Legislator Case Law & Legislation
1412/2020 AI generated

Supreme Court dismisses retrial request for new evidence failing to prove innocence or heavier crime.

Case Number 1412/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the defendant's request to retry a final conviction for embezzlement based on newly discovered documents. The court found that the alleged new evidence did not meet the legal threshold of proving innocence or a heavier crime, and the defendant's arguments regarding document loss were irrelevant to the established facts. Consequently, the retrial was denied as an impermissible substantive review of the original judgment.

Legislator headnote

AI generated

Articles 525(1)(2) and 528(1)(3) of the Code of Criminal Procedure; A retrial is permitted only when new facts or evidence alone or in combination prove the accused is innocent or convicted of a heavier crime, not merely for a more lenient sentence or re-examination of existing evidence.

Keywords

AI generated
retrial of proceedings new facts and evidence innocence requirement heavier crime standard final conviction embezzlement procedural review

Cited Legislation

AI generated
Article 525(1)(2) of the Code of Criminal Procedure
Article 528(1)(3) of the Code of Criminal Procedure
Article 529 of the Code of Criminal Procedure
Article 583(1) of the Code of Criminal Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1412 / 2020 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1412/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Μαρία Γεωργίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Παπαηλιάδη, Βασιλική Ηλιοπούλου, Μαρία Βασδέκη και Νικόλαο Βεργιτσάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Με την παρουσία και της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευσταθίας Σπυροπούλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου.

Συνήλθε ως συμβούλιο σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 16 Οκτωβρίου 2020, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος - κατηγορουμένου Δ. Δ. του Α. κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Λιάπη, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 1369/2013 απόφαση του Α'Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.

Το Α'Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26.9.2019 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1384/19.

Έπειτα η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευσταθία Σπυροπούλου εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση της με αριθμό πρωτ.197/2.9.2020, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:

"Εισάγω στο Συμβούλιο Σας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 525 παρ.1, αρ.2, 528 παρ. 1,3 και 529 του Κ.Π.Δ, την από 26-9-2019 αίτηση του Δ. Δ. του Α., κατοίκου ..., ..., αρ.. και ήδη κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης .., περί επαναλήψεως, προς το συμφέρον αυτού, της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε αμετακλήτως με την έκδοση κατ'αυτού της υπ' αρίθμ. 1369/1-4-2013 αποφάσεως του Α' Πενταμελούς Εφετείου [Κακουργημάτων] Αθηνών, με την οποία καταδικάσθηκε σε ποινή καθείρξεως επτά [7] ετών για υπεξαίρεση στην υπηρεσία, αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας άνω των 73.000 ευρώ, αλλά και των 150.000 ευρώ, τελεσθείσα με ιδιαίτερα τεχνάσματα, σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου και εκθέτω τα ακόλουθα:

Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 περ. 2 του ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για κακούργημα ή πλημμέλημα, εκτός των άλλων περιπτώσεων που αναφέρονται περιοριστικώς στο άρθρο αυτό, και όταν, μετά την οριστική καταδίκη του, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε.

Υπάρχει δε βαρύτερο έγκλημα, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, όταν τροποποιείται ουσιωδώς ο χαρακτήρας της πράξεως που μεταβάλλεται, το είδος αυτής, όχι δε όταν παρέχεται η δυνατότητα επιεικέστερης μεταχειρίσεως του υπαιτίου, λόγω συνδρομής ελαφρυντικών περιστάσεων ή άλλου λόγου μειώσεως της ποινής. [Α.Π.51/2015], Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής "νέα γεγονότα ή αποδείξεις" είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, ανεξαρτήτως αν υπήρχαν πριν από την καταδίκη ή προέκυψαν μεταγενέστερα, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας.

Ακόμη, απαιτείται οι αποδείξεις να ήσαν άγνωστες στον καταδικασθέντα γιατί, διαφορετικά, θα μπορούσε να τις προσκομίσει. [ΑΠ 913/2013]. Τέτοιες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως ένορκες βεβαιώσεις που περιέχουν την εκτός δικαστηρίου μαρτυρία κάποιου, καταθέσεις νέων μαρτύρων, αλλά και ήδη εξετασθέντων, συμπληρωματικές ή τροποποιητικές ή διευκρινιστικές εκείνων που είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση, όμως, ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που εγγίζει τη βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε (Α.Π. 1263/2019, ΑΠ 1238/2019, ΑΠ 584/2019, ΑΠ 16/2015, 288/2014, ΑΠ 903/2012], Δεν είναι όμως νέα γεγονότα και δεν θεμελιώνουν λόγο επανάληψης διαδικασίας η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή νόμου (ΑΠ 489/2017, ΑΠ 1315/1989), ούτε όμως και οι παραλείψεις ή πλημμέλειες που έλαβαν χώρα κατά την κύρια διαδικασία κατά την οποία εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση (ΑΠ 489/2017, ΑΠ 669/1991).Ακόμη, δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως από αυτούς και απορρίφθηκαν, έστω και κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των τεθέντων υπόψη τους αποδεικτικών στοιχείων, ή δεν εκτιμήθηκαν προσηκόντως, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται, ο έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως, από νομική και ουσιαστική άποψη και ο επανέλεγχος της υποθέσεως, επί τη βάσει του ίδιου αποδεικτικού υλικού που έλαβαν υπόψη τους οι δικαστές που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση, δεδομένου ότι η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατ' αμετακλήτου αποφάσεως, δεν αποτελεί τακτικό ένδικο μέσο, το οποίο (τακτικό ένδικο μέσο) στρέφεται κατά αποφάσεων, που δεν έχουν αποκτήσει ακόμη την ισχύ δεδικασμένου, αλλά ο χαρακτήρας και η αληθής φύση της την κατατάσσει στα έκτακτα ένδικα μέσα, όπως με σαφήνεια ορίζει ο ισχύων Κώδικας Ποινικής Δικονομίας [άρθρ.462παρ.2 ΚΠΔ], η οποία στρέφεται κατά αποφάσεων που έχουν περιβληθεί την ισχύ του δεδικασμένου και επιτρέπεται μόνο για τους περιοριστικά αναφερόμενους στην ως άνω διάταξη του άρθρου 525 του ιδίου Κώδικα και στενά ερμηνευόμενους λόγους και όχι για άλλες περιπτώσεις και άλλους λόγους, καθόσον, στην τελευταία περίπτωση προσκρούει ευθέως στο δεδικασμένο.

Η ρύθμιση αυτή του άρθρου 525 του νέου ΚΠΔ, που θεσπίζει τους λόγους επανάληψης της διαδικασίας παραμένει κατά βάση αναλλοίωτη ως προς το γράμμα της, καθώς κρίθηκε ότι απηχεί μια ήδη εμπεδωμένη στην πράξη ρύθμιση που αποδίδει σταθμιστικά τη λειτουργία και τις προϋποθέσεις εφαρμογής του θεσμού [βλ. αιτιολογική έκθεση αρθρ.462 και 525 του ισχύοντος ΚΠΔ], Περαιτέρω, ο μεταγενέστερος της αμετάκλητης καταδίκης επιεικέστερος ουσιαστικός νόμος δεν αποτελεί νέο γεγονός άγνωστο στους δικαστές που δίκασαν κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως και ως εκ τούτου δεν μπορεί να θεμελιώσει αίτηση περί επαναλήψεως της διαδικασίας αφού, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 2 παρ.1 του Π.Κ η εφαρμογή του νόμου αυτού έχει ως προϋπόθεση ότι δεν έχει επέλθει αμετάκλητη καταδίκη.

Κατά την ίδια διάταξη, ο μετά την τέλεση της πράξης επιεικέστερος νόμος, αν μεν περιέχει ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις εφαρμόζεται μόνον επί των υποθέσεων που δεν έχουν εκδικασθεί αμετακλήτως, αν δε χαρακτηρίζει την πράξη μη αξιόποινη επιφέρει την παύση της εκτέλεσης της ποινής μαζί με τα επακόλουθά της.

Για τις αμετακλήτως εκδικασθείσες υποθέσεις, οι οποίες εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του ευμενέστερου για τον κατηγορούμενο νόμου, θα πρέπει ο νέος αυτός νόμος να διαλάβει περί αυτών μεταβατικές διατάξεις, και αν δεν το πράξει, για οποιοδήποτε λόγο, δεν απομένει παρά η διοικητική οδός της χάριτος, όχι όμως και η ειδική διαδικασία της επανάληψης, η οποία προϋποθέτει "νέα γεγονότα ή αποδείξεις", στα οποία δεν συμπεριλαμβάνεται η επί το ευμενέστερο για τον κατηγορούμενο μεταβολή της ποινικής νομοθεσίας. [ΑΠ 489/2017], Εξάλλου, κατά τις συνδυασμένες των άρθρων 528παρ.1,3 και 529 του ίδιου Κώδικα, η αίτηση για την επανάληψη της διαδικασίας, υποβάλλεται από τον ίδιο τον καταδικασθέντα ή ορισμένους συγγενείς του και δη το σύζυγο του ή τον συνδεόμενο με σύμφωνο συμβίωσης ή τους εξ αίματος συγγενείς του μέχρι και του δευτέρου βαθμού ή από το συνήγορο του ή τον εισαγγελέα του δικαστηρίου που τον καταδίκασε, στον εισαγγελέα Εφετών, αν η αμετάκλητη καταδίκη ή αθώωση απαγγέλθηκε από πλημμελειοδικείο και τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, σε κάθε άλλη περίπτωση, ο οποίος την εισάγει στο [αρμόδιο] Δικαστικό Συμβούλιο ή Δικαστήριο [σε Συμβούλιο] που υπηρετεί, που αποφαίνεται σχετικά, αφού ακούσει τον Εισαγγελέα και τον αιτούντα [καλούμενο προς τούτο.] Κατά τις ίδιες διατάξεις η αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας, πρέπει να περιέχει τους λόγους για τους οποίους ζητείται η επανάληψη, καθώς και τα στοιχεία που τους βεβαιώνουν και το περιεχόμενο τους, ώστε να είναι δυνατός ο έλεγχος της βασιμότητας της αίτησης, διαφορετικά είναι απαράδεκτη. [Α.Π. 1238/2019, ΑΠ12632019, ΑΠ1671/2016, ΑΠ182/2014, ΑΠ962/2011, Α.Π. 1233/2010], Περαιτέρω, σύμφωνα με τα άρθρα 529 και 528παρ.3 του Κ.Ποιν.Δ., αρμόδιο να αποφασίσει για την αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, είναι το Συμβούλιο του Αρείου Πάγου αν η αμετάκλητη καταδίκη απαγγέλθηκε από το Εφετείο. [Α.

