Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds and rejects arguments regarding cost allocation and evidence sufficiency.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the First Instance Court of Aigios and the Single Member Court of Patras. The appellant argued that the lower court incorrectly allocated legal costs and admitted unproven claims regarding personality rights. The court rejected these arguments, finding the lower court's reasoning based on the record and correctly applying the law.
Legislator headnote
AI generatedArticles 553, 309, 321, 495 of the Code of Civil Procedure; The cassation appeal is inadmissible if the contested decision is final at the time of filing, and the appeal arguments are rejected if the lower court's decision is supported by the evidence presented in the record.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1412 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1412/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αβροκόμη Θούα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Κυριάκο Οικονόμου και Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Απριλίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Μ. Ι. του Κ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε αυτοπροσώπως, λόγω της ιδιότητάς της ως δικηγόρος.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ν. Ρ. του Γ., κατοίκου ..., 2) Β. Ρ. του Γ., κατοίκου ..., 3) Δ. Γ. του Β., κατοίκου ... και 4) Σ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 20-11-2009 και 7-10-2010 αγωγές της ήδη αναιρεσείουσας και του ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αιγίου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 50/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 551/2017 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της υπ' αριθ. 551/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πατρών συμπαρασυρόμενης και της υπ' αριθ. 50/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αιγίου και για την υπ' αριθ. 807-167/2009 αγωγή ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21-3-2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η αυτοπροσώπως παραστάσα αναιρεσείουσα ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις υπ' αριθ. .../09.10.2018, .../10.10.2018, .../10.10.2018 και .../11.10.2018, αντίστοιχα, εκθέσεις επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αιγίου Θ. Χ. Τ., προκύπτει, ότι, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, μαζί με την πράξη κατάθεσης και ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή αυτής της απόφασης συνεδρίαση και κλήση προς συζήτηση, επιδόθηκε, νόμιμα και εμπρόθεσμα, με επιμέλεια της αναιρεσείουσας προς τους αναιρεσίβλητους. Επομένως, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν κατά την ανωτέρω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από το πινάκιο στη σειρά της.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων553 παρ. 1 περ.β, 309 εδ.α, 321 και 495 παρ.ΙΚΠολΔ συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησης του ως άνω ενδίκου μέσου δηλαδή κατά το χρόνο της κατάθεσης του οικείου δικογράφου στη γραμματεία που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Είναι δε τελεσίδικη η απόφαση, η οποία απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης (ΟλΑΠ 5/2001 και 9/1996). Εξάλλου κατά την παρ. 1 του άρθρου 503 ΚΠολΔ η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας είναι δέκα πέντε ημέρες, αν ο διάδικος που δικάστηκε ερήμην διαμένει στην Ελλάδα και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης.
Συνεπώς η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνο αφού έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας είτε διότι παρήλθε η δεκαπενθήμερη προς άσκηση αυτής προθεσμία από την επίδοση της ερήμην απόφασης, είτε διότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής ερημοδικασθείς διάδικος παραιτήθηκε νομίμως από το δικόγραφο του ασκηθέντος ενδίκου μέσου της ανακοπής ή του δικαιώματος προς άσκηση αυτού, διότι έκτοτε αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου553 αρ ιβ ΚΠολΔ (ΟΑΠ 17/2013).
Με τα δεδομένα αυτά η νομοτύπως ασκηθείσα στις 21.3.2018 από την ερημοδικασθείσα εκκαλούσα ένδικη αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 551/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, είναι παραδεκτή, καθόσον έχει παρέλθει η δεκαπενθήμερη προθεσμία προς άσκηση ανακοπής ερημοδικίας, όπως προκύπτει από την με ημερομηνία 2.3.2018 επισημείωση του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αιγίου Θ. Τ. επί της υπ' αριθμ. 551/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών και δεν προκύπτει άσκηση ανακοπής.
Από τις διατάξεις των άρθρων 552 και 553 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, όταν η δικαζόμενη υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας των δικαστηρίων της ουσίας, με το ένδικο μέσο της αναιρέσεως προσβάλλεται μόνο η απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, εφόσον εξέτασε την ουσία και απέρριψε την έφεση, ή έγινε δεκτή κατ' ουσία και εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση όχι δε και η πρωτόδικη απόφαση, η οποία ενσωματώθηκε στην απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (ΟλΑΠ 40/1996,ΑΠ 341/2015).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 524 παρ. 3 ΚΠολΔ, σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος η έφεση απορρίπτεται. Η απόρριψη της εφέσεως λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος, γίνεται κατ' ουσία και όχι κατά τύπους. Γιατί, παρόλο που στην πραγματικότητα οι λόγοι της εφέσεως δεν εξετάζονται ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητά τους, θεωρείται, κατά πλάσμα του νόμου, ότι είναι αβάσιμοι και για την αιτία αυτή πάντοτε απορριπτέοι, αφού δεν δίδεται στο δικαστήριο η δυνατότητα εκδόσεως αντίθετης αποφάσεως περί παραδοχής τους.
Επομένως, εάν η ασκηθείσα έφεση κατά της πρωτόδικης αποφάσεως απορριφθεί, λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος, προσβλητή με το ένδικο μέσο της αναιρέσεως είναι μόνον η (μη υποκείμενη πλέον σε ανακοπή ερημοδικίας) απόφαση του Εφετείου, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη. Έτσι δε τα τυχόν σφάλματα της αποφάσεως του πρώτου βαθμού, αφού επικυρώνονται από το Εφετείο κατά το μέρος που εξεκλήθη παραδεκτά, μπορούν να προταθούν με την άσκηση αναιρέσεως ως σφάλματα της δευτεροβάθμιας αποφάσεως, εφόσον συνιστούν και αναιρετικούς λόγους, παραδεκτά προβαλλόμενους (ΟλΑΠ 16/1990, ΑΠ 1025/2010, ΑΠ1719/2013).
Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της υπ' αριθ. 50/2014 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αιγίου, είναι απαράδεκτη, εφόσον η έφεση που ασκήθηκε κατ' αυτής από την εκκαλούσα-αναιρεσείουσα απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη με την προσβαλλόμενη 551/2017 απόφαση του Εφετείου Πατρών.
Σε κάθε περίπτωση, είναι απαράδεκτη και για το λόγο ότι δεν προκύπτει κατάθεσή της και στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, όπως επιβάλλεται κατά τη διάταξη του άρθρου 566 παρ. 2 ΚΠολΔ. Κατά το άρθρο 57 ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητα του έχει το δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, επιπλέον δε, κατά το άρθρο 59 ΑΚ, το δικαστήριο με την απόφαση του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί να καταδικάσει τον υπαίτιο και σε ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του προσβληθέντος και ειδικότερα να τον υποχρεώσει σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα ή σε οτιδήποτε άλλο επιβάλλεται από τις περιστάσεις.
Προστατεύεται έτσι με τα παραπάνω άρθρα η προσωπικότητα και κατ' επέκταση η αξία του ανθρώπου ως ατομικό δικαίωμα κατοχυρωμένο από το άρθρο 2§1 του Συντάγματος, αποτελεί δε η προσωπικότητα πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου και είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα μαζί του. Τα αγαθά αυτά δεν αποτελούν μεν αυτοτελή δικαιώματα, αλλά επί μέρους εκφάνσεις του ενιαίου δικαιώματος επί της προσωπικότητας, όμως η προσβολή αυτών συνιστά προσβολή της συνολικής έννοιας της προσωπικότητας.
Τέτοια προστατευόμενα αγαθά είναι, μεταξύ άλλων, η τιμή και η υπόληψη κάθε ανθρώπου. Προϋποθέσεις για την προστασία της προσωπικότητας, σύμφωνα με τις διατάξεις των παραπάνω άρθρων είναι, α) η ύπαρξη προσβολής της προσωπικότητας με πράξη ή παράλειψη άλλου που διαταράσσει μια ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτόμενού κατά τη στιγμή της προσβολής, β) η προσβολή να είναι παράνομη, πράγμα που συμβαίνει όταν η προσβολή γίνεται χωρίς δικαίωμα ή με βάση δικαίωμα, το οποίο όμως είτε είναι μικρότερης σπουδαιότητας στο πλαίσιο της έννομης τάξης είτε ασκείται καταχρηστικά κατά την έννοια των αρθρ. 281 ΑΚ και 25§3 του Συντάγματος και γ) πταίσμα του προσβολέα όταν πρόκειται ειδικότερα για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης.
Στην περίπτωση αυτή η παράνομη και συγχρόνως υπαίτια προσβολή της προσωπικότητας συνιστά ασφαλώς ειδικότερη μορφή αδικοπραξίας, οπότε συνδυαστικά εφαρμόζονται και οι διατάξεις των αρθρ. 914, 919, 920 και 932 ΑΚ, ενώ αδιάφορη για το χαρακτήρα της προσβολής ως παράνομης είναι η φύση της διάταξης που ενδέχεται με την προσβολή να παραβιάζεται και η οποία έτσι μπορεί να ανήκει σε οποιοδήποτε κλάδο ή τμήμα του δικαίου (ΟλΑΠ 812/1980, ΑΠ1599/2000, ΑΠ 1735/2009).
Προσβολή προσωπικότητας με αδικοπραξία πραγματώνεται και με το έγκλημα της προβλεπόμενης από το άρθρο 229 παρ.1 ΠΚ αξιόποινης πράξεως της ψευδούς καταμηνύσεως για τη στοιχειοθέτηση της οποίας απαιτείται η πράξη που αποδίδεται σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα να είναι αξιόποινη ή πειθαρχικώς κολάσιμη και ψευδής, ο υπαίτιος να γνώριζε την αναλήθεια και να απέβλεπε με αυτή την κίνηση ποινικής ή πειθαρχικής διώξεως εναντίον εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία του αναληθώς εγκαλούντος.
Συνεπώς παράνομη προσβολή της προσωπικότητας δημιουργείται και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως συμβαίνει όταν το άτομο προσβάλλεται στην τιμή και στην υπόληψη του με εξυβριστικές εκδηλώσεις ή με ισχυρισμούς δυσφημιστικούς ή πολύ περισσότερο συκοφαντικούς κατά την έννοια των αρθρ. 361-363 ΠΚ, που μπορεί να περιέχονται και σε περίπτωση αναφοράς στην προϊσταμένη αρχή.
Η τιμή του προσώπου θεμελιώνεται επί της ηθικής αξίας, η οποία πηγή έχει την ατομικότητα και εκδηλώνεται με πράξεις ή παραλείψεις. Δεν αποκλείεται στην έννοια του γεγονότος να υπαχθούν η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσης, ακόμη δε και χαρακτηρισμός, οσάκις αμέσως ή εμμέσως υποκρύπτονται συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση συνιστούν προσβολή ης προσωπικότητας, δηλαδή, μόνον όταν συνδέονται και σχετίζονται με το γεγονός κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ουσιαστικώς να προσδιορίζουν την ποσοτική και ποιοτική του βαρύτητα, άλλως μπορεί να αποτελούν εξύβριση κατά τη διάταξη του άρθρου 361 ΠΚ.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 367 παρ. 1 περ. α-δ του ΠΚ, το άδικο των προβλεπόμενων στα άρθρα 361 επ. του ίδιου Κώδικα ποινικά κολάσιμων πράξεων, αίρεται, μεταξύ των άλλων περιπτώσεων που προβλέπονται στο άρθρο αυτό, και όταν πρόκειται για εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή σε ανάλογες περιπτώσεις.
