Legislator Case Law & Legislation
1412/2022 AI generated

Supreme Court partially allows appeal on statute of limitations start date for state claims under Art. 251 AC. The court ruled the lower court erred in applying the five-year limitation period for state claims.

Case Number 1412/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against the First Instance Court's decision rejecting the plaintiff's statute of limitations defense. The plaintiff argued that the five-year limitation period for state claims should start when the claim became actionable, not when the debt was incurred. The court found the lower court erred in applying Article 90 and 91 of Law 2362/1995, correctly ruling that Article 251 of the Civil Code applies, making the limitation period start from the birth of the claim.

Legislator headnote

AI generated

Articles 90 and 91 of Law 2362/1995; Article 251 of the Civil Code. The five-year limitation period for claims against the state begins from the moment the claim is born and legally enforceable, not from the end of the year in which the claim became actionable.

Keywords

AI generated
statute of limitations state claims Civil Code Article 251 Law 2362/1995 limitation period start date appeal against judgment legal enforcement

Cited Legislation

AI generated
Article 40 paragraph 6 of Presidential Decree 1846/1951
Articles 90 and 91 of Law 2362/1995
Article 251 of the Civil Code
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1412 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1412/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Παναγιώτα Πασσίση - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ" (ΕΦΚΑ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Διοικητή του, ως οιονεί καθολικού διαδόχου του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ - ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ (Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.)", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Διοικητή του. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Τούμπα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., στην οποία αναφέρει ότι παρίσταται στο ακροατήριο το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟΣ ΕΘΝΙΚΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ" (e-ΕΦΚΑ). Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στον Δήμο Κορωπίου Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βασιλική Γκισάκη, η οποία δήλωσε στο ακροατήριο ότι παρίσταται η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "....", ως καθολική διάδοχος της εταιρείας με την επωνυμία "...".

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-12-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5534/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 9185/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 2-3-2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, εκδοθείσα αντιμωλία κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 9185/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δικάσαντος ως Εφετείου, κατά το μέρος που με αυτήν (κατόπιν συνεκδικάσεως εφέσεως του ήδη αναιρεσείοντος, ως οιονεί καθολικού διαδόχου του αρχικώς εναγομένου-εκκαλούντος, και αντεφέσεως της αντιδίκου του) απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 21.9.2016 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ (ΕΦΚΑ)", μετονομασθέντος από 1.3.2020 σε "ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟΣ ΕΘΝΙΚΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ" (e-ΕΦΚΑ), ως οιονεί καθολικού διαδόχου του αρχικώς εναγόμενου ΝΠΔΔ με την επωνυμία ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ - ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ)", κατά της υπ' αρ. 5534/2014 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που δέχθηκε εν μέρει την από 14.12.2011 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης εταιρείας με την επωνυμία "...", της οποίας μετά τη διάσπαση, λόγω απόσχισης κλάδου, καθολική διάδοχος είναι η εταιρεία με την επωνυμία "....", η οποία και παραστάθηκε στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της παρούσας υπόθεσης. Η αίτηση έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Με τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1α του ΚΠολΔ ορίζεται ότι κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, και η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 6/2019, ΑΠ 38/2021 ΑΠ 132/2021).

Εξάλλου, με το άρθρο "μόνο" του π.δ/τος 437/1977 (ΦΕΚ Α' 134), σε συνδυασμό με το άρθρο "μόνο" του π.δ/τος 305/1985 (ΦΕΚ Α'113), εξαιρέθηκαν από την εφαρμογή του ν.δ/τος 496/1974 (ΦΕΚ Α'204) "οι Ασφαλιστικοί Οργανισμοί, υπαγόμενοι εις την εποπτείαν του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών". Μεταξύ αυτών των Ασφαλιστικών Οργανισμών είναι [και] το Ι.Κ.Α,, το οποίο αποτελεί ν.π.δ.δ.

