1412/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/1/2011 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 24/2015 του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου.
Legislator headnote
AI generated1412/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Πέππας ανέγνωσε την από 12/5/2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1412 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1412/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Απριλίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Φαλαγκαράκη και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: H. (Χ.) H. (Χ.) του H. (Χ.), κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Χρήστου Θεοδωρακόπουλου και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/1/2011 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χίου.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 24/2015 του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20/8/2015 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Πέππας ανέγνωσε την από 12/5/2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάσθηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Οι ερμηνευτικοί αυτοί κανόνες εφαρμόζονται από το δικαστήριο της ουσίας, όταν κατά την ανέλεγκτη, ως προς αυτό, κρίση του, διαπιστώνει ότι υπάρχει στη σύμβαση κενό ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση της βουλήσεως των συμβαλλομένων.
Η διαπίστωση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας μπορεί είτε να αναφέρεται στην απόφαση ρητώς, είτε να προκύπτει από αυτήν έμμεσα όταν, παρά τη μη ρητή αναφορά της διαπιστώσεώς της, ή ακόμα και παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία της συμβάσεως, η οποία (ερμηνεία) αποκαλύπτει ότι το δικαστήριο βρέθηκε μπροστά σε κενό ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση της βουλήσεως των συμβαλλομένων, τα οποία ακριβώς δημιούργησαν την ανάγκη να καταφύγει σε ερμηνεία της.
Μόνη η παράλειψη της μνείας των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ δεν συνιστά παραβίασή τους, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη κατά την ερμηνεία της συμβάσεως τα ερμηνευτικά κριτήρια που προβλέπονται με αυτές. Παραβιάζονται δε οι κανόνες αυτοί όταν το Δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δήλωσης βούλησης, παραλείπει να προσφύγει σ’ αυτούς, για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιας των δηλώσεων ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, με την έννοια ότι το ερμηνευτικό πόρισμα στο οποίο, μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας κατέληξε (το δικαστήριο), δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (Ολ.ΑΠ 26/2004, ΑΠ 1183/2007, ΑΠ 1009/10).
Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 1/1999, 28/1997).
Αντιφατικότητα αιτιολογίας υπάρχει, όταν το δικαστήριο δέχεται, ως αποδειχθέντα, γεγονότα τα οποία αλληλοαποκλείονται ή όταν δεν είναι σαφές ποία είναι εκείνα τα οποία θεμελιώνουν το διατακτικό. Η αντίφαση πρέπει να υφίσταται μεταξύ των αιτιολογιών του αυτού κεφαλαίου.
Στην ένδικη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με το περιεχόμενο της μεταξύ των διαδίκων εργολαβικής σύμβασης, από την οποία απορρέουν οι επίδικες αξιώσεις του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Ο ενάγων και η εναγόμενη τεχνική κατασκευαστική εταιρεία με την επωνυμία "...
Α.Ε.", εκπροσωπούμενη νομίμως, ως εργοδότης, συνήψαν στις 3-5-2009 ... σύμβαση έργου, με την οποία ο πρώτος ανέλαβε την υποχρέωση: α) ως εργολάβος, να εκτελέσει το έργο της κατασκευής επιχρισμάτων και εξωτερικών μονώσεων και βαφής, σε διώροφη οικοδομή με ημιυπόγειο, ιδιοκτησίας της εναγομένης, στην περιοχή ...
και β) ως υπερεργολάβος, να εκτελέσει το έργο της ανοικοδόμησης τούβλων, κατασκευής επιχρισμάτων, βαφής και τοποθέτησης εξωτερικής μόνωσης διώροφής οικοδομής στην περιοχή ..., ιδιοκτησίας Α. Π.. Ο ενάγων εγκαταστάθηκε και άρχισε η εκ μέρους του εκτέλεση εργασιών για το πρώτο έργο στις 14-5-2009 και περαιώθηκε στο τέλος Απριλίου του 2010, ενώ για το δεύτερο έργο την 1-10-2009 και περαιώθηκε στις αρχές Αυγούστου του 2010.