Ως δικαιολογημένο ενδιαφέρον νοείται η επιδίωξη σκοπού (δημόσιου ή ιδιωτικού, ηθικής ή υλικής φύσεως), ο οποίος αναγνωρίζεται από το δίκαιο ως άξιος προστασίας. Βασική περίπτωση της παρούσας δικαιολογητικής περίπτωσης αποτελεί το ότι η προσβλητική της τιμής εξωτερίκευση να ήταν εύλογη και αναγκαία για την προστασία του συμφέροντος του δράστη, δηλαδή ότι αποτελεί, με βάση τις συνθήκες της συγκεκριμένης περίπτωσης, το επιβαλλόμενο και αντικειμενικώς αναγκαίο μέτρο προς διαφύλαξη του δικαιώματος, χωρίς το οποίο η διαφύλαξή του δεν ήταν δυνατή.
Δικαιολογημένο ενδιαφέρον υπάρχει, μεταξύ άλλων, και σε περίπτωση αναφοράς στη προϊσταμένη αρχή, αν έγινε με σκοπό έρευνας της καταγγελίας (ΑΠ843/1987, ΑΠ995/1991). Η προβολή περίπτωσης του πιο πάνω άρθρου 367 § 1 του ΠΚ αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό καταλυτικό της αγωγής του προσβληθέντος προσώπου (ένσταση), λόγω άρσης του παρανόμου της προσβολής.
Όμως, ο άδικος χαρακτήρας της προσβολής της προσωπικότητας, μέσω εξυβριστικών ή δυσφημιστικών εκφράσεων, δεν αίρεται, λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος κλπ, και συνεπώς παραμένει η ποινική ευθύνη των κατά το νόμο υπευθύνων, άρα και η υποχρέωση τους προς αποζημίωση κατά το αστικό δίκαιο, όταν συντρέχει μία από τις περιπτώσεις της ΠΚ 367 § 2, δηλαδή, όταν οι επίμαχες εκφράσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης των άρθρων 363- 362 ΠΚ, ή όταν από τον τρόπο εκδήλωσης, ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη προκύπτει σκοπός εξύβρισης.
Έτσι η προβολή από τον προσβληθέντα ισχυρισμό από το άρθρο 367 §2 αποτελεί αντένσταση κατά της πιο πάνω ένστασης από την παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου (ΑΠ179/2011,ΑΠ 285/2012, ΑΠ 471/2013). Από το άρθρο 559 παρ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφάρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφάρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή.
Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ" ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση (ΟλΑΠ 4/2005 και ΟλΑΠ7/2006).Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.
ΑΠ1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρ.559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθ. 19 του άρθρ.559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως των διαδίκων απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από του αριθμούς 19 και 20 του άρθρ.559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1104/2011, ΑΠ 100/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο κατά την ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκε τα εξής: "Στις 21.11.2007 έλαβε χώρα κλοπή μοτοποδηλάτου, μάρκας, YAMAHA στην περιοχή ... από την κατοχή του ανωτέρω Σ. Κ., ο οποίος και την κατήγγειλε στις αρμόδιες αστυνομικές αρχές. Δράστης της κλοπής αναφέρθηκε νεαρός ανήλικος αλλοδαπός με ξανθά μαλλιά.
Επίσης καταγγέλθηκε στις 31.12.2007 από την Π. Λ. κλοπή της τσάντας της που έλαβε χώρα στην περιοχή ... από τον ίδιο ανήλικο αλλοδαπό. Κατόπιν πληροφοριών που συνέλεξαν οι αστυνομικοί του Τμήματος Ασφαλείας Αιγίου κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι δράστης των ανωτέρω κλοπών ήταν ο ανήλικος αλλοδαπός B., Αλβανός υπήκοος, στον οποίο είχε παραχωρηθεί, με απόφαση του Γενικού Γραμματέως Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδος, άδεια διαμονής ως μέλους οικογένειας υπηκόου τρίτης χώρας από 6.7.2006 έως 3.11.2007.
Κατόπιν τούτου, αστυνομικοί της ανωτέρω υπηρεσίας την 15.1.2008 επισκέφθηκαν την οικία του στο ... και τον προσήγαγαν με υπηρεσιακό αυτοκίνητο στο Τμήμα Ασφάλειας Αιγίου προς εξακρίβωση των στοιχείων του και διερεύνηση των σε βάρος του εκκρεμουσών κατηγοριών. Την ίδια ημέρα στο ίδιο Τμήμα Ασφαλείας εκλήθηκαν, για να αναγνωρίσουν το δράστη των σε βάρος τους κλοπών, και οι παραπάνω παθόντες.
Εν τω μεταξύ η εναγομένη, η οποία τυγχάνει δικηγόρος του Δικηγορικού Συλλόγου Αιγίου, ενημερώθηκε τηλεφωνικά από τους γονείς του ανήλικου- οι οποίοι κατά τον ίδιο χρόνο ταξίδευαν με λεωφορείο προς την Αλβανία- για την προσαγωγή του γιου τους στο Τμήμα Ασφαλείας και με την ιδιότητά της ως συνηγόρου του ως ανωτέρω ανηλίκου επισκέφθηκε περί ώρα 21.30 το Τμήμα Ασφαλείας Αιγίου, για να ενημερωθεί για την υπόθεση.
Κατά την παραμονή της στο ανωτέρω αστυνομικό τμήμα η προαναφερθείσα δικηγόρος διαπληκτίστηκε έντονα με τον αξιωματικό υπηρεσίας Ν. Ρ. (ενάγοντα), επειδή θεώρησε ότι αυτός από σκοπιμότητα δεν την άφηνε να προσεγγίσει τον ανήλικο πελάτη της και να ασκήσει τα υπερασπιστικά της δικαιώματα, αφήνοντας αιχμές για τη νομιμότητα της κράτησης του ανήλικου πελάτη της.
Τρείς ημέρες αργότερα, την 18.01.2008, η εναγομένη, υπό την ανωτέρω ιδιότητά της, συνέταξε στο Αίγιο και απέστειλε προς το Γενικό Αστυνομικό Διευθυντή Αχαΐας της Ελληνικής Αστυνομίας αναφορά της, με κοινοποίηση στο Υπουργείο Εσωτερικών (πρώην Υπουργείο Δημόσιας Τάξεως), στην ποία ανέφερε για τον ενάγοντα ο οποίος υπηρετούσε ως ανθυπαστυνόμος στο Τμήμα Ασφαλείας Αιγίου επί λέξει τα ακόλουθα: "...Με την παρούσα σας γνωστοποιώ εγγράφως ανεπίτρεπτο επεισόδιο σε βάρος μου και σε βάρος της ιδιότητάς μου ως συνηγόρου και πληρεξούσιας δικηγόρου στην Ασφάλεια Αιγίου από υφισταμένους σας.
Την Τρίτη 15 Ιανουαρίου 2008 και περί ώρα 21.30 μ,μ. επισκέφθηκα την Ασφάλεια Αιγίου ως εκπρόσωπος, πληρεξούσια και συνήγορος νεαρού ανηλίκου αλλοδαπού ετών 14, από το ..., ο οποίος ευρισκόταν κάτω από ερευνητέες για τη νομιμότητά τους συνθήκες επί τρίωρο τουλάχιστον μαζί με αστυνομικούς της Ασφάλειας Αιγίου, είτε στο αυτοκίνητο και εμετακινείτο είτε στα γραφεία.
Ανεξάρτητα με την ουσία και τη νομιμότητα της υπόθεσης, ζήτημα που δεν θα ερευνηθεί στην παρούσα, σας μεταφέρω πραγματικό γεγονός σε βάρος μου, το οποίο έθιξε την τιμή και την υπόληψη μου ως άτομο και ως επαγγελματία δικηγόρο και για το οποίο επιφυλάσσομαι έναντι παντός εμπλεκομένου. Συγκεκριμένα πήγα στα γραφεία να δω τι συμβαίνει, μετά από εντολή των γονέων του ανηλίκου, οι οποίοι στη συγκεκριμένη ημεροχρονολογία και ώρα ταξίδευαν και αφού οι ίδιοι οι γονείς είχαν ενημερώσει τηλεφωνικά τον Αστυνομικό Ν.
Ρ. για το γεγονός ότι θα τον επισκεφθώ να τον ενημερώσω και να του δώσω νομιμοποιητικά έγγραφα για τον ανήλικο. Ο υφιστάμενος σας όταν άκουσε ότι θα πάω εγώ, τους είπε απότομα και υποτιμητικά: Γιατί αυτήν; Τι την θέλετε αυτήν; Και στη συνέχεια τους έκλεισε το τηλέφωνο και δεν το ξανασήκωσε αν και οι γονείς επέμεναν.
Όταν πήγα στο γραφείο ανακρίσεων μέσα ήταν ο ανήλικος, ένας πολίτης αγνώστων σε μένα στοιχείων, οι αστυνομικοί Ρ. Ν., Ρ. Β. και αδελφός του πρώτου και ο Γ. Σ., συγχωριανός και φίλος των αδελφών. Μόλις πήγα να μπω μέσα ο Β. Ρ. μου είπε ότι έχουν προκαταρκτική εξέταση και δεν μπορώ να μπω. Στη διαμαρτυρία μου για την παρουσία του ανηλίκου μου είπαν να περιμένω και απλώς έκλεισαν την πόρτα!!! Κάποια στιγμή ο Γ.
συνόδευσε τον ανήλικο στην τουαλέτα και όταν βγήκε προσπάθησα να μάθω από τον ίδιο τι συμβαίνει. Αμέσως ο συνοδός τον απομάκρυνε από κοντά μου πριν προλάβω να μιλήσω. Τότε, ο Ν. Ρ. έχοντας ήδη βγει από το γραφείο του, κατευθυνόμενος σε εμένα, μου είπε να βγω έξω και εκμεταλλευόμενος την υπέρτερη σωματική του δύναμη με παρέσυρε έξω από την πόρτα και ενόσω τον ρωτούσα γιατί έχουν τον ανήλικο τόσες ώρες εκεί και αν χρειάζεται κάτι να τον ενημερώσω, αφού με έβγαλε στον κοινόχρηστο χώρο, άρχισε να μου λέει:
και ποια είσαι εσύ, και τι νομίζεις ότι είσαι, και τι έγινε που είσαι δικηγόρος και άλλα πολλά και τελικά έκλεισε την πόρτα πίσω του αφήνοντας με σύξυλη απ' έξω χωρίς να μπορώ να κάνω τη δουλειά μου. Στη συνέχεια, όπως η ίδια άκουσα και μου επιβεβαιώθηκε, με αποκάλεσε (...) και δήλωσε ότι τα παίρνω από τους αλβανούς και τους πακιστανούς, ταυτόχρονα δε είπε ότι με το ζόρι κρατήθηκε να μην μου δώσει καμιά!!!!...