και τελεί "υπό την ανωτέραν εποπτείαν του Κράτους, ασκουμένην υπό του Υπουργού Εργασίας" [άρθρο 11 α.ν. 1846/1951 (ΦΕΚ Α. 179/21.6.1951)]. Έτσι, για τις απαιτήσεις κατά του Ι.Κ.Α., δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του ν.δ/τος 496/1974 "περί λογιστικού των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου" και ειδικότερα τα άρθρα 48 και 49 αυτού, που ρυθμίζουν την παραγραφή των απαιτήσεων και το χρόνο έναρξης αυτής.

Για τις απαιτήσεις κατά του Ι.Κ.Α., η παραγραφή ρυθμίζεται από την ειδική διάταξη του ισχύοντος άρθρου 40 παρ. 6 του α.ν. 1846/1951, κατά το οποίο "πάσα άλλη [δηλ. πλην ορισμένων απαιτήσεων, που δεν ενδιαφέρουν την ένδικη υπόθεση] οιαδήποτε κατά του Ι.ΚΑ απαίτησις παραγράφεται μετά πενταετίαν". Στις απαιτήσεις, που παραγράφονται μετά πενταετία, περιλαμβάνονται, εφόσον ο νόμος δεν διακρίνει, και οι απαιτήσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό.

Περαιτέρω, στις διατάξεις του α.ν. 1846/1951 δεν ορίζεται ο χρόνος έναρξης της πενταετούς παραγραφής και διακοπής αυτής, και, συνεπώς, τυγχάνουν εφαρμογής οι γενικές διατάξεις του ΑΚ και, έτσι, η πενταετία αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της (άρθρο 251 ΑΚ) και η διακοπή της παραγραφής με την άσκηση της αγωγής (άρθρ. 261 ΑΚ) [ΑΠ 1072/2020, ΑΠ 382/2018].

Δεν τυγχάνει εφαρμογής ούτε η διάταξη του άρθρου 253 ΑΚ, κατά την οποία η παραγραφή των αξιώσεων που αναφέρονται στο άρθρο 250 ΑΚ αρχίζει μόλις λήξει το έτος μέσα στο οποίο συμπίπτει η έναρξη της παραγραφής και ήταν δυνατή η επιδίωξή της, διότι, η διάταξη του άρθρου 250 ΑΚ, στην οποία ορίζεται ότι σε πέντε χρόνια παραγράφονται οι αξιώσεις, μεταξύ άλλων, "1.

των εμπόρων, των βιομηχάνων...., για εμπορεύματα που χορήγησαν, για την εκτέλεση των εργασιών και για την επιμέλεια υποθέσεων άλλων, καθώς και τις δαπάνες που έκαναν", συμπίπτει απλώς αριθμητικά, ως προς τη διάρκεια της παραγραφής, με την πενταετή παραγραφή του άρθρου 40 παρ. 6 του α.ν. 1846/1951, η οποία, όμως, ως ειδική, υπερισχύει και έχει εφαρμογή και για τις αναφερόμενες παραπάνω απαιτήσεις εμπόρων κατά του Ι.Κ.Α.

Κατά συνέπεια, στις απαιτήσεις κατά του Ι.Κ.Α. δεν έχουν εφαρμογή ούτε οι διατάξεις των άρθρων 90 και 91 του ν. 2362/1995, που ρυθμίζουν την παραγραφή και το χρόνο έναρξης παραγραφής από το τέλος του έτους στο οποίο γεννήθηκαν οι απαιτήσεις, αφού, όπου ο νομοθέτης θέλησε να εξομοιώσει το Ι.Κ.Α. με το Δημόσιο, το έπραξε με ρητές διατάξεις.

Τα παραπάνω δεν διαφοροποιούνται από το άρθρο 19 παρ.1 του α.ν. 1846/1951, το οποίο προβλέπει ότι το Ι.Κ.Α. απολαμβάνει όλων των ατελειών και προνομίων, δικαστικών, διοικητικών και οικονομικών, ως να είναι το ίδιο το Δημόσιο, αφού υπερισχύει η ειδική ρύθμιση του άρθρου 40 παρ. 6 α.ν. 1846/1951 (ΑΠ 18/2020), ούτε από τις διατάξεις του άρθρου 5 ν. 3210/1955 (ΦΕΚ Α' 115), το οποίο ορίζει ότι το Ι.Κ.Α.