Τα έργα εκτελέστηκαν, περαιώθηκαν και παραδόθηκαν στην εναγόμενη, χωρίς εκείνη κατά τη διάρκεια εκτέλεσης και κατά την παράδοση των επιμέρους τμημάτων έκαστου έργου να διατυπώσει αντιρρήσεις σχετικά με τη πορεία και τον τρόπο εκτέλεσή τους, αλλά τα παρέλαβε χωρίς επιφύλαξη, καταβάλλοντας μάλιστα και επιμέρους ποσά έναντι της οφειλόμενης, δυνάμει της μεταξύ τους συμφωνίας, αμοιβής.
Βάσει αυτής, η οποία καταρτίστηκε άτυπα και προφορικά μεταξύ τους, είχαν συμφωνήσει ότι η εργολαβική αμοιβή, πέραν των ποσών που θα καταβάλλονταν σταδιακά μετά από τμηματικής παράδοση εκάστου έργου, θα εξοφλούταν τελικώς εντός τριών μηνών από το πέρας των έργων. Οι τιμές ανά μονάδα επί της εργολαβικής αμοιβής ορίστηκαν ως εξής:
α) για το έργο (οικοδομή) στην οδό ..., για κατασκευή επιχρισμάτων και για τον χρωματισμό - βαφή, σε ποσό 12 €/τ.μ.. Για μεν τα επιχρίσματα ορίσθηκε οι επιφάνειες θα μετρηθούν ως ενιαία επιφάνεια μαζί με τα ανοίγματα των κουφωμάτων, τόσο εξωτερικά όσο και εσωτερικά, χωρίς να εξαιρεθούν ("σεντόνι"), για δε τους χρωματισμούς ορίσθηκε ότι θα αφαιρεθούν τα ανοίγματα εσωτερικά, αλλά θα επιμετρηθούν ως ενιαία επιφάνεια, ήτοι χωρίς να αφαιρεθούν, εξωτερικά ("σεντόνι").
Η συμφωνία αυτή ανταποκρίνεται στη συνήθη πρακτική που εφαρμόζεται στις εργολαβίες αυτού του είδους, αλλά και στη διαφορετική φύση των δύο εργασιών, αφού, αν και έχουν την ίδια τιμή μονάδας, είναι κοινώς παραδεκτό ότι η εργασία της βαφής είναι ευκολότερη από εκείνη του σοβαντίσματος, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και τα οικεία συναλλακτική ήθη (Α.Κ. 173, 200).
Σημειώνεται ότι κατά την επιμέτρηση δεν έχουν υπολογισθεί οι επιφάνειες μη ορατών χώρων, όπως δεξαμενές, κιγκλιδώματα, αγωγοί αποχέτευσης, ντουλάπες, πόρτες κ.λ.π. Ειδικότερα, σύμφωνα με την από Οκτωβρίου 2010 έκθεση επιμέτρησης επιχρισμάτων και χρωματισμών στο έργο της οδού ..., του πολιτικού Μηχανικού Ι.
Ν., η οποία έγινε με επιμέλεια του ενάγοντος, προκύπτει ότι οι επιφάνειες αυτές ήταν οι εξής: ....