Επικοινώνησα αμέσως τηλεφωνικά από το κέντρο με τον υπαστυνόμο του Τμήματος Ασφαλείας κ. Κ. και του γνωστοποίησα την πρόθεσή μου να κάνω αναφορά στον εν λόγω αστυνομικό για την πρωτοφανή συμπεριφορά του σε βάρος μου. Σε διπλανό χώρο βέβαια υπήρχαν πολλοί άλλοι αστυνομικοί οι οποίοι προφανώς είδαν την ταραχή μου και άκουσαν αυτά που έλεγα αφού οι χώροι είναι ανοιχτοί και εγώ πλέον μιλούσα έντονα.
Επίσης σας ενημερώνω ότι την επόμενη ημέρα ενημέρωσα και τον κ. Κ. για το αχαρακτήριστο γεγονός. Επειδή είμαι επαγγελματίας δικηγόρος και συνεργάζομαι με την Ασφάλεια Αιγίου περισσότερο από 17 έτη, ουδέποτε δε αντιμετώπισα σε προσωπικό επίπεδο προβλήματα, οτιδήποτε σχετικό αφορούσε ζητήματα εργασίας, όπως άλλωστε είναι και το πρέπον.
Επειδή η εν λόγω Υπηρεσία είναι ευαίσθητη και εγώ είμαι επαγγελματίας, ουδέποτε δημιούργησα προσωπικές σχέσεις θετικές ή αρνητικές με τους συνεργάτες αστυνομικούς, οι οποίοι άλλωστε κατά καιρούς αλλάζουν, σε αντίθεση με τις υποθέσεις και τη συνήγορο υπεράσπισης. Τα όρια δε μεταξύ Αστυνομίας και συνηγόρου για μένα ήταν πάντα διακριτά και σαφώς σεβαστά από την πλευρά μου.
Με την παρούσα σας ενημερώνω και διαμαρτύρομαι έντονα για την εντελώς παράνομη και προσβλητική σε βάρος μου συμπεριφορά. Επειδή εγώ στην Υπηρεσία μπαίνω για να κάνω τη δουλειά μου, αν κάποιος δεν με συμπαθεί για δικούς του λόγους, μου είναι εντελώς αδιάφορο, δεν απαιτώ ούτε προσδοκώ την δημιουργία προσωπικών σχέσεων, αλλά αντίθετα απαιτώ την συνταγματικά κατοχυρωμένη ελεύθερη και ακώλυτη άσκηση των καθηκόντων μου ως επαγγελματία και τον απόλυτο σεβασμό στον ρόλο μου ως συνηγόρου υπερασπίσεως αλλά περαιτέρω και ατομικά.
Επειδή η υπηρεσία δεν είναι "οικογενειακή και φιλική υπόθεση" αλλά έχει το δικό της ρόλο στην κοινωνία και ο συνήγορος υπεράσπισης και πληρεξούσιος δικηγόρος τον δικό του, οφείλουν όλοι σεβασμό σε αλλήλους. Παρακαλώ όπως με δεχθείτε σε ακρόαση για το εν λόγω ζήτημα σε χρόνο που εσείς θα καθορίσετε". Με αφορμή την παραπάνω αναφορά, δυνάμει των υπ' αριθ. ...
και από 24-01-2008 διαταγών του Αστυνομικού Διευθυντή Αχαΐας, διατάχθηκαν σε βάρος του ενάγοντος δύο ΕΔΕ, προκειμένου να εξακριβωθεί η βασιμότητα των καταγγελλομένων και να διαπιστωθεί η τέλεση ή μη πειθαρχικού αδικήματος. Από την έρευνα που διενήργησαν, αρχικά ο Α/Β Π. Α., και στη συνέχεια και ο Α/Υ Τ. Δ., όπως προκύπτει από τις από 14.2.2008 και 27.6.2008 αναφορές τους, καμία επιλήψιμη συμπεριφορά του ενάγοντος δεν διαπιστώθηκε και έτσι η υπόθεση στις 30.6.2008 τέθηκε οριστικά στο αρχείο.
Εν τω μεταξύ ο ενάγων, την 16.4.2008, μετά τον πρώτο αρνητικό σε βάρος του πειθαρχικό έλεγχο, θεωρώντας ότι η εναγομένη με την προαναφερθείσα αναφορά της ανέφερε ψευδώς ενώπιον της προϊσταμένης του αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη και πειθαρχική παράβαση, με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του, επιπλέον δε ισχυρίστηκε ψευδώς ενώπιον τρίτων τα ανωτέρω ψευδή γεγονότα, που ήταν ικανά να βλάψουν την τιμή και υπόληψη του υπέβαλε σε βάρος της την μήνυση, με βάση την οποία ασκήθηκε σε βάρος της ποινική δίωξη για τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης, της ψευδούς αναφοράς στην αρχή και της συκοφαντικής δυσφήμησης.
Ακολούθως διενεργήθηκε προανάκριση και μετά την ολοκλήρωσή της, η υπόθεση εισήχθη στο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αιγίου, που εξέδωσε το υπ' αριθμ. 30/29/7/2009 απαλλακτικό βούλευμα. Κατά του βουλεύματος αυτού ο Αντεισαγγελέας Εφετών Πατρών άσκησε έφεση, επί της οποίας εξεδόθη το υπ' αριθμ. 311/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πατρών, που εκτιμώντας ότι συνέτρεχαν επαρκείς ενδείξεις ενοχής, αφού εξαφάνισε το πρωτόδικο, την παρέπεμψε για να δικαστεί ενώπιον του Εφετείου Πατρών.
Το δικαστήριο αυτό, κατά τις συνεδριάσεις... με την 1839-1840/2013 απόφασή του έκρινε αυτήν ένοχη των ανωτέρω πράξεων που της αποδίδονταν, αναγνωρίζοντάς της το ελαφρυντικό του πρότερου έντιμου βίου και αφού προηγουμένως απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό που είχε νομότυπα υποβάλει περί απαραδέκτου της ποινικής διώξεως, λόγω μη χορηγήσεως στον ενάγοντα από την προϊσταμένη του αρχή, σχετική άδεια, κατ' άρθρο 10 παρ.1 και 2 του Συντάγματος.
Κατά της αποφάσεως αυτής η εναγομένη άσκησε έφεση και εκδόθηκε η υπ' αριθμ.444-444Α/2014 απόφαση του Εφετείου Πατρών, με την οποία έγινε δεκτός ο ανωτέρω ισχυρισμός της και κηρύχθηκε απαράδεκτη η σε βάρος της ασκηθείσα ποινική δίωξη. ... Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι παρόντες στο ανωτέρω περιστατικό ήταν ο αστυφύλακας και αδελφός του ενάγοντος Β.
Ρ., ο αστυνομικός Δ. Γ. και ο Σ. Κ., ένα από τα θύματα των διαπραχθεισών από τον άνω ανήλικο κλοπών, που, όπως αναφέρθηκε, την ώρα εκείνη είχε κληθεί στο αστυνομικό τμήμα προς εξακρίβωση του προσώπου του δράστη της σε βάρος του κλοπής. Άπαντες οι ανωτέρω εξετάστηκαν ενόρκως ως μάρτυρες, τόσο κατά την διενεργηθείσα πειθαρχική προκαταρκτική έρευνα, όσο και κατά την προανάκριση που διεξήχθη με αφορμή τη μήνυση που υπέβαλε ο ενάγων σε βάρος της εναγομένης, μετά την απαλλαγή του από τον πειθαρχικό έλεγχο, αλλά και κατά την επακολουθήσασα ακροαματική διαδικασία ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.
Ειδικότερα: 1) ο Β. Ρ., αστυφύλακας και αδελφός του ενάγοντος, εξεταζόμενος την 9-2-2008 ενώπιον του Α/Β' Π. Α. και του Αστυφύλακα Μ. Ι., κατέθεσε τα εξής: "Είμαι αστυνομικός, φέρω το βαθμό του Αστυφύλακα και υπηρετώ στο τμήμα Ασφαλείας Αιγίου. Την 15-1-2008 και κατά τις ώρες 14-22 ήμουν υπηρεσία μαζί με τον συνάδελφο μου Γ.
Δ. Υπήρχαν πληροφορίες στην υπηρεσία μου για τα χαρακτηριστικά του δράστη κάποιων κλοπών που είχαν γίνει στην περιοχή του Διακόπτου. Εμείς κινηθήκαμε στην περιοχή του Διακόπτου και από πληροφορίες που συλλέξαμε οδηγηθήκαμε πίσω από το λύκειο Διακόπτου, όπου στο δρόμο εντοπίσαμε έναν αλλοδαπό, τα χαρακτηριστικά του οποίου ταίριαζαν με την περιγραφή που είχαμε για το δράστη.
Εκείνος δεν είχε μαζί του έγγραφα ταξιδιωτικά, και για το λόγο αυτό τον φέραμε στην Υπηρεσία. Αργότερα ήρθε στην Υπηρεσία και ο Κ. Σ., ο οποίος δήλωσε παθών κλοπής και πως αναγνωρίζει στο πρόσωπο του προσαγόμενου το δράστη κλοπής δίκυκλου μοτ/του ιδιοκτησίας του. Κατά τη διάρκεια της προανάκρισης και ενώ από τον αξιωματικό υπηρεσίας Ανθ/μο Ρ.
Ν., λαμβανόταν κατάθεση του παθόντα, εμφανίστηκε στον προθάλαμο του γραφείου του Αξ/κου Υπηρεσίας η δικηγόρος Ι. Μ., η οποία και με ρώτησε εάν υπάρχει στην υπηρεσία μου κάποιος αλλοδαπός. Εγώ της απάντησα καταφατικά και την παρακάλεσα να περιμένει έξω για λίγο, καθώς υπήρχε σε εξέλιξη προανάκριση από την υπηρεσία μας.
Αυτή όμως πέρασε από δίπλα μου αγνοώντας αυτό που: της είπα και εισήλθε στο γραφείο του Αξ/κου Υπηρεσίας φωνάζοντας επιδεικτικά "γιατί κρατάτε τον πελάτη μου;". Τότε ο αξ/κος Υπηρεσίας αφού τη ρώτησε πρώτα με ποια ιδιότητα παρίσταται για ποιο λόγο είναι ο τόνος της φωνής της επιθετικός της ζήτησε να περάσει έξω στον προθάλαμο των γραφείων, ώσπου να τελειώσει η διαδικασία.
Εκείνη εκνευρισμένη και κατά τη γνώμη μου για να προκαλέσει εντύπωση άρχισε να φωνάζει λέγοντας "θα σας δείξω αύριο", χωρίς να καταλάβω την εννοούσε με αυτό. Κατόπιν και ο Αξ/κος Υπηρεσίας και ο συνάδερφος μου Γ. Δ. έκλεισε την εξωτερική πόρτα για να μην ακούγονται οι φωνές της. Στο περιστατικό ήταν παρόντες εγώ, ο Αξ/κος Υπηρεσίας, ο Γ.
