφώνου είχε περιέλθει στον Α. Α. (παππού του εναγομένου) το ακίνητο που ο πατέρας του εναγομένου (Μ. Α.) μεταβίβασε κατά την ψιλή κυριότητα στον υιό του-εναγόμενο δυνάμει του από 14.2.2001 συμβολαίου γονικής παροχής.
Σε κάθε περίπτωση δεν αποδείχθηκαν πράξεις νομής του παππού, της γιαγιάς ή του πατέρα του εναγομένου στο επίδικο ακίνητο, τουλάχιστον από το έτος 1983 μέχρι τουλάχιστον το έτος 2013. Οι δε ισχυρισμοί του εναγομένου πως ο πατέρας του και ο παππούς του επέτρεπαν τόσο στην Κοινότητα Ο. όσο και σε τρίτους να χρησιμοποιούν το επίδικο ακίνητο, που κατά τους ισχυρισμούς του εναγομένου αποτελούσε ιδιοκτησία της οικογένειάς του, ως χώρο εναπόθεσης διαφόρων αντικειμένων (κοντέινερ, βάρκας, κοινοτικού λεωφορείου) αντιβαίνουν στα διδάγματα της κοινής πείρας και κρίνονται αναληθείς και αβάσιμοι.
Μετά το έτος 2013, ο πατέρας του εναγομένου και ακολούθως ο ίδιος ο εναγόμενος προσπάθησαν με διάφορες ενέργειες να αμφισβητήσουν την κυριότητα του ενάγοντας επί του επίδικου ακινήτου. Ειδικότερα, ο εναγόμενος προσκομίζει ιδιωτικά συμφωνητικά σύμβασης χρησιδανείου, με τα οποία ο πατέρας του Μ. Α. φέρεται να παραχωρεί τη χρήση χώρου στο επίδικο ακίνητο σε τρίτους.
Συγκεκριμένα : α.με το από Μαΐου 2013 ιδιωτικό συμφωνητικό ο Μ. Α. φέρεται να επιτρέπει στους Ι. και Κ. Π.., για αόριστό χρόνο άνευ ανταλλάγματος, λόγω χρησιδανείου, την τοποθέτηση μίας βάρκας, παρόλο, που, όπως η μάρτυρας ανταπόδειξης Ε.- Μ. Α., αδελφή του εναγομένου κατέθεσε, οι ανωτέρω ήδη προ πολλών ετών είχαν αφήσει τη βάρκα τους εντός του επίδικου ακινήτου, Β.με το από 17.8.2016 ιδιωτικό συμφωνητικό ο πατέρας του εναγομένου φέρεται να επιτρέπει στον Ι.
Σ., κάτοικο ..., την τοποθέτηση εντός του επίδικου ενός κοντέινερ για την αποθήκευση εργαλείων, για αόριστο χρόνο, χωρίς αντάλλαγμα και γ.με το από 5.1 1.2016 ιδιωτικό συμφωνητικό ο πατέρας του εναγομένου φέρεται να επιτρέπει για τρία έτη στον Α. Χ. χωρίς αντάλλαγμα τοποθέτηση εντός του επιδίκου οικοδομικής πέτρας.
Αξίζει να σημειωθεί ότι και στα τρία συμφωνητικό, τα οποία δεν έχουν βέβαιη χρονολογία αναγράφεται ότι ο Μ. Α. είναι αποκλειστικός κύριος του ακινήτου, επιφάνειας 5.000 τ.μ. (παρόλο που κατά το χρόνο που φέρεται να υπογράφηκαν τα δύο τελευταία είχε ήδη προηγηθεί το ως άνω από 29.2.2016 συμβόλαιο γονικής παροχής).
