Legislator Case Law & Legislation
1412/2014 AI generated

1412/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1412/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1412/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ.4 εδ.β', γ' Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ' άρθρο 575 εδ.β' Κ.Πολ.Δ., αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως, μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε.

Keywords

AI generated
right of repossession expired residence permit action for disturbance of possession ownerless property acquisition of possession lapse of attachment
AI generated
481/2014
Supreme Court dismisses appeal on agricultural land ownership, rejecting abuse of right claim due to lack of specific circumstances.
1475/2008
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Μαΐου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-11-1999 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 52/2001 προδικαστική, 114/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 875/2006 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29-11-2006 αίτησή της και με τους από 4-4-2008 πρόσθετους λόγους.
1774/2013
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1115/2008
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Απριλίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
2245/2009
Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to late filing of supplementary grounds and unreviewable evidence assessment.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1412 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1412/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος - καλούντος: Ν. Λ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Των αναιρεσιβλήτων - καθών η κλήση: 1)Ελληνικού Δημοσίου που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Παναγιώτη Αθανασούλη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και 2) Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, Περιφερειακή Ενότητα Πέλλας (πρώην Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Πέλλας), που εδρεύει στην Έδεσσα και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Παρασκευή Ρέτζιου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/6/2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Έδεσσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 180/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 1130/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 5/2/2007 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 213/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Την υπόθεση επαναφέρει ο καλών με την από 20/6/2012 κλήση του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσίβλητοι, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου ανέγνωσε την από 7/4/2008 έκθεση του ήδη Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννη Σίδερη, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ.1-3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δε λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται ως εάν ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος που δεν εμφανίσθηκε ή αν και εμφανίσθηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.

Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ.4 εδ.β', γ' Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ' άρθρο 575 εδ.β' Κ.Πολ.Δ., αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως, μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε.

Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προϋπόθεση όμως της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής λόγω αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο είναι ότι ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είτε είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση είτε είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και τη μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλήτευσής του κατά την αρχική δικάσιμο.

Αντίθετα, αν κατά την αρχική δικάσιμο ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή συζήτηση διάδικος δεν επέσπευσε τη συζήτηση ή δεν είχε κλητευθεί νομίμως, κατά δε την αρχική αυτή δικάσιμο δεν παραστάθηκε νομίμως και επομένως δεν καλύφθηκε η έλλειψη ή η ακυρότητα της επίσπευσης της συζήτησης ή η μη νομιμότητα ή η έλλειψη της κλήτευσής του για την αρχική δικάσιμο, η αναβολή της υπόθεσης από το πινάκιο και η εγγραφή αυτής για τη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευσή του για τη νέα δικάσιμο και απαιτείται νόμιμη κλήτευσή του.

Επειδή από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ.1, 96 παρ.1, 104, 568 παρ.4 και 576 παρ.1 και 3 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι στην περίπτωση κατά την οποία ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος, που επισπεύδει τη συζήτηση, εμφανίσθηκε στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, που αυτεπαγγέλτως πλέον εξετάζει το δικαστήριο, ο αναιρεσείων θεωρείται ως μη παριστάμενος και κηρύσσεται άκυρη και η κλήση με βάση την οποία εμφανίζεται ως επιμελούμενος τη συζήτηση, με αποτέλεσμα να μη χωρεί εφαρμογή της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 576 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., σύμφωνα με την οποία ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση ως εάν ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Τέλος στην περίπτωση απλής ομοδικίας αν κάποιος από τους ομοδίκους δεν εκπροσωπηθεί νομοτύπως από πληρεξούσιο η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς εκείνους που εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.

Στην προκειμένη περίπτωση υπόκειται προς κρίση η από 5-2-2007 αίτηση περί αναιρέσεως της 1130/2006 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (5-2-2014), όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από το πινάκιο κατά τη σειρά εγγραφής της σ' αυτό, δεν εμφανίσθηκε ενώπιον του δικαστηρίου τούτου ο αναιρεσείων, ούτε κατέθεσε δήλωση ότι δε θα παραστεί κατά την εκφώνηση αυτής, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αλλά παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσίβλητοι.