Δ., ο ανήλικος δράστης της κλοπής και ο πολίτης Κ. Σ., ο οποίος κατέθετε εκείνη τη στιγμή. Δεν άκουσα τον Αξ/κο Υπηρεσίας να εξυβρίζει την κ. Ι. ή να της λέει: "τα παίρνεις από τους Αλβανούς και τους Πακιστανούς Η στιχομυθία των δύο τους ήταν σύντομη και περιλάμβανε αυτά που σας προανέφερα. Θέλω να τονίσω πως το όλο περιστατικό ήταν ήσσονος σημασίας, δεν περίμενα να πάρει τέτοιες διαστάσεις, καθώς το όποιο πρόβλημα το είχε δημιουργήσει η δικηγόρος.
Όταν μια ώρα αργότερα (εγώ έφυγα από την υπηρεσία μου, διαπίστωσα πως η κα Ι. είχε αποχωρήσει από την υπηρεσία. Η στάση όλων μας ήταν πολύ ελαστική, καθώς λάβαμε υπόψη την ιδιότητά της και δεν θελήσαμε να δώσουμε συνέχεια στο πρόβλημα που η ίδια είχε δημιουργήσει". Τα ίδια ο ανωτέρω μάρτυρας επανέλαβε και την 12-5-2008, όταν κατέθεσε ενώπιον της Πταισματοδίκου Αιγιαλείας Γ.
Σ., αλλά και κατά τη συνεδρίαση της 1-12-2013 στο Τριμελές Εφετείο Πατρών, όπου συμπληρωματικά κατέθεσε: "... Δεν θυμάμαι να τηλεφώνησε κάποιος από τους γονείς του κατηγορούμενου κατά το χρόνο που λάμβανε χώρα το περιστατικό αυτό. Μάλιστα όταν τελείωσε ο θείος του νεαρού μας ζήτησε και συγγνώμη για την ταλαιπωρία, όπως και ο πατέρας του παιδιού αργότερα.
Είναι ψευδές και ανακριβές ότι είπε ο Αξιωματικός Υπηρεσίας στην κατηγορουμένη ότι "τα παίρνεις από αλβανούς και πακιστανούς". Την άλλη ημέρα έγραφε προσβλητικά για τον αδελφό μου η τοπική εφημερίδα, το γεγονός που είχε δώσει η κατηγορουμένη σε δημοσιογράφο. Έκανε αναφορά η κατηγορουμένη στην Υπηρεσία, έγιναν δύο ΕΔΕ και μπήκαν στο αρχείο.
Είναι ψευδές ότι την κατηγορουμένη την έσπρωξε ο Αξιωματικός Υπηρεσίας, αντίθετα κράτησε τον τύπο απέναντι στην κατηγορουμένη. Η κατηγορουμένη στην προσπάθειά της να μπει στο γραφείο του Αξιωματικού Υπηρεσίας με έσπρωξε με τα δύο της χέρια", 2) ο Δ. Γ., ήδη συνταξιούχος αστυνομικός, εξεταζόμενος την 11-2-2008 ενώπιον του Α/Β Α.
Π. και του Ανθυπαστυνόμου Κ. Κ., κατέθεσε τα ακόλουθα: Είμαι αρχιφύλακας και υπηρετώ στο τμήμα ασφάλειας Αιγίου. Την 15-1- 2008 ήμουν υπηρεσία μαζί με τον συνάδελφο μου Ρ. Β. εποχούμενη περιπολία κατά τις ώρες 14-22. από τον αξιωματικό υπηρεσίας μας δόθηκε η εντολή να αναζητήσουμε έναν νεαρό αλλοδαπό, κοντό, ξανθό, που διέμενε στο ...
και υπήρχαν πληροφορίες πως ήταν δράστης διαφόρων κλοπών που είχαν γίνει στην περιοχή μας. Κινηθήκαμε στην περιοχή του Διακόπτου και εντοπίσαμε έναν νεαρό αλλοδαπό τα χαρακτηριστικά του οποίου ταίριαζαν με αυτά που μας είχε δώσει ο Αξιωματικός Υπηρεσίας. Ο νεαρός δεν είχε μαζί του διαβατήριο ή άλλα ταξιδιωτικά έγγραφα.
Στο σημείο που εντοπίσαμε το νεαρό βρισκόταν και κάποιος άλλος αλλοδαπός ο οποίος δήλωσε θείος του νεαρού. Εμείς του ζητήσαμε να προσκομίσει στην υπηρεσία μας τα ταξιδιωτικά έγγραφα του νεαρού και προχωρήσαμε στην προσαγωγή του νεαρού στην υπηρεσία μας. Από τον Αξ/κο Υπηρεσίας Ανθ/μο Ρ. Ν. ενημερώθηκε τηλεφωνικά και προσήλθε στην υπηρεσία μας κάποιος πολίτης ο οποίος στο παρελθόν ήταν θύμα κλοπής.
Ο Αξ/κος Υπηρεσίας είχε στο γραφείο του τον νεαρό που προσαγάγαμε, τον πολίτη που είχε προσέλθει στην Υπηρεσία μας και έχοντας κλειστή την πόρτα του γραφείου του διενεργούσε προανάκριση για τις κλοπές. Εγώ μαζί με τον συνάδελφο μου Ρ. Β. ήμουν στον προθάλαμο του γραφείου του Αξ/κου Υπηρεσίας. Κάποια στιγμή ήλθε στο σημείο η δικηγόρος κα Ι.
Μ., η οποία ρώτησε αν είχαμε συλλάβει κάποιον ανήλικο Αλβανό. Τότε ο συνάδελφος μου Ρ. Β. την ενημέρωσε πως δεν είχαμε συλλάβει κανέναν, πως ο Αξ/κος Υπηρεσίας διενεργούσε προανάκριση για κάποιες κλοπές, και πως θα έπρεπε να περιμένει ώσπου να τελειώσει η διαδικασία. Επρόκειτο μέχρι στιγμής για προσαγωγή.
Εκείνη αγνόησε τον συνάδελφο, άνοιξε την πόρτα και εισήλθε στο γραφείο του Αξ/κου Υπηρεσίας. Τότε ο Αξ/κος Υπηρεσίας τη ρώτησε: "τι θέλετε"; Και της υπόδειξε το χώρο όπου θα έπρεπε να περιμένει. Η δικηγόρος φώναζε πως δεν έχουμε δικαίωμα να κρατάμε τον ανήλικο. Τότε ο Αξ/κος της δήλωσε πως ο νεαρός δεν ήταν κρατούμενος και της είπε πως όταν τελείωνε θα της επέτρεπε να περάσει στο γραφείο.
Τότε αυτή έφυγε και κλείσαμε την πόρτα προκειμένου να ολοκληρωθεί η διαδικασία από τον Αξ/κο Υπηρεσίας. Εγώ όταν σχόλασα κατέβηκα στο ισόγειο, δεν είδα την κα Ι., καθώς προφανώς είχε αποχωρήσει. Δεν διαπίστωσα κάποια ανάρμοστη συμπεριφορά εκ μέρους του Ανθ/μου Ρ., ο συνολικός χρόνος της συνομιλίας των δυο τους διήρκεσε λιγότερο από ένα λεπτό και δεν υπέπεσε τίποτα το μεμπτό στην αντίληψή μου".
Επίσης, ο ίδιος μάρτυρας, εξεταζόμενος την 7-5-2008 ενώπιον της Πταισματοδίκου Γ. Σ., κατέθεσε επιπρόσθετα τα εξής: "την ώρα που υποτίθεται ότι συνέβησαν όσα αναφέρει η κα Ι. στην αναφορά της, εγώ ήμουν έξω από το γραφείο του Αξιωματικού Υπηρεσίας, που την ημέρα εκείνη ήταν ο μηνυτής, μαζί με τον συνάδελφο Ρ. Β..
Ήρθε η μηνυόμενη κάποια στιγμή και απευθύνθηκε σ' εμάς για να ενημερωθεί για τον νεαρό, ο οποίος είχε προσαχθεί για εξακρίβωσή κάποιων γεγονότων και ότι τη στιγμή εκείνη βρισκόταν στο γραφείου του Αξιωματικού Υπηρεσίας, και θα μπορούσε αφού θα τελείωνε ο Αξιωματικός Υπηρεσίας μαζί του, να τον δει. Εκείνη αδιαφορώντας για τα όσα της είπε ο συνάδελφος, μπήκε μέσα στο γραφείο του αξιωματικού Υπηρεσίας σπρώχνοντας τον συνάδελφο Ρ.
Β.. Ο μηνυτής ευγενικά της εξήγησε, αφού πρώτα την ρώτησε τι θέλει, ότι θα έπρεπε να περιμένει στον χώρο που ήταν εκτός του γραφείου. Δεν της είπε τίποτα απ' όσα η μηνυόμενη αναφέρει στην αναφορά της, ούτε της μίλησε προσβλητικά ή υποτιμητικά, ούτε φυσικά την έσπρωξε, γιατί αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, θα έβλεπα και θα άκουγα γιατί ήμουν ακριβώς όπως προανέφερα έξω από το γραφείο του Αξιωματικού Υπηρεσίας.
Αντίθετα της είπε επί λέξει "Σας παρακαλώ περάστε έξω, γίνεται μία εξακρίβωσή, και όταν τελειώσω θα σας φωνάξω να περάσετε στο γραφείο". Η άποψή μου είναι ότι η μηνυόμενη υπέβαλε την αναφορά σε βάρος του μηνυτή, επειδή δεν της επετράπη να μπει μέσα στο γραφείο και να παραμείνει κατά τη διάρκεια της προανάκρισης που έκανε ο μηνυτής.
Συμπληρωματικά θα ήθελα να πω ότι δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια αυτό που αναφέρει η μηνυόμενη στην αναφορά της, ότι δήθεν εγώ συνόδευσα τον ανήλικο στην τουαλέτα, και όταν συνέβη αυτό προσπάθησε η μηνυόμενη να δει τι συμβαίνει ρωτώντας τον ανήλικο. Εγώ δεν οδήγησα το νεαρό στην τουαλέτα, ούτε αντιλήφθηκα να γίνει αυτό από κάποιον άλλο συνάδελφο, ούτε μίλησα καθόλου μαζί της".
Τα ίδια κατέθεσε ο ανωτέρω μάρτυρας εξεταζόμενος ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, 3) ο Σ. Κ., εξεταζόμενος την 11 -2-2008 ενώπιον του Α/Β Α. Π. και του Ανθυπαστυνόμου Κ. Κ., κατέθεσε τα εξής: " Περί τα τέλη του μηνός Νοεμβρίου του έτους 2007 μου είχαν κλέψει το υπ' αριθ ... δίκυκλο μοτοποδήλατο έξω από το μαγαζί που εργαζόμουν.
