Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to vague statute of limitations argument and failure to prove new evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of First Instance's decision, ruling the second ground of appeal inadmissible. The appellant argued that a claim for damages had expired because he learned of the tort in 2004, but the court found this assertion vague and lacking specific dates regarding when the victim first became aware of the harm and the liable party. Consequently, the court held that the lower court correctly rejected the argument, and the appeal was dismissed with the appellant ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(11), 262, 269, 527, 578 of the Code of Civil Procedure; Article 937 of the Civil Code: An appeal based on inadmissibility due to a statute of limitations argument is rejected if the appellant fails to specify the exact date the victim learned of the damage and the obligor, rendering the objection vague and inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1412 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1412/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Μ. Σ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεωνίδα Σιδηρόπουλο.
Της αναιρεσίβλητης: Ομορρύθμου Εταιρίας με την επωνυμία "Ι. Α. Κ. Ι. ΟΕ" που εκπροσωπείται νόμιμα και εδρεύει στη ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χάρη Βεργούλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-5-2000 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 41821//2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 414/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 18-11-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Εμμανουήλ Κλαδογένης, ανέγνωσε την από 1-2-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλομένης απόφασης κατά παραδοχήν του δευτέρου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως ως προς τα τρία πρώτα σκέλη του και 2. την απόρριψη των λοιπών λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή το άρθρο 559 αριθ.11 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, "αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά τον νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν". Από την διάταξη αυτή συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 106, 237 § 1 στοιχ.
β', 453 και 524 § 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη του τα νομίμως προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από το διάδικο. Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση εγγράφου, όταν είναι ειδική και από αυτή προκύπτει η ταυτότητα του. Η εν λόγω επίκληση μπορεί να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε και με αναφορά σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου (Ολομ.Α.Π. 14/2005).
Εξ άλλου, ο από το άρθρο 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης τα περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στη έκβαση της δίκης, όχι δε όταν υφίστανται ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται σαφώς.
Περαιτέρω: Κατά το άρθρο 361 ΑΚ: "Για τη σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά". Κατά το άρθρο 741 ΑΚ: "Με τη σύμβαση της εταιρίας δύο ή περισσότεροι έχουν αμοιβαίως υποχρέωση να επιδιώκουν με κοινές εισφορές κοινό σκοπό και ιδίως οικονομικό". Κατά το άρθρο 758 ΑΚ: "Οι εισφορές των εταίρων, καθώς και καθετί που αποκτάται για την εταιρία από τη διαχείρισή της ανήκει σε όλους τους εταίρους κατά το λόγο της εταιρικής μερίδας του καθενός ...".
Εν προκειμένω, η αναιρεσίβλητη, για να υποστηρίξει την αγωγή της, επικαλέσθηκε με τις προτάσεις της και προσεκόμισε νομίμως ενώπιον του πρωτοβαθμίου και του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, μεταξύ άλλων, και τα εξής έγγραφα: 1) "Την τριπλότυπη είσπραξη για τις πράξεις 10114 και 35733/96 Ι.Κ.Α. και 34393 ΠΕΕ + 9238 και ατομικό ειδοποίηση της 17-8-2000", 2) "Τα έγγραφα Δ.Ο.Υ., οριστικές δηλώσεις 1994-1996, δύο τριπλότυπα πληρωμής 250.000 και 21.233 δρχ., λοιπά έγγραφα Δ.Ο.Υ., όπως και συγκεντρωτική εικόνα οφειλέτη, καθώς και σημείωμα με ένδειξη "ΕΦΟΡΙΑ", 3) "Δηλώσεις στον Δήμο Θεσσαλονίκης για την οφειλή Ν. 2539/97 του 5% δημοτικού φόρου, τριάντα εννέα (39) αποδείξεις εισπράξεως", 4) "Αγωγή 5Β - HELLAS με προσεπίκληση και απόδειξη εξόφλησης 1.400.000 δρχ.", 5) "Απόφαση 375/96 και κατάσχεση (Λ.), 6) "Απόδειξη Δ.Ε.Η. 194.800 δρχ.", 7) "Απόδειξη Ο.Τ.Ε. 67.700 δρχ.", 8) "Τιμολόγια Ν.
Ε.Π.Ε.", 9) "Τιμολόγια "Μ. Σ. και Σία" και 10) "Πρόχειρο κόκκινο βιβλιάριο Εσόδων - Εξόδων που κρατούσε ο αδελφός του Μ. και 2 καταστάσεις ημερολογίου ταμείου". Το Εφετείο, αφού έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των νομίμως ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου εξετασθέντων μαρτύρων και όλα τα νομίμως από τους διαδίκους προσκομισθέντα, κατά την διαβεβαίωσή του, με επίκληση έγγραφα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και τα αμέσως ανωτέρω αναφερόμενα, των οποίων η επίκληση είναι σαφής και ορισμένη, καθόσον είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά των, εσχημάτισε το πόρισμα του και διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση, μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "Ι.
Α. Κ. Ι. ΟΕ" που διατηρούσε και εκμεταλλευόταν σε μισθωμένο παρ' αυτής κατάστημα ... επιχείρηση νυκτερινού Κέντρου διασκεδάσεως με τον τίτλο παρασκήνιο κατάρτισε με τον εκπρόσωπο της Α. Ι. στις αρχές του καλοκαιριού 1993 μετά του Σ. Μ. άτυπη σύμβαση συστάσεως αφανούς εταιρίας μεταξύ αφενός του πρώτου και αφετέρου του δευτέρου (Στ- Μ.) που ενεργούσε ατομικά και ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης "ΙΝΝΟΥΕΝΤΟ ΕΠΕ".
Σκοπός της εν λόγω αφανούς εταιρίας ήταν η εκμετάλλευση και η προώθηση των εμπορικών εργασιών του ήδη λειτουργούντος κέντρου διασκέδασης "Παρασκήνιο". 0 εναγόμενος-εκκαλών-εφεσίβλητος μετείχε ήδη σε εμπορικές εταιρίες που σκοπό είχαν την εκμετάλλευση παρομοίων επιχειρήσεων (κέντρων διασκεδάσεως), διέθετε δε ως εκ τούτου σχετική πείρα, λόγος άλλωστε για τον οποίο η ενάγουσα απέβλεπε στο πρόσωπο του για την ευόδωση του εταιρικού σκοπού.
Η ενάγουσα ως εμφανής εταίρος, αφού επ' ονόματί της θα εξακολουθούσε να λειτουργεί η ως άνω ήδη υπάρχουσα στο παραπάνω κατάστημα επιχείρηση κέντρου διασκεδάσεως, θα εκπροσωπούσε την επιχείρηση έναντι τρίτων, όλες δε οι συμβάσεις που θα κατάρτιζε η ενάγουσα, εμφανής εταίρος στο όνομα της για τους σκοπούς της εταιρίας θα παρήγαγαν υποχρεώσεις και δικαιώματα μόνον γι' αυτήν και θα δέσμευαν μόνον την ίδια και όχι τους αφανείς εταίρους.
Χρόνος λειτουργίας της αφανούς αυτής εταιρίας ορίστηκε αόριστος, ενώ η συμμετοχή στις κερδοζημίες του εμφανούς μεν εταίρου ορίστηκε σε ποσοστό 50%, ενώ κατά το υπόλοιπο 50% θα συμμετείχαν από κοινού οι αφανείς εταίροι (Σ. Μ. και η εταιρία του) ... Ταυτόχρονα με την σύναψη της σύμβασης συστάσεως αφανούς εταιρίας, συμφωνήθηκε ρητά και προφορικά μεταξύ των συμβαλλομένων όπως την αποκλειστική διαχείριση της αφανούς εταιρίας, ασκεί ο εναγόμενος Σταύρος Μ., ο οποίος και θα ελάμβανε λόγω της εμπειρίας του σε παρόμοιες επιχειρήσεις όλες τις κρίσιμες για την ευόδωση του εταιρικού σκοπού αποφάσεις και θα διενεργούσε όλες τις ταμειακές δοσοληψίες, με τρίτους (υπηρεσίες οργανισμούς και φυσικά πρόσωπα) διαχειριζόμενος αυτός και μόνον τους εταιρικούς πόρους και το ταμείο της εταιρίας, ενώ η ενάγουσα εταιρία ως εμφανής εταίρος θα είχε την εξουσία εκπροσωπήσεως της εταιρίας και στο όνομα της θα διενεργούσε εμπορικές πράξεις και συμβάσεις με τρίτους και μόνον αυτή θα δεσμεύετο από αυτές.
Επί πλέον συμφωνήθηκε μεταξύ των συμβαλλομένων όπως ο εναγόμενος, διαχειριστής από τα ακαθάριστα έσοδα της επιχείρησης του νυχτερινού κέντρου προβαίνει σε εξοφλήσεις των οφειλών που θα προέκυπταν από την λειτουργία της εταιρίας, προς το ΙΚΑ ΔΟΥ ΑΕΠΙ Δήμο, τους προμηθευτές της επιχείρησης ως και των πάσης φύσεως λειτουργικών εξόδων της επιχείρησης, χρέη όμως που θα εβεβαιώνοντο επ' ονόματι της ενάγουσας ως εμφανούς εταίρου, μετά δε την εξόφληση των οφειλών αυτών να προβαίνει αυτός στην διανομή των κερδών μεταξύ αυτού και της ενάγουσας.
Από της συστάσεώς της η εν λόγω αφανής εταιρία λειτούργησε ως κερδοφόρα έως τον Αύγουστο 1995 οπότε ο εκπρόσωπος της ενάγουσας Α. Ι. κατάγγειλε προφορικά την αφανή αυτή εταιρία με συνέπεια την λύση αυτής. Κατά τον ίδιο χρόνο (Αύγουστος 1995) ο νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας έμαθε ότι ο εναγόμενος κατά την διάρκεια της λειτουργίας της αφανούς εταιρίας και της εκμεταλλεύσεως του ως άνω νυκτερινού κέντρου, ως αποκλειστικός διαχειριστής της επίδικης αφανούς εταιρίας και εντολοδόχος της ενάγουσας δεν κατέβαλε ως όφειλε, κατά την ρητή τους συμφωνία, από το προϊόν των εισπράξεων που προήρχοντο από την λειτουργία της εταιρίας και ελάμβανε στην κατοχή του, διάφορα χρέη της επιχείρησης προς τρίτους, τα οποία εβεβαιώνοντο στο όνομα της ενάγουσας-εμφανούς εταίρου και δέσμευαν αυτήν.
Ειδικότερα: 1]Δεν κατέβαλε προς τους εκμισθωτές του καταστήματος για λογαριασμό της μισθώτριας ενάγουσας τα μισθώματα των μηνών Απριλίου, Ιουνίου, Ιουλίου και Αυγούστου του έτους 1995 συνολικού ποσού ... 7.411,30 ευρώ. Το ποσό αυτό αναγκάστηκε τελικά η ενάγουσα κατά μήνα Οκτώβριο 1997 να καταβάλει στους εκμισθωτές του καταστήματος. 2]Δεν κατέβαλε προς το ΙΚΑ τις ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων στην εν λόγω επιχείρηση που εβεβαιώνοντο κατά την διάρκεια της λειτουργίας στο όνομα της ενάγουσας (εμφανούς εταίρου) συνολικού ποσού 10.958,71 ευρώ και για τις οποίες (εισφορές) εκδόθηκαν από τον πιο πάνω ασφαλιστικό οργανισμό σε βάρος της ενάγουσας οι αντίστοιχες πράξεις επιβολής εισφορών.
Το ποσό αυτό αναγκάστηκε τελικά συνεπεία ασκηθεισών διώξεων των μελών της ενάγουσας, να το καταβάλει στο ΙΚΑ ο νόμιμος εκπρόσωπος της κατά το χρονικό διάστημα από Δεκέμβριο 2000 έως τον Δεκέμβριο 2005 ... 3] Δεν κατέβαλε προς την αρμόδια ΔΟΥ για λογαριασμό της ενάγουσας τους βεβαιωθέντες επ' ονόματι της ως εμφανούς εταίρου φόρους (εισοδήματος, ΦΠΑ) κατά το χρονικό διάστημα λειτουργίας της αφανούς εταιρίας συνολικού ποσού 5.102,23 ευρώ ... 4] δεν κατέβαλε προς την ΑΕΠΙ για λογαριασμό της ενάγουσας εταιρίας την δαπάνη των πνευματικών δικαιωμάτων των δημιουργών από την εκμετάλλευση των έργων τους από την πιο πάνω επιχείρηση "ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΟ" που κατά την επίμαχη χρονική περίοδο λειτουργίας της αφανούς εταιρίας ανήλθε στο ποσό των ... 6.173,75 ευρώ και το οποίο ποσό εν τέλει κατέβαλε η ενάγουσα ... 5] Δεν κατέβαλε προς τον Δήμο Θεσ/νίκης για λογαριασμό της ενάγουσας εταιρίας τους δημοτικούς φόρους ποσού ... 3.432,60 ευρώ ...
Το ποσό αυτό αναγκάστηκε τελικά να καταβάλει ο νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας στο Δήμο Θεσ/νίκης κατά το έτος 2003. 6] Δεν κατέβαλε προς την ανώνυμη εταιρία "SB.HELLAS AE" για λογαριασμό της ενάγουσας το εκ ... 3.598,45 ευρώ τίμημα πωλήσεως προς την τελευταία εμπορευμάτων (ποτών) για τις ανάγκες της λειτουργίας του πιο πάνω νυχτερινού κέντρου για το επίδικο χρονικό διάστημα λειτουργίας της αφανούς εταιρίας, με αποτέλεσμα να αναγκαστεί να το καταβάλει το έτος 1998 στην πωλήτρια εταιρία ο νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας, αφού με την επωνυμία της τελευταίας ως αγοράστριας εκδόθηκαν τα σχετικά τιμολόγια. 7]Δεν κατέβαλε για λογαριασμό της ενάγουσας εταιρίας στην εργαζομένη ως λαντζιέρα κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, Σ.
Λ. τις αποδοχές της για την προαναφερθείσα υπ' αυτής εργασία στην πιο πάνω επιχείρηση ποσού συνολικού ... 851,96 ευρώ ... 8] Δεν κατέβαλε προς την εταιρία "COCA COLA AE". Οφειλή της ενάγουσας που προέκυψε κατά το επίδικο χρονικό διάστημα και αφορούσε τίμημα εκ πωλήσεως αναψυκτικών ανερχόμενο στο ποσό των ... 2.406,46 ευρώ, που αναγκάστηκε να το καταβάλει η ενάγουσα μετά την λύση της εταιρίας.
Ωσαύτως ο εναγόμενος διαχειριστής δεν κατέβαλε προς τους αρμόδιους οργανισμούς (ΔΕΗ ΟΤΕ) τα λειτουργικά έξοδα του καταστήματος κατά την επίμαχη χρονική περίοδο και συγκεκριμένα Α] δεν κατέβαλε την δαπάνη καταναλώσεως ηλεκτρικού ρεύματος χρονικού διαστήματος από 11-5-1995 έως 11-7-1995 ποσού ... 1.466,76 ευρώ ως και προς τον ΟΤΕ τηλεπικοινωνιακά τέλη των τηλεφωνικών συνδέσεων συνολικού ποσού ... 257,37 ευρώ.
Τα χρηματικά αυτά ποσά αναγκάστηκε τελικά να καταβάλει ο νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας στους ως άνω οργανισμούς κατά τους μήνες Σεπτέμβριο και Οκτώβριο 1995 αντιστοίχως ... . Κατά την κατάρτιση της συμβάσεως συστάσεως της επίμαχης αφανούς μεταξύ των διαδίκων εταιρίας ο νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας συμφώνησε ρητά με τον εναγόμενο όπως τα μισθώματα του μισθίου καταστήματος στο οποίο λειτουργούσε η επιχείρηση, των θερινών μηνών του έτους 1993 (Ιουνίου Ιουλίου και Αυγούστου) ως και του μηνός Σεπτεμβρίου 1993, ήτοι μέχρι της κατά τον μήνα Οκτώβριο 1993 έναρξης της χειμερινής σαιζόν θα καταβάλλοντο εξ ημισείας από τους εταίρους.
Όμως κατά παράβαση της συμφωνίας των αυτής ο εναγόμενος ουδέν ποσό κατέβαλε για την αιτία αυτή και εκ του λόγου αυτού ο νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας κατέβαλε στον εκμισθωτή του καταστήματος το σύνολο των μισθωμάτων των μηνών αυτών, που ανέρχονται σε 1.944.866 δρχ ... Κατά συνέπεια ο εναγόμενος οφείλει εκ της αιτίας αυτής κατά τα συμφωνηθέντα το ήμισυ του ποσού αυτού δηλαδή ... 2. 853,80 ευρώ.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα μετά την λύση, τον Αύγουστο 1995, κατά τα προεκτεθέντα, της αφανούς εταιρίας, διαπίστωσε κατά μήνα Σεπτέμβριο 1995 ότι ο εναγόμενος αποχωρώντας από την πιο πάνω επιχείρηση, αφαίρεσε εν αγνοία του νομίμου εκπροσώπου της ενάγουσας από το κατάστημα όπου λειτουργούσε η ως άνω επιχείρηση νυκτερινού κέντρου μέρος του επαγγελματικού φωτισμού ...
αξίας ... 847,56 ευρώ ... Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι κατά την διανομή των κερδών μεταξύ των εταίρων στην οποία προέβη ο εναγόμενος-διαχειριστής κατά την ρητή συμφωνία τους, κατά την διετή χρονική διάρκεια λειτουργίας της αφανούς εταιρίας αυτός απέδωσε στην ενάγουσα ποσοστό κερδών μικρότερο του συμφωνηθέντος ως αναλογούντος (50%) μεριδίου της επ' αυτών.
Ειδικώτερα κατά την πρώτη περίοδο (πρώτο έτος) λειτουργίας 1993-1994) της αφανούς εταιρίας τα ακαθάριστα έσοδα της ανήρχοντο σε 60.000.000 δρχ., ενώ το σύνολο των εξόδων (συμπεριλαμβανομένων των ως άνω μη καταβληθεισών υπό του εναγομένου οφειλών) για τα οποία (έξοδα) και δεν προβάλλεται υπό του εναγομένου ένσταση για μεγαλύτερο ύψος εξόδων ανήρχοντο σε 50.950.000 δρχ.
εντεύθεν δε τα καθαρά κέρδη για το πρώτο έτος λειτουργίας της σε 9.050.000 δρχ. ... κατά το δεύτερο έτος λειτουργίας (1994-1995). Τα ακαθάριστα έσοδα από την λειτουργία της αφανούς εταιρίας ανήρχοντο σε 78.000.000 δρχ., τα δε έξοδα συμπεριλαμβανομένων και των ανωτέρω μη καταβληθέντων υπό του εναγομένου χρεών, και μη προβληθείσης ενστάσεως για ύπαρξη περισσοτέρων εξόδων, ανήρχοντο σε 59.786.000 δρχ.
εντεύθεν δε τα καθαρά κέρδη για το δεύτερο έτος λειτουργίας της αφανούς εταιρίας ανήρχοντο σε 18.214.000 δρχ.
Συνεπώς τα συνολικά καθαρά κέρδη της επίμαχης αφανούς εταιρίας καθόλη τη διάρκεια της διετούς λειτουργίας της ανήλθαν σε 27.264.000 δρχ. ... Επομένως η ενάγουσα κατά τα συμφωνηθέντα μεταξύ αυτής και του εναγομένου εδικαιούτο το ήμισυ του ποσού αυτού ήτοι 13.632.000 δρχ. ... Ενόψει όμως του ότι αυτή, κατά τα εκατέρωθεν συνομολογούμενα, έλαβε κατά την γενομένη υπό του εναγομένου διανομή των κερδών το ποσό των 11.567.000 δραχμών συνολικά, δικαιούται να αξιώσει παρά του εναγομένου την διαφορά εκ 2065.000 δρχ.
ή 6.060,16 ευρώ ...". Υπό τα δεδομένα αυτά το Εφετείο αφ' ενός μεν ορθώς έλαβε υπόψη τα αναφερθέντα έγγραφα, αφ' ετέρου δε, διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες, σχετικά με την (μερική) ουσιαστική βασιμότητα καθενός από τα ανωτέρω αγωγικά κονδύλια. Υπό τις παραδοχές δε αυτές είναι εφικτός ο έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής των ρηθεισών διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου.
Επομένως, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 και 19 Κ.Πολ.Δ., και ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 559 αριθ.1 περ. α' Κ.Πολ.Δ., "Αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών ...".
Η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη η οποία συνδέεται με την νομική εκτίμηση του κανόνος ουσιαστικού δικαίου, ο οποίος πρέπει να εφαρμοσθεί, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ., αν το δικαστήριο της ουσίας, για την κρίση του ως προς το νόμω βάσιμο της αγωγής, είτε αξίωσε περισσότερα στοιχεία, από όσα ο νόμος απαιτεί για την θεμελίωση του ασκουμένου δικαιώματος, είτε αρκέσθηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία.
Ακόμη, κατά το ίδιο άρθρο, αναίρεση επιτρέπεται, σύμφωνα με τον αριθμό 13, "αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης" και σύμφωνα με τον αριθμό 14, "αν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο". Εξ άλλου, σύμφωνα με το άρθρο 262 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία την θεμελιώνουν.
Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 247, 251, 298, 914 και 937 Α.Κ. συνάγεται ότι σε περίπτωση αδικοπραξίας, αφότου εκδηλώθηκε το ζημιογόνο γεγονός, γεννάται υπέρ του ζημιωθέντος αξίωση αποζημιώσεως για την όλη θετική και αποθετική ζημία, παρούσα ή μέλλουσα, αν είναι προβλεπτή κατά τη συνήθη και κανονική πορεία των πραγμάτων και εφόσον η δικαστική της επιδίωξη είναι δυνατή, η δε παραγραφή της αξιώσεως αυτής είναι πενταετής και αρχίζει να τρέχει για όλες τις ζημίες ενιαίως από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση των πρώτων επιζήμιων συνεπειών και του υπόχρεου προς αποζημίωση [ΟλΑΠ. 24/2003, Α.Π. 1164/2011].
Επομένως, για να είναι ορισμένη η ένσταση για την παραγραφή της αξιώσεως από αδικοπραξία, πρέπει ο ενιστάμενος να επικαλεσθεί τον χρόνο κατά τον οποίο ο παθών έλαβε γνώση της ζημίας και του υποχρέου προς αποζημίωση και την έκτοτε πάροδο πέντε ετών μέχρι της ασκήσεως της αγωγής.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τις προτάσεις του επί της ανακοπής ερημοδικίας την οποία άσκησε ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, προέβαλε τον ακόλουθο ισχυρισμό: "Ως προς την ερειζόμενη στις διατάξεις περί αδικοπραξίας βάση της αγωγής, ανεξαρτήτως ουσιαστικής βασιμότητας ή μη αυτής, οιαδήποτε απαίτηση της καθ' ής (μετά την αποδοχή της ανακοπής ερημοδικίας) έχει παραγραφεί, διότι από τη γέννηση της αξίωσης Ιούνιο του 1995 μέχρι τον Ιούλιο του 2000 οπότε έλαβε χώρα η μη νόμιμη κλήτευση μας, πολύ δε περισσότερο μέχρι τον Ιούλιο του 2004 οπότε έλαβε χώρα η προσωποκράτηση του β' εξ ημών, εξαιτίας της οποίας για πρώτη φορά πληροφορηθήκαμε την ύπαρξη της απαίτησης της καθ' ής, παρήλθε μείζον της πενταετίας χρόνος (άρθρ. 937 ΑΚ)".
Με το περιεχόμενο αυτό, ο εν λόγω ισχυρισμός (ένσταση) ήταν αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος, καθόσον δεν αναφερόταν καθόλου, σύμφωνα με τις εκτεθείσες διατάξεις και σκέψη, ο χρόνος κατά τον οποίο η ζημιωθείσα- ενάγουσα έλαβε γνώση των πρώτων επιζήμιων γι' αυτή συνεπειών του ενδίκου αδικήματος και του υποχρέου προς αποζημίωση.
Σύμφωνα δε με τις διατάξεις των άρθρων 269 και 527 Κ.Πολ.Δ., ο εναγόμενος - αναιρεσείων απαραδέκτως επειράθη να επαναφέρει ορισμένως τον ίδιο ισχυρισμό στο Εφετείο. Επομένως, το Εφετείο, έστω και με εσφαλμένη αιτιολογία, ορθώς απέρριψε τον εν λόγω ισχυρισμό και ως εκ τούτου, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 578 Κ.Πολ.Δ., ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει το αντίθετο επικαλούμενος αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1, 13, 14 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι ως προς όλα τα σκέλη του αβάσιμος.
Κατόπιν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-11-2010 αίτηση του Μ. Σ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 414/2010 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 21 Μαΐου 2013.
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Ιουνίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