απολαύει όλων των διαδικαστικών προνομίων του Δημοσίου και επ' αυτού, ως ενάγοντος ή εναγόμενου, εφαρμόζονται όλες οι εκάστοτε ισχύουσες για το Δημόσιο διαδικαστικές διατάξεις του Κώδικα περί Δικών του Δημοσίου [κ.δ. της 26.6./10.7.1944 (ΦΕΚ Α' 139)] και της πολιτικής δικονομίας, και τούτο διότι το άρθρο 5 ν. 3210/1955, από το περιεχόμενό του, δεν αφορά ουσιαστικά προνόμια, όπως είναι η παραγραφή, ούτε, επίσης, από τις διατάξεις των άρθρων 19 παρ. 1 εδ.

α'του α.ν. 1846/1951 και 33 παρ. 7 του ν. 3918/2011 "Διαρθρωτικές αλλαγές στο σύστημα υγείας και άλλες διατάξεις" (Φ.Ε.Κ. Α' 31/2 Μαρτίου 2011), κατά τις οποίες, αντιστοίχως, "Το Ι.Κ.Α. απαλλάσσεται παντός δημοσίου, δημοτικού, κοινοτικού ή λιμενικού φόρου, αμέσου ή εμμέσου, παντός τέλους ταχυδρομικού ως και δικαστικού εις πάσαν δίκην του και απολαύει ανεξαιρέτως απασών των ατελειών και προνομίων δικαστικών, διοικητικών και οικονομικών, ως εάν είναι αυτό το Δημόσιον" και "Μέχρι την έκδοση της κοινής υπουργικής απόφασης για τα θέματα οικονομικής οργάνωσης και λογιστικής λειτουργίας του Οργανισμού, εφαρμόζονται αναλογικά οι αντίστοιχες γενικές διατάξεις που διέπουν τα Ν.Π.Δ.Δ., εφόσον αυτές δεν αντίκεινται στις διατάξεις του παρόντος νόμου", αφού έναντι των διατάξεων αυτών κατισχύει η προαναφερόμενη ειδική ρύθμιση του άρθρου 40 παρ. 6 α.ν. 1846/1951 (ΑΠ 559/2021, ΑΠ 1072/2020, ΑΠ 18/2020, ΑΠ 540/2020, ΑΠ 1389/2019, αντίθ.

ΑΠ 522/2018).

Στην προκείμενη περίπτωση, το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη-αντεκκαλούσα (ήδη αναιρεσίβλητη), είναι ανώνυμη εταιρεία παραγωγής, επεξεργασίας και ανάπτυξης συστημάτων έντυπης πληροφορικής, με αντικείμενο δραστηριότητας, μεταξύ άλλων, την κατασκευή πάσης φύσεως εντύπων, τη διαχείριση πληροφοριών και την αυτοματοποίηση συστημάτων έντυπης πληροφορικής.

Στα πλαίσια της δραστηριότητάς της αυτής υπέβαλε στον εναγόμενο (ήδη αναιρεσείον) την υπ' αριθμ. πρωτοκόλλου 060194Π/155/33.000.000/18-1-2006 έγγραφη οικονομική προσφορά για την κατασκευή, εκτύπωση και εμφακέλλωση 10.000 καρτών ΕΚΑΑ (Εθνική Κάρτα Ασφάλισης Ασθένειας) και λοιπού συνοδευτικού υλικού αντί τιμήματος 0,65 λεπτά του ευρώ ανά κάρτα πλέον προσφορά Φ.Π.Α..