Εγώ μαζί με τον αδερφό μου κάναμε βόλτες μέσα στο Αίγιο μήπως και βρούμε το μοτ/το παρατημένο. Κάποια στιγμή είδα το μοτ/το μου να το οδηγεί ένας νεαρός μικρού αναστήματος, ξανθός, πλην όμως επειδή μας κατάλαβε κατάφερε να διαφύγει και να αφήσει το μοτ/το. Επειδή ενώ το βρήκα, δεν έκανα μήνυση κατά του αγνώστου δράστη.
Την 15-1-2008 ειδοποιήθηκα από την Ασφάλεια Αιγίου να μεταβώ στην Υπηρεσία και να δω έναν νεαρό που είχε προσαχθεί εκεί και τα χαρακτηριστικά του οποίου ταίριαζαν με αυτά του δράστη της δικιάς μου κλοπής. Όταν πήγα στην ασφάλεια αναγνώρισα στο πρόσωπο του νεαρού που ήταν εκεί τον δράστη που είχε κλέψει το δικό μου μοτ/το.
Τότε ο Αξ/κος Υπηρεσίας άρχισε να μου παίρνει κατάθεση, έχοντας την πόρτα του γραφείου του Αξ/κου Υπηρεσίας κλειστή. Τότε ξαφνικά η πόρτα του γραφείου άνοιξε και εισέβαλε μέσα μία κυρία η οποία δήλωσε ότι ήταν δικηγόρος τού νεαρού και φώναζε διαμαρτυρόμενη για την παρουσία του νεαρού στο σημείο. Τότε ο Αξ/κος Υπηρεσίας της είπε πως διενεργείτο η εξέτασή μου και την παρακάλεσε να περιμένει έξω από το γραφείο στον προθάλαμο ώσπου να τελειώσει η εξέτασή μου.
Εκείνη συνέχισε να φωνάζει και κάποιος αστυνομικός που ήταν στο σημείο πλην του Αξ/κου Υπηρεσίας έκλεισε την εξωτερική πόρτα και εγώ ολοκλήρωσα την κατάθεσή μου. Θέλω να τονίσω πως ενώ η πόρτα ήταν κλειστή οι φωνές της δικηγόρου ακούγονταν παρότι εκείνη κατέβηκε τις σκάλες. Δεν υπέπεσε στην, αντίληψή μου κάποια ανάρμοστη συμπεριφορά από την πλευρά του Αξ/κου Υπηρεσίας ή κάποιου άλλου αστυνομικού που ήταν στο σημείο.
Όλοι οι αστυνομικοί ήταν ευγενικοί και της υπέδειξαν που θα έπρεπε να περιμένει μέχρι να τελειώσει η κατάθεσή μου. Δεν άκουσα κάποιο αστυνομικό να εξυβρίζει ή να λέει προσβλητικές ή υποτιμητικές φράσεις στη δικηγόρο. Όταν τελείωσα την κατάθεσή μου εγώ έφυγα και η δικηγόρος βρισκόταν στη σκοπιά του κτιρίου της αστυνομίας σε έξαλλη κατάσταση φωνάζοντας "δεν θα το αφήσω έτσι αυτό".
Κλείνοντας θέλω να τονίσω πως η συνομιλία της δικηγόρου με τους αστυνομικούς διήρκεσε λιγότερο από ένα λεπτό". Τα αυτά κατέθεσε ο ανωτέρω μάρτυρας εξεταζόμενος την 7-5-2008 και ενώπιον της Πταισματοδίκου Γ. Σ., αλλά και ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, προσθέτοντας μάλιστα εμφαντικά ότι ο βίαιος τρόπος που αντέδρασε η εναγομένη όταν εισέβαλε στο γραφείο του Αξιωματικού Υπηρεσίας, του δημιούργησε την εντύπωση ότι δεν ήταν δικηγόρος.
Τέλος, από τους λοιπούς εξετασθέντες μάρτυρες, οι μεν γονείς του ανηλίκου δεν ήταν παρόντες, για να επιβεβαιώσουν ή διαψεύσουν τα ανωτέρω, καθώς, όπως προαναφέρθηκε, ταξίδευαν εκείνη την ώρα για την Αλβανία, ο δε δικηγόρος Ι. Σ. κατηγορηματικά κατέθεσε ότι "όσον αφορά την υπόθεση της κας Ι. δεν γνωρίζω να καταθέσω κάποιο πραγματικό περιστατικό, διότι δεν ήμουν παρών".
Από τις ανωτέρω σαφείς και κατηγορηματικές καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων, αστυνομικών, αλλά και από την κατάθεση του μη έχοντος οποιοδήποτε έννομο συμφέρον από την έκβαση της δίκης αυτής μάρτυρος Σ. Κ., συνάγονται τα ακόλουθα: Κατά το χρόνο που ο ανωτέρω ανήλικος βρισκόταν στο γραφείο του ενάγοντος, ο οποίος την ημέρα εκείνη έφερε την ιδιότητα του Αξιωματικού Υπηρεσίας, και διερευνάτο η συμμετοχή του στις ανωτέρω πράξεις δεν αποδείχθηκε ότι υπήρξε οποιαδήποτε τηλεφωνική επαφή των γονέων του ανήλικου με τον Ανθυπαστυνόμο Ν.
Ρ., ο οποίος δεν αναφέρθηκε στο πρόσωπο της εναγομένης και μάλιστα με υποτιμητικό τρόπο και δεν τους είπε όπως αναληθώς διέλαβε η τελευταία στην ένδικη αναφορά της " Γιατί αυτήν; Τι την θέλετε αυτήν;" Και δεν τους έκλεισε στη συνέχεια το τηλέφωνο. Οι τελευταίοι, αν και είχαν κληθεί ως μάρτυρες, δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο, για να καταθέσουν και να επιβεβαιώσουν ή να διαψεύσουν το εν λόγω περιστατικό, το οποίο οι υπόλοιποι εξετασθέντες μάρτυρες που ήταν αυτόπτες μάρτυρες αρνούνται ότι έλαβε χώρα.
Καθόν χρόνο δε ο ανήλικος βρισκόταν στο γραφείο του Αξιωματικού Υπηρεσίας στο οποίο παρέμενε και ο μάρτυρας Σ. Κ., η εναγομένη, ευρισκόμενη σε κατάσταση έντονου εκνευρισμού, εισήλθε στο γραφείο του Αξιωματικού Υπηρεσίας και άρχισε να διαμαρτύρεται. Τότε ο Ν. Ρ. της εξήγησε σε ήρεμο τόνο ότι έπρεπε να περιμένει έξω από το γραφείο στον ειδικό χώρο επισκέψεων, μέχρις ότου εξακριβωθούν τα στοιχεία της ταυτότητάς του και εφόσον δεν προέκυπτε ότι υπήρχε κάτι εις βάρος του θα αναχωρούσε μαζί με τους συγγενείς του (θείου του), οι οποίοι τον ανέμεναν σε διπλανή καφετερία.
Ο ενάγων δεν αποδείχθηκε από οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο ότι της συμπεριφέρθηκε κατά προσβλητικό τρόπο και της έκλεισε την πόρτα και πολύ περισσότερο ότι εκμεταλλευόμενος την υπέρτερη σωματική του δύναμη την παρέσυρε έξω από την πόρτα και της είπε "και ποια είσαι και τι νομίζεις ότι είσαι, και τι έγινε που είσαι δικηγόρος και άλλα πολλά".
Αλλά ούτε και δήλωσε ότι "τα παίρνει από Αλβανούς και Πακιστανούς" και τους είπε ότι "με το ζόρι κρατήθηκε να μην της δώσει καμία...". Τα ανωτέρω, τα οποία ανέφερε η ίδια και στην απολογία της, δεν επιβεβαιώθηκαν από οποιονδήποτε από τους εξετασθέντες αυτόπτες μάρτυρες, οι οποίοι κατέθεσαν ότι η κατηγορουμένη αναχώρησε από το Αστυνομικό Τμήμα φωνάζοντας και απειλώντας τους αστυνομικούς "θα σας δείξω εγω".
Μάλιστα ο μάρτυρας Σ. Κ. κατέθεσε χαρακτηριστικά ότι από όλη τη συμπεριφορά της κατηγορουμένης δεν κατάλαβε ότι είναι δικηγόρος. Τέλος δεν αποδείχθηκε ότι ο ανήλικος κατά το χρόνο παραμονής της κατηγορουμένης στο Τμήμα Ασφαλείας οδηγήθηκε από τον Αστυνομικό Δ. Γ. στην τουαλέτα και όταν αυτή τον προσέγγισε προσπαθώντας να μάθει τι συμβαίνει ο ανωτέρω αστυνομικός τον απομάκρυνε πριν προλάβει να του μιλήσει.
Το ανωτέρω περιστατικό διαψεύδει με κατηγορηματικό τρόπο ο ανωτέρω αστυνομικός που εξετάσθηκε ως μάρτυρας και δεν επιβεβαιώνεται από οποιονδήποτε από τους λοιπούς μάρτυρες! Συνεπώς, τα ανωτέρω όπως διαλήφθησαν στην έγγραφη αναφορά της για τον ενάγοντα ήταν ψευδή, η δε εναγομένη τελούσε εν γνώσει της αναλήθειας τους και παρόλα αυτά αναφέρθηκε ψευδώς στον Γενικό Αστυνομικό Διευθυντή Αχαΐας για τον ενάγοντα, τον οποίο και κατεμήνυσε, επιδιώκοντας την πειθαρχική του δίωξη, ενώ συγχρόνως όσα ψευδή γεγονότα ισχυρίστηκε ενώπιον του ανωτέρω τρίτου για τον ενάγοντα, μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή του.
Ως εκ τούτου, επειδή με τον προαναφερθέντα τρόπο προσβλήθηκε η προσωπικότητα του ενάγοντος, έχει αυτός έναντι της εναγομένης, αφενός αξίωση για παράλειψη της προσβολής αυτής στο μέλλον και ταυτόχρονα και αξίωση χρηματικής ικανοποίησης λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη. Ο ισχυρισμός της εναγόμενης ότι υποβάλλοντας την ως άνω αναφορά της στην προϊσταμένη αρχή του εναγομένου, ενήργησε προς διαφύλαξη του νόμιμου δικαιώματος της να αναφέρεται στις αρχές, όπως προβλέπεται από το άρθρο 10 του Σ, γεγονός που αίρει τον τυχόν άδικο χαρακτήρα της πράξης της, προβάλλεται αλυσιτελώς και ως εκ τούτου, κρίνεται απορριπτέος, αφού οι διατάξεις του άρθρου 367 § 1 εδ.
γ' και δ' του Π.Κ., σύμφωνα με την παράγραφο 2 εδαφ. α' του ίδιου άρθρου, εφαρμόζονται μόνο επί απλής και όχι επί συκοφαντικής δυσφημήσεως... Στην προκειμένη περίπτωση, το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη το είδος της γενόμενης προσβολής, την έκταση της βλάβης του ενάγοντος, τις συνθήκες τελέσεως της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος της εναγομένης, την περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση των μερών, αφ' ενός μεν του ενάγοντος, ο οποίος είναι αξιωματικός της αστυνομίας, αφετέρου δε της εναγομένης, η οποία είναι δικηγόρος του δικηγορικού συλλόγου Αιγίου...