Π. 16/2015, Α. Π. 1182/2014], Στην προκειμένη περίπτωση, η υπό κρίση αίτηση, με την οποία ο αιτών ... επιδιώκει την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ'αρίθμ. 1369/2013 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία καταδικάσθηκε αμετάκλητα [καθόσον η ασκηθείσα κατ' αυτής αναίρεσή του απορρίφθηκε με την υπ'αρίθμ.849/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου] για:

υπεξαίρεση στην υπηρεσία, αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας άνω των 73.000 ευρώ, αλλά και των 150.000 ευρώ, τελεσθείσα με ιδιαίτερα τεχνάσματα, σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, για το λόγο ότι, όπως υποστηρίζει, από τις νέες αποδείξεις που αναφέρονται στην εν λόγω αίτηση και ήσαν άγνωστες στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γίνεται φανερό [όπως διατείνεται] ότι είναι αθώος του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ή καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε, είναι νόμιμη και παραδεκτή, στηριζόμενη στις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 525 παρ.1 περ.2 και 528 παρ.1 του ΚΠΔ και πρέπει να εξετασθεί κατ' ουσία.

Από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής : Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ανωτέρω απόφασή του, κήρυξε ένοχο τον αιτούντα για την ως άνω πράξη και τον καταδίκασε σε ποινή καθείρξεως επτά [7] ετών και συγκεκριμένα τον κήρυξε ένοχο του ότι:" Στην ... με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος και έλαβαν χώρα σε αδιευκρίνιστα χρονικά σημεία, εντοπιζόμενα πάντως εντός του χρονικού διαστήματος 1-1-1998 μέχρι 31-12-1998, ενεργώντας με πρόθεση και μεταχειριζόμενος ιδιαίτερα τεχνάσματα, ιδιοποιήθηκε, όντας υπάλληλος, στον οποίο είχε ανατεθεί η άσκηση δημόσιας, περιουσία παράνομα ξένα ολικά κινητά πράγματα που περιήλθαν στην κατοχή του λόγω της ως άνω ιδιότητάς του, το δε συνολικό αντικείμενο της πράξης του, η οποία στρέφεται σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και η ζημία που προκλήθηκε σε βάρος του, όπως και το δικό του αντίστοιχο περιουσιακό όφελος, υπερβαίνει [έκαστο] το ποσό των 73.000 ευρώ αλλά και των 150.000 ευρώ.

Ειδικότερα, με την ιδιότητά του υπαλλήλου της Γ Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας [Δ.Ο.Υ.] Αθηνών, στον οποίο είχαν ανατεθεί, έστω και χωρίς νόμιμη εξουσιοδότηση αλλά εν τοις πράγμασι, καθήκοντα διαχειριστή αυτής, δηλαδή καθήκοντα στα οποία περιλαμβανόταν η παραγγελία και η παραλαβή από την αρμόδια υπηρεσία διαχείρισης εντύπων και κινητών αξιών του Δημοσίου [Υ.Δ.Ε.Α.Δ.] του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών και συγκεκριμένα ενσήμων χαρτοσήμου, εντύπων παραβόλου χαρτοσήμου, εντύπων δηλώσεων του άρθρου 8 του Ν. 1599/1986, εντύπων παραβόλων Δημοσίου, ενσήμων εντύπων συναλλαγματικής, ενσήμων εντύπων γραμματίου εις διαταγή και ενσήμων Ταμείου Χρηματοδότησης Δικαστικών Κτιρίων [ΤΑΧΔΙΚ], η καταγραφή των ποσοτήτων υλικού, που εισάγονταν στη διαχείριση της I Δ.Ο.Υ.

Αθηνών, στο σχετικώς τηρούμενο βιβλίο αποθήκης, η διάθεση των εν λόγω ενσήμων και κινητών αξιών αντί τιμήματος, η είσπραξη αυτού και η απόδοση του σε ημερήσια βάση στο λογιστικό Τμήμα της Δ.Ο.Υ. για να εισέλθει στη χρηματική διαχείριση του Δημοσίου εκδιδομένου σχετικού διπλοτύπου, η σύνταξη στο τέλος εκάστου μηνός έγγραφης κατάστασης με τα έσοδα της διαχειρίσεως αναλυτικά ανά είδος υλικού και η υποβολή της στο λογιστικό τμήμα, προκειμένου να εκδοθεί γραμμάτιο είσπραξης συμψηφιστικής διαχείρισης, η σύνταξη στο τέλος εκάστου έτους έγγραφου ετήσιου λογαριασμού της διαχείρισης, και η αποστολή του στην 1η Υπηρεσία Επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου μαζί με τα παραστατικά στοιχεία της διαχείρισης ενσήμων και υλικού της εν λόγω Δ.Ο.Υ., έλαβε τμηματικά κατά τη διάρκεια του έτους 1998 στην κατοχή του χρηματικά ποσά συνολικού ύψους εκατόν τριάντα έξι εκατομμυρίων τριάντα έξι χιλιάδων διακοσίων είκοσι τεσσάρων [136.036.224] δρχ., που αποτελούσαν μέρος από το υψηλότερο [εκ δραχμών εξακοσίων εξήντα οκτώ εκατομμυρίων οκτακοσίων πενήντα τριών χιλιάδων εξακοσίων δραχμών [668.853.600] συνολικά], τίμημα της διαθέσεως εντύπων και αξιών του Δημοσίου, τα οποία εκείνος ακολούθως ιδιοποιήθηκε παράνομα και χωρίς δικαίωμα, καθόσον, αφού τα εισέπραξε, σε μετρητά από φορολογούμενους και ιδιώτες συναλλασσόμενους με την Υπηρεσία του, δεν τα μεταβίβασε στη χρηματική διαχείριση του Δημοσίου [δηλαδή στο Δημόσιο Ταμείο], συντασσόμενου αντίστοιχου γραμματίου είσπραξης συμψηφιστικής διαχείρισης, ώστε, να εισαχθούν με τον τρόπο αυτό ως έσοδα στον κρατικό προϋπολογισμό, αλλά τα ενσωμάτωσε στην περιουσία του παράνομα.

Από τις πράξεις του προκλήθηκε ζημία στο Ελληνικό Δημόσιο, η οποία είναι ιδιαίτερα μεγάλη και ανέρχεται στο συνολικό χρηματικό ποσό των εκατόν τριάντα έξι εκατομμυρίων τριάντα έξι χιλιάδων διακοσίων είκοσι τεσσάρων [136.036.224] δρχ. ή τριακοσίων ενενήντα εννέα χιλιάδων διακοσίων είκοσι πέντε ευρώ και ογδόντα εννέα λεπτών [399.225, 89] ευρώ, υπερβαίνει δηλαδή, το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων [73.000] ευρώ αλλά και των εκατόν πενήντα χιλιάδων ευρώ [150.000]ευρώ, ενώ για να καταστεί εφικτή η επίτευξη του εν λόγω παράνομου οφέλους του, αλλά και η συγκάλυψη της παραπάνω αξιόποινης συμπεριφοράς του μεταχειρίστηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα και συγκεκριμένα: 1] παρέλειπε την τακτική καταχώρηση στο βιβλίο αποθήκης των δελτίων παραλαβής υλικού, στην οποία περιοδικώς κατά το επίδικο χρονικό διάστημα προέβαινε, προκειμένου να μην εμφανίζονται σε οποιοδήποτε τακτικό ή έκτακτο διαχειριστικό έλεγχο οι αληθείς ποσότητες υλικών τα οποία υφίσταντο αδιάθετα στη διαχείρισή του. 2] προέβαινε σε αναληθείς εγγραφές σε εσωτερικά υπηρεσιακά έγγραφα, προκειμένου με αυτές να αποκρύπτει μερικότερα ελλείμματα στη διαχείριση εκάστου είδους υλικού, τα οποία είχε ήδη δημιουργήσει, όπως συνέβη με την αναγραφή στα από αυτόν καταρτιζόμενα μηνιαία γραμμάτια είσπραξης συμψηφιστικής διαχείρισης του έτους 1998 ως συνολικού εσόδου της διαχείρισής του από πωλήσεις του υλικού "έντυπες δηλώσεις Ν. 1599/1986" του χρηματικού ποσού των δέκα εκατομμυρίων εννιακοσίων εξήντα εννέα χιλιάδων επτακοσίων [10.969.700] δρχ., η οποία [αναγραφή] ήταν αναληθής, δεδομένου ότι η συνολική αξία του [υφιστάμενου στην διαχείριση του αδιάθετου υπολοίπου του έτους 1977 πλέον της αξίας του εισαχθέντος κατά τη διάρκεια του έτους 1998] εν λόγω υλικού δεν υπερέβη το χρηματικό ποσό των οκτώ εκατομμυρίων τριακοσίων εβδομήντα έξι χιλιάδων επτακοσίων [8.376.700] δρχ. 3] παρέλειψε να υποβάλει, όπως είχε νόμιμη και υπηρεσιακή υποχρέωση, στην 1Π Υπηρεσία Επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου τα παραστατικά στοιχεία διαχείρισης ενσήμων και υλικού της εν λόγω Δ.Ο.Υ.