Από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι με την 213/2010 απόφαση του δικαστηρίου τούτου κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της αναίρεσης κατά τη δικάσιμο της 23-9-2008, που είχε ορισθεί μετ' αναβολή η συζήτηση αυτής και με την από 20-6-2012 κλήση του αναιρεσείοντος ορίσθηκε νέα δικάσιμος για τη συζήτηση αυτής η 17-4-2013 κατά την οποία ο τελευταίος παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Γ.

Κοκκονού, στον οποίο είχε χορηγήσει ρητή προς τούτο πληρεξουσιότητα, αναβλήθηκε δε η συζήτηση της υπόθεσης με επισημείωση στο πινάκιο για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης (5-2-2014) κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος, του παραπάνω δικηγόρου του αναιρεσείοντος. Επομένως η εγγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο για τη μετ' αναβολή δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, ισχύει ως κλήτευση του απολειπομένου αναιρεσείοντος και πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία του, ως εάν και αυτός ήταν παρών, Περαιτέρω όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου τούτου κατά την αναφερόμενη στην αρχή της αποφάσεως δικάσιμο η δεύτερη αναιρεσίβλητη, Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας Περιφερειακής Ενότητα Πέλλας, εκπροσωπήθηκε από τη δικηγόρο Παρ.

Ρέντζιου, η οποία για την πρόσληψή της προσκομίζει την 29/2011 απόφαση της οικονομικής επιτροπής της τελευταίας, με την οποία ορίζεται πληρεξουσία δικηγόρος της ώστε να παρίσταται και ενώπιον των δικαστηρίων της Αθήνας όλων των βαθμών. Από κανένα όμως αποδεικτικό στοιχείο προκύπτει ότι ο Περιφερειάρχης Κεντρικής Μακεδονίας έδωσε στην παραπάνω δικηγόρο την πληρεξουσιότητα με τους συστατικούς αυτής τρόπους του Κ.Πολ.Δ., που προαναφέρθηκαν, για την παράστασή της κατά την παρούσα δικάσιμο.

Συνεπώς η δεύτερη αναιρεσίβλητη θεωρείται δικονομικώς απούσα, ούτε εξάλλου προκύπτει ότι έχει κλητευθεί για να εμφανισθεί στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της αποφάσεως. Πρέπει επομένως ενόψει του ότι συνδέεται με το πρώτο των αναιρεσιβλήτων, που παρίσταται νομοτύπως, με το δεσμό της απλής ομοδικίας, ως εναγομένων σε αγωγή διεκδικητική κυριότητας ακινήτου, να χωριστεί η υπόθεση, να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αναίρεσης ως προς την απολειπομένη δεύτερη αναιρεσίβλητη και να χωρήσει η συζήτηση αυτής ως προς το πρώτο των αναιρεσιβλήτων.

Επειδή, στο άρθρο 4 του Ν. 3127/2003 "τροποποίηση και συμπλήρωση των νόμων 2308/1995 και 2664/1998 για την Κτηματογράφηση και το Εθνικό Κτηματολόγιο και άλλες διατάξεις (ΦΕΚ τ. Α 67/19-3-2003) ορίζεται ότι "Σε ακίνητο που βρίσκεται μέσα σε σχέδιο πόλεως ή μέσα σε οικισμό που προϋφίσταται του έτους 1923 ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί, ο νομέας του θεωρείται κύριος έναντι του Δημοσίου εφόσον:

α) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, αδιαταράκτως για δέκα (10) έτη το ακίνητο, με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία, υπέρ του ιδίου δικαιοπαρόχου του, που έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 23-02-1945, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη, ή β) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, το ακίνητο αδιαταράκτως για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ετών, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη.

Στο χρόνο νομής που ορίζεται στις περιπτώσεις α και β προσμετράται και ο χρόνος νομής των δικαιοπαρόχων που διανύθηκε με τις ίδιες προϋποθέσεις. Σε κακή πίστη βρίσκεται ο νομέας, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 του ΑΚ" (παρ.1), ότι "Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται για ακίνητο εμβαδού μέχρι 2000 τ.μ.

