Legislator Case Law & Legislation
1412/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for late service of additional appeal arguments.

Case Number 1412/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Thessaloniki Court of Appeal's decision, rejecting both the main appeal and supplementary arguments. The court found that while the supplementary arguments were filed within the submission deadline, they were served on the respondent government ministry more than thirty days before the scheduled hearing, violating strict procedural timelines. Consequently, the court ruled that the late service rendered the arguments inadmissible, upholding the lower court's judgment and ordering the appellants to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Art. 569 para. 2 lit. a K.Pol.D.; Art. 568 para. 2 K.Pol.D.; Art. 577 para. 1 and 2 K.Pol.D.: Supplementary appeal arguments must be served on the respondent at least thirty full days before the hearing date, not merely submitted to the court.

Keywords

AI generated
supplementary appeal arguments inadmissibility service of process thirty day rule procedural deadline Supreme Court civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Art. 569 para. 2 lit. a K.Pol.D.
Art. 568 para. 2 K.Pol.D.
Art. 577 para. 1 and 2 K.Pol.D.
Art. 111 §§1, 2, 568 §3 and 571 K.Pol.D.

Cited Case Law

AI generated
OL.AP 143/1984
OL.AP 654/1984
AP 223/2002

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1412 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1412/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη και Κωνσταντίνο Τσόλα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Απριλίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Χ, 2. Χ2 συζ. Χ και 3. Χ3 , κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στέργιο Καπράρα.

Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που εδρεύει στην ..., το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Αλεξάνδρα Δημητρακοπούλου, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-2-1997 αγωγή της αρχικής διαδίκου Δ, και με την από 24-2-1997 πρόσθετη παρέμβαση των α. Υπουργού Οικονομικών και β. Ελληνικού Δημοσίου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βέροιας και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 242/1998 μη οριστική, 172/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 360/2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30-4-2008 αίτησή τους και με τους από 18-3-2010 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη ανέγνωσε την από 8-4-2010 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων της.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 Κ.Πολ.Δ., έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεώρησε ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.

Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια κρίση του για τον αναιρεσείοντα να σχημάτισε το δικαστήριο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση, η οποία δεν συντρέχει, όταν το εν λόγω έγγραφο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην τελευταία αυτή περίπτωση δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του.

Εξάλλου, ως έγγραφα, με την έννοια των αναφερόμενων στα άρθρα 339 και 432 Κ.Πολ.Δ. ως αποδεικτικών μέσων, δεν θεωρούνται τα διαδικαστικά, όπως είναι λ.χ. τα πρακτικά της δίκης ή οι εισηγητικές εκθέσεις, που περιέχουν τις μαρτυρικές καταθέσεις. Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, κατ' ορθή εκτίμησή του, παραμόρφωσε το περιεχόμενο των ένορκων καταθέσεων των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης ..., αντίστοιχα, που περιέχονται στη 17/2003 εισηγητική έκθεση του Εισηγητή Δικαστή, που διορίστηκε με τη 242/ΤΠ/1998 προδικαστική απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με το να δεχθεί, ότι η θανούσα Θ, κατά το χρόνο σύνταξης και υπογραφής του προσυμφώνου, των πληρεξούσιων εγγράφων και της δημόσιας διαθήκης της, καθώς και της υπογραφής των εξοφλητικών αποδείξεων του τιμήματος (που αναλυτικά κατ' αριθμούς και ημερομηνίες αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση), δεν είχε συνείδηση των πράξεών της και βρισκόταν σε ψυχική και διανοητική διαταραχή, που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής της λόγω των ασθενειών από τις οποίες έπασχε, με αποτέλεσμα αυτή να μην είναι σε θέση να διατυπώσει (δήθεν) δήλωση βούλησης για οποιαδήποτε συναλλαγή από τις 20-2-1995 και μέχρι το θάνατό της (14-5-1995).

Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, εφόσον η περιέχουσα τις επίμαχες ένορκες καταθέσεις μαρτύρων 17/2003 εισηγητική έκθεση είναι διαδικαστικό έγγραφο της παρούσας δίκης.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος. (Ολ.ΑΠ 25/2003, 12/2000 και 3/1997), όχι δε και εκείνοι που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν άρνηση αυτής, ούτε και εκείνοι που δεν έχουν αυτοτέλεια και αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 469/1984).