χωρίς εμφανή περιουσιακά στοιχεία, κρίνει ότι το εύλογο ποσό για τη χρηματική του ικανοποίηση ανέρχεται στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ". Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δικάζοντας ερήμην της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας την έφεση κατά το μέρος που αφορά την από 20.11.2009 αγωγή της ίδιας, απορρίπτει την έφεση κατά το μέρος αυτό και αφού δικάζει κατ'αντιμωλία των διαδίκων την έφεση κατά το μέρος που αφορά την από 7.10.2010 αγωγή του ενάγοντος και ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου, δέχεται τυπικά και ουσιαστικά την έφεση κατά το μέρος αυτό, εξαφανίζει την προσβαλλόμενη απόφαση και αφού δίκασε επί της αγωγής, υποχρεώνει την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα να καταβάλλει το ποσό των 3.000 ευρώ νομιμότοκα από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής, απαγορεύει σ' αυτή να προσβάλλει στο μέλλον την προσωπικότητα του ενάγοντος και ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου με ανακοινώσεις του ίδιου ή αναλόγου περιεχομένου προς αυτή που αναφέρεται στο σκεπτικό της απόφασης και απειλεί σε βάρος της χρηματική ποινή και προσωπική κράτηση.
Με τον τρίτο και κατά ένα μέρος τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, οι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, με την αιτίαση, ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του κακώς επεδίκασε το ποσό των 3.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης του ενάγοντος-πρώτου αναιρεσιβλήτου, ενώ δεν έπρεπε να επιδικάσει κάποιο ποσό, για την ως άνω αιτία.
Έτσι κρίνοντας το Εφετείο και δεχόμενο κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ότι οι διαλαμβανόμενοι ισχυρισμοί στην έγγραφη αναφορά ήσαν ψευδείς εν γνώσει της αναιρεσείουσας, ορθά εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 57-59, 914, 919, 932ΑΚ,362 και 363 ΠΚ, καθόσον τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη κρίση του πληρούν το εννοιολογικό των παραπάνω διατάξεων και δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου367 ΚΠολΔ που είχε προτείνει η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ως ένσταση περί άρσης του αδίκου της πράξης της, καθόσον σύμφωνα με τη ρητή διάταξη της παρ. 2α του άρθρου 367 ΠΚ η παρ. 1 αυτού, που ορίζει τις περιπτώσεις που αίρεται το άδικο της πράξης, δεν εφαρμόζεται όταν οι κρίσεις και οι εκδηλώσεις δεν περιέχουν τα συστατικά στοιχεία του άρθρου 363 ΠΚ.
Επομένως ο σχετικός λόγος κατά το αντίστοιχο σκέλος του απορριπτέος κρίνεται ως αβάσιμος. Περαιτέρω, στις πραγματικές παραδοχές του διέλαβε εμπεριστατωμένη και σαφή αιτιολογία χωρίς κενά και αντιφάσεις. Επομένως η εκτίμηση των αποδείξεων, που έγινε από το δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν υπόκειται στον έλεγχο του Ακυρωτικού (άρθρ.561 παρ.1 ΚΠολΔ) και συνεπώς ο Άρειος Πάγος δεν δικαιούται, ελέγχοντας το περιεχόμενο των διαδικαστικών εγγράφων, να προβεί σε επανεκτίμηση των αποδείξεων.
Επομένως ο τρίτος και ο τέταρτος κατά ένα μέρος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι δέχτηκε κατά ένα μέρος την αγωγή του πρώτου αναιρεσιβλήτου κατά κακή εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Κατά το σκέλος που αποδίδεται πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη απόφαση από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος, διότι δεν αναφέρει σε ποιο έγγραφο έγινε παραμόρφωση από το Εφετείο και σε τι συνίσταται η παραμόρφωση, δηλαδή το αναγνωστικό λάθος του εγγράφου.
Ο τέταρτος λόγος κατά το σκέλος που αναφέρεται στην ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος ως προς το αιτούμενο ποσό των 80.000 ευρώ, 4ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης εκ μέρους του ενάγοντος και ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου, στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, αφού ο σχετικός ισχυρισμός, δεν εκθέτει η αναιρεσείουσα ότι προβλήθηκε στο Εφετείο, το οποίο στην προσβαλλόμενη απόφαση του δεν έχει σκέψεις και παραδοχές, πέραν του ότι το επιδικασθέν ποσό ανέρχεται σε 3.000 και όχι 80.000 ευρώ.
Σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ. 1 του Συντάγματος, "καθένας ή πολλοί μαζί έχουν το δικαίωμα, τηρώντας τους νόμους του κράτους, να αναφέρεται εγγράφως στις αρχές, οι οποίες είναι υποχρεωμένες να ενεργούν σύντομα κατά τις κείμενες διατάξεις και να απαντούν αιτιολογημένα σε εκείνον που υπέβαλε την αναφορά, σύμφωνα με το νόμο".
Κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, "μόνο μετά την κοινοποίηση της τελικής απόφασης της αρχής στην οποία απευθύνεται η αναφορά και με την άδειά της επιτρέπεται η δίωξη εκείνου που την υπέβαλε για παραβάσεις που τυχόν υπάρχουν σ' αυτή". Εξάλλου, κατά την παρ. 1 του άρθρου 2 του ΝΔ 796/1971, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 7 του από 18.01.1975 Δ' ψηφίσματος της Ε' Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων και στη συνέχεια με το άρθρο 112 παρ. 1 του Συντάγματος του 1968, που είχε παρόμοια διατύπωση με αυτή του προαναφερόμενου άρθρου 10 του ισχύοντος Συντάγματος του 1975, θεωρείται το έγγραφο, το οποίο διαλαμβάνει αιτιάσεις κατά ενέργειας η παράλειψης κάποιας αρχής ή οργάνου της, εκτός από εκείνες που αφορούν κυβερνητικές πράξεις, και το οποίο περιέχει αμέσως η εμμέσως αίτηση για επανόρθωση ή αποτροπή ηθικής ή υλικής βλάβης.
Κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, δεν θεωρείται οπωσδήποτε αναφορά: α) αίτηση για παροχή απλών πληροφοριών, β) ένδικο μέσο ή δικαστική πράξη ενώπιον κάθε δικαστηρίου και γ) ενδικοφανής προσφυγή, προβλεπόμενη από το νόμο. Τέλος, κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 3 του ίδιου ΝΔ 796/1971, η αναφορά απευθύνεται στην αρμόδια αρχή ή στην προϊσταμένη της αρχή ή σ' αυτή που την εποπτεύει.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών, συνάγεται ότι τότε μόνο ορισμένο έγγραφο έχει το χαρακτήρα της αναφοράς ώστε η ποινική δίωξη εκείνου που την υποβάλλει να υπόκειται στις προϋποθέσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 10 του Συντάγματος, όταν: α) περιλαμβάνει αιτιάσεις κατά ενέργειας ή παράλειψης κάποιας αρχής ή οργάνου της, β) περιέχει συγχρόνως, αμέσως ή εμμέσως, αίτημα για επανόρθωση ή αποτροπή ηθικής ή υλικής βλάβης και γ) απευθύνεται σε αρχή, η οποία ασκεί διοικητική εξουσία και είναι από το νόμο αρμόδια και υπόχρεη να επανορθώσει ή να αποτρέψει επιζήμιες συνέπειες, που επήλθαν από την ενέργεια ή την παράλειψη.
Η αναφορά λαμβάνει την μορφή μήνυσης, οπότε δεν απαιτείται να τηρηθούν οι ως άνω προϋποθέσεις για την άσκηση της ποινικής δίωξης, όταν κοινοποιηθεί και στον αρμόδιο εισαγγελέα πλημμελειοδικών. Αν παρά το γεγονός ότι συντρέχουν οι παραπάνω προϋποθέσεις, ότι, δηλαδή, πρόκειται για αναφορά κατά την έννοια των διατάξεων που προαναφέρθηκαν, ασκήθηκε κατά του υποβαλόντος την αναφορά ποινική δίωξη, χωρίς να έχει δοθεί σχετική άδεια της αρχής προς την οποία απευθύνθηκε, η ποινική δίωξη πρέπει αυτή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 41, 54 και 370 εδ.
γ' του ΚΠοινΔ να κηρυχθεί απαράδεκτη (ΑΠ 650/2015, ΑΠ 296/2014, ΑΠ 370/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο ως προς το πρώτο σκέλος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατ'επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολ.Δ, μέμφεται το Εφετείο για εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 10 του Σ. διότι, όπως για την άσκηση ποινικής δίωξης απαιτείται η χορήγηση στον ενάγοντα, σχετικής άδειας από την προϊσταμένη του αρχή, θα έπρεπε για το παραδεκτό της άσκησης της ταυτόσημης αστικής του αξίωσης να απαιτείται η χορήγηση της άδειας αυτής.
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε τα ακόλουθα: "... Δοθέντων των ανωτέρω, ακόμη και ήθελε θεωρηθεί ότι η υποβληθείσα από την εναγομένη από 18.01.2008 αναφορά της προς τον Γενικό Αστυνομικό Διευθυντή Αχαΐας έχει τα στοιχεία της προβλεπόμενης από το άρθρο 10 παρ. 2 του Συντάγματος αναφοράς, ήτοι α) περιλαμβάνει αιτιάσεις κατά ενέργειας ή παράλειψης κάποιας αρχής ή οργάνου της, β) περιέχει συγχρόνως, αμέσως ή εμμέσως, αίτημα για επανόρθωση ή αποτροπή ηθικής ή υλικής βλάβης και γ) απευθύνεται σε αρχή, η οποία ασκεί διοικητική εξουσία και είναι από το νόμο αρμόδια και υπόχρεη να επανορθώσει ή να αποτρέψει επιζήμιες συνέπειες που επήλθαν από την ενέργεια ή παράλειψη, όπως έκρινε το Πενταμελές Εφετείο Πατρών, δεν γεννά υποχρέωση του θιγόμενου από την αναφορά αυτή υπαλλήλου να εφοδιαστεί με άδεια της αρχής του, προκειμένου να ασκήσει την αστική του αξίωση.
Τούτο συνάγεται, αφενός από την ίδια τη διατύπωση του νόμου, όπου την ανωτέρω δικονομική προϋπόθεση την επιφυλάσσει μόνο για την άσκηση ποινικής ή πειθαρχικής αγωγής και αφετέρου από την ίδια τη δικαιολογητική της βάση, καθώς σκοπός της θέσπισής της ήταν η εξασφάλιση της ελεύθερης άσκησης του δικαιώματος της αναφοράς, που θα παρεμποδιζόταν σε μεγάλο βαθμό, αν η κρατική αρχή, με το πρόσχημα δήθεν ποινικών παραβάσεων στην αναφορά, ενεργούσε για τη δίωξη του υποβάλλοντος την αναφορά, προτού αποφασίσει για τα περιλαμβανόμενα σ' αυτή και υπεκφεύγοντας με τον τρόπο αυτό από τις υποχρεώσεις και ευθύνες της".