για το έτος 1998. 4] παρέλειψε να συντάξει και να υποβάλει, όπως είχε νόμιμη και υπηρεσιακή υποχρέωση, στην ίδια Υπηρεσία τον έγγραφο ετήσιο λογαριασμό της διαχειρίσεώς του για το ίδιο χρονικό διάστημα. 5] υπέβαλε εκπρόθεσμα [στις 12-3-2003] στην ίδια Υπηρεσία τον έγγραφο ετήσιο λογαριασμό της διαχείρισής του για το έτος 1999, στο οποίο 6] μετέφερε, εν γνώσει του, εσφαλμένα, ως αξία υπολοίπου αδιάθετου υλικού κατά το αμέσως προηγούμενο έτος 1998, το χρηματικό ποσό των τριακοσίων εβδομήντα επτά εκατομμυρίων τριακοσίων δώδεκα χιλιάδων εξακοσίων πενήντα τεσσάρων [377.312,654] δρχ.

αντί του ορθού των πεντακοσίων τριάντα ενός εκατομμυρίων τετρακοσίων δεκαεννέα χιλιάδων πεντακοσίων τριάντα οκτώ [531.319,538] δρχ., ελαττώνοντας, έτσι λογιστικώς, εν γνώσει του, την αξία του αδιάθετου υλικού της διαχειρίσεώς του, προκειμένου να μην εμφανίζεται ως έλλειμμα αυτής το ισόποσο της διαφοράς των εκατόν πενήντα τεσσάρων εκατομμυρίων εκατόν έξι χιλιάδων οκτακοσίων ογδόντα τεσσάρων [531.419,538-377.312,654 = 154.106.884] δρχ., από το οποίο χρηματικό ποσό ιδιοποιήθηκε παράνομα το αναφερόμενο παραπάνω των 136.036,224 δρχ. 7] απέκρυψε με πρόθεση υπηρεσιακά έγγραφα των οποίων δεν ήταν κύριος και συγκεκριμένα απέκρυψε α] το βιβλίο αποθήκης της διαχειρίσεώς του για τα έτη 1997, 1998 και 1999, στο οποίο καταγράφονταν οι ποσότητες υλικού [ενσήμων και αξιών] που εισάγονταν στη διαχείριση της I Δ.Ο.Υ.

Αθηνών, β] το βιβλίο αποδείξεων [δελτίων] παραλαβής υλικού της διαχειρίσεώς του για το έτος 1998, στο οποίο καταχωρούνταν οι αποδείξεις δυνάμει των οποίων παραλάμβανε τα υλικά της διαχειρίσεώς του και γ] τα κατ'ιδίαν δελτία αποστολής υλικού, τα οποία εξέδιδε η Υ.Δ.Ε.Α.Δ., για κάθε αποστολή υλικών, προς τη διαχείρισή του, που έλαβε χώρα κατά το έτος 1998, αποσκοπώντας με τις πράξεις του αυτές να δυσχεράνει τον έλεγχο της διαχειρίσεώς του για το ίδιο έτος και να αποκρύψει τις παραληφθείσες από εκείνον ποσότητες υλικού, ώστε, να καταστήσει αδύνατη την αντιπαραβολή των ποσοτήτων που παρέλαβε και των ποσοτήτων υλικού που διέθεσε".

Ο Αιτών προς ευδοκίμηση της κρινόμενης αιτήσεώς του, επικαλείται και προσκομίζει ως νέες αποδείξεις-νέα στοιχεία, τα οποία, ως διατείνεται, ήσαν άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν: α] το με αριθμ.πρωτ.... έγγραφο του Ελεγκτικού Συνεδρίου της 1 πς Υπηρεσίας Επιτρόπου, με θέμα την "χορήγηση στοιχείων", με το οποίο, εν λόγω έγγραφο, σε απάντηση της από 23-5-2019 αιτήσεώς του η παραπάνω Υπηρεσία του χορήγησε τα μνημονευόμενα σε αυτό έγγραφα, μεταξύ των οποίων με αύξοντα αριθμό 11: "φωτοτυπίες πέντε εγγράφων από αλληλογραφία της 4ης Υπ.

Επιτρόπου με την Γ.Δ.Ο.Ε. σχετικά με την εκκίνηση της διαδικασίας περί απώλειας στοιχείων, η οποία τελικά κατέληξε ότι η 4η Υ. Ε. είναι αναρμόδια διότι δεν συνέτρεχε περίπτωση απώλειας του άρθρου 43 του π.δ. 774/1980 (σχ. Έγγραφα 36501/19-6-2012 ΕλΣυν (4ΐ Υ.Ε.) ΔΕΕΕ 1098913 ΕΞ2012/3-7-2012, ΔΕΥ ..., ... ΕλΣυν (4Π Υ.Ε.) και ...". Στο ίδιο έγγραφο αναφέρεται: "Περαιτέρω, όσον αφορά τα αιτούενα με α/α 1 έως 4 της αίτησής σας, λεκτέα τα εξής:

Με το αρ.πρωτ.4392/14-3-2007 έγγραφο της ΓΔ.Ο.Υ Αθηνών μας εστάλησαν τα αναφερόμενα στο με α/α 3 έγγραφα και ισολογισμοί [ανυπόγραφοι] και άλλα ελλιπή στοιχεία, τα οποία σε καμιά περίπτωση δεν συγκροτούν ετήσιο λογαριασμό, που συντάχθηκαν από δύο υπαλλήλους της ΔΟΥ που ορίσθηκαν με Η.Δ. του προϊσταμένου", β] το με αριθμό πρωτ. ...

έγγραφο της 4ης Υπηρεσίας Επιτρόπου Τμήμα Α' προς την 1η Υ.Ε. του Ελεγκτικού Συνεδρίου, στο οποίο αναφέρεται ότι η 4η Υ.Ε. είναι αναρμόδια, διότι δεν συνέτρεχε περίπτωση απώλειας του άρθρου 43 του π.δ.774/1980 και συγκεκριμένα αναφέρεται: "Σας διαβιβάζουμε τα ως άνω συνημμμένα έγγραφα που αφορούν στην υπόθεση του διαχειριστή της I Δ.Ο.Υ.

Αθηνών Δ. Δ., λόγω αναρμοδιότητας της Υπηρεσίας μας, καθώς εν προκειμένω δεν συντρέχει περίπτωση απώλειας, άρα η υπόθεση δεν εμπίπτει στις διατάξεις του άρθρου 43 του π.δ. 774/1980 [ΦΕΚ 189 Α], αλλά ελλείμματος ποσού στη διαχείριση του υπόλογου, το οποίο, όπως άλλωστε διαπιστώνει και ρητώς αναφέρει η αρμόδια της υπόθεσης Οικονομική Επιθεωρήτρια ιδιοποιήθηκε ο υπόλογος και δια τούτο εξεδόθη σε βάρος του απόφαση καταλογισμού από την αρμόδια Δ/νση Οικονομικής Επιθεώρησης.".

Από τα προαναφερθέντα έγγραφα, υποστηρίζει ο αιτών, προκύπτει ότι η παραπάνω Επιτροπή δεν έκρινε σχετικά με την απώλεια των δικαιολογητικών της διαχειρίσεως, προκειμένου να διαπιστωθεί υπαιτιότητα ή μη αυτού ως υπόλογου. Ενώ, τόσο από το διατακτικό της υπ'αρ. 1369/1-4-2013 αμετάκλητης απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, όσο και από το σύνολο της δικογραφίας προκύπτει ότι ουδέποτε ασκήθηκε κατ'αυτού ποινική δίωξη για το αδίκημα της υπεξαγωγής εγγράφων, αλλά ασκήθηκε εναντίον του ποινική δίωξη και καταδικάσθηκε μόνο για το ως άνω αδίκημα της κακουργηματικής υπεξαίρεσης στην υπηρεσία σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, μεταχειριζόμενος ιδιαίτερα τεχνάσματα και δη ότι: "απέκρυψε με πρόθεση υπηρεσιακά έγγραφα των οποίων δεν ήταν κύριος και συγκεκριμένα απέκρυψε α] το βιβλίο αποθήκης της διαχειρίσεώς του για τα έτη 1997, 1998 και 1999, στο οποίο καταγράφονταν οι ποσότητες υλικού [ενσήμων και αξιών] που εισάγονταν στη διαχείριση της I Δ.Ο.Υ.

Αθηνών, β] το βιβλίο αποδείξεων [δελτίων] παραλαβής υλικού της διαχειρίσεώς του για το έτος 1998, στο οποίο καταχωρούνταν οι αποδείξεις δυνάμει των οποίων παραλάμβανε τα υλικά της διαχειρίσεώς του και γ] τα κατ'ιδίαν δελτία αποστολής υλικού, τα οποία εξέδιδε η Υ.Δ.Ε.Α.Δ., για κάθε αποστολή υλικών, προς τη διαχείρισή του, που έλαβε χώρα κατά το έτος 1998, αποσκοπώντας με τις πράξεις του αυτές να δυσχεράνει τον έλεγχο της διαχειρίσεώς του για το ίδιο έτος και να αποκρύψει τις παραληφθείσες από εκείνον ποσότητες υλικού, ώστε, να καταστήσει αδύνατη την αντιπαραβολή των ποσοτήτων που παρέλαβε και των ποσοτήτων υλικού που διέθεσε".

Περαιτέρω, διατείνεται ότι η καταδίκη του αλλά και οι διαπιστώσεις σχετικά με το έλλειμα στηρίχθηκαν στην απώλεια των ανωτέρω βιβλίων, η οποία ουδέποτε κρίθηκε ως πράξη από το Ελεγκτικό Συνέδριο, αλλά και ουδέποτε ασκήθηκε ποινική δίωξη εναντίον του για υπεξαγωγή εγγράφων [άρθρ.222 ΠΚ]. γ] το φωτοαντίγραφο του με αρ.πρωτ. 10770/14-6-2006 της επιτροπής που συστήθηκε κατόπιν της υπ'αρίθμ. 166/5-6-2006 Ημερήσιας Διαταγής του Προϊσταμένου της I Δ.Ο.Υ.

Αθηνών που περιέχει διάφορους πίνακες και συνοδεύεται από γενικό ετήσιο λογαριασμό της διαχειριστικής περιόδου 1-1-1998 έως 31-12-1998 και επί μέρους ανά υλικό μερικούς λογαριασμούς των επτά υλικών [ανυπόγραφα] και δ] το φωτοαντίγραφο της υπ'αρίθμ.767/2001 πράξης του Α'Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, στην οποία αναγράφονται τα στοιχεία του υπολοίπου [ανά είδος, ποσότητα και αξία] κατά την 31-12-19997 και από την οποία προκύπτει η αρμοδιότητα του Ελεγκτικού Συνεδρίου για τον έλεγχο και τη διαπίστωση τυχόν ελλείμματος στους ετήσιους λογαριασμούς του υπόλογου.

Από τα παραπάνω στοιχεία υποστηρίζει ο αιτών ότι προκύπτει πως ουδέποτε συντάχθηκε ετήσιος λογαριασμός από την κα Μ. Δ. και την κα Κ. Φ. για το έτος 1998 και τα προσκομιζόμενα στοιχεία στο Ελεγκτικό Συνέδριο ήσαν ελλιπή, το οποίο ήταν αρμόδιο να διαπιστώσει το έλλειμμα μετά τη σύνταξη των ετήσιων λογαριασμών και το οποίο ουδέποτε διερεύνησε την ευθύνη του σχετικά με την απώλεια των δικαιολογητικών της διαχειρίσεως, δεν κρίθηκε, δηλαδή, αν τον βάραινε βαρεία αμέλεια ή δόλος ή καμιά υπαιτιότητα και σε συνδυασμό με την μη άσκηση ποινικής δίωξης εναντίον του για το αδίκημα της υπεξαγωγής εγγράφων [άρθρ.22 ΠΚ] προκύπτει αναμφίβολα η αθωότητά του.

Ακόμη, υποστηρίζει ο αιτών ότι, όπως προκύπτει από την με αρ.πρωτ.7667/13- 12-2007 πορισματική έκθεση των οικονομικών επιθεωρητριών Α. Τ. και Β. Μ., η οποία αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, παρέδωσε ο ίδιος υλικό αξίας 22.870.000 δρχ. την 21-8-1998 και υλικό αξίας 25.215.000 δρχ. στον Γ. Ρ.. Την παραπάνω διαπίστωση υιοθέτησε και η μειοψηφήσασα πρόεδρος στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, η οποία προσδιόρισε το υλικό αντικείμενο της υπεξαίρεσης στο ποσό των 106.021,884 δρχ., αντί του συνολικού ελλείμματος των 154.021.884 δρχ., μετά την αφαίρεση των ως άνω ποσών των 22.870.000 δρχ και 25.215.000δρχ.

Στην αιτιολογία μάλιστα της μειοψηφίας γίνεται ειδική αναφορά και στην από 29-11-2007 ένορκη κατάθεση του ... και ειδικότερα αναφέρεται: "Κατά την από 29-11-2007 ένορκη κατάθεση του ..., η οποία αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, αυτός αναγνώρισε τα ποσά αυτά και κατέθεσε ότι διαχειρίστηκε το υλικό αυτό χωρίς να δίνει περαιτέρω στοιχεία για το τυχόν υπάρχον υπόλοιπο επιστροφής".

Από τα ανωτέρω και σε συνδυασμό με τα νέα γεγονότα-αποδείξεις διατείνεται ο αιτών ..., ότι είναι βέβαιο, ότι για τις δύο μερικότερες πράξεις που αφορούν υλικό αξίας 22.870.000 και 25.215.000 δρχ., για τις οποίες καταδικάσθηκε είναι αθώος, αλλά και ότι οι ανωτέρω νέες αποδείξεις από μόνες τους ή τουλάχιστον σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσαχθεί προηγουμένως καθιστούν φανερό ότι είναι αθώος της ως άνω πράξεως της κακουργηματικής υπεξαίρεσης, για την οποία καταδικάσθηκε η ότι τουλάχιστον καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε.

Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι συντρέχει περίπτωση, εν προκειμένω, εφαρμογής επιεικέστερου νόμου, αφού πλέον με το άρθρο 462 του ν.4619/2019 καταργήθηκε ο νόμος 1608/1950, ενώ καταργήθηκε με το ν.4619/2019 και το άρθρο 258 του ΠΚ [υπεξαίρεση στην υπηρεσία], Η απειλούμενη δε ποινή, σύμφωνα με το νέο ΠΚ για το αδίκημα της υπεξαίρεσης, όταν στρέφεται κατά του δημοσίου είναι αυτή της κάθειρξης τουλάχιστον δέκα ετών και χρηματική ποινή έως χίλιες ημερήσιες μονάδες, ενώ η απειλούμενη ποινή για το παραπάνω αδίκημα με το ν. 1608/1950 ήταν αυτή της ισόβιας κάθειρξης.

Ο ως άνω μεταγενέστερος της αμετάκλητης καταδίκης ουσιαστικός ποινικός νόμος, αποτελεί, όπως υποστηρίζει, νέο γεγονός άγνωστο στους δικαστές, οι οποίοι δίκασαν κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης και έτσι, θεμελιώνει την αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας, ενόψει του ότι με το νέο ΚΠΔ στο άρθρο 462παρ.2 η αίτηση επανάληψη της διαδικασίας προβλέπεται ως έκτακτο ένδικο μέσο, σε αντίθεση με το προϊσχύσαν καθεστώς που προβλεπόταν ως έκτακτη διαδικασία.

Όμως, τα ανωτέρω υπό του αιτούντος επικαλούμενα ως νέα γεγονότα - νέες αποδείξεις τα οποία από μόνα τους ή σε συνδυασμό με τα στοιχεία που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την άνω υπ'αρίθμ. 1369/2013 αμετάκλητη απόφαση της οποίας ζητείται η ακύρωση, καθιστούν φανερό, κατά τους ισχυρισμούς του, ότι είναι αθώος, τα δύο εξ αυτών δεν ήσαν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την ανωτέρω καταδικαστική απόφαση, τα οποία ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν από αυτούς.

Και συγκεκριμένα το υπ'αρίθμ. πρωτ. 10770/14-6-2006 έγγραφο της επιτροπής, που συστάθηκε κατόπιν της υπ'αρίθμ. 166/5-6-2006 Ημερήσιας Διαταγής του προϊσταμένου της Γ Δ.Ο.Υ Αθηνών, με θέμα " Σύνταξη ετήσιου λογαριασμού της δαχειριστικής περιόδου 1-1-1998/31-12-1998 του υπόλογου διαχειριστή Δ. Δ." αναφέρεται και μάλιστα γίνεται ειδική μνεία και αναλυτική αναφορά περί του περιεχομένου του στο με αριθμό πρωτ.890/16-10- 2006 έγγραφο της Γενικής Γραμματείας Φορολογικών και Τελωνειακών θεμάτων, με θέμα "Διενέργεια προκαταρκτικής έρευνας-ΕΔΕ", το οποίο αναγνώσθηκε στο ακροατήριο του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση των πρακτικών της ανωτέρω αποφάσεως και συγκεκριμένα είναι μεταξύ των αναγνωσθέντων εγγράφων, με αυξ.

αρ. "22". Προσέτι, η με αρ.767/2001 πράξη του Α'Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου αναφέρεται στην με αρ. 7669/13-12-2007 πορισματική έκθεση, που, επίσης περιλαμβάνεται μεταξύ των αναγνωσθέντων εγγράφων με αυξ. αρ. "2" και επομένως, τα εν λόγω έγγραφα λήφθηκαν υπόψη από το ανωτέρω δικαστήριο, συνεκτιμήθηκαν και συναξιολογήθηκαν μετά των λοιπών αποδεικτικών στοιχείων για την καταδικαστική του κρίση.

Περαιτέρω, οι αιτιάσεις του αιτούντα ότι από τα ως άνω υπ'αυτού επικληθέντα ως νέα στοιχεία- έγγραφα προκύπτει ότι η Υ.Ε δεν έκρινε, ως αναρμόδια, σχετικά με την απώλεια των δικαιολογητικών διαχειρίσεως, προκειμένου να διαπιστωθεί η υπαιτιότητά ή μη αυτού ως υπόλογου, αλυσιτελώς προβάλλεται, αφού δεν τίθεται θέμα απώλειας αυτών, αλλά κρίθηκε ένοχος και καταδικάσθηκε για υπεξαίρεση στην υπηρεσία με ιδιαίτερα τεχνάσματα, στα οποία εμπεριέχεται και η απόκρυψη των επίμαχων υπηρεσιακών εγγράφων, όπως αναλυτικά αναφέρονται στην ως άνω αμετάκλητη απόφαση.

Ενώ, το ότι δεν ασκήθηκε ποινική δίωξη εναντίον του για υπεξαγωγή εγγράφων, όπως υποστηρίζει ο αιτών για τη θεμελίωση της υπό κρίση αιτήσεώς του, ουδεμία έννομη επιρροή ασκεί ως προς την καταδίκη του για την ως άνω πράξη της υπεξαίρεσης. Τα λοιπά επικληθέντα υπ'αυτού ως "νέα στοιχεία", που αποδεικνύουν κατά τους ισχυρισμούς του αιτούντος την αθωότητα του, δεν αποτελούν νέα γεγονότα ή αποδείξεις, με την προπαρατεθείσα έννοια, αντιθέτως, από το περιεχόμενο αυτών ως και εκ του συνόλου των αιτιάσεων του αιτούντος, που διαλαμβάνονται στην ως άνω αίτηση, καθίσταται πρόδηλο ότι, στην προκειμένη περίπτωση επιδιώκεται, ανεπιτρέπτως, ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς επανέλεγχος της καταδικαστικής αποφάσεως, με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι εκδόσαντες αυτήν δικαστές και όχι η εκ της υπάρξεως νέων γεγονότων ή αποδείξεων επανάληψη της από πολλών ετών [2013] αμετακλήτως περατωθείσας ποινικής διαδικασίας.

Σε κάθε περίπτωση δε, οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, δεν καθιστούν φανερό, σε σημείο που να εγγίζει τη βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε.

Τέλος, ο επικαλούμενος από τον αιτούντα λόγος επανάληψης της διαδικασίας για την εφαρμογή του μεταγενέστερου της αμετάκλητης καταδίκης επιεικέστερου ουσιαστικού νόμου είναι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, αβάσιμος, αφού προϋπόθεση εφαρμογής του ευμενέστερου νόμου είναι η μη ύπαρξη αμετάκλητης καταδίκης.

Κατ'ακολουθία των προεκτεθέντων, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να επιβληθούν σε βάρος του αιτούντος τα σχετικά δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το άρθρο 578 παρ. 1 του ΚΠΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω:1] Να απορριφθεί η από 26-9-2019 αίτηση του Δ. Δ. του Α., κατοίκου ..., ..., αρ.89 και ήδη κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης ..., περί επαναλήψεως, προς το συμφέρον αυτού, της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε αμετακλήτως με την έκδοση κατ'αυτού της υπ'αρίθμ. 1369/2013 αποφάσεως του Α'Πενταμελούς Εφετείου [Κακουργημάτων] Αθηνών Και 2] Να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα από διακόσια πενήντα [250] ευρώ. Η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευσταθία Σπυροπούλου"

Αφού άκουσε την Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο του αιτούντος.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 περ. 2 του ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση, επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για κακούργημα ή πλημμέλημα, εκτός των άλλων περιπτώσεων που αναφέρονται περιοριστικούς στο άρθρο αυτό, και όταν, μετά την οριστική καταδίκη του, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε.

Υπάρχει δε βαρύτερο έγκλημα, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, όταν τροποποιείται ουσιωδώς ο χαρακτήρας της πράξεως που μεταβάλλεται, το είδος αυτής, όχι δε όταν παρέχεται η δυνατότητα επιεικέστερης μεταχειρίσεως του υπαιτίου, λόγω συνδρομής ελαφρυντικών περιστάσεων ή άλλου λόγου μειώσεως της ποινής. (Α.Π.51/2015), Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής "νέα γεγονότα ή αποδείξεις" είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, ανεξαρτήτως αν υπήρχαν πριν από την καταδίκη ή προέκυψαν μεταγενέστερα, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας.

Ακόμη, απαιτείται οι αποδείξεις να ήσαν άγνωστες στον καταδικασθέντα γιατί, διαφορετικά, θα μπορούσε να τις προσκομίσει. (ΑΠ 913/2013). Τέτοιες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως ένορκες βεβαιώσεις που περιέχουν την εκτός δικαστηρίου μαρτυρία κάποιου, καταθέσεις νέων μαρτύρων, αλλά και ήδη εξετασθέντων, συμπληρωματικές ή τροποποιητικές ή διευκρινιστικές εκείνων που είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση, όμως, ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που εγγίζει τη βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε (Α.Π. 1263/2019, ΑΠ 1238/2019).

Δεν είναι όμως νέα γεγονότα και δεν θεμελιώνουν λόγο επανάληψης διαδικασίας η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή νόμου (ΑΠ 489/2017, ΑΠ 1315/1989), ούτε όμως και οι παραλείψεις ή πλημμέλειες που έλαβαν χώρα κατά την κύρια διαδικασία κατά την οποία εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση (ΑΠ 489/2017, ΑΠ 669/1991). Ακόμη, δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως από αυτούς και απορρίφθηκαν, έστω και κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των τεθέντων υπόψη τους αποδεικτικών στοιχείων, ή δεν εκτιμήθηκαν προσηκόντως, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται, ο έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως, από νομική και ουσιαστική άποψη και ο επανέλεγχος της υποθέσεως, επί τη βάσει του ίδιου αποδεικτικού υλικού που έλαβαν υπόψη τους οι δικαστές που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση, δεδομένου ότι η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατ' αμετακλήτου αποφάσεως, δεν αποτελεί τακτικό ένδικο μέσο, το οποίο (τακτικό ένδικο μέσο) στρέφεται κατά αποφάσεων, που δεν έχουν αποκτήσει ακόμη την ισχύ δεδικασμένου, αλλά ο χαρακτήρας και η αληθής φύση της την κατατάσσει στα έκτακτα ένδικα μέσα, όπως με σαφήνεια ορίζει ο ισχύων Κώδικας Ποινικής Δικονομίας (άρθρ.462παρ.2 ΚΠΔ), η οποία στρέφεται κατά αποφάσεων που έχουν περιβληθεί την ισχύ του δεδικασμένου και επιτρέπεται μόνο για τους περιοριστικά αναφερόμενους στην ως άνω διάταξη του άρθρου 525 του ιδίου Κώδικα και στενά ερμηνευόμενους λόγους και όχι για άλλες περιπτώσεις και άλλους λόγους, καθόσον, στην τελευταία περίπτωση προσκρούει ευθέως στο δεδικασμένο.

Η ρύθμιση αυτή του άρθρου 525 του νέου ΚΠΔ, που θεσπίζει τους λόγους επανάληψης της διαδικασίας παραμένει κατά βάση αναλλοίωτη ως προς το γράμμα της, καθώς κρίθηκε ότι απηχεί μια ήδη εμπεδωμένη στην πράξη ρύθμιση που αποδίδει σταθμιστικά τη λειτουργία και τις προϋποθέσεις εφαρμογής του θεσμού (βλ αιτιολογική έκθεση αρθρ.462 και 525 του ισχύοντος ΚΠΔ).

II. Περαιτέρω, ο μεταγενέστερος της αμετάκλητης καταδίκης επιεικέστερος ουσιαστικός νόμος δεν αποτελεί νέο γεγονός άγνωστο στους δικαστές που δίκασαν κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως και ως εκ τούτου δεν μπορεί να θεμελιώσει αίτηση περί επαναλήψεως της διαδικασίας αφού, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 2 παρ.1 του Π.Κ η εφαρμογή του νόμου αυτού έχει ως προϋπόθεση ότι δεν έχει επέλθει αμετάκλητη καταδίκη.

Κατά την ίδια διάταξη, ο μετά την τέλεση της πράξης επιεικέστερος νόμος, αν μεν περιέχει ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις εφαρμόζεται μόνον επί των υποθέσεων που δεν έχουν εκδικασθεί αμετακλήτως, αν δε χαρακτηρίζει την πράξη μη αξιόποινη επιφέρει την παύση της εκτέλεσης της ποινής μαζί με τα επακόλουθά της.

Για τις αμετακλήτως εκδικασθείσες υποθέσεις, οι οποίες εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του ευμενέστερου για τον κατηγορούμενο νόμου, θα πρέπει ο νέος αυτός νόμος να διαλάβει περί αυτών μεταβατικές διατάξεις, και αν δεν το πράξει, για οποιοδήποτε λόγο, δεν απομένει παρά η διοικητική οδός της χάριτος, όχι όμως και η ειδική διαδικασία της επανάληψης, η οποία προϋποθέτει "νέα γεγονότα ή αποδείξεις", στα οποία δεν συμπεριλαμβάνεται η επί το ευμενέστερο για τον κατηγορούμενο μεταβολή της ποινικής νομοθεσίας.(ΑΠ 489/2017), Εξάλλου, κατά τις συνδυασμένες των άρθρων 528 παρ.1,3 και 529 του ίδιου Κώδικα, η αίτηση για την επανάληψη της διαδικασίας, υποβάλλεται από τον ίδιο τον καταδικασθέντα ή ορισμένους συγγενείς του και δη το σύζυγο του ή τον συνδεόμενο με σύμφωνο συμβίωσης ή τους εξ αίματος συγγενείς του μέχρι και του δευτέρου βαθμού ή από το συνήγορο του ή τον εισαγγελέα του δικαστηρίου που τον καταδίκασε, στον εισαγγελέα Εφετών, αν η αμετάκλητη καταδίκη ή αθώωση απαγγέλθηκε από πλημμελειοδικείο και τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, σε κάθε άλλη περίπτωση, ο οποίος την εισάγει στο (αρμόδιο) Δικαστικό Συμβούλιο ή Δικαστήριο (σε Συμβούλιο]) που υπηρετεί, που αποφαίνεται σχετικά, αφού ακούσει τον Εισαγγελέα και τον αιτούντα (καλούμενο προς τούτο).

Κατά τις ίδιες διατάξεις η αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας, πρέπει να περιέχει τους λόγους για τους οποίους ζητείται η επανάληψη, καθώς και τα στοιχεία που τους βεβαιώνουν και το περιεχόμενο τους, ώστε να είναι δυνατός ο έλεγχος της βασιμότητας της αίτησης, διαφορετικά είναι απαράδεκτη. (ΑΠ 1238/2019, ΑΠ 1263/2019).

Περαιτέρω συμφωνά δε με τα άρθρα 529 και 528παρ.3 του Κ,Ποιν.Δ., αρμόδιο να αποφασίσει για την αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, είναι το Συμβούλιο του Αρείου Πάγου αν η αμετάκλητη καταδίκη απαγγέλθηκε από το Εφετείο.

III. Στην προκείμενη περίπτωση, με την από 26-9-2019 αίτησή του, ο αιτών διατείνεται ότι, από τις νέες αποδείξεις που αναφέρονται στην εν λόγω αίτηση και ήσαν άγνωστες στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γίνεται φανερό ότι είναι αθώος του παρακάτω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ή καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά έχει τελέσει και ζητεί, (α') την επανάληψη, προς το συμφέρον του, της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 1369/2013 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και (β') να ακυρωθεί η ως άνω υπ' αριθμ. 1369/2013 αμετάκλητη απόφαση. Η αίτηση αυτή, η οποία είναι νόμιμη και αρμοδίως εισάγεται στο Δικαστήριο τούτο (άρθρ. 525 παρ. 1 αριθμ.2, 528 παρ. 1,3, 529 εδ. α ΚΠοινΔ), πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω ως προς τα παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της.

Όπως προκύπτει από τα στοιχεία της σχετικής δικογραφίας, ο αιτών Δ. Δ. του Α., καταδικάστηκε αμετάκλητα σε συνολική ποινή κάθειρξης επτά (7) ετών, για την αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής Υπεξαίρεσης στην υπηρεσία, αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας άνω των 73.000 ευρώ, αλλά και των 150.000 ευρώ, τελεσθείσα με ιδιαίτερα τεχνάσματα, σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου η οποία έχει καταστεί ήδη αμετάκλητη (η κατά της οποίας αίτηση αναιρέσεως απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ.849/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου).

Ειδικότερα και σύμφωνα με το διατακτικό της ανωτέρω υπ' αριθμ. 1369/2013 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, ο αιτών κηρύχθηκε ένοχος του ότι: "Στην .. με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος και έλαβαν χώρα σε αδιευκρίνιστα χρονικά σημεία, εντοπιζόμενα πάντως εντός του χρονικού διαστήματος 1-1-1998 μέχρι 31-12-1998, ενεργώντας με πρόθεση και μεταχειριζόμενος ιδιαίτερα τεχνάσματα, ιδιοποιήθηκε, όντας υπάλληλος, στον οποίο είχε ανατεθεί η άσκηση δημόσιας, περιουσία παράνομα ξένα ολικά κινητά πράγματα που περιήλθαν στην κατοχή του λόγω της ως άνω ιδιότητάς του, το δε συνολικό αντικείμενο της πράξης του, η οποία στρέφεται σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και η ζημία που προκλήθηκε σε βάρος του, όπως και το δικό του αντίστοιχο περιουσιακό όφελος, υπερβαίνει [έκαστο] το ποσό των 73.000 ευρώ αλλά και των 150.000 ευρώ.

Ειδικότερα, με την ιδιότητά του υπαλλήλου της Γ Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας (Δ.Ο.Υ.) Αθηνών, στον οποίο είχαν ανατεθεί, έστω και χωρίς νόμιμη εξουσιοδότηση αλλά εν τοις "πράγμασι", καθήκοντα διαχειριστή αυτής, δηλαδή καθήκοντα στα οποία περιλαμβανόταν η παραγγελία και η παραλαβή από την αρμόδια υπηρεσία διαχείρισης εντύπων και κινητών αξιών του Δημοσίου [Υ.Δ.Ε.Α.Δ.] του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών και συγκεκριμένα ενσήμων χαρτοσήμου, εντύπων παράβολου χαρτοσήμου, εντύπων δηλώσεων του άρθρου 8 του Ν. 1599/1986,εντύπων παραβολών Δημοσίου, ενσήμων εντύπων συναλλαγματικής, ενσήμων εντύπων γραμματίου εις διαταγή και ενσήμων Ταμείου Χρηματοδότησης Δικαστικών Κτιρίων [ΤΑΧΔΙΚ], η καταγραφή των ποσοτήτων υλικού, που εισάγονταν στη διαχείριση της Γ Δ.Ο.Υ.

Αθηνών, στο σχετικώς τηρούμενο βιβλίο αποθήκης, η διάθεση των εν λόγω ενσήμων και κινητών αξιών αντί τιμήματος, η είσπραξη αυτού και η απόδοση του σε ημερήσια βάση στο λογιστικό Τμήμα της Δ.Ο.Υ. για να εισέλθει στη χρηματική διαχείριση του Δημοσίου εκδιδομένου σχετικού διπλοτύπου, η σύνταξη στο τέλος εκάστου μηνός έγγραφης κατάστασης με τα έσοδα της διαχειρίσεως αναλυτικά ανά είδος υλικού και η υποβολή της στο λογιστικό τμήμα, προκειμένου να εκδοθεί γραμμάτιο είσπραξης συμψηφιστικής διαχείρισης, η σύνταξη στο τέλος εκάστου έτους έγγραφου ετήσιου λογαριασμού της διαχείρισης, και η αποστολή του στην 1η Υπηρεσία Επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου μαζί με τα παραστατικά στοιχεία της διαχείρισης ενσήμων και υλικού της εν λόγω Δ.Ο.Υ., έλαβε τμηματικά κατά τη διάρκεια του έτους 1998 στην κατοχή του χρηματικά ποσά συνολικού ύψους εκατόν τριάντα έξι εκατομμυρίων τριάντα έξι χιλιάδων διακοσίων είκοσι τεσσάρων (136.036.224) δρχ., που αποτελούσαν μέρος από το υψηλότερο [εκ δραχμών εξακοσίων εξήντα οκτώ εκατομμυρίων οκτακοσίων πενήντα τριών χιλιάδων εξακοσίων δραχμών [668.853.600] συνολικά], τίμημα της διαθέσεως εντύπων και αξιών του Δημοσίου, τα οποία εκείνος ακολούθως ιδιοποιήθηκε παράνομα και χωρίς δικαίωμα, καθόσον, αφού τα εισέπραξε, σε μετρητά από φορολογούμενους και ιδιώτες συναλλασσόμενους με την Υπηρεσία του, δεν τα μεταβίβασε στη χρηματική διαχείριση του Δημοσίου (δηλαδή στο Δημόσιο Ταμείο), συντασσόμενου αντίστοιχου γραμματίου είσπραξης συμψηφιστικής διαχείρισης, ώστε, να εισαχθούν με τον τρόπο αυτό ως έσοδα στον κρατικό προϋπολογισμό, αλλά τα ενσωμάτωσε στην περιουσία του παράνομα.

Από τις πράξεις του προκλήθηκε ζημία στο Ελληνικό Δημόσιο, η οποία είναι ιδιαίτερα μεγάλη και ανέρχεται στο συνολικό χρηματικό ποσό των εκατόν τριάντα έξι εκατομμυρίων τριάντα έξι χιλιάδων διακοσίων είκοσι τεσσάρων [136.036.224] δρχ. ή τριακοσίων ενενήντα εννέα χιλιάδων διακοσίων είκοσι πέντε ευρώ και ογδόντα εννέα λεπτών [399.225, 89] ευρώ, υπερβαίνει δηλαδή, το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων [73.000] ευρώ αλλά και των εκατόν πενήντα χιλιάδων ευρώ [150.000]ευρώ, ενώ για να καταστεί εφικτή η επίτευξη του εν λόγω παράνομου οφέλους του, αλλά και η συγκάλυψη της παραπάνω αξιόποινης συμπεριφοράς του μεταχειρίστηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα και συγκεκριμένα: 1) παρέλειπε την τακτική καταχώρηση στο βιβλίο αποθήκης των δελτίων παραλαβής υλικού, στην οποία περιοδικώς κατά το επίδικο χρονικό διάστημα προέβαινε, προκειμένου να μην εμφανίζονται σε οποιοδήποτε τακτικό ή έκτακτο διαχειριστικό έλεγχο αναληθείς ποσότητες υλικών τα οποία υφίσταντο αδιάθετα στη διαχείρισή του, 2] προέβαινε σε αναληθείς εγγραφές σε εσωτερικά υπηρεσιακά έγγραφα, προκειμένου με αυτές να αποκρύπτει μερικότερα ελλείμματα στη διαχείριση εκάστου είδους υλικού, τα οποία είχε ήδη δημιουργήσει, όπως συνέβη με την αναγραφή στα από αυτόν καταρτιζόμενα μηνιαία γραμμάτια είσπραξης συμψηφιστικής διαχείρισης του έτους 1998 ως συνολικού εσόδου της διαχείρισης του από πωλήσεις του υλικού "έντυπες δηλώσεις Ν. 1599/1986" του χρηματικού ποσού των δέκα εκατομμυρίων εννιακοσίων εξήντα εννέα χιλιάδων επτακοσίων [10.969.700] δρχ., η οποία [αναγραφή] ήταν αναληθής, δεδομένου ότι η συνολική αξία του [υφιστάμενου στην διαχείριση του αδιάθετου υπολοίπου του έτους 1977 πλέον της αξίας του εισαχθέντος κατά τη διάρκεια του έτους 1998] εν λόγω υλικού δεν υπερέβη το χρηματικό ποσό των οκτώ εκατομμυρίων τριακοσίων εβδομήντα έξι χιλιάδων επτακοσίων [8.376.700] δρχ., 3) παρέλειψε να υποβάλει, όπως είχε νόμιμη και υπηρεσιακή υποχρέωση, στην 1η Υπηρεσία Επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου τα παραστατικά στοιχεία διαχείρισης ενσήμων και υλικού της εν λόγω Δ.Ο.Υ.

για το έτος 1998. 4) παρέλειψε να συντάξει και να υποβάλει, όπως είχε νόμιμη και υπηρεσιακή υποχρέωση, στην ίδια Υπηρεσία τον έγγραφο ετήσιο λογαριασμό της διαχειρίσεώς του για το ίδιο χρονικό διάστημα. 5) υπέβαλε εκπρόθεσμα [στις 12-3-2003] στην ίδια Υπηρεσία τον έγγραφο ετήσιο λογαριασμό της διαχείρισής του για το έτος 1999, στο οποίο, 6) μετέφερε, εν γνώσει του, εσφαλμένα, ως αξία υπολοίπου αδιάθετου υλικού κατά το αμέσως προηγούμενο έτος 1998, το χρηματικό ποσό των τριακοσίων εβδομήντα επτά εκατομμυρίων τριακοσίων δώδεκα χιλιάδων εξακοσίων πενήντα τεσσάρων [377.312,654] δρχ.

αντί του ορθού των πεντακοσίων τριάντα ενός εκατομμυρίων τετρακοσίων δεκαεννέα χιλιάδων πεντακοσίων τριάντα οκτώ [531.319,538] δρχ., ελαττώνοντας, έτσι λογιστικώς, εν γνώσει του, την αξία του αδιάθετου υλικού της διαχειρίσεώς του, προκειμένου να μην εμφανίζεται ως έλλειμμα αυτής το ισόποσο της διαφοράς των εκατόν πενήντα τεσσάρων εκατομμυρίων εκατόν έξι χιλιάδων οκτακοσίων ογδόντα τεσσάρων [531.419,538-377.312,654 = 154.106.884] δρχ., από το οποίο χρηματικό ποσό ιδιοποιήθηκε παράνομα το αναφερόμενο παραπάνω των 136.036,224 δρχ., 7) απέκρυψε με πρόθεση υπηρεσιακά έγγραφα των οποίων δεν ήταν κύριος και συγκεκριμένα απέκρυψε α] το βιβλίο αποθήκης της διαχειρίσεώς του για τα έτη 1997,1998 και 1999, στο οποίο καταγράφονταν οι ποσότητες υλικού [ενσήμων και αξιών] που εισάγονταν στη διαχείριση της Γ Δ.Ο.Υ.

Αθηνών, β] το βιβλίο αποδείξεων [δελτίων] παραλαβής υλικού της διαχειρίσεώς του για το έτος 1998, στο οποίο καταχωρούνταν οι αποδείξεις δυνάμει των οποίων παραλάμβανε τα υλικά της διαχειρίσεώς του και γ] τα κατ' ιδίαν δελτία αποστολής υλικού, τα οποία εξέδιδε η Υ.Δ.Ε.Α.Δ., για κάθε αποστολή υλικών, προς τη διαχείρισή του, που έλαβε χώρα κατά το έτος 1998, αποσκοπώντας με τις πράξεις του αυτές να δυσχεράνει τον έλεγχο της διαχειρίσεώς του για το ίδιο έτος και να αποκρύψει τις παραληφθείσες από εκείνον ποσότητες υλικού, ώστε, να καταστήσει αδύνατη την αντιπαραβολή των ποσοτήτων που παρέλαβε και των ποσοτήτων υλικού που διέθεσε ".

IV. Ο αιτών προς ευδοκίμηση της αίτησής του, επικαλείται και προσκομίζει ως νέες αποδείξεις νέα στοιχεία τα οποία, ως διατείνεται, ήσαν άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν: (α') το με αριθμ.πρωτ.... έγγραφο του Ελεγκτικού Συνεδρίου της 1ης Υπηρεσίας Επιτρόπου, με θέμα την "χορήγηση στοιχείων", με το οποίο, εν λόγω έγγραφο, σε απάντηση της από 23-5-2019 αιτήσεώς του η παραπάνω Υπηρεσία του χορήγησε τα μνημονευόμενα σε αυτό έγγραφα, μεταξύ των οποίων με αύξοντα αριθμό 11: "φωτοτυπίες πέντε εγγράφων από αλληλογραφία της 4ης Υπ.

Επιτρόπου με την Γ.Δ.Ο.Ε. σχετικά με την εκκίνηση της διαδικασίας περί απώλειας στοιχείων, η οποία τελικά κατέληξε ότι η 4η Υ.Ε. είναι αναρμόδια διότι δεν συνέτρεχε περίπτωση απώλειας του άρθρου 43 του π.δ. 774/1980 (σχ. Έγγραφα 36501/19-6-2012 ΕλΣυν (4η Υ.Ε.) ΔΕΕΕ 1098913 ΕΞ2012/3-7-2012, ΔΕΥ ..., ... ΕλΣυν (4η Υ.Ε.) και ...". Στο ίδιο έγγραφο αναφέρεται: "Περαιτέρω, όσον αφορά τα αιτούμενα με α/α 1 έως 4 της αίτησής σας, λεκτέα τα εξής:

Με το αρ.πρωτ.4392/14-3-2007 έγγραφο της ΓΔ.Ο.Υ Αθηνών μας εστάλησαν τα αναφερόμενα στο με α/α 3 έγγραφα και ισολογισμοί [ανυπόγραφοι] και άλλα ελλιπή στοιχεία, τα οποία σε καμιά περίπτωση δεν συγκροτούν ετήσιο λογαριασμό, που συντάχθηκαν από δύο υπαλλήλους της ΔΟΥ που ορίσθηκαν με Η.Δ. του προϊσταμένου", (β') το με αριθμό πρωτ. ...

έγγραφο της 4ης Υπηρεσίας Επιτρόπου Τμήμα Α' προς την 1η Υ.Ε. του Ελεγκτικού Συνεδρίου, στο οποίο αναφέρεται ότι η 4η Υ.Ε. είναι αναρμόδια, διότι δεν συνέτρεχε περίπτωση απώλειας του άρθρου 43 του π.δ.774/1980 και συγκεκριμένα αναφέρεται: "Σας διαβιβάζουμε τα ως άνω συνημμμένα έγγραφα που αφορούν στην υπόθεση του διαχειριστή της Γ Δ.Ο.Υ.

Αθηνών Δ. Δ., λόγω αναρμοδιότητας της Υπηρεσίας μας, καθώς εν προκειμένω δεν συντρέχει περίπτωση απώλειας, άρα η υπόθεση δεν εμπίπτει στις διατάξεις του άρθρου 43 του π.δ. 774/1980 [ΦΕΚ 189 Α], αλλά ελλείμματος ποσού στη διαχείριση του υπόλογου, το οποίο, όπως άλλωστε διαπιστώνει και ρητώς αναφέρει η αρμόδια της υπόθεσης Οικονομική Επιθεωρήτρια ιδιοποιήθηκε ο υπόλογος και δια τούτο εξεδόθη σε βάρος του απόφαση καταλογισμού από την αρμόδια Δ/νση Οικονομικής Επιθεώρησης.".

Από τα προαναφερθέντα έγγραφα, υποστηρίζει ο αιτών, προκύπτει ότι η παραπάνω Επιτροπή δεν έκρινε σχετικά με την απώλεια των δικαιολογητικών της διαχειρίσεώς, προκειμένου να διαπιστωθεί υπαιτιότητα ή μη αυτού ως υπόλογου. Ενώ, τόσο από το διατακτικό της υπ'αριθ. 1369/1-4-2013 αμετάκλητης απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, όσο και από το σύνολο της δικογραφίας προκύπτει ότι ουδέποτε ασκήθηκε κατ' αυτού ποινική δίωξη για το αδίκημα της υπεξαγωγής εγγράφων, αλλά ασκήθηκε εναντίον του ποινική δίωξη και καταδικάσθηκε μόνο για το ως άνω αδίκημα της κακουργηματικής υπεξαίρεσης στην υπηρεσία σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, μεταχειριζόμενος ιδιαίτερα τεχνάσματα και δη ότι: "απέκρυψε με πρόθεση υπηρεσιακά έγγραφα των οποίων δεν ήταν κύριος και συγκεκριμένα απέκρυψε α] το βιβλίο αποθήκης της διαχειρίσεώς του για τα έτη 1997, 1998 και 1999, στο οποίο καταγράφονταν οι ποσότητες υλικού [ενσήμων και αξιών] που εισάγονταν στη διαχείριση της I Δ.Ο.Υ.

Αθηνών, β] το βιβλίο αποδείξεων [δελτίων] παραλαβής υλικού της διαχειρίσεώς του για το έτος 1998, στο οποίο καταχωρούνταν οι αποδείξεις δυνάμει των οποίων παραλάμβανε τα υλικά της διαχειρίσεώς του και γ] τα κατ' ιδίαν δελτία αποστολής υλικού, τα οποία εξέδιδε η Υ.Δ.Ε.Α.Δ., για κάθε αποστολή υλικών, προς τη διαχείρισή του, που έλαβε χώρα κατά το έτος 1998, αποσκοπώντας με τις πράξεις του αυτές να δυσχεράνει τον έλεγχο της διαχειρίσεώς του για το ίδιο έτος και να αποκρύψει τις παραλήφθείσες από εκείνον ποσότητες υλικού, ώστε, να καταστήσει αδύνατη την αντιπαραβολή των ποσοτήτων που παρέλαβε και των ποσοτήτων υλικού που διέθεσε".

Περαιτέρω, διατείνεται ότι η καταδίκη του αλλά και οι διαπιστώσεις σχετικά με το έλλειμμα στηρίχθηκαν στην απώλεια των ανωτέρω βιβλίων, η οποία ουδέποτε κρίθηκε ως πράξη από το Ελεγκτικό Συνέδριο, αλλά και ουδέποτε ασκήθηκε ποινική δίωξη εναντίον του για υπεξαγωγή εγγράφων [άρθρ.222 ΠΚ], (γ') το φωτοαντίγραφο του με αριθ.πρωτ. 10770/14-6-2006 της επιτροπής που συστήθηκε κατόπιν της υπ'αρίθμ. 166/5-6-2006 Ημερήσιας Διαταγής του Προϊσταμένου της Γ Δ.Ο.Υ.

Αθηνών που περιέχει διάφορους πίνακες και συνοδεύεται από γενικό ετήσιο λογαριασμό της διαχειριστικής περιόδου 1-1-1998 έως 31-12-1998 και επί μέρους ανά υλικό μερικούς λογαριασμούς των επτά υλικών [ανυπόγραφα] και (δ') το φωτοαντίγραφο της υπ'αρίθμ.767/2001 πράξης του Α' Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, στην οποία αναγράφονται τα στοιχεία του υπολοίπου [ανά είδος, ποσότητα και αξία] κατά την 31-12-19997 και από την οποία προκύπτει η αρμοδιότητα του Ελεγκτικού Συνεδρίου για τον έλεγχο και τη διαπίστωση τυχόν ελλείμματος στους ετήσιους λογαριασμούς του υπόλογου.

Από τα παραπάνω στοιχεία υποστηρίζει ο αιτών ότι προκύπτει πως ουδέποτε συντάχθηκε ετήσιος λογαριασμός από την κα Μ. Δ. και την κα Κ. Φ. για το έτος 1998 και τα προσκομιζόμενα στοιχεία στο Ελεγκτικό Συνέδριο ήσαν ελλιπή, το οποίο ήταν αρμόδιο να διαπιστώσει το έλλειμμα μετά τη σύνταξη των ετήσιων λογαριασμών και το οποίο ουδέποτε διερεύνησε την ευθύνη του σχετικά με την απώλεια των δικαιολογητικών της διαχειρίσεως, δεν κρίθηκε, δηλαδή, αν τον βάραινε βαρεία αμέλεια ή δόλος ή καμιά υπαιτιότητα και σε συνδυασμό με την μη άσκηση ποινικής δίωξης εναντίον του για το αδίκημα της υπεξαγωγής εγγράφων [άρθρ.22 ΠΚ] προκύπτει αναμφίβολα η αθωότητά του.

Ακόμη, υποστηρίζει ο αιτών ότι, όπως προκύπτει από την με αριθ.πρωτ... πορισματική έκθεση των οικονομικών επιθεωρητριών Α. Τ. και Β. Μ., η οποία αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, παρέδωσε ο ίδιος υλικό αξίας 22.870.000 δρχ. την 21-8-1998 και υλικό αξίας 25.215.000 δρχ. στον Γ. Ρ.. Την παραπάνω διαπίστωση υιοθέτησε και η μειοψηφήσασα πρόεδρος στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, η οποία προσδιόρισε το υλικό αντικείμενο της υπεξαίρεσης στο ποσό των 106.021,884 δρχ., αντί του συνολικού ελλείμματος των 154.021.884 δρχ., μετά την αφαίρεση των ως άνω ποσών των 22.870.000 δρχ και 25.215.000δρχ. Στην αιτιολογία μάλιστα της μειοψηφίας γίνεται ειδική αναφορά και στην από 29-11-2007 ένορκη κατάθεση του ... και ειδικότερα αναφέρεται:"Κατά την από 29-11-2007 ένορκη κατάθεση του ..., η οποία αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, αυτός αναγνώρισε τα ποσά αυτά και κατέθεσε ότι διαχειρίστηκε το υλικό αυτό χωρίς να δίνει περαιτέρω στοιχεία για το τυχόν υπάρχον υπόλοιπο επιστροφής".

Από τα ανωτέρω και σε συνδυασμό με τα νέα γεγονότα-αποδείξεις διατείνεται ο αιτών Δ.Δ., ότι είναι βέβαιο, ότι για τις δύο μερικότερες πράξεις που αφορούν υλικό αξίας 22.870.000 και 25.215.000 δρχ., για τις οποίες καταδικάσθηκε είναι αθώος, αλλά και ότι οι ανωτέρω νέες αποδείξεις από μόνες τους ή τουλάχιστον σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσαχθεί προηγουμένως καθιστούν φανερό ότι είναι αθώος της ως άνω πράξεως της κακουργηματικής υπεξαίρεσης, για την οποία καταδικάσθηκε η ότι τουλάχιστον καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε.

Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι συντρέχει περίπτωση, εν προκειμένω, εφαρμογής επιεικέστερου νόμου, αφού πλέον με το άρθρο 462 του ν.4619/2019 καταργήθηκε ο νόμος 1608/1950, ενώ καταργήθηκε με το ν.4619/2019 και το άρθρο 258 του ΠΚ [υπεξαίρεση στην υπηρεσία], Η απειλούμενη δε ποινή, σύμφωνα με το νέο ΠΚ για το αδίκημα της υπεξαίρεσης, όταν στρέφεται κατά του δημοσίου είναι αυτή της κάθειρξης τουλάχιστον δέκα ετών και χρηματική ποινή έως χίλιες ημερήσιες μονάδες, ενώ η απειλούμενη ποινή για το παραπάνω αδίκημα με το ν. 1608/1950 ήταν αυτή της ισόβιας κάθειρξης.

Ο ως άνω μεταγενέστερος της αμετάκλητης καταδίκης ουσιαστικός ποινικός νόμος, αποτελεί, όπως υποστηρίζει, νέο γεγονός άγνωστο στους δικαστές, οι οποίοι δίκασαν κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης και έτσι, θεμελιώνει την αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας, ενόψει του ότι με το νέο ΚΠΔ στο άρθρο 462παρ.2 η αίτηση επανάληψη της διαδικασίας προβλέπεται ως έκτακτο ένδικο μέσο, σε αντίθεση με το προϊσχύσαν καθεστώς που προβλεπόταν ως έκτακτη διαδικασία.

V. Όμως, τα ανωτέρω υπό του αιτούντος επικαλούμενα ως νέα γεγονότα - νέες αποδείξεις, τα οποία από μόνα τους ή σε συνδυασμό με τα στοιχεία που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την άνω υπ' αριθμ. 1369/2013 αμετάκλητη απόφαση της οποίας ζητείται η ακύρωση, καθιστούν φανερό, κατά τους ισχυρισμούς του, ότι είναι αθώος, δεν αποτελούν "νέα στοιχεία", κατά την έννοια που αναφέρθηκε στη μείζονα νομική σκέψη που προηγήθηκε, καθόσον, τα δύο εξ αυτών δεν ήσαν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την ανωτέρω καταδικαστική απόφαση, αφού αυτά ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν από αυτούς.

Και συγκεκριμένα, το υπ' αριθμ. πρωτ. ... έγγραφο της επιτροπής, που συστάθηκε κατόπιν της υπ' αριθμ. 166/5-6- 2006 Ημερήσιας Διαταγής του προϊσταμένου της Γ Δ.Ο.Υ Αθηνών, με θέμα " Σύνταξη ετήσιου λογαριασμού της διαχειριστικής περιόδου 1-1-1998/31-12- 1998 του υπόλογου διαχειριστή Δ. Δ.", αναφέρεται και μάλιστα γίνεται ειδική μνεία και αναλυτική αναφορά περί του περιεχομένου του στο με αριθμό πρωτ. ...

έγγραφο της Γενικής Γραμματείας Φορολογικών και Τελωνειακών Θεμάτων, με θέμα "Διενέργεια προκαταρκτικής έρευνας-ΕΔΕ", το οποίο αναγνώσθηκε στο ακροατήριο του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, όπως τούτο προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση των πρακτικών της ανωτέρω αποφάσεως και συγκεκριμένα είναι μεταξύ των αναγνωσθέντων εγγράφων, με αυξ.

αριθ. "22". Προσέτι, η με αριθ.767/2001 πράξη του Α' Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου αναφέρεται στην με αριθ. 7669/13-12-2007 πορισματική έκθεση, που, επίσης περιλαμβάνεται μεταξύ των αναγνωσθέντων εγγράφων με αυξ. αριθ. "2" και επομένως, τα εν λόγω έγγραφα λήφθηκαν υπόψη από το ανωτέρω δικαστήριο, συνεκτιμήθηκαν και συναξιολογήθηκαν μετά των λοιπών αποδεικτικών στοιχείων για την καταδικαστική του κρίση.

Περαιτέρω, οι αιτιάσεις του αιτούντος ότι από τα ως άνω υπ' αυτού επικληθέντα ως νέα στοιχεία- έγγραφα προκύπτει ότι η Υ.Ε δεν έκρινε, ως αναρμόδια, σχετικά με την απώλεια των δικαιολογητικών διαχειρίσεως, προκειμένου να διαπιστωθεί η υπαιτιότητά ή μη αυτού ως υπόλογου, αλυσιτελώς προβάλλεται, αφού δεν τίθεται θέμα απώλειας αυτών, αλλά κρίθηκε ένοχος και καταδικάσθηκε για υπεξαίρεση στην υπηρεσία με ιδιαίτερα τεχνάσματα, στα οποία εμπεριέχεται και η απόκρυψη των επίμαχων υπηρεσιακών εγγράφων, όπως αναλυτικά αναφέρονται στην ως άνω αμετάκλητη απόφαση.

Ενώ, το ότι δεν ασκήθηκε ποινική δίωξη εναντίον του για υπεξαγωγή εγγράφων, όπως υποστηρίζει ο αιτών για τη θεμελίωση της υπό κρίση αιτήσεώς του, ουδεμία έννομη επιρροή ασκεί ως προς την καταδίκη του για την ως άνω πράξη της υπεξαίρεσης. Τα λοιπά επικληθέντα υπ' αυτού ως "νέα στοιχεία", που αποδεικνύουν κατά τους ισχυρισμούς του αιτούντος την αθωότητα του, δεν αποτελούν νέα γεγονότα ή αποδείξεις, με την προπαρατεθείσα έννοια, αντιθέτως, από το περιεχόμενο αυτών ως και εκ του συνόλου των αιτιάσεων του αιτούντος, που διαλαμβάνονται στην ως άνω αίτηση, καθίσταται πρόδηλο ότι, στην προκειμένη περίπτωση επιδιώκεται, ανεπιτρέπτως, ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς επανέλεγχος της καταδικαστικής αποφάσεως, με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι εκδόσαντες αυτήν δικαστές και όχι η εκ της υπάρξεως νέων γεγονότων ή αποδείξεων επανάληψη της από πολλών ετών (2013) αμετακλήτως περατωθείσας ποινικής διαδικασίας.

Σε κάθε περίπτωση, τα νέα αυτά αποδεικτικά -αποδείξεις, εκτιμώμενα είτε μόνα τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την Καταδικαστική απόφαση, δεν καθιστούν φανερό, σε σημείο που να εγγίζει τη βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε.

Τέλος, ο επικαλούμενος από τον αιτούντα λόγος επανάληψης της διαδικασίας για την εφαρμογή του μεταγενέστερου της αμετάκλητης καταδίκης του επιεικέστερου ουσιαστικού νόμου είναι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, αβάσιμος, αφού η καταδίκη του αιτούντος κατά τα προεκτεθέντα μετά τη δημοσίευση της υπ' αρίθμ.849/2015 απόφασης του Αρείου Πάγου, με την οποία απορρίφθηκε η ασκηθείσα υπ' αυτού κατά της προσβαλλόμενης απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών αίτηση αναίρεσης, κατέστη αμετάκλητη και προϋπόθεση εφαρμογής των επιεικέστερων ως άνω διατάξεων του Ν. 4619/2019 είναι η μη ύπαρξη αμετάκλητης καταδίκης.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, η κρινόμενη αίτηση, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμη και καταδικασθεί ο αιτών στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων ΚΠΔ 583παρ.1).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει: την από 26-9-2019 αίτησή του Δ. Δ. του Α., κατοίκου ..., και ήδη κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης ..., για επανάληψη της διαδικασίας, που περατώθηκε αμετάκλητα με την υπ'αριθ. 1369/1-4-2013 αποφάσεως του Α' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250,00) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Δεκεμβρίου 2020. Και

Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 30 Δεκεμβρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