Ο πρώτος, επομένως, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 8 περίπτ. β' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, που παραδεκτά προτάθηκε ενώπιόν του, ότι ο μάρτυρας ανταπόδειξης Α1κατέθεσε περί της διανοητικής κατάστασης της θανούσας Θ μόνο κατά το χρονικό διάστημα των νοσηλειών της στο νοσοκομείο Βέροιας, ενώ όλες οι επίμαχες δικαιοπραξίες στις οποίες συμμετείχε η ίδια, πραγματοποιήθηκαν μετά την έξοδό της από το πιο πάνω νοσοκομείο και τη βελτίωση της υγείας της, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, εφόσον δεν αφορά αυτοτελή ισχυρισμό, αλλά επιχείρημα πραγματικό, αντλούμενο από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 §2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί νόμιμα. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, γιατί στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, λόγος, όμως, αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 § 2 ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, αν ο αναιρεσείων είχε ηττηθεί στον πρώτο βαθμό, η νόμιμη επαναφορά του εν λόγω ισχυρισμού στο Εφετείο, πριν από την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, πρέπει να γίνεται μόνο με λόγο έφεσης ή πρόσθετο λόγο έφεσης. Με τα δεδομένα αυτά, πρέπει ο ισχυρισμός να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος.

Όπως δε περαιτέρω προκύπτει από την αμέσως πιο πάνω διάταξη, το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους προβλεπόμενους από τη διάταξη του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ λόγους αναίρεσης. Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο, κατ' ορθή εκτίμησή του, λόγο της αναίρεσης και υπό την επίκληση πλημμελειών από τους αριθμούς 10, 11 περίπτ.

α', 12 και 13, αντίστοιχα, του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., προβάλλονται οι αιτιάσεις, ότι το Εφετείο, με το να λάβει υπόψη την έκθεση πραγματογνωμοσύνης της νευρολόγου ψυχιάτρου ιατρού ..., που είχε διοριστεί ως πραγματογνώμονας με την 28/2002 διάταξη της Ανακρίτριας του Α' Τμήματος Πλημ/κών Βέροιας, σε εκτέλεση του 1627/2001 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, το οποίο όριζε, ότι ως πραγματογνώμων θα έπρεπε να οριστεί νευρολόγος-ψυχίατρος, μέλος του διδακτικού προσωπικού της Ιατρικής Σχολής του Α.Π.Θ., περιλαμβανόμενο στον κατάλογο των πραγματογνωμόνων του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, άκυρα και μη νόμιμα, εφόσον η εν λόγω πραγματογνώμων δεν υπήρξε μέλος του διδακτικού προσωπικού της πιο πάνω Ιατρικής Σχολής, δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που ο νόμος δεν επιτρέπει, παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη του αποδεικτικού μέσου της επίμαχης έκθεσης πραγματογνωμοσύνης και εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης.

Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος, ως προς όλες τις αιτιάσεις του, προεχόντως ως αόριστος, αφού δεν εκτίθεται σ' αυτόν, ότι οι περιεχόμενοι στον ίδιο πιο πάνω ισχυρισμοί των αναιρεσειόντων προτάθηκαν παραδεκτά από μέρους τους στο Εφετείο, με σαφείς και ορισμένους λόγους της έφεσής τους κατά της απορριπτικής σε βάρος τους πρωτόδικης απόφασης, σε κάθε δε περίπτωση, ως απαράδεκτος, αφού, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561 §2 Κ.Πολ.Δ.) επισκόπηση του δικογράφου της εν λόγω έφεσης, οι επίμαχοι ισχυρισμοί δεν προτάθηκαν νόμιμα στο Εφετείο, δεν εμπίπτουν δε σε καμιά από τις προβλεπόμενες στη διάταξη του άρθρου 562 §2 Κ.Πολ.Δ.

εξαιρέσεις.

Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί την απόφαση από τη νόμιμη βάση της, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ., νοούνται μόνον οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που έχουν αυθύπαρκτη ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και οι ελλείψεις ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων ή την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς (Ολ.

ΑΠ 861/1984,π.ρ.β.λ ΟλΑΠ 24/1992). Ο τρίτος, επομένως, κατ' ορθή εκτίμησή του, λόγος της αναίρεσης με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αιτιώνται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., γιατί το Εφετείο, με το να απορρίψει το αίτημά τους (που αποτελούσε και λόγο της έφεσής τους) περί διενέργειας ιατρικής πραγματογνωμοσύνης με το ανεπαρκές αιτιολογικό, ότι (δήθεν) "το αποδεικτικό υλικό που προσκομίστηκε είναι ικανό για το σχηματισμό πλήρους δικανικής πεποιθήσεως, ενώ στα πλαίσια της ποινικής διαδικασίας διατάχθηκε η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης και η σχετική έκθεση που συντάχθηκε από τη νευρολόγο-ψυχίατρο ..., η οποία διορίστηκε ως πραγματογνώμονας (και) συνεκτιμήθηκε από το Δικαστήριο", στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, εφόσον η απόρριψη του επίμαχου αιτήματος των αναιρεσειόντων δεν συνιστά ζήτημα, με την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ.