Έτσι, κρίνοντας το Εφετείο, ορθά το νόμο εφάρμοσε διότι δεν τίθεται από κάποια διάταξη του ν.δ/τος 796/1971, ως δικονομική προϋπόθεση άσκησης της αγωγής από πρόσωπο που έχει την ιδιότητα του αστυνομικού η προηγούμενη άδεια της αρμόδιας αρχής και κατά συνέπεια ο δεύτερος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του απορριπτέος κρίνεται ως αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, κατά δε το άρθρο 562 παρ. 3 του ως άνω κώδικα κανείς δεν μπορεί να δημιουργήσει λόγο αναίρεσης από δικές του πράξεις ή από παραλείψεις προσώπων που ενεργούν στο όνομά του εκτός αν πρόκειται για λόγους που αφορούν τη δημόσια τάξη. Τέλος, το άρθρο 227 ΚΠολΔ ορίζει ότι: "1. αν υπάρχουν τυπικές παραλείψεις που μπορούν να αναπληρωθούν, ο πρόεδρος οποιουδήποτε πολυμελούς δικαστηρίου ή ο εισηγητής ή ο δικαστής μονομελούς δικαστηρίου καλεί να τις συμπληρώσει και μετά τη συζήτηση τον πληρεξούσιο δικηγόρο ή διάδικο, εφόσον παρίσταται αυτοπροσώπως, τάσσοντας εύλογη κατά την κρίση του προθεσμία. 2. η πρόσκληση γίνεται τηλεφωνικώς, ο δε γραμματέας βεβαιώνει με σημείωση στο εσωτερικό του φακέλου το χρόνο ειδοποιήσεως, τα ζητούμενα στοιχεία και την προθεσμία".
Εν προκειμένω, η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη, παραβίαση από το Εφετείο της διατάξεως του άρθρου 227 ΚΠολΔ για παράλειψη του καθήκοντος του, στα πλαίσια της καθοδηγητικής του διαδίκου λειτουργίας του, να καλέσει την εκκαλούσα αναιρεσείουσα ή τους πληρεξουσίους δικηγόρους της να προσκομίσει δικαστικό ένσημο. Έτσι, η παράλειψη του δικαστηρίου να καλέσει το διάδικο για τη συμπλήρωση των τυπικών ελλείψεων, και δη να καταβάλει το δικαστικό ένσημο και κήρυξη εξ αυτού του λόγου απαραδέκτου, δεν ιδρύει τον αναιρετικό απ' το άρθρο 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού κανείς δεν μπορεί να δημιουργήσει λόγο αναίρεσης από δικές του πράξεις ή από παραλείψεις προσώπων που ενεργούν στο όνομά του και δεν αφορούν τη δημόσια τάξη, αλλά μόνο ως λόγο έφεσης μπορεί να την επικαλεστεί ο διάδικος (ΑΠ 1526/2001, ΑΠ 1892/2006). Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής ένστασης η αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ ΑΠ 3/1997, Ολ ΑΠ 12/2000 και Ολ ΑΠ 25/2003).
Πράγματα, επίσης, κατά την αμέσως επίσης διάταξη, αποτελούν και οι λόγοι έφεσης, που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 2024/2009,ΑΠ 1497/2018). Δεν αποτελούν πράγματα και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη, οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Εξ άλλου δεν θεμελιώνεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων από αυτά που τον συγκροτούν (ΑΠ 1506/2013).
Στην προκείμενη περίπτωση με το δεύτερο, κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγο αναίρεσης, προβάλλεται αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη ισχυρισμό της αναιρεσείουσας που προτάθηκε και έχει ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όπως δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν (άρθρ.559 αριθ.8 και 11 ΚΠολΔ) και συγκεκριμένα την υπ' αριθ.444-444Α/2014 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η εις βάρος της ασκηθείσα ποινική δίωξη. Περαιτέρω το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε τα ακόλουθα: "...
Συνεπώς, τα ανωτέρω όπως διελήφθησαν στην έγγραφη αναφορά της για τον ενάγοντα ήταν ψευδή, η δε εναγομένη τελούσε εν γνώσει της αναλήθειας τους και παρόλα αυτά αναφέρθηκε ψευδώς στον Γενικό Αστυνομικό Διευθυντή Αχαΐας για τον ενάγοντα, τον οποίο και καταμήνυσε, επιδιώκοντας την πειθαρχική του δίωξη, ενώ συγχρόνως όσα ψευδή γεγονότα ισχυρίστηκε ενώπιον του ανωτέρω τρίτου για τον ενάγοντα, μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή του.
Ως εκ τούτου, επειδή με τον προαναφερθέντα τρόπο προσβλήθηκε η προσωπικότητα του ενάγοντος, έχει αυτός έναντι της εναγομένης, αφενός αξίωση για παράλειψη της προσβολής αυτής στο μέλλον και ταυτόχρονα και αξίωση χρηματικής ικανοποίησης λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη. Ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι υποβάλλοντας την ως άνω αναφορά της στην προϊσταμένη αρχή του εναγομένου, ενήργησε προς διαφύλαξη του νόμιμου δικαιώματος της να αναφέρεται στις αρχές, όπως προβλέπεται από το άρθρο 10 του Συντάγματος, γεγονός που αίρει τον τυχόν άδικο χαρακτήρα της πράξης της, προβάλλεται αλυσιτελώς και ως εκ τούτου, κρίνεται απορριπτέος, αφού οι διατάξεις του άρθρου 367 παρ. 1 εδ.
γ' και δ' του ΠΚ, σύμφωνα με την παράγραφο 2 εδ. α του ίδιου άρθρου, εφαρμόζονται μόνο επί απλής και όχι επί συκοφαντικής δυσφημήσεως, όπως εν προκειμένω...". Ο λόγος αυτός αναίρεσης, απορριπτέος κρίνεται, καθόσον το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα, αφού προηγουμένως, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, ερεύνησε τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, περί δικαιολογημένου ενδιαφέροντος αυτής στην υποβολή της από 18.1.2008 αναφοράς της, ενώ έλαβε υπ' όψη και την απόφαση την οποία άλλωστε ρητώς αναφέρει.
Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 73 παρ. 2, 4 και 5 του Εισ.Ν. ΚΠολΔ που ορίζουν αντιστοίχως ότι αγωγή κακοδικίας κατά δικηγόρου, συμβολαιογράφου, διαιτητή, δικαστικού γραμματέα και δικαστικού επιμελητή υπάγεται στο κατά τόπο αρμόδιο, κατά τις διατάξεις του ΚΠολΔ Πολυμελές Πρωτοδικείο που δικάζει κατά την "τακτική διαδικασία", ότι η αγωγή κακοδικίας επιτρέπεται μόνο αν στηρίζεται σε δόλο ή βαριά αμέλεια ή αρνησιδικία και ο ενάγων ζημιώθηκε από τις τέτοιες πράξεις ή παραλείψεις και ότι δεν επιτρέπεται αγωγή κακοδικίας όταν περάσουν έξι μήνες από την πράξη ή παράλειψη που επικαλείται ο ενάγων, προκύπτει, ότι η προθεσμία μέσα στην οποία πρέπει να ασκηθεί η αγωγή κακοδικίας κατά του δικηγόρου, καθώς και κατά των προσώπων των μνημονευομένων περιοριστικά στη ανωτέρω παράγραφο 1 αρχίζει από το χρόνο γνώσεως από τον εντολέα της επικαλούμενης παράνομης πράξης ή παράλειψης του εντολοδόχου (ΟλΑΠ20/2000).
Αντικείμενο της αγωγής αυτής δύναται να είναι και η επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης, η οποία δεν αποκλείεται να επιδιωχθεί και ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου ή με δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής κατά την ποινική διαδικασία. Η επιδίωξη όμως αυτή πρέπει να γίνει μέσα στην εξάμηνη προθεσμία, που αρχίζει από τη γνώση της τέλεσης της επικαλούμενης παράνομης πράξεως ή παραλείψεως, γιατί αλλιώς επέρχεται απόσβεση του δικαιώματος του ζημιωθέντος με την οποία δεν νομιμοποιείται ο ίδιος ενεργητικώς και έτσι η δήλωση παραστάσεώς του ως πολιτικού ενάγοντος στην ποινική διαδικασία δεν προσδίδει την ιδιότητα του διαδίκου.
Η δε ως άνω εξάμηνη αποσβεστική προθεσμία, για την άσκηση αγωγής κατά δικηγόρου, που δίδεται στον εντολέα του, όταν αυτός ζημιώθηκε από πράξεις ή παραλείψεις του δικηγόρου, οφειλόμενες σε δόλο ή βαριά αμέλεια του, κατά την εκτέλεση της εντολής, δεν ισχύει όταν η ζημία του εντολέως προέρχεται από πράξεις ή παραλείψεις του δικηγόρου, που δεν ανάγονται στη δοθείσα εντολή, αλλά είναι αυτοτελείς και ανεξάρτητες ενέργειες (ΑΠ 1744/2008, ΑΠ1140/2009, ΑΠ1892/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται αιτίαση από τον αριθ.1 του άρθρου559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο, α) απέρριψε την προβαλλόμενη ένσταση παραγραφής και β)την ένσταση παραγραφής εκ του άρθρου 937ΑΚ, καθόσον η απαίτηση του πρώτου αναιρεσιβλήτου έχει παραγραφεί, καθόσον από τη δήλωση της πολιτικής αγωγής μέχρι την εκδίκαση της αγωγής του έχει παρέλθει πενταετία.
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα: "Δοθέντων των ανωτέρω, καθίσταται σαφές ότι η προαναφερθείσα εξάμηνη προθεσμία παραγραφής της αξιώσεως του ενάγοντος αλυσιτελώς προβάλλεται στην προκειμένη περίπτωση από την εναγομένη και ως εκ τούτου είναι απορριπτέα, καθώς η επίδικη αξίωση δεν αποτελεί αξίωση εντολέα δικηγόρου από αγωγή κακοδικίας, επειδή αυτός (εντολέας) ζημιώθηκε από πράξεις ή παραλείψεις του πληρεξουσίου δικηγόρου του, οφειλόμενες σε δόλο ή βαριά αμέλεια του, αλλά αξίωση τρίτου προσβληθέντος από την προρρηθείσα αδικοπρακτική σε βάρος του συμπεριφορά της εναγομένης, η οποία συμπτωματικά φέρει την ιδιότητα της δικηγόρου".
Έτσι, κρίνοντας το Εφετείο, με τις παραδοχές στη ελάσσονα σκέψη, ότι δεν συνέδεε σχέση εντολής τον ενάγοντα- πρώτο αναιρεσίβλητο με την εναγομένη- αναιρεσείουσα, η αδικοπρακτική ευθύνη αυτής θεμελιώνεται όχι στις διατάξεις του άρθρου 73 παρ. 2,4 και 5 του Εισ Ν. ΚΠολΔ αλλά στις κοινές διατάξεις των άρθρων 914 επ.