Συνεπώς, η αμοιβή για την εκτέλεση του έργου που αφορά επιχρίσματα και τους χρωματισμούς στην οικοδομή ..., όπως προκύπτει ως άνω, ανέρχεται στο ποσό των105.866,09 ευρώ. Β) για το έργο στον όρμο του ..., σύμφωνα με την από Νοεμβρίου 2010 έκθεση επιμέτρησης επιχρισμάτων και χρωματισμών, εσωτερικών και εξωτερικών χώρων, καθώς και την τοιχοποιία εξωτερικών και εσωτερικών τοίχων του κτιρίου, που συντάχθηκε από τον πολιτικό μηχανικό Ι. Ν., με βάση τα σχέδια που του χορήγησε η ίδια εναγόμενη εταιρία, σε συνδυασμό με την από 8-10-2009 έγγραφη προσφορά του ενάγοντος προς την εναγόμενη για το συγκεκριμένο έργο, με τις αναγραφόμενες τιμές μονάδος, που υπογράφεται και από τον νόμιμο εκπρόσωπο της εναγόμενης Π. Γ., προκύπτει ότι οι τιμές μονάδος για τα επιχρίσματα και τους χρωματισμούς ορίσθηκαν στο ποσό των 12 €/τ.μ. με τον ίδιο τρόπο επιμετρήσεις, και συγκεκριμένα:...
Συνεπώς, η εργολαβική αμοιβή για την εκτέλεση του έργου επιχρισμάτων και χρωματισμών στην οικοδομή Π. Α. στο ... ανέρχεται στο ποσό των 45.775,44 ευρώ, ενώ για την εκτέλεση της τοιχοποιίας και την κατασκευή σενάζ ανέρχεται στο ποσό των 12.066,27 ευρώ και συνολικά σε ποσό 57.841,71 ευρώ. Βάσει των ανωτέρω, η εργολαβική αμοιβή για τα δύο επίδικα έργα υπολογίζεται στο συνολικό ποσό των 163.707,80 ευρώ για τους χρωματισμούς - βαφή, την τοιχοποιία και τα επιχρίσματα στις δύο οικοδομές.
Σημειωτέον ότι οι από Φεβρουάριου 2010 και Μαρτίου 2010 έκθεσης επιμέτρησης επιχρισμάτων και χρωματισμών των επίδικων οικοδομών των πολιτικών μηχανικών Γ. Γ. και Α. Κ., τις οποίες προσκομίζει η εναγομένη, προκύπτει ότι έχουν συνταχθεί σε χρόνο πριν την περάτωση και παράδοση των επίδικων έργων από τον ενάγοντα εργολάβο προς την εναγομένη, ενώ οι παραπάνω επιμετρήσεις που προσκομίζονται από τον ενάγοντα, πέραν του ότι συντάχθηκαν με επιμέτρηση των εργασιών επιχρισμάτων και χρωματισμών σε εσωτερικές και εξωτερικές επιφάνειες των επιδίκων οικοδομών, έχουν συνταχθεί τους μήνες Οκτώβριο και Νοέμβριο του 2010 μετά την παράδοση των έργων περαιωμένων από τον εργολάβο και την ανεπιφύλακτη παραλαβή τους από την εργοδότρια εταιρεία.
Περαιτέρω, επειδή οι διάδικοι ερίζουν επί του ζητήματος της τιμής μονάδας για την επιμέτρηση της αξίας της εργολαβικής αμοιβής επί των επιχρισμάτων και των χρωματισμών ανά τ.μ,, καθόσον ο μεν ενάγων εκθέτει ότι ανέρχεται σε τιμή 12 €/τ.μ., ενώ η εναγομένη ισχυρίζεται ότι είχε συμφωνηθεί μεταξύ τους σε τιμή 9 €/τ.μ., από την εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων προέκυψε ότι είχε συμφωνηθεί μεταξύ τους σε τιμή 12 €/τ.μ., η οποία εκτιμάται ως ευλόγως αυξημένη σε σχέση με τις προσφορές που είχαν γίνει από άλλους εργολάβους στο παρελθόν προς την εναγομένη εταιρεία, αφενός, ένεκα της επαύξησης του κόστους των εργολαβικών εργασιών μετά την παρέλευση 2-3 ετών σε σύγκριση με αυτές, αφετέρου δε, επειδή η εναγομένη απέβλεψε στην, ομολογούμενη και εκ μέρους της, ποιοτική, επιμελή και ταχεία παροχή των εργολαβικών εργασιών εκ μέρους του ενάγοντος, ο οποίος είχε αναγνωρισμένη εμπειρία και πολυμελές προσωπικό στην εκτέλεση τέτοιων εργολαβικών εργασιών, τις οποίες είχε ανάγκη η ενάγουσα να περαιωθούν σε σύντομο χρόνο και με ικανοποιητικό αποτέλεσμα.
Συναφώς προσκομίζεται άλλωστε το από 10-11-2009 ιδιωτικό συμφωνητικό σύμβασης υπεργολαβίας, μεταξύ της ... και του ενάγοντος, με αντικείμενο την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών, βάσει του οποίου ο ενάγων ανέλαβε την εκτέλεση του έργου που αφορά σε οικοδομή, με τιμή μονάδος 14 €/κ.μ. για τα επιχρίσματα, 12 €/κ.μ.
για τη δρομική οπτοπλινθοδομή και 20 €/τ.μ. για τους χρωματισμούς, σε χρόνο σύγχρονο της επίδικης σύμβασης έργου (3-5-2009), λαμβάνοντας υπόψη και το ότι βασικότερος μέτοχος της "..." αναφέρεται ότι είναι η εναγομένη. Το γεγονός ότι άλλοι εργολάβοι στον ίδιο κλάδο εργασιών (επιχρισμάτων, χρωματισμών κ.λ.π.) συμφώνησαν σε διαφορετικό χρόνο με την εναγομένη την εκτέλεση εργασιών στο πλαίσιο μεταξύ του καταρτισθέντων ιδιωτικών συμφωνητικών εργολαβίας με τιμή εργολαβικής αμοιβής 7-9 €/τ.μ. (βλ.
τα προσκομιζόμενα από 10-11-2008 και από 11-2-2009 ιδιωτικά συμφωνητικά εργολαβίας που συνήψε η εναγομένη με τους Β. Ε. και Α. Σ.) δεν αποτελεί αναγκαίο τεκμήριο ούτε απροσμάχητη απόδειξη για τις τιμές μονάδος στην οικεία εργολαβική αγορά, σύμφωνα με τα ισχύοντα συναλλακτικά ήθη, καθόσον στην προκειμένη περίπτωση αποδείχθηκε ότι υπήρχε συμφωνία μεταξύ των διαδίκων συμβαλλομένων για την τιμή των 12 €/τ.μ., για τους προαναφερόμενους λόγους που αφορούν το πρόσωπο του ενάγοντος, η δε συμφωνία τους αυτή υπερέχει βάσει της διάταξης του άρθρου 361 Α.Κ.
έναντι των συμφωνηθέντων στις άλλες συναφείς εργολαβικές συμβάσεις, στις οποίες άλλωστε η εταιρεία είχε συμβληθεί με άλλο εργολάβο, υπό άλλους όρους και περιστάσεις εκτέλεσης της εργολαβίας, που δε μπορούν να συγκριθούν και ταυτιστούν με την επίδικη εργολαβία. Ομοίως, δε και οι επικαλούμενες έτερες εργολαβικές συμβάσεις μεταξύ των διαδίκων, δεν αποδεικνύουν, κατά τους ισχυρισμούς της εναγομένης, τα λεγόμενά της περί μειωμένης τιμής μονάδος για τον υπολογισμό της εργολαβικής αμοιβής, καθότι αναφέρονται σε προγενέστερο χρόνο, κατά το έτος 2006, και απέχουν αρκετά χρονικά από την επίδικη σύμβαση εργολαβίας (βλ.
τα από 20-4- 2006, 23-2-2006 και 1-6-2006 ιδιωτικά συμφωνητικά εργολαβίας επιχρισμάτων, χρωματισμών και τούβλων), και τα οποία αφορούν σε άλλα εργολαβικά αντικείμενα, όρους και περιστάσεις, υπό τα οποία συμβλήθηκαν οι αντίδικοι, ώστε δεν μπορεί ευλόγως να γίνει σύγκριση με την επίδικη σύμβαση ούτε ως προς την τιμή μονάδος ούτε ως προς τον τρόπο επιμέτρησης της εργολαβικής εργασίας.
Ήδη οι τιμές αυτές από το 2006 μέχρι τον επίδικο χρόνο είχαν μεταβληθεί ριζικά με προφανείς αυξητικές τάσεις. Σημειώνεται εδώ ότι από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και ανταπαποδείξεως προκύπτει ότι η επίδικη συμφωνία εργολαβίας συνήφθη μεταξύ των διαδίκων μετά από αρχική απόρριψη της πρότασης του ενάγοντος, ο οποίος εξ αρχής είχε ζητήσει τον υπολογισμό της εργολαβικής αμοιβής σε αυτό το σχετικά υψηλό ποσό των 12 €/τ.μ., που υπερβαίνει τον μέσο όρο της οικείας συναλλακτικής αγοράς, λόγω της ταχύτητας και της ποιότητας της εργασίας που εγγυάται, πλην η εναγόμενη, αφού αναζήτησε και άλλες φθηνότερες προσφορές σε άλλους εργολάβους, προφανώς μη ικανοποιημένη από τις λοιπές περιστάσεις και εγγυήσεις που προσέφεραν, επέστρεψε στη δική του προσφορά, δεχόμενη τις αυξημένες αξιώσεις του, διότι σημαντική γι’ αυτήν ήταν η παράδοσή του έργου σε συγκεκριμένες προθεσμίες, πράγμα που ο ενάγων επέτυχε.
Σημειωτέον, επίσης ότι στην επίδικη εργολαβική συμφωνία, στις εργολαβικές τιμές που συμφώνησαν συμπεριλαμβανόταν η προμήθεια εκ μέρους του ενάγοντος των αναγκαίων υλικών για την ολοκλήρωση των εργασιών των οπτοπλινθοδομών χρωματισμών και επιχρισμάτων, γεγονός που δικαιολογεί ενδεχομένως και την υψηλότερη τιμή μονάδος των εν λόγω εργολαβικών εργασιών....".
Με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αιτήσεως, αποδίδονται στην αναιρεσιβαλλομένη οι πλημμέλειες από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με τις αιτιάσεις, ότι το Εφετείο, παρά τη διαπίστωση αμφιβολίας, ως προς το περιεχόμενο της επίδικης σύμβασης, αναφορικά με συμφωνηθείσα αμοιβή 12 ευρώ/τ.μ.
για επιχρίσματα και χρωματισμούς και την προσφυγή του στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, δεν παρέθεσε στην προσβαλλόμενη απόφασή του τα πραγματικά περιστατικά που πληρούν το πραγματικό των ανωτέρω κανόνων (ποία τα διδάγματα της κοινής πείρας και τα οικεία συναλλακτικά ήθη, στην αγορά της Χίου, κατά τον επίδικο κρίσιμο χρόνο) και διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς το ζήτημα αυτό.
Οι παραπάνω λόγοι, καθ’ όλες τις αιτιάσεις τους αλυσιτελώς προβάλλονται. Τούτο, διότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από το ανωτέρω επισκοπούμενο περιεχόμενο της απόφασής του, δεν διαπίστωσε κενό ή αμφιβολία στην επίδικη σύμβαση, ως προς το ζήτημα της συμφωνηθείσας αμοιβής των 12 ευρώ/τ.μ. για τα επιχρίσματα και τους χρωματισμούς, αλλά δέχτηκε, ρητώς, μετ’ εκτίμηση των αποδείξεων, την ύπαρξη άτυπης, προφορικής συμφωνίας των συμβαλλόμενων διαδίκων για την τιμή των 12 ευρώ/τ.μ.
Η αναφορά δε το Εφετείου, εντός παρενθέσεως, στα άρθρα 173 και 200 ΑΚ που παραπέμπουν στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών συνάπτεται, όπως ευθέως προκύπτει από το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης, με την ειδικότερη (μη αποτελούσα αντικείμενο της αναιρετικής δίκης) και μόνο συμφωνία των διαδίκων, για τον τρόπο επιμετρήσεως των επιχρισμάτων και των χρωματισμών, κατά την οποία συμφωνήθηκε για τα επιχρίσματα οι επιφάνειες να μετρηθούν, ως ενιαία επιφάνεια, μαζί με τα ανοίγματα των κουφωμάτων, τόσο εξωτερικά όσο και εσωτερικά, χωρίς να εξαιρεθούν ("σεντόνι"), για δε τους χρωματισμούς να αφαιρεθούν τα ανοίγματα εσωτερικά, αλλά να επιμετρηθούν, ως ενιαία επιφάνεια, ήτοι χωρίς να αφαιρεθούν, εξωτερικά ("σεντόνι"), η οποία συμφωνία ανταποκρίνεται στη συνήθη πρακτική που εφαρμόζεται στις εργολαβίες αυτού του είδους, αλλά και στη διαφορετική φύση των δύο εργασιών, αφού, αν και έχουν την ίδια τιμή μονάδας, είναι κοινώς παραδεκτό ότι η εργασία της βαφής είναι ευκολότερη από εκείνη του σοβαντίσματος, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και τα οικεία συναλλακτική ήθη.
Εντεύθεν, η αιτιολογία ότι είχε συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων τιμή 12 ευρώ/τ.μ. για τα επιχρίσματα και τους χρωματισμούς δεν έρχεται σε αντίφαση με τη μη συναπτόμενη με το ζήτημα της αμοιβής συμφωνία για τον τρόπο της επιμέτρησης.
Συνεπώς, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αιτήσεως, με την οποία η αναιρεσείουσα, ισχυριζόμενη τα αντίθετα, αποδίδει στην αναιρεσιβαλλομένη τις πλημμέλειες από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.
Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.
Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεώρησε, ως ορθό, ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.
Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια κρίση του για τον αναιρεσείοντα να σχημάτισε το δικαστήριο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση, η οποία δεν συντρέχει, όταν το εν λόγω έγγραφο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην τελευταία αυτή περίπτωση δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του.
Με τον τρίτο λόγο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το παρατιθέμενο περιεχόμενο της από 8/10/2009 έγγραφης προσφοράς του αναιρεσιβλήτου προς την αναιρεσείουσα, δεχόμενο γεγονότα περί ορισμού τιμής μονάδας 12 ευρώ/τ.μ για επιχρίσματα και χρωματισμούς, διαφορετικά από τα αναφερόμενα σ’ αυτήν, όπου ουδόλως γίνεται αναφορά σε τέτοιες εργασίες.
Ο λόγος είναι αβάσιμος. Τούτο, διότι όπως προκύπτει από το επισκοπούμενο ως άνω περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης, το Εφετείο δεν δέχτηκε, ως περιεχόμενο του επίμαχου εγγράφου, το επικαλούμενο από την αναιρεσείουσα, αλλά συνεκτίμησε αυτό με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία. Ειδικότερα, το συνεκτίμησε με την από Νοέμβριο 2010 έκθεση επιμέτρησης του πολιτικού μηχανικού Ι.