Ο ίδιος αναιρετικός λόγος, εκτιμώμενος ως πλημμέλεια από τους αριθμούς 9 περίπτ.γ' και 10, αντίστοιχα, του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, στην πρώτη μεν περίπτωση, εφόσον ως αίτηση νοείται εκείνη που αποτελεί κεφάλαιο της δίκης, το οποίο δημιουργεί εκκρεμοδικία και όχι εκείνη που επιδιώκει να προκαλέσει ενέργεια, η οποία απόκειται στην κυριαρχική εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας, όπως είναι και η έκθεση πραγματογνωμοσύνης, στη δεύτερη δε περίπτωση, εφόσον η συμπλήρωση των αποδείξεων με τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης εναπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 368 παρ. 1 ΚΠολΔ, στην κυριαρχική και μη ελεγχόμενη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο εκτιμά ελεύθερα την ανάγκη της χρησιμοποίησης του αποδεικτικού αυτού μέσου και δεν υποχρεούται να δικαιολογήσει την απορριπτική κρίση του, εκτός αν τη διεξαγωγή της πραγματογνωμοσύνης ζήτησε κάποιος διάδικος και το δικαστήριο εκτιμά ότι χρειάζονται ειδικές (ιδιάζουσες) γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, εκτίμηση που δεν περιέχεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.

Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ.4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιό λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Ειδικά, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου από το δικαστήριο της ουσίας (αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου.

Αν δε το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να εκτίθεται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου. Για το ορισμένο του αναιρετικού αυτού λόγου πρέπει, επίσης, να εκτίθεται στο αναιρετήριο, ότι υποβλήθηκε στο Εφετείο ισχυρισμός για την αντιμετώπιση του οποίου εσφαλμένα εφαρμόστηκε ή, ενώ έπρεπε να εφαρμοστεί, εσφαλμένα δεν εφαρμόστηκε ο επικαλούμενος κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου αναίρεσης δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (Ολ.

ΑΠ 32/96, 27/98). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, κατ' ορθή εκτίμησή του, με το να δεχθεί ως ουσιαστικά βάσιμη εν μέρει την ένδικη αγωγή της Δ, συζ. Ρ, ως κηδεμόνα της σχολάζουσας κληρονομίας της Θ, που πέθανε στην ..., στις 14-5-1995, υπέρ της οποίας παρενέβη προσθέτως το ήδη αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, περί αναγνώρισης της ακυρότητας:

Α) του με αριθμό ... συμβολαίου του συμβολαιογράφου Βέροιας Δημήτριου Δόλογλου, το οποίο τιτλοφορείται "ΠΡΟΣΥΜΦΩΝΟ ΠΩΛΗΣΕΩΣ ΤΗΣ ΨΙΛΗΣ ΚΥΡΙΟΤΗΤΑΣ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΜΕ ΠΑΡΑΚΡΑΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΚΑΡΠΙΑΣ ΕΦ ΟΡΟΥ ΖΩΗΣ ΤΗΣ ΠΩΛΗΤΡΙΑΣ, ΔΡΑΧΜΩΝ 116.000.000 - ΠΙΣΤΩΣΗ ΤΙΜΗΜΑΤΟΣ ΕΞ ΟΛΟΚΛΗΡΟΥ - ΑΥΤΟΣΥΜΒΑΣΗ ΚΑΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΤΗΤΑ", καθώς και την με αριθμούς ..., αντίστοιχα, οριστικών συμβολαίων αγοραπωλησίας της ψιλής κυριότητας των αναφερόμενων σ' αυτά

ακινήτων σε εκτέλεση του προαναφερόμενου προσυμφώνου, με αυτοσύμβαση, με βάση πληρεξουσιότητα, που δόθηκε με το ίδιο προσύμφωνο, του ίδιου πιο πάνω συμβολαιογράφου Βέροιας Δημήτριου Δόλογλου. Β) των με αριθμούς ..., αντίστοιχα, συμβολαιογραφικών πληρεξούσιων του ίδιου πιο πάνω συμβολαιογράφου Βέροιας Δημητρίου Δόλογλου, Γ) της με αριθμό ...

δημόσιας διαθήκης της Θ, η οποία συντάχθηκε, επίσης, από τον ίδιο συμβολαιογράφο Βέροιας Δημήτριο Δόλογλου και δημοσιεύθηκε με τα με αριθμούς 3373/1975 πρακτικά συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας και Δ) των από 17-3-1995, 12-4-1995, 28-4-1995 και 16-5-1995, αντίστοιχα, έγγραφων αποδείξεων της θανούσας Θ περί καταβολής σ' αυτή των ποσών των δρχ. 40.000.000, 27.842.200, 18.000.000 και 30.157.800, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 131 ΑΚ, όπως ήδη ισχύει μετά την τροποποίησή της με εκείνη του άρθρου 16 του Ν.2447/1996, παραβίασε ευθέως τη διάταξη αυτή, μολονότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της §2 της εν λόγω διάταξης.

Ο εξεταζόμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, εφόσον δεν διαλαμβάνονται σ' αυτόν, οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το πιο πάνω Δικαστήριο της ουσίας, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση του νόμου, σε κάθε δε περίπτωση, αφού δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο, ότι ο περιεχόμενος σ' αυτό πιο πάνω ισχυρισμός των αναιρεσειόντων προτάθηκε παραδεκτά από μέρους τους στο Εφετείο, με σαφή και ορισμένο λόγο της έφεσής τους κατά της απορριπτικής σε βάρος τους πρωτόδικης απόφασης, αλλιώς, γιατί στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση, ότι το Εφετείο εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 131 ΑΚ, όπως ήδη ισχύει μετά την τροποποίησή της με εκείνη του άρθρου 16 του Ν.2447/1996 και όχι εκείνη, όπως ίσχυε κατά το χρόνο κατάρτισης των προσβαλλόμενων συμβολαιογραφικών πράξεων και οιονεί δικαιοπραξιών (εξοφλητικών αποδείξεων) και που έκρινε ως κρίσιμο χρόνο με βάση τα γεγονότα που μαρτυρούν τη διανοητική κατάσταση της ασθενούς Θ κατά τα οποία και εκδηλώθηκε η δήλωση βούλησής της (1995, π.ρ.β.λ.

ΑΠ 223/2002).

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 εδάφ. α' Κ.Πολ.Δ., οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση.

Αντίγραφο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό της με εκείνες των άρθρων 111 §§1, 2, 568 §3 και 571 ΚΠολΔ, με τις οποίες προβλέπεται ο προσδιορισμός δικασίμου σε χρόνο που να παρέχει επαρκή προθεσμία για την επίδοση και την προπαρασκευή της υπόθεσης και τη σύνταξη της έκθεσης από τον εισηγητή που ορίστηκε, προκύπτει ότι ως ημέρα συζήτησης για τον υπολογισμό της προθεσμίας κατάθεσης και κοινοποίησης του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, νοείται εκείνη, η οποία, κατά το άρθρο 568 §2 Κ.Πολ.Δ., ορίζεται από τον Πρόεδρο του οικείου τμήματος του Αρείου Πάγου, όχι δε και η μεταγενέστερη, που ορίζεται μετά από αναβολή ή ματαίωση ή κήρυξη απαράδεκτης της συζήτησης (Ολ.ΑΠ 143/1984, 654/1984).

Στην προκείμενη περίπτωση, οι από 10-3-2010 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης πρέπει, κατά την αυτεπάγγελτη από το Δικαστήριο έρευνα (άρθρο 577 §§1 και 2 Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται αναλογικά και για τους πρόσθετους λόγους), να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, εφόσον κατατέθηκαν μεν εμπρόθεσμα στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου στις 18-3-2010, δηλαδή τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, που αρμοδίως είχε οριστεί για τις 21-4-2010, επιδόθηκαν, όμως, με επιμέλεια του πληρεξούσιου δικηγόρου τους, εκπρόθεσμα στο αναιρεσίβλητο στις 29-3-2010, δηλαδή όχι τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από την παραπάνω δικάσιμο (βλ.

σχετ. τη, με επίκληση, προσκομιζόμενη από τους αναιρεσείοντες 11499 Ε'/29-3-2010 έκθεση επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Κων/νου Ε. Τουρνά).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30.4.2008 αίτηση του Χ κ.ά. για αναίρεση της 360/2007 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, καθώς και τους από 10.3.2010 πρόσθετους λόγους της.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σ τριακόσια (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 25 Μαΐου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 22 Σεπτεμβρίου 2010.

H ANTIΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