Για ενιαίο ακίνητο εμβαδού μεγαλύτερου των 2.000 τ.μ., οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται μόνον εφόσον στο ακίνητο υφίσταται κατά την 31-12-2002 κτίσμα που καλύπτει ποσοστό τουλάχιστον τριάντα τοις εκατό (30%) του ισχύοντος συντελεστή δόμησης στην περιοχή (παρ. 2) " Από τις παρατεθείσες διατάξεις συνάγεται ότι θεσπίζεται εξαίρεση του κανόνος που καθιερώνουν οι διατάξεις του άρθρου 21 του ΝΔ/τος της 22.4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ με το άρθρο 53 του Εισ.Ν.ΑΚ, και επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του ΑΝ "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων" ότι επί δημοσίων κτημάτων νομέας είναι το Δημόσιο και είναι ανεπίδεκτα κτητικής ή αποσβεστικής παραγραφής, εκτός εάν η τριακονταετής νομή της εκτάκτου χρησικτησίας είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 11-09-1915 αφού μετά τη χρονολογία αυτή δεν επιτρέπεται ούτε έκτακτη χρησικτησία επί των ακινήτων του Δημοσίου.

Έτσι, κατ' εφαρμογή των διατάξεων αυτών του άρθρου 4 του Ν. 3127/2003 είναι δυνατή η απόκτηση κυριότητος και επί δημοσίου κτήματος με χρησικτησία που βρίσκεται σε σχέδιο πόλεως ή μέσα σε οικισμό προϋφιστάμενο του 1923 ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί, εμβαδού μέχρι 2000 τ.μ., εφόσον νέμεται αδιαταράκτως το ακίνητο αυτό μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, δηλαδή μέχρι την 19-03-2003 α) επί δέκα έτη με νόμιμο τίτλο επαχθή αιτία υπέρ του ίδιου του νεμομένου ή νεμηθέντος ή υπέρ των δικαιοπαρόχων του, εφόσον ο νόμιμος τίτλος έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 28-02-1945 εκτός εάν κατά την κτήση της νομής ο επικαλούμενος κυριότητα ή οποιοσδήποτε από τους δικαιοπαρόχους του ήταν κακής πίστεως ή β) επί τριάντα έτη εκτός αν κατά την κτήση της νομής ο επιληφθείς της νομής του ακινήτου ήταν κακής πίστεως δηλαδή εφόσον δε συνέτρεχαν κατά το χρόνο κτήσεως της νομής οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 ΑΚ.

Η ρύθμιση αυτή ως ειδική και εξαιρετική επιτρέπει την απόκτηση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία σε ακίνητα του Δημοσίου εφόσον κάποιος που απέκτησε με καλή πίστη τη νομή ακινήτου του Δημοσίου, νέμεται αδιατάρακτα τούτο για τριάντα έτη που φθάνουν χρονικά μέχρι την έναρξη ισχύος των παραπάνω νόμου δηλαδή μέχρι την 19-03-2003, υπό τις λοιπές διαλαμβανόμενες προϋποθέσεις στην παρ. 1 περ α και β του ίδιου νόμου.

Περαιτέρω κατά το άρθρο 1042 ΑΚ ο νομέας βρίσκεται σε καλή πίστη, όταν χωρίς βαριά αμέλεια έχει την πεποίθηση ότι απέκτησε την κυριότητα. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για να αποκτηθεί η κυριότητα ακινήτου που ανήκει στο Δημόσιο, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 1 του Ν. 3127/2003 πρέπει ο νομέας μεταξύ άλλων να έχει την πεποίθηση, χωρίς να τον βαρύνει βαριά αμέλεια, ότι απέκτησε την κυριότητα του ακινήτου και η πεποίθησή του αυτή πρέπει να υφίσταται κατά το χρόνο κτήσης της νομής του ακινήτου.

Ο νομέας θεωρείται κακής πίστης μόνον αν γνωρίζει ότι δεν έγινε κύριος ή αγνοεί τούτο από βαρειά αμέλεια. Αν μεσολάβησε διαδοχή στη νομή, ο χρόνος νομής που διανύθηκε, με τις ίδιες προϋποθέσεις, στο πρόσωπο του δικαιοπαρόχου, συνυπολογίζεται στο χρόνο νομής του διαδόχου. Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στην διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Το επίδικο οικόπεδο, με αρ.427 βρίσκεται στο συνοικισμό ... Ν. Πέλλας (ΟΤ ...), έχει έκταση 531 τμ και συνορεύει ... Το ακίνητο αυτό όπως προκύπτει από το με αρ.