Το εναγόμενο με το υπ' αριθμόν πρωτοκόλλου 060784/3.2.2006 έγγραφό του, (...), αποδέχθηκε την ως άνω πρόταση για την κατάρτιση σύμβασης πώλησης καρτών σε αυτό έναντι του προαναφερθέντος τιμήματος κι ως εκ τούτου με τον τρόπο αυτόν καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων εγγράφως σύμβαση πώλησης. Κατόπιν τούτου, η ενάγουσα προέβη στην κατασκευή, εκτύπωση και εμφακέλλωση των πωληθέντων καρτών ΕΚΑΑ, τις οποίες παρέδωσε στο εναγόμενο, εξ αυτής δε της αιτίας εκδόθηκαν διαδοχικά τα εξής τιμολόγια πωλήσεως και δελτία αποστολής:

α] το υπ' αριθμόν 1-0001812/13.2.2006 τιμολόγιο πωλήσεως συνολικού Φ.Π.Α. 19%, ποσού 2.465,92 ευρώ, στο οποίο αναφέρονται αναλυτικά κατ' είδος τιμή μονάδας και ποσότητα τα πωληθέντα είδη, που παρέλαβε η ταχυδρομική υπηρεσία ACS και παρέδωσε στους τελικούς παραλήπτες, που ήταν οι ασφαλισμένοι του εναγομένου, εκδοθέντος και του αντίστοιχου υπ' αριθμόν 0002984/10.2.2006 δελτίου αποστολής, β) το υπ' αριθμ. 1-0001889/7.3.2006 τιμολόγιο πωλήσεως, συνολικού Φ.Π.Α. 19%, ποσού 513,60 ουρώ, στο οποίο αναφέρονται αναλυτικά [...] και το αντίστοιχο υπ' αριθ. .../1.3.2006 δελτίο αποστολής, [...], γ) το υπ' αριθμόν 1-0001931/20.3.2006 τιμολόγιο πωλήσεως, [...], ποσού 6,96 ευρώ, και το αντίστοιχο υπ' αριθμόν .../17.3.2006 δελτίο αποστολής, [...], δ) το υπ' αριθμ. 1-0001991/30.3.2006 τιμολόγιο πωλήσεως..., ποσού 3.329,14 ευρώ [...], και τα αντίστοιχα υπ' αριθμούς .../22.3.2006 και .../22.3.2006 δελτία αποστολής, [...], δ) (αντί του ορθού ε) το υπ' αριθμόν 10002038/31.3.2006 τιμολόγιο πωλήσεως,..., ποσού 1,058,15 ευρώ, [...] και τα αντίστοιχα υπ' αριθμούς .../30.3.2006 και .../31.3.2006 δελτία αποστολής [...].

Τα παραπάνω δεν αμφισβητούνται ειδικώς κατά τα επιμέρους στοιχεία τους, ιδίως δε τα πωληθέντα αγαθά και την αξία ενός εκάστου εξ αυτών. Οι διάδικοι συμφώνησαν ότι το τίμημα των πωληθέντων και περιοδικά παραδοθέντων ειδών θα καταβληθεί εντός 60 ημερών από της εκδόσεως των τεσσάρων πρώτων τιμολογίων και 150 ημερών από της εκδόσεως του πέμπτου τιμολογίου, σύμφωνα με ρητή επ' αυτών αναφορά.

Σύμφωνα με τα ανωτέρω για την μεταξύ των διαδίκων σύμβαση τηρήθηκε ο τύπος του ιδιωτικού εγγράφου, τόσο για την πρόταση όσο και για την αποδοχή κι ως εκ τούτου εγκύρως καταρτίσθηκε η ανωτέρω σύμβαση πωλήσεως, όσα δε περί του αντιθέτου υποστηρίζονται με τον πρώτο λόγο υπό στοιχείο ΙΑ της εφέσεως του εναγομένου νομικού προσώπου είναι αβάσιμα κι απορριπτέα.

Περαιτέρω απεδείχθη ότι μολονότι η ενάγουσα παρέδωσε τα είδη, που διαλαμβάνονται σ' αυτά, στο εναγόμενο προσηκόντως, το τελευταίο δεν κατέβαλε το συμφωνηθέν τίμημα ύψους 7.373,77 ευρώ, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της. Σημειούται ότι από το υπ' αριθμόν πρωτοκόλλου Γ 05-3/6/27-7-2012 Έγγραφο της Γενικής Διεύθυνσης Πληροφορικής του εναγομένου (Διεύθυνση Εφαρμογών)...., αποδεικνύεται ότι το τελευταίο αναγνωρίζει την οφειλή του, που προέρχεται από τα ανωτέρω τιμολόγια, ενώ με την υπ' αριθ.

πρωτοκόλλου 53/Γ/186/7-6-2007 απόφαση του Γενικού Διευθυντή Οικονομικών Υπηρεσιών του εναγομένου εγκρίθηκε η σχετική δαπάνη. Από το ως άνω έγγραφο προκύπτει επίσης ότι, αιτία μη πληρωμής αποτελεί η μη διεκπεραίωση της υποθέσεως από τον επιληφθέντα αυτής αρμόδιο υπάλληλο, ο οποίος εν τω μεταξύ συνταξιοδοτήθηκε, διότι αυτός δεν είχε τα πρωτότυπα των υπ' αριθμ. 0001991/30.3.2006 και 0002038/31.3.2006 τιμολογίων πωλήσεως, αλλά φωτοαντίγραφα αυτών, που έφεραν σφραγίδα της ενάγουσας "ΑΚΡΙΒΕΣ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ" και συνοδεύοντο από Υπεύθυνη δήλωση αυτής, το τελευταίο τούτο, όμως, δεν αίρει την ευθύνη του εναγομένου, καθόσον αποδείχθηκαν οι καταρτισθείσες συμβάσεις πωλήσεως, η παράδοση των ειδών στο εναγόμενο και η ανεπιφύλακτη παραλαβή τους από το τελευταίο.

Ο ισχυρισμός του εναγομένου που επαναφέρεται με τον πρώτο λόγο εφέσεως υπό στοιχεία 1Α και IB ότι η αξίωση της ενάγουσας υπέκυψε στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 251 ΑΚ, διότι η άσκηση της αγωγής ολοκληρώθηκε δι' επιδόσεως σε αυτό την 22.12.2011 και ότι όσα τιμολόγια έχουν εκδοθεί έως την 21.12.2006 ενσωματώνουν παραγεγραμμένη αξίωση, κρίνεται απορριπτέος.

Και τούτο διότι, κατά το άρθρο 90 § 1 του ν. 2362/1995 περί δημοσίου λογιστικού, που έχει εφαρμογή και επί αξιώσεων κατά των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, οποιαδήποτε απαίτηση κατά του Δημοσίου παραγράφεται μετά πενταετία, εφόσον από άλλη γενική ή ειδική διάταξη δεν ορίζεται βραχύτερος χρόνος παραγραφής, η παραγραφή δε αυτή, κατά το άρθρο 91 του ίδιου νόμου, αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε η απαίτηση και ήταν δυνατή η δικαστική αυτής επιδίωξη.

Εν προκειμένω, ο πενταετής χρόνος παραγραφής των αξιώσεων κατά του ΙΚΑ - εναγομένου (αρ. 40 παρ. 6 α.ν. 1846/1951, ως αντικαταστάθηκε με τα άρθρα 15 παρ. 2 του ν. 4476/1965 και 7 παρ. 1 του Ν. 825/1978) από τα τιμολόγια που έχουν εκδοθεί μέχρι 21.12.2006, αρχίζει από 31.12.2006 και λήγει την 31.12.2011. Ακολούθως αποδείχθηκε ότι καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων προφορικώς νέα πώληση των προαναφερθέντων ειδών έναντι τιμήματος 7.475,88 ευρώ για τα οποία εκδόθηκαν τα κάτωθι τιμολόγια:

α) το υπ' αριθμόν 0000073/28-4-2006 τιμολόγιο πώλησης, συνολικού, μετά Φ.Π.Α. 19% , ποσού 2.532,44 ευρώ και τα αντίστοιχα έντεκα δελτία αποστολής στα οποία αναφέρονται ειδικότερα κατ' είδος, τιμή μονάδας και ποσότητα τα πωληθέντα είδη [ΔΑ 0001966/3-4-2006, (...)], β) το υπ' αριθμόν 0002458/30-6-2006 τιμολόγιο πωλήσεως... ποσού 3.377,10 ευρώ και τα αντίστοιχα δεκαοκτώ δελτία αποστολής ...(0003258/1.6.2006, [...]...), γ) το υπ' αριθμ. 0002980/29.9.2006 τιμολόγιο πώλησης,...

ποσού 1.566,34 ευρώ και τα αντίστοιχα δεκατέσσερα δελτία αποστολής....[ΔΑ 0005146/5.9.2006, (...)]. Το συμφωνηθέν τίμημα των ως άνω τιμολογίων συνολικού ύψους 7.475,88 ευρώ ήταν καταβλητέο εντός 150 ημερών από της εκδόσεώς τους, σύμφωνα με ρητή αναφορά σε αυτά. Ωστόσο, μολονότι η ενάγουσα παρέδωσε τα προϊόντα, που διαλαμβάνονται σ' αυτά, στο εναγόμενο προσηκόντως, το τελευταίο ουδέν κατέβαλε, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της ενάγουσας.

Σημειούται ότι από το προαναφερθέν υπ' αριθμόν πρωτοκόλλου Γ 05-3/6/27.7.2012 Έγγραφο της Γενικής Διεύθυνσης Πληροφορικής του εναγομένου [...], αποδεικνύεται ότι το τελευταίο αναγνωρίζει την οφειλή του, που προέρχεται από τα ανωτέρω τιμολόγια, ενώ με την υπ' αριθμ. πρωτοκόλλου 53/Γ/186/7.6.2007 απόφαση του Γενικού Διευθυντή Οικονομικών Υπηρεσιών του εναγομένου εγκρίθηκε και αυτή η δαπάνη.

Εν προκειμένω, όμως, δεδομένου ότι η ως άνω δεύτερη σύμβαση πωλήσεως καταρτίσθηκε προφορικά μεταξύ των διαδίκων και χωρίς να τηρηθεί ό έγγραφος τύπος, αυτή είναι άκυρη, πλην όμως, εφόσον η σύμβαση εκτελέσθηκε παρά την ακυρότητά της, η παροχή που έλαβε χώρα από την ενάγουσα σε εκτέλεσή της, είναι παροχή χωρίς νόμιμη αιτία και ως εκ τούτου δύναται η τελευταία να αναζητήσει την ωφέλεια που επήλθε στο εναγόμενο κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού,..., διότι το τελευταίο κατέστη αδικαιολογήτως πλουσιότερο σε βάρος της περιουσίας της ενάγουσας κατά την αξία αυτών που έλαβε στην κατοχή του, αφού κατά το ποσό αυτό που το εναγόμενο θα κατέβαλε για την προμήθεια των αυτών υλικών από άλλο προμηθευτή, ωφελήθηκε χωρίς νόμιμη αιτία σε βάρος της περιουσίας της.

Ο ισχυρισμός του εναγομένου που επαναφέρεται με τον δεύτερο λόγο εφέσεως ότι η αξίωση της ενάγουσας υπέκυψε στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 251 ΑΚ, διότι η άσκησή της (ενν. αγωγής) ολοκληρώθηκε δι' επιδόσεως σε αυτό την 22.12.2011 και ότι τα ως άνω τρία τιμολόγια που έχουν εκδοθεί μέχρι 21.12.2006 ενσωματώνουν παραγεγραμμένη αξίωση, κρίνεται απορριπτέος.

Και τούτο διότι, ως προεκτέθηκε, ο πενταετής χρόνος παραγραφής των αξιώσεων κατά του ΙΚΑ - εναγομένου (άρ. 40 παρ. 6 α.ν. 1846/1951, ως αντικασταστάθηκε με τα άρθρα 15 παρ. 2 του ν. 4476/1965 και 7 παρ. 1 του Ν. 825/1978) από τα τιμολόγια που έχουν εκδοθεί μέχρι 21.12.2006 αρχίζει από 31.12.2006 και λήγει την 31.12.2011 ακόμη και αν πρόκειται για αξίωση από αδικαιολόγητο πλουτισμό, λόγω ακυρότητας της συμβάσεως κατά τα προεκτεθέντα...

κι ως εκ τούτου, εφόσον η αγωγή επιδόθηκε στο εναγόμενο την 22.12.2011 η σχετική αξίωση δεν έχει παραγραφεί, απορριπτομένου του σχετικού δεύτερου υπό στοιχείο 1Β λόγου εφέσεως ως αβασίμου. Περαιτέρω κι όσον αφορά τα τιμολόγια υπ' αριθμ. 000634/30-4-2007 συνολικού ποσού μετά Φ.Π.Α. 19 %, 33,26 ευρώ, β) 0000811/31.5.2007 ..., ποσού 727,86 ευρώ γ) 0001279/31.8.2007 ..., ποσού 49,50 ευρώ και δ) 0001378/27.9.2007..., ποσού 20,11 ευρώ, που η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι εξέδωσε σε εκτέλεση της ως άνω προφορικά καταρτισθείσης συμβάσεως [...] ναι μεν προκύπτει, ότι παραλήφθηκαν τα είδη από την ταχυδρομική υπηρεσία ACS, πλην όμως από κανένα αποδεικτικό έγγραφο δεν απεδείχθη ότι παραδόθηκαν αυτά από την ως άνω υπηρεσία και στους τελικούς παραλήπτες, που ήταν ασφαλισμένοι του εναγομένου. [...], το Δικαστήριο δεν δύναται να σχηματίσει πλήρη δικανική πεποίθηση περί του ως άνω αποδεικτέου γεγονότος, ότι δηλαδή εκτελέστηκε η σύμβαση που είναι μάλιστα άκυρη λόγω μη τηρήσεως του εγγράφου τύπου,...

ώστε να δύναται αυτή (ενν. ενάγουσα) να αναζητήσει κατά τις διατάξεις των άρθρων 904 επ. την ωφέλεια που αποκόμισε το εναγόμενο από την γενόμενη παροχή της πρώτης. Επομένως πρέπει να απορριφθεί το αιτούμενο από την ενάγουσα ποσό των 830,73 ευρώ ως κατ' ουσίαν αβάσιμο. Έτσι που έκρινε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ορθώς τις αποδείξεις εκτίμησε, όσα δε περί του αντιθέτου υποστηρίζονται με τον σχετικό λόγο της αντέφεσης της ενάγουσας είναι αβάσιμα κι απορριπτέα.

Επομένως η ως άνω αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή εν μέρει ως κατ' ουσίαν βάσιμη και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 14.849,65 ευρώ (7.373,77+7.475,88) νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής και με ποσοστό τόκου υπερημερίας 6% ετησίως, [...]". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος (και τη συνεκδικασθείσα αντέφεση της αναιρεσίβλητης) κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε αποφανθεί ομοίως, απορρίπτοντας ως αβάσιμη την, προταθείσα και πρωτοδίκως από το αναιρεσείον, ένσταση παραγραφής, που επαναφέρθηκε με τον πρώτο λόγο έφεσης, όσον αφορά την ένδικη αξίωση από τα πέντε τιμολόγια πώλησης, τα οποία εκδόθηκαν για την έγκυρη σύμβαση, και με το δεύτερο λόγο έφεσης όσον αφορά την ένδικη αξίωση από τα τρία τιμολόγια, τα οποία εκδόθηκαν για την άκυρη σύμβαση.

Έτσι που έκρινε το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 90 και 91 του ν. 2362/1995, τις οποίες εφάρμοσε, ενώ δεν ήταν εφαρμοστέες, καθώς και τη διάταξη του άρθρου 251 του ΑΚ, την οποία εσφαλμένα δεν εφάρμοσε, σε συνδυασμό με το άρθρο 40 παρ. 6 του α.ν. 1846/1951, ενώ ήταν εφαρμοστέα, καθόσον, ενώ δέχθηκε ότι η ένδικη αξίωση της αναιρεσίβλητης από τα ως άνω οκτώ (8) τιμολόγια πώλησης [ήτοι από τα πέντε υπ' αριθ. 1812/13.2.2006, 1889/7.3.2006, 1931/20.3.2006, 1991/30.3.2006, 2038/31.3.2006, συνολικού ποσού 7.373,77 ευρώ, τα οποία, κατά τις παραδοχές του, εκδόθηκαν σε εκτέλεση έγκυρης, εγγράφως καταρτισθείσας, σύμβασης πώλησης, και από τα τρία υπ' αριθ. 73/28.4.2006, 2548/30.6.2006 και 2980/29.9.2006 τιμολόγια, συνολικού ποσού 7.475,88 ευρώ, που εκδόθηκαν, κατά τις παραδοχές του, σε εκτέλεση άκυρης, καταρτισθείσας προφορικώς, σύμβασης], υπόκειται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 40 παρ. 6 του α.ν. 1846/1951, έκρινε εσφαλμένως, κατ' εφαρμογή των άρθρων 90 και 91 του ν. 2362/1995 (που ρυθμίζουν την παραγραφή και το χρόνο έναρξης παραγραφής οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου), ότι ο χρόνος της ανωτέρω πενταετούς παραγραφής εκκινεί από το τέλος του έτους μέσα στο οποίο η αξίωση έγινε απαιτητή και δικαστικά επιδιώξιμη, ήτοι από 31.12.2006 (και λήγει 31.12.2011) και ότι, συνεπώς, μέχρι την επίδοση της αγωγής στις 22.12.2011 δεν είχε συμπληρωθεί ο πενταετής χρόνος παραγραφής των αξιώσεων κατά του αναιρεσείοντος από τα ως άνω οκτώ τιμολόγια που εκδόθηκαν μέχρι 21.12.2006, απορρίπτοντας, έτσι, ως αβάσιμη την προταθείσα από το αναιρεσείον ένσταση παραγραφής και, ακολούθως, κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος, ενώ, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, στην ένδικη απαίτηση κατά του αρχικώς εναγομένου ΙΚΑ, του οποίου οιονεί καθολικός κατέστη το αναιρεσείον, και στην προβλεπόμενη από την ως άνω διάταξη του άρθρου 40 παρ. 6 του α.ν. 1846/1951 πενταετή παραγραφή (και για τις απαιτήσεις από έγκυρη σύμβαση πώλησης και για απόδοση του πλουτισμού από άκυρη σύμβαση πώλησης), εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 251 ΑΚ, κατά την οποία η παραγραφή αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της.

Επομένως, οι από τον αρ. 1α του άρθρου 560 ΚΠολΔ πρώτος αναιρετικός λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος του, και δεύτερος αναιρετικός λόγος, με τους οποίους το αναιρεσείον προβάλλει την ανωτέρω πλημμέλεια για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω ουσιαστικών διατάξεων, είναι βάσιμοι.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και εφόσον η αναιρετική εμβέλεια των άνω λόγων αναιρέσεως καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών λόγων αυτής, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή μόνον κατά το μέρος αυτής που απέρριψε την ένσταση παραγραφής του αναιρεσείοντος ως αβάσιμη, και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά τούτο στο Δικαστήριο που δίκασε, συντιθέμενο από άλλον δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, για περαιτέρω εκδίκαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων, διότι η ερμηνεία των κανόνων που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρ. 179, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 9185/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που δίκασε ως Εφετείο, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.

Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Σεπτεμβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