Ν., αλλά και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως, από τις οποίες, κατά την εκτίμησή του, προέκυψε, ότι η επίδικη συμφωνία εργολαβίας συνήφθη μεταξύ των διαδίκων μετά από αρχική απόρριψη της πρότασης του ενάγοντος, ο οποίος εξ αρχής είχε ζητήσει τον υπολογισμό της εργολαβικής αμοιβής σε αυτό το σχετικά υψηλό ποσό των 12 ευρώ/τ.μ., που υπερβαίνει τον μέσο όρο της οικείας συναλλακτικής αγοράς, λόγω της ταχύτητας και της ποιότητας της εργασίας που εγγυάται, πλην η εναγόμενη, αφού αναζήτησε και άλλες φθηνότερες προσφορές σε άλλους εργολάβους, μη ικανοποιημένη από τις λοιπές περιστάσεις και εγγυήσεις που προσέφεραν, επέστρεψε στη δική του προσφορά, δεχόμενη τις αυξημένες αξιώσεις του, διότι σημαντική γι’ αυτήν ήταν η παράδοσή του έργου σε συγκεκριμένες προθεσμίες, πράγμα που ο ενάγων επέτυχε.
Επομένως, συνήγαγε το αποδεικτικό του πόρισμα, για συμφωνηθείσα τιμή επιχρισμάτων 12 ευρώ/τ.μ. από τη συνεκτίμηση των ανωτέρω αποδεικτικών μέσων και εντεύθεν δεν υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος. Με τον τέταρτο λόγο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι είναι ενδοιαστική η ακόλουθη αιτιολογία της: "Σημειωτέον, επίσης ότι στην επίδικη εργολαβική συμφωνία, στις εργολαβικές τιμές που συμφώνησαν συμπεριλαμβανόταν η προμήθεια εκ μέρους του ενάγοντος των αναγκαίων υλικών για την ολοκλήρωση των εργασιών των οπτοπλινθοδομών χρωματισμών και επιχρισμάτων, γεγονός που δικαιολογεί ενδεχομένως και την υψηλότερη τιμή μονάδος των εν λόγω εργολαβικών εργασιών".
Ο λόγος είναι αλυσιτελής, διότι πρόκειται περί πλεοναστικού επιχειρήματος, ενισχυτικού του εξαχθέντος αποδεικτικού πορίσματος της αναιρεσιβαλλομένης.
Με τον πέμπτο λόγο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αρ. 11γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη το από 10/11/2008 ιδιωτικό συμφωνητικό υπεργολαβίας για όμοιες εργασίες μετά του υπεργολάβου B. E. επί όμοιων κτιρίων στην πόλη της Χίου, με την επ’ αυτού ιδιόχειρη γραφή του αναιρεσιβλήτου, που προσκόμισε η αναιρεσείουσα μετ’ επικλήσεως στο πρωτοβάθμιο και δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Σύμφωνα με το επισκοπούμενο περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης, το Εφετείο, σχετικά με το επίμαχο έγγραφο δέχτηκε τα ακόλουθα: "Τέλος, όσον αφορά τα αιτήματα της εναγομένης: 1) για τη διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης στην υπογραφή του ενάγοντος επί ενός ιδιωτικού συμφωνητικού μεταξύ του εργολάβου B. E. και της εναγομένης, το οποίο καμία έννομη επιρροή δεν ασκεί στην ανωτέρω συμφωνία των διαδίκων και στην έκβαση της προκείμενης δίκης και 2)...., ορθά απερρίφθησαν ως ουσιαστικά αβάσιμα με την εκκαλούμενη απόφαση, αφού το υπάρχον αποδεικτικό υλικό είναι επαρκές και κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, το οποίο δύναται να σχηματίσει ασφαλή και πλήρη δικανική πεποίθηση για την κατ’ ουσίαν εκτίμηση της υπόθεσης". Εκ τούτων προκύπτει, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη το επίμαχο έγγραφο, αλλά αξιολόγησε αρνητικώς την αποδεικτική του αξία.
Συνεπώς, ο λόγος είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.
Κατ’ ακολουθίαν, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν’ απορριφθεί, στο σύνολό της και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τ’ αναφερόμενα στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20/8/2015 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε", για αναίρεση της 24/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου (Μεταβατική έδρα Χίου).
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Ιουλίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 18 Αυγούστου 2017.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και νυν Πρόεδρος του Αρείου Πάγου