πρωτ. 35579/20-10-2003 έγγραφο του Τμήματος Πολιτικής Γης της Διεύθυνσης Γεωργίας Έδεσσας) της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Πέλλας ύστερα από έρευνα που έγινε στα κτηματολογικά στοιχεία της Οριστικής Διανομής των οικοπέδων του Συνοικισμού ... των ετών 1974-1975, η οποία κυρώθηκε με την από 7-7-1976 απόφαση της Επιτροπής Οριστικών Διανομών της Διεύθυνσης Γεωργίας Ν.

Πέλλας φέρεται ως "διαθέσιμο". Τις αποφάσεις αυτές, με τη μέριμνα του Προέδρου της Κοινότητας ... ο Α. Σ., κλητήρας της τελευταίας, στις 7-7-1976 τοιχοκόλλησε στην εξώθυρα του Κοινοτικού Καταστήματος και τα δημοσιώτερα μέρη του ως άνω Συνοικισμού, προς γνώση των ενδιαφερομένων, όπως προκύπτει από το σχετικό αποδεικτικό τοιχοκολλήσεως που με επίκληση το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο προσκομίζει.

Στη συνέχεια, το ακίνητο αυτό, με τις με αρ.14/1987 και 2/2000 αποφάσεις της Α' Επιτροπής Απαλλοτριώσεως Κ. Πέλλας, παραχωρήθηκε στον Π. Μ. του Σ., σύμφωνα με το άρθρο 1 του από 25-4-1985 ΠΔ/τος και εκκρεμεί η έκδοση αποφάσεως του Νομάρχη για σημείωση της μεταβολής στα κτηματολογικά στοιχεία της ανωτέρω διανομής και η έκδοση του σχετικού τίτλου κυριότητας.

Τις αποφάσεις αυτές, με τον τρόπο που προαναφέρθηκε, το τοιχοκόλλησε ο ίδιος κλητήρας, προς γνώση των ενδιαφερομένων. Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ότι ο ενάγων κατά των ανωτέρω αποφάσεως της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων (14/1987 και 2/2000) δεν άσκησε κάποιο ένδικο μέσο, ούτε υπέβαλε κατά της αποφάσεως των Οριστικών Διανομών ως ενδιαφερόμενος δικαιούχος που έχει αντιρρήσεις, τις σχετικές ενστάσεις:

Αποδείχθηκε ακόμη, ότι στο δικαιοπάροχο του ενάγοντος (παππού του) Α. Δ. ή Λ. δεν παραχωρήθηκε το επίδικο ακίνητο με έγγραφο τίτλο, κατά τα χρόνια της Τουρκοκρατίας και ότι αυτός δεν άσκησε το δικαίωμα εξουσιάσεως (τεσσαρουφ) σ' αυτό με δεκαετή αδιαμφισβήτητη κατοχή και καλλιέργεια μέχρι τις 20-5-1317. Ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι ο πατέρας του, του παραχώρησε ατύπως το έτος 1962 το επίδικο, ουδόλως αποδείχθηκε, καθότι η κατάθεση του μάρτυρα αποδείξεως που εξετάσθηκε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ελάχιστα πειστική κρίνεται.

Ειδικότερα, ο μάρτυρας αυτός εξεταζόμενος με την επιμέλεια του ενάγοντος κατέθεσε ότι ο πατέρας του τελευταίου το είχε επί Τουρκοκρατίας, γεγονός το οποίο ούτε ο ίδιος ο ενάγων υποστηρίζει, αφετέρου δε ότι ο ενάγων το έχει πάνω από 50 χρόνια, ενώ ο τελευταίος στην αγωγή του εκθέτει ότι το παραχώρησε ατύπως ο πατέρας του το 1962.

Με βάση τα ανωτέρω, ο αγωγικός ισχυρισμός του ενάγοντος κατοίκου της Κοινότητας ... ότι είναι νομέας και κάτοχος του ως άνω ακινήτου περισσότερο από 30 χρόνια, χωρίς διακοπή και ειδικότερα μέχρι τις 19-3-2003 καλόπιστα, προσμετρώντας στο χρόνο αυτό και το χρόνο των δικαιοπαρόχων του, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ.1 περ.

β του Ν. 3126/19.3.2003, απορριπτέος κρίνεται ως αβάσιμος κατ' ουσίαν, αφού αποδείχθηκε ότι α) αυτοί δεν νέμονταν το επίδικο συνεχώς και αδιαταράκτως για χρονικό διάστημα 30 ετών μέχρι την έναρξη ισχύος του Ν. 3127/2003 (19-3-2003) και β) κατά το χρόνο κτήσης της νομής βρίσκονταν σε κακή πίστη, καθότι από βαρειά αμέλεια είχαν την πεποίθηση ότι απέκτησαν την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου, καθότι γνώριζαν ότι στα κτηματολογικά στοιχεία της Οριστικής Διανομής του ανωτέρω συνοικισμού χαρακτηρίζεται ως "διαθέσιμο" και ότι έχει αποφασισθεί η παραχώρηση του στον Π.

Μ.". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την ένδικη αγωγή, αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου, που στηρίζεται στην κτήση της κυριότητας του ενάγοντος με έκτακτη χρησικτησία, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1β του Ν. 3127/2003 και ακολούθως δέχθηκε κατ' ουσίαν τις εφέσεις των εναγομένων ήδη αναιρεσιβλήτων και εξαφάνισε την εκκληθείσα πρωτοβάθμια απόφαση που είχε δεχθεί ως ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο ότι ο ενάγων δεν απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία σύμφωνα με το άρθρο 4 του Ν. 3127/2003 καθ' όσον ουδέποτε άσκησε νομή στο επίδικο δεν παραβίασε την παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη, αφού υπό τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, δε συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της.

Περαιτέρω το Εφετείο δε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση αφού διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της μη απόκτησης της κυριότητας του επιδίκου από τον ενάγοντα με έκτακτη χρησικτησία υπό τις προϋποθέσεις της παραπάνω ουσιαστικής διάταξης, οι οποίες (αιτιολογίες) επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή της.

Συνεπώς όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αίτησης αναίρεσης αποδίδοντας στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια της ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης της παραπάνω ουσιαστικής διάταξης είναι αβάσιμοι. Οι περαιτέρω διαλαμβανόμενες στους ίδιους αναιρετικούς λόγους αιτιάσεις είναι απαράδεκτες καθ' όσον αφορούν τόσον ελλείψεις στην εκτίμηση των αποδείξεων, όσον και σε ανάπτυξη των απόψεων του αναιρεσείοντος σχετικά με την βασιμότητα της αγωγής, που δεν υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, που ορίζει, ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι αυτά.

Με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ως πλημμέλεια ότι απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος χωρίς απόδειξη, με την αιτιολογία ότι ο ενάγων - αναιρεσείων δεν νεμήθηκε το επίδικο επί μία συνεχή τριακονταετία μέχρι την έναρξη του ν. 3127/2003. Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο στην ανωτέρω παραδοχή του για την απόρριψη της αγωγής του αναιρεσειοντος, κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, της καταθέσεως του μάρτυρα αποδείξεως, καθώς επίσης και των εγγράφων, τα οποία με επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι.

Έτσι στην εν λόγω παραδοχή του το Εφετείο δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη και γι' αυτό πρέπει ο αμέσως πιο πάνω από το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς διάδικος, στη δικαστική δαπάνη του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), μειωμένη κατά τα άρθρα 22 παρ. 1, 3 του Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 Εισ.Ν.

Κ.Πολ.Δ., 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης ως προς τη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας Περιφερειακή Ενότητα Πέλλας.

Απορρίπτει την από 5-2-2007 αίτηση του Ν. Λ., περί αναιρέσεως της 1130/2006 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσόν των τρακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 7η Μαΐου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 24η Ιουνίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