Ακόμα, μετά τη σύνταξη του από 29.2.2016 συμβολαίου γονικής παροχής, ο εναγόμενος προχώρησε στην έκδοση της με αριθμό 20/2017 άδειας δόμησης για την κατασκευή τμήματος πέτρινης περίφραξης και τοποθέτηση ξύλινης αυλόπορτας στο επίδικο ακίνητο, ωστόσο ακολούθως εκδόθηκε η με αρ. 9596/3.10.2017 απόφαση τη Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών Πολεοδομίας και Περιβάλλοντος του Δήμου Καρπάθου περί διακοπής εργασιών, ενόψει του ότι δεν προέκυπτε εάν το ακίνητο βρισκόταν στο συνεκτικό τμήμα ή στην επέκταση του παραδοσιακού οικισμού της Ο., με τη μνεία ότι η πολεοδομική υπηρεσία δεν είναι αρμόδια για την επίλυση ζητημάτων αμφισβήτησης της κυριότητας της δημοτικής ιδιοκτησίας.
Η κρίση του Δικαστηρίου περί του ότι ο ενάγων έχει αποκτήσει την κυριότητα του ως άνω ακινήτου, επιφάνειας 6014,44 τ.μ., όπως αυτό εμφαίνεται στο από Νοεμβρίου 2007 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Μ. Π. Κ., δεν αναιρείται από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων ανταπόδειξης, που διαλαμβάνονται στις προσκομιζόμενες από τον εναγόμενο ένορκες βεβαιώσεις καθώς και στα με αρ. 7/2020 πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης (σημειώνεται ότι οι τρεις εκ των μαρτύρων του εναγόμενου διατηρούν συγγενικό δεσμό με αυτόν και ειδικότερα ο Κ.
Γ. είναι θείος του, ο Μ. Γ. πεθερός του και η Ε. - Μ. Α., αδελφή του) ενόψει του ότι ο ισχυρισμός των μαρτυρούν αυτών πως στο επίδικο ακίνητο ουδέποτε έλαβαν χώρα εργασίες διαμόρφωσης από την Κοινότητα Ο. προκειμένου να δημιουργηθεί κοινοτικός αθλητικός χώρος αναιρείται από τα προαναφερθέντα έγγραφα. Εξάλλου και από το από 21.5.1982 ιδιωτικό συμφωνητικό που είχε συναφθεί μεταξύ του τότε προέδρου της Κοινότητας Ο.
Γ. Σ. και του πατέρα του εναγομένου Μ. Α. προκύπτει ότι η παραχώρηση από τον τελευταίο των 150 τ.μ. συμφωνήθηκε για τη διάνοιξη γηπέδου, γεγονός από το οποίο συνάγεται ότι το τμήμα αυτό Θα συνενωνόταν με ακίνητο της Κοινότητας για τη δημιουργία γηπέδου, αμέσως δε μετά τη σύναψη του ως άνω συμφωνητικού άρχισαν οι εργασίες διαμόρφωσης του χώρου από την Κοινότητα Ο., όπως ήδη εκτέθηκε.
Τέλος, ο εναγόμενος προσκομίζει την με αρ 16/9.12.2015 απόφαση του Πολιτισμικού Οργανισμού Ο. Καρπάθου (ΠΟΡΟΚ), σύμφωνα με την οποία ο πατέρας του Μ. Α. δήλωσε ότι προτίθεται να δωρίσει στον ΠΟΡΟΚ οικόπεδο, έκτασης 5.154,14 τ.μ., στη θέση Π. Π., όπως απεικονίζεται στο από Δεκεμβρίου 2015 τοπογραφικό διάγραμμα που συνέταξε ο μηχανικός Γ. (στο οποίο το οικόπεδο έχει έκταση 5.056,88 τ.μ.) και το ΔΣ του ΠΟΡΟΚ ομόφωνα αποφάσισε την αποδοχή της δωρεάς, με την ανάληψη όλων των απαιτούμενων εξόδων, εξουσιοδοτώντας τον Πρόεδρο αυτού να προβεί στη σύνταξη του σχετικού συμβολαίου.
Ωστόσο δύο μήνες μετά ο Μ. Α. προέβη στη γονική παροχή του ακινήτου προς τον υιό του, ισχυριζόμενος πως ο ΠΟΡΟΚ αρνήθηκε να καλύψει τα έξοδα της δωρεάς. Ο ενάγων ισχυρίζεται πως τα μέλη του ΔΣ του ΠΟΡΟΚ θεωρούσαν πως ο πατέρας του εναγομένου προτίθετο να μεταβιβάσει άλλο ακίνητο και όχι το επίδικο και πως ο τελευταίος ενήργησε με πρόθεση να υφαρπάξει την ως άνω απόφαση του ΠΟΡΟΚ προκειμένου να προβάλει δικαιώματα στο επίδικο ακίνητο.
Παρόλο που δεν αποδείχθηκε εάν πράγματι οι ισχυρισμοί αυτοί του ενάγοντος είναι βάσιμοι απόφαση, σε κάθε περίπτωση από την ανωτέρω απόφαση αφενός δεν συνάγεται αναγνώριση εκ μέρους του ενάγοντος Δήμου του δικαιώματος κυριότητας του πατέρα του εναγομένου στο επίδικο ακίνητο, όπως ο εναγόμενος ισχυρίζεται με τις προτάσεις του, καθώς ο ΠΟΡΟΚ είναι αυτοτελές νομικό πρόσωπο και δεν εκπροσωπεί τον Δήμο Καρπάθου και αφετέρου, όπως ήδη εκτέθηκε, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων έχει καταστεί κύριος του ακινήτου δι' εκτάκτου χρησικτησίας, προσμετρώντας τον χρόνο νομής της δικαιοπαρόχου του.
Πρέπει επομένως να απορριφθεί ο ισχυρισμός περί ιδίας κυριότητας του εναγομένου στο επίδικο ακίνητο, καθόσον αυτός με από 29.2.2016 συμβόλαιο γονικής παροχής δεν απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου ή τμήματος αυτού, αφού ο δικαιοπάροχός του δεν ήταν κατά το χρόνο μεταβίβασης κύριος αυτού. Ακολούθως πρέπει να γίνει δεκτή αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη και να αναγνωρισθεί ότι ο ενάγων έχει αποκτήσει την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας".
Στην προκείμενη περίπτωση, τόσο με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του, όσο και με τον τρίτο λόγο κατά το τρίτο σκέλος του, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 968, 969, 970, 974, 976, 980, 982 και 1045 του ΑΚ αναφορικά τόσο με την κτήση της κυριότητας επί του επιδίκου από τον ενάγοντα αναιρεσίβλητο με έκτακτη χρησικτησία και ειδικότερα ως προς την υφή και το εύρος των πράξεων νομής και την κατάφαση αυτών υπέρ του, και μάλιστα σε περίπτωση ύπαρξης χρησιδανείου (θεωρώντας εσφαλμένως ως υπάρχουσα σχετική παραδοχή στην αναιρεσιβαλλόμενη), όσο και την απόρριψη της ένστασης περί ιδίας κυριότητας του.
Ωστόσο, έτσι που έκρινε το Εφετείο με τις ως άνω παραδοχές του ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, διαλαμβάνοντας στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων.
Εξάλλου οι ως άνω επικαλούμενες από τους αναιρεσείοντες πλημμέλειες, πέραν του ότι, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν συνιστούν τέτοιες, συνέχονται με την αξιολόγηση, στάθμιση και εκτίμηση των αποδείξεων, με την οποία υπό την επίκληση της παράβασης των άνω ουσιαστικών διατάξεων πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα του Εφετείου.
Κατά συνέπεια, οι λόγοι αυτοί είναι, πρωτίστως, απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.
Εξ άλλου, η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή ή στην ένσταση πραγματικών περιστατικών σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή τους χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθ. 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.
Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αντίστοιχου δικαιώματος. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής ή της ένστασης (ΟλΑΠ 18/1998, ΑΠ 1967/2006).
Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 1356/2010). Αντίθετα η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ' αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης (ΑΠ 963/2006) και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθ. 8 και 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ αντίστοιχα (ΟλΑΠ 1573/1981, ΑΠ 299/2020, 1452/2007).
Για να ιδρύεται πάντως ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης πρέπει ο σχετικός με την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία ισχυρισμός, ο οποίος δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 571/2004) και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης, στην οποία πρέπει επίσης να παρατίθεται το περιεχόμενο της αγωγής ή της ένστασης, που κρίθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση ως ορισμένες ή απορρίφθηκαν ως αόριστες, ώστε σε αντιπαραβολή με τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που επίσης πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο, να μπορεί να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα της απόφασης, που πρέπει και αυτό να προσδιορίζεται με την αίτηση αναίρεσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατ' ορθή εκτίμηση από τον αριθ.14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ψέγει το Εφετείο, διότι, παρά το νόμο, δεν έκρινε την ένδικη αγωγή του αναιρεσιβλήτου απορριπτέα ως αόριστη, διότι δεν περιγράφεται το ένα από τα δύο τμήματα του επιδίκου, ούτε καθίσταται σαφής ο τρόπος κτήσης καθενός από τα τμήματα αυτά.
Ο λόγος αυτός είναι, προεχόντως, απορριπτέος ως αόριστος, διότι στο αναιρετήριο δεν διαλαμβάνεται επακριβώς και πλήρως (όπως κατά τα προεκτεθέντα απαιτείται) το περιεχόμενο της αγωγής.
Περαιτέρω κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα, ως ουσιώδεις ισχυρισμοί, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996).
Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, που ορίζει, ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει, ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά, χωρίς να απαιτείται να αξιολογεί τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξειδικεύει τα έγγραφα (ΑΠ 96, 251 και 1027/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το τρίτο λόγο κατά το πρώτο και δεύτερο σκέλος του από τους αρ. 8 και 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη πράγματα μη προταθέντα και ειδικότερα ότι το επίδικο είναι κοινόχρηστο, τα οποία περαιτέρω δέχθηκε ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ωστόσο οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως ερειδόμενοι, αφού με τη προσβαλλομένη απόφαση γίνεται απλώς δεκτή η ύπαρξη κυριότητας του αναιρεσίβλητου δήμου επί του επιδίκου, χωρίς να διαλαμβάνεται παραδοχή περί κοινοχρήστου χαρακτήρος αυτού.
Τέλος παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενο αυτού κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο το δικαστήριο ορθώς ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που δεν επιδέχεται αναιρετικό έλεγχο (ΚΠολΔ 561 παρ.1). Στη προκείμενη περίπτωση με τον εκ του αρ. 20 του άρθρου 559 ΚπολΔ δεύτερο λόγο της αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, επειδή παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από 21/5/1982 ιδιωτικού συμφωνητικού μεταξύ του πατρός του Μ.. Α. και του τότε προέδρου της κοινότητας Ο. Καρπάθου Γ. Σ.. Ωστόσο όπως ο ίδιος ο αναιρεσείων εκθέτει το εν λόγω έγγραφο καταχωρήθηκε κατά λέξη στην προσβαλλόμενη, και ως εκ τούτου προφανές καθίσταται ότι παραπονείται για την εκτίμηση του εννοιολογικού περιεχόμενου του εν λόγω εγγράφου, που κατά τα προεκτεθέντα δεν ελέγχεται αναιρετικά, μη ιδρυόμενου και κρινόμενου εντεύθεν απορριπτέου του προκείμενου λόγου.
Κατόπιν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει ν' απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος του, που προέβαλε με τις προτάσεις του, σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ), τα οποία όμως πρέπει να καταλογιστούν μειωμένα κατά το άρθρο 281 παρ. 2 του ν. 3463/2005. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου, λόγω της ήττας του, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3) του Κ.Πολ.Δ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 15-11-2021 αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθ. 181/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου εις βάρος του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 28 Ιουνίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 18 Σεπτεμβρίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