ΑΚ. Επομένως, δεν ισχύει η αποσβεστική προθεσμία για την έγερση της αγωγής αλλά εφαρμόζεται για την παραγραφή της αξιώσεως του ενάγοντος-πρώτου αναιρεσιβλήτου η διάταξη του άρθρου 937 ΑΚ και ο πέμπτος κατά το πρώτο σκέλος του λόγος αναιρέσεως από τον αριθ.1 του άρθρ.559 ΚΠολΔ, απορριπτέος κρίνεται ως αβάσιμος.
Ο λόγος αυτός, κατά το δεύτερο σκέλος του, στηρίζεται επί εσφαλμένης νομικής προϋποθέσεως, αφού στην ένδικη περίπτωση δεν πρόκειται για το μέρος της αστικής αξίωσης της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης πού ήχθη ενώπιον των ποινικών δικαστηρίων (για την κρίση επί της παραγραφής της οποίας αρμόδια ήταν τα ποινικά δικαστήρια) αλλά για το μέρος της ίδιας αξίωσης αυτού για το οποίο είχε επιφυλαχθεί να ασκήσει ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων και το οποίο άσκησε με την ένδικη αγωγή του, δεδομένου ότι με το δικόγραφο της αναίρεσης δεν επικαλείται ότι στο δικαστήριο της ουσίας προέβαλε ένσταση παραγραφής και μάλιστα ορισμένη , εν επιδικία (άρθρο 261 εδ.
β ΑΚ), ούτε αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής της ή επαναφοράς της, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτή και νόμιμη (ΑΠ 1321/2015,ΑΠ670/2016).
Ο Κώδικας περί Δικηγόρων (ν.4194 ΦΕΚ Α'208/27.09.2013) ορίζει στα άρθρα 63 παρ.1 και 68 επ., τον τρόπο υπολογισμού των δικαστικών εξόδων. Η αμοιβή της παρ. 1 του άρθρου 63 του Κώδικα προσδιορίζεται με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης σε 2%, όταν η αξία του αντικειμένου της αγωγής ανέρχεται μέχρι το ποσό των 200.000 ευρώ.
Στην αμοιβή του δικηγόρου περιλαμβάνονται αφενός η αμοιβή του για τη σύνταξη της αγωγής, όπως και των προτάσεων, αφετέρου και τα έξοδα στα οποία προέβη προς εκτέλεση της εντολής, σύμφωνα με τον Κώδικα Δικηγόρων. Αναφορικά με τα επιπλέον της νόμιμης αμοιβής του δικηγόρου έξοδα προς εκπλήρωση της εντολής του, εφόσον δεν υπάρχει απόδειξη για την καταβολή τους και αναφορά στον εκ του νόμου απαιτούμενο κατάλογο, δηλαδή δεν αποδεικνύονται με κάποιο τρόπο, αυτό έχει ως συνέπεια να ισχύουν τα γενικώς οριζόμενα ποσοστά αμοιβής και εξόδων.
Στο άρθρο 64 ορίζει ότι εάν περισσότερες αγωγές ενωθούν στο ίδιο δικόγραφο, οφείλεται ιδιαίτερη αμοιβή για κάθε αγωγή που σωρεύεται με βάση την αξία του αντικειμένου της. Σώρευση δε περισσότερων αγωγών πρόκειται, εφόσον η διάταξη αυτή δε διακρίνει, όχι μόνο στην περίπτωση της αντικειμενικής σώρευσης περισσοτέρων αιτημάτων του ιδίου ενάγοντος κατά του ίδιου εναγομένου (άρθρο 218 ΚΠολΔ), αλλά και στην περίπτωση της υποκειμενικής σώρευσης, όταν δηλαδή στο ίδιο δικόγραφο, σωρεύονται απαιτήσεις κατά περισσοτέρων εναγομένων, ομοδίκων (άρθρα 74 επ.
ΚΠολΔ), από καθένα των οποίων ζητείται διαιρετώς το ίδιο ή διαφορετικό ποσό. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 180 παρ.1 ΚΠολΔ, αν καταδικαστούν περισσότεροι, είτε ομόδικοι είτε όχι, να πληρώσουν τα έξοδα, ενέχονται κατ' ίσα μέρη, το δικαστήριο όμως μπορεί κατά την κρίση του, να κατανείμει τα έξοδα με βάση το μερίδιο που αναλογεί σε καθένα επάνω στο επίδικο αντικείμενο.
Για την ταυτότητα του νομοθετικού λόγου η ρύθμιση αυτή μπορεί να εφαρμοστεί και στην αντίστροφη περίπτωση, δηλαδή όταν υπάρχουν περισσότεροι νικητές διάδικοι.
Με τον έκτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο αφού απέρριψε την από 20.11.2009 αγωγή της αναιρεσείουσας, εσφαλμένα καθόρισε εις βάρος της τα δικαστικά έξοδα, συνολικού ποσού έξι χιλιάδων τετρακοσίων (6.400) ευρώ. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αιγίου, συνεκδικάστηκαν κατά την τακτική διαδικασία: 1) η από 20.11.2009 αγωγή της αναιρεσείουσας κατά των αναιρεσιβλήτων και 2) η από 7.10.2010 αγωγή του πρώτου αναιρεσιβλήτου κατά της πρώτης αναιρεσείουσας και οι δύο με αντικείμενο χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από προσβολή προσωπικότητας που υπέστησαν με όσα ψευδή και συκοφαντικά ισχυρίστηκαν και κατέθεσαν ενόρκως οι εναγόμενοι, αντίστοιχα, σε βάρος τους.
Επί των αγωγών αυτών, οι οποίες συνεκδικάστηκαν ερήμην της αναιρεσείουσας, λόγω εκπρόθεσμης κατάθεσης των προτάσεων της, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 50/2014 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή της, με την οποία ζητούσε να της καταβάλλει κάθε ένας από τους τέσσερις αναιρεσίβλητους το ποσό των 79.980 ευρώ , και επέβαλλε σε βάρος της τα δικαστικά έξοδα τα οποία καθόρισε στο ποσό των έξι χιλιάδων τετρακοσίων (6400) ευρώ, και στη συνέχεια έγινε δεκτή η αγωγή του πρώτου αναιρεσίβλητου, καθώς εφαρμόστηκε ως προς τα επικαλούμενα προσβλητικά της τιμής και της υπόληψής του πραγματικά περιστατικά το τεκμήριο ομολογίας και συνακόλουθα υποχρεώθηκε η εναγομένη- αναιρεσείουσα να του καταβάλει το ποσό των 3.Θ00 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, επιβάλλοντας εις βάρος της τα δικαστικά έξοδα.
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δικάζοντας ερήμην την εκκαλούσα-αναιρεσείουσα, λόγω μη καταβολής δικαστικού ενσήμου, απέρριψε την έφεση ως ανυποστήρικτη και επέβαλε εις βάρος της τα δικαστικά έξοδα στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ, και στη συνέχεια αφού δίκασε αντιμωλία των διαδίκων την έφεσή της, που αφορά την από 7.10.2010 αγωγή του πρώτου αναιρεσίβλητου, εξαφάνισε, την εκκαλούμενη απόφαση και στη συνέχεια υποχρέωσε αυτή να του καταβάλει το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, επιδικάζοντας εις βάρος της τα δικαστικά έξοδα τα οποία καθόρισε στο ποσό των τετρακοσίων (400) ευρώ.
Έτσι στην από 20.11.2009 αγωγή της αναιρεσείουσας τα δικαστικά έξοδα των εναγομένων- αναιρεσιβλήτων εις βάρος της ενάγουσας αναιρεσείουσας, του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ορθά επιδικάστηκαν κατά ανώτατο ποσό συνολικά σε 2% επί του αιτούμενου ποσού των 79.980 ευρώ, για κάθε ένα των εναγομένων-αναιρεσιβλήτων, σύμφωνα με το αίτημα της αγωγής.
Στην προκειμένη περίπτωση αφού η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίουσα ζήτησε κατά τα παραπάνω να υποχρεωθεί καθένας από τους εναγομένους και ήδη αναιρεσιβλήτους να καταβάλλει το ποσό των 79.980 ευρώ, το Μονομελές Πρωτοδικείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προπαρατεθείσες διατάξεις του Κώδικα περί δικηγόρων και του ΚΠολΔ και υποχρέωσε την ενάγουσα και ήδη αναιρεσίουσα να καταβάλλει στους νικήσαντες εναγομένους και ήδη αναιρεσίβλητους ως δικαστικά έξοδα το συνολικό ποσό των 6.400 ευρώ,από το οποίο αναλογεί με μαθηματικό υπολογισμό το ποσό των 1.598 ευρώ σε καθένα, που είναι ανάλογο με το αντικείμενο της δίκης για κάθε εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο ομόδικο.
Επομένως, ο έκτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559, ότι δηλαδή έπρεπε η προσβαλλόμενη απόφαση να επιδικάσει δικαστικά έξοδα το ποσό των 1.598 ευρώ που αναλογεί στη διαιρετή αξίωσή της μόνο για έναν από τους εναγομένους και όχι να συνυπολογίσει στο χρηματικό αντικείμενο της δίκης τις απαιτήσεις και των τεσσάρων εναγομένων ομοδίκων και να επιβάλλει το ποσό των 6.400 ευρώ (1.598 επί 4), είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. .Κατά τα λοιπά το Εφετείο προσδιορίζοντας τα δικαστικά έξοδα εις βάρος της εκκαλούσας- αναιρεσείουσας, ορθά το νόμο εφάρμοσε τα δε αντίθετα υποστηριζόμενα, απορριπτέα κρίνονται ως αβάσιμα.
Ο εκ του άρθρου 559 αριθμ. 10 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, ότι το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι τι δικαστήριο την κρίση του σχημάτισε από τα μνημονευόμενα στην απόφαση αποδεικτικά μέσα. Με τον έβδομο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στο Εφετείο η από το άρθρο 559 αριθμ. 10 ΚΠολΔ πλημμέλεια, κατ' ορθή εκτίμηση (και όχι από τους αριθμούς 1,12,13), διότι παρά το νόμο δέχθηκε ως αληθινούς τους ισχυρισμούς του ενάγοντος-πρώτου αναιρεσιβλήτου περί προσβολής της προσωπικότητάς του. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη, τα μνημονευόμενα στην απόφαση αποδεικτικά μέσα, ήτοι τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάστηκαν τόσο ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, όσο και ενώπιον του ακροατηρίου του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως και όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η από 21.3.2018 αίτηση της Μ. Ι. του Κ. για αναίρεση της υπ' αριθμ.551/2017 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου, λόγω της ήττας της στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ). Περαιτέρω, ενόψει μη υποβολής αιτήματος για την καταβολή δικαστικής δαπάνης εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν δεν επιδικάζονται έξοδα σε βάρος της αναιρεσείουσας που ηττήθηκε.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21.3.2018 αίτηση της Μ. Ι. του Κ., για αναίρεση της υπ' αριθμ.551/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 29 Οκτωβρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 6 Δεκεμβρίου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
(και νυν αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου)