Appeal dismissed for inadmissibility due to vague grounds; remanded for partial review of partial payment objection.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court declared the appeal inadmissible regarding the main claim due to vague grounds and remanded the case for partial retrial. The appellant challenged a first-instance judgment that dismissed a partial payment objection and rejected evidence evaluation. The court ruled that the appeal lacked specific legal grounds and factual details required by law, but allowed a remand for the specific issue of the partial payment objection.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559, 561, 580 para. 3 of the Code of Civil Procedure; An appeal must specify the violated legal provision, the facts accepted by the lower court, and the contradictions in reasoning; otherwise, it is inadmissible, though specific issues may be remanded for retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1411 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1411/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νίκη Κατσιαούνη - Εισηγήτρια και Μαρία Γιαννακοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 26 Mαρτίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν. Σ. του Ν., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σταματογιάννη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Α. Γ. του Δ., κατοίκου Αθηνών. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βασιλική Πολυμερίδου, η oποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-7-2019 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11/2020 του ίδιου Δικαστηρίου και 4278/2023 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10-11-2023 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 10-11-2023 με αριθμ.καταθ.9302/917/10-11-2023 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 4278/11-9-2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών από αμοιβές, επί της από 15-9-2020 με αριθμ.καταθ.64950/5294/2020 έφεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, όπως αυτή διευρύνθηκε με τους από 13-12-2022 και με αριθμ.καταθ.10045/1380/2022 πρόσθετους λόγους, κατά της με αριθ. 11/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε εκδοθεί ερήμην του κατά την ίδια διαδικασία.
Με την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο, κατά παραδοχή της έφεσης, με τους πρόσθετους λόγους, εξαφάνισε την ερήμην του εκκαλούντος-εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος εκδοθείσα απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Ακολούθως, αφού δέχθηκε εν μέρει την προβληθείσα, με πρόσθετο λόγο της έφεσής του, ένσταση περί μερικής εξόφλησης, μόνο κατά το ποσό των 2.000 ευρώ, απέρριψε αυτή κατ' ουσία κατά τα λοιπά (για το ποσό των 11.624,85 ευρώ), ως και την εκ του άρθρου 281 ΑΚ ένστασή του, δέχθηκε εν μέρει κατ' ουσία την από 29-7-2019 με αριθμ.καταθ.68872/152/2019 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου δικαστικού επιμελητή και υποχρέωσε τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα να του καταβάλει, με βάση την μεταξύ τους σύμβαση έμμισθης εντολής, ως νόμιμη αμοιβή και έξοδά του για τις γενόμενες πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης κατά τις αναφερόμενες διακριτώς διαδικασίες αναγκαστικής εκτελέσεις τριών ακινήτων του καθού οι εκτελέσεις αυτές οφειλέτη του αναιρεσείοντος, το συνολικό ποσό των 21.996,42 ευρώ, νομιμοτόκως, πλέον του αναλογούντος ΦΠΑ, ποσού 3.363,54 ευρώ.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε στις 13-10-2023, όπως προκύπτει από τη σχετική επισημείωση επί του προσκομιζόμενου αντιγράφου της του δικαστικού επιμελητή Ι. Ε., και η αναίρεση ασκήθηκε με κατάθεσή της στη γραμματεία του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, εντός της νόμιμης προθεσμίας των τριάντα ημερών από τότε, και συγκεκριμένα στις 10-11-2023 (άρθ. 552, 553, 556, 564 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ).
Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 1 του ν. 2318/19.6.1995 "περί του Κώδικα δικαστικών επιμελητών" (ΦΕΚ Α'126) ο δικαστικός επιμελητής είναι άμισθος δημόσιος λειτουργός, έργο του οποίου είναι η επίδοση δικογράφων και εξώδικων εγγράφων, η εκτέλεση των κατά το άρθρο 904 § 2 ΚΠολΔ εκτελεστών τίτλων και η εκτέλεση κάθε άλλου καθήκοντος που του έχει ανατεθεί με νόμο, τα δε καθήκοντά του τα ασκεί μόνο στην περιφέρεια του Πρωτοδικείου που είναι διορισμένος, με εξαίρεση τις περιπτώσεις του άρθρου 43 του ίδιου νόμου, ενώ οι δικαστικοί επιμελητές των Πρωτοδικείων Αθήνας-Πειραιά μπορούν να ασκούν τα καθήκοντα τους στις περιφέρειες και των δύο Πρωτοδικείων.
Περαιτέρω στα άρθρα 49 και 50 του ίδιου νόμου, όπως το άρθρο 50 ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 2 υποπαρ. Γ.1 παρ. 3 του ν.4336/2015 (ΦΕΚ Α' 94) - ως κρίσιμου για μέρος του επιδίκου χρόνου, του έτους 2014 - ορίζεται: "Ο δικαστικός επιμελητής δικαιούται για κάθε ενέργεια να λάβει από τον εντολέα του τη νόμιμη αμοιβή, καθώς και κάθε δαπάνη που απαιτείται για την πραγματοποίηση της εντολής.
Περισσότεροι του ενός εντολείς ευθύνονται εις ολόκληρον. Ο δικαστικός επιμελητής δικαιούται να αξιώσει πριν από κάθε ενέργεια προκαταβολή ολόκληρης ή μέρους της αμοιβής του, την απαιτούμενη δαπάνη και την αναγκαία, κατά περίπτωση, τεχνική συνδρομή για κάθε πράξη - άρθρο 49". "Οι αμοιβές των δικαστικών επιμελητών καθορίζονται κάθε φορά με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Δικαιοσύνης, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως - άρθ. 50-".
Στο ίδιο άρθρο (50), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 υποπαράγραφος Γ1 παρ.3 του ν.4336/2015- ως κρίσιμου για το εντεύθεν επίδικο χρονικό διάστημα- ορίζεται ότι "Οι αμοιβές των δικαστικών επιμελητών καθορίζονται κάθε φορά, και για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει την πενταετία, με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Οικονομικών που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως .
Η απόφαση λαμβάνει υπόψη τις διενεργούμενες πράξεις σύμφωνα με τις ιδιαιτερότητες της άσκησης του επαγγέλματος και τις γεωγραφικές ιδιαιτερότητες της χώρας, καθώς και το βαθμό δυσκολίας πρόσβασης στις πράξεις αυτές. Επίσης, περιλαμβάνονται στην απόφαση η περιγραφή και το κόστος των πράξεων λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές της διαφάνειας και της απλότητας.
Το κόστος των πράξεων θα αναγράφεται υποχρεωτικά σε κάθε διενεργούμενη πράξη. Μέχρι τις 31.10.2015 θα εκδοθεί η κοινή υπουργική απόφαση που θα λάβει υπόψη τις ανωτέρω αρχές μετά από γνώμη της Ομοσπονδίας των Δικαστικών Επιμελητών Ελλάδας και της Ένωσης Ελληνικών Τραπεζών". Τα κατώτατα δε όρια αμοιβών των δικαστικών επιμελητών-το κρίσιμο επίδικο χρονικό διάστημα από 15-7-2014 έως 3-5-2018- καθορίζονται με την υπ' αριθ. 2/54638/0022/13-8-2008 (ΦΕΚ Β` 1716/2008) κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Δικαιοσύνης περί "Καθορισμού αμοιβών δικαστικών επιμελητών" και στη συνέχεια με την υπ' αριθμ. 21798/11-3-2016 Κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Οικονομικών "Καθορισμός αμοιβών των Δικαστικών Επιμελητών" (ΦΕΚ Β'709/16-3-2016).
Από τις αναφερόμενες παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 648 επ. και 713 ΑΚ προκύπτει, ότι ο δικαστικός επιμελητής είναι άμισθος δημόσιος λειτουργός, ταγμένος στην εκτέλεση και εφαρμογή του δικαίου, ενεργεί ελεύθερα έναντι του εντολέα του και εντός των οριζομένων από τον κώδικα δικαστικών επιμελητών ορίων και η μεταξύ αυτού και του εντολέα του σχέση είναι εκείνη της έμμισθης εντολής. (ΑΠ 1126/2023, ΑΠ 60/2023, ΑΠ 1628/2022).
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 932 ΚΠολΔ, τα έξοδα της αναγκαστικής εκτέλεσης, τα αναγκαία προς έναρξη και περάτωση της διαδικασίας, όπως η αμοιβή και τα πραγματικά έξοδα του δικαστικού επιμελητή-οργάνου της εκτέλεσης για την κατάσχεση και τον πλειστηριασμό, που καθορίζεται από υπουργικές αποφάσεις-όπως οι προαναφερόμενες-προκαταβάλλονται από τον επισπεύδοντα την εκτέλεση.
Από τον τελευταίο δε-και όχι από τον καθού η εκτέλεση με τον οποίο δεν συνδέεται με κατάλληλη έννομη σχέση- μπορεί ο δικαστικός επιμελητής να αναζητήσει τα έξοδα αυτά της αναγκαστικής εκτέλεσης, του άρθρου 932 ΚΠολΔ, στα πλαίσια της μεταξύ τους σύμβασης έμμισθης εντολής, δύναται όμως να τα λάβει, ως όργανο της εκτέλεσης και δικαιούχος τούτων, με βάση την άνω διάταξη και αυτές των άρθρων 971, 975 και 1007 ΚΠολΔ, από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού, ο οποίος προ πάσης διανομής ή προκειμένου να συντάξει τον πίνακα κατάταξης, τα προαφαιρεί από το πλειστηρίασμα και του τα καταβάλει.
Δηλαδή τα έξοδα της εκτέλεσης δεν κατατάσσονται στο συντασσόμενο από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού πίνακα κατάταξης των δανειστών (ΑΠ 2055/2022). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 416 και 417 του ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 211, 236, 361 και 424 εδ, α` ΑΚ, συνάγεται ότι για να έχει αποσβεστικό αποτέλεσμα της ενοχής η εκπλήρωση της παροχής, που συντελείται με καταβολή, πρέπει αυτή να είναι προσήκουσα, δηλαδή να υπάρχει ταυτότητα οφειλόμενης και καταβαλλόμενης παροχής, ώστε ο δανειστής να λαμβάνει ό,τι δικαιούται να αξιώσει από τον οφειλέτη σύμφωνα με το νόμο και τη σύμβαση και να γίνει (η καταβολή) προς τον δανειστή ή προς τρίτο δεκτικό καταβολής (ΑΠ 1118/2022, ΑΠ 1019/2020, ΑΠ 1313/2018, ΑΠ 134/2013, ΑΠ 285/2011, ΑΠ 626/2010).
Η κατά τα άνω εκπλήρωση της παροχής με καταβολή προς το δανειστή, μπορεί να γίνει όχι μόνο από τον οφειλέτη αλλά και από τρίτο, εκτός εάν ο δανειστής έχει συμφέρον για την εκπλήρωση της παροχής από τον οφειλέτη, σύμφωνα με την περί τούτου διάταξη του άρθρου 317 του ΑΚ. Τέτοιο συμφέρον δεν υφίσταται στο πρόσωπο του δανειστή, εάν η παροχή αφορά χρηματική παροχή (ΑΠ 1627/2010, ΑΠ 396/2002, ΑΠ 1265/2002, ΑΠ 1849/1990).
Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος δε από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης θεμελιώνεται, μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 3/2020). Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΟλΑΠ 3/2020, ΑΠ 905/2022, ΑΠ 381/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι Εφετείο, κατά την απόρριψη της, προβληθείσας με πρόσθετο λόγο της έφεσής του, ένστασης μερικής εξόφλησης με την καταβολή ποσού 11.624,85 ευρώ, προς απόσβεση αντίστοιχου μέρους της ένδικης απαίτησης του αναιρεσίβλητου δικαστικού επιμελητή για έξοδα εκτέλεσης, παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 416 ΑΚ, σε συνδ.
με αρθ. 974 επ. ΚΠολΔ, κρίνοντας ως μη προσήκουσα την άνω καταβολή, ως γενόμενη από τρίτο (την υπάλληλο του πλειστηριασμού) και συνακόλουθα για άλλη αιτία, και σε κάθε περίπτωση ως γενόμενη υπό αίρεση, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω διατάξεων, τις οποίες εάν ορθά ερμήνευε και εφάρμοζε το Εφετείο θα δεχόταν ως κατ' ουσίαν βάσιμο τον ανωτέρω λόγο της έφεσής του και συνακόλουθα την απόσβεση της ένδικης απαίτησης του αντιδίκου του κατ' αντίστοιχο μέρος.
Από την παραδεκτή επισκόπηση (κατ' άρθρον 561 παρ.1 ΚΠολΔ) της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τον προκείμενο αναιρετικό έλεγχο μέρος, το Εφετείο, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος Α. Γ. [αναιρεσίβλητος] είναι δικαστικός επιμελητής, διορισμένος στην περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, και διατηρεί γραφείο στην Αθήνα.
Στο πλαίσιο αυτής της ιδιότητας του ενάγοντος και ήδη εφεσιβλήτου ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών Ν. Σ. [αναιρεσείων] ανέθεσε στον τελευταίο, δυνάμει προφορικής συμφωνίας να προβεί στην κατάσχεση των ακινήτων του οφειλέτη του Ε. Φ.. Αυτή η κατάσχεση θα γινόταν αφενός με βάση τα πρώτα απόγραφα εκτελεστά της υπ' αριθμ. 284/2012 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς και της υπ' αριθμ. 964/2013 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, αφετέρου με βάση τις υπ' αριθμ. ...
εκθέσεις επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιά Θ. Ζ. Α.. Με βάση αυτήν την ανάθεση ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος προέβη στις παρακάτω ενέργειες, για τις οποίες υποβλήθηκε στα κατωτέρω αναφερόμενα έξοδα και, σύμφωνα με όσα ορίζονται στην υπ' αριθμ. 2/54638/13-8-2008 απόφαση των Υπουργείων Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ 1716/26-8-2008) σε συνδυασμό με την προαναφερόμενη υπ' αριθμ.
ΚΥΑ 21798/11-3-2016 "Καθορισμός αμοιβών των Δικαστικών Επιμελητών", δικαιούται τις κατωτέρω αναφερόμενες αμοιβές: 1) Επέβαλε κατάσχεση επί του δικαιώματος επικαρπίας του καθού η εκτέλεση οφειλέτη επί της υπό στοιχ. Υ3 αποθήκης υπογείου και του υπό στοιχ. Ε1 διαμερίσματος 5ου ορόφου επί οικοδομής στην οδό .... Για την κατάσχεση αυτή ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος προέβη στις ακόλουθες ενέργειες:
Α) Σύνταξη της υπ' αριθμ. 1150Β/15-7-2014 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης, για την οποία δικαιούται αμοιβή ποσού 1.501 ευρώ και υποβλήθηκε σε έξοδα ποσού 414,14 ευρώ, ήτοι συνολικά δικαιούμενο ποσό 1.915,14 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 23% επί της αμοιβής, ποσού 345,23 ευρώ, Β) Σύνταξη της υπ' αριθμ. 1159Β'/2014 περίληψης της ανωτέρω κατασχετήριας έκθεσης, για την οποία δικαιούται αμοιβή ποσού 1.101,20 ευρώ, και υποβλήθηκε σε έξοδα ποσού 426,19 ευρώ, ήτοι συνολικά δικαιούμενο ποσού 1.527,39 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 23% επί της αμοιβής ποσού 253,27 ευρώ, Γ) Σύνταξη της υπ' αριθμ. 1216Β'/2014 α'επαναληπτικής περίληψης με ημερομηνία πλειστηριασμού την 12η /11/2014, για την οποία δικαιούται αμοιβή ποσού 1.101,20 ευρώ και υποβλήθηκε σε έξοδα ποσού 433,19 ευρώ, ήτοι συνολικά δικαιούμενο ποσού 1.534,39 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 23%, επί της αμοιβής ποσού 253,27 ευρώ, Δ) Σύνταξη της υπ' αριθμ. 1821Β'/2016 β'επαναληπτικής περίληψης με ημερομηνία πλειστηριασμού την 28η/12/2016 για την οποία δικαιούται αμοιβή ποσού 1.101,20 ευρώ και υποβλήθηκε σε έξοδα ποσού 433,19 ευρώ, ήτοι συνολικά δικαιούμενο ποσό 1.534,39 ευρώ πλέον ΦΠΑ 23% επί της αμοιβής ποσού 253,27 ευρώ, Ε) Κοινοποιήσεις της υπ' αριθμ. 7930/3-5-2018 Δήλωσης Συνέχισης Πλειστηριασμού με ορισμό ημερομηνίας νέας διενέργειας πλειστηριασμού την 18η/7/2018, για τις οποίες δικαιούται αμοιβή ποσού 300 ευρώ και υποβλήθηκε σε έξοδα ποσού 10 ευρώ, ήτοι συνολικά δικαιούμενο ποσό 310 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 24% επί της αμοιβής ποσού 72 ευρώ.
Επομένως, για όλες τις παραπάνω ενέργειες ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος δικαιούται το συνολικό ποσό των 6.821,31 ευρώ (1.915,14+1.527,39 +1.534,39+ 1.534,39 +310), πλέον ΦΠΑ συνολικού ύψους 1.177,04 ευρώ (345,23+253,27 +253,27+253,27+72). 2) Επέβαλε κατάσχεση επί δικαιώματος πλήρους κυριότητας του καθού η εκτέλεση οφειλέτη επί ποσοστού 50% εξ αδιαιρέτου σε υπό στοιχ.
Ι1 ισόγειο κατάστημα επί οικοδομής στην οδό ... και ... Για την κατάσχεση αυτή ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος προέβη στις ακόλουθες ενέργειες: Α) Σύνταξη της υπ' αριθμ. ... έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης για την οποία δικαιούται αμοιβή ποσού 853,25 ευρώ και υποβλήθηκε σε έξοδα ποσού 370,13 ευρώ, ήτοι συνολικά δικαιούμενο ποσού 1.223,38 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 23% επί της αμοιβής ποσού 196,24 ευρώ, Β) Σύνταξη της υπ' αριθμ. 1162Β'/2014 περίληψης της άνω κατασχετήριας έκθεσης, για την οποία δικαιούται αμοιβή ποσού 856,20 ευρώ και υποβλήθηκε σε έξοδα ποσού 414,73 ευρώ, ήτοι συνολικά δικαιούμενο ποσό 1.270,93 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 23% επί της αμοιβής ποσού 196,92 ευρώ, Γ) Σύνταξη της υπ' αριθμ. 1223Β'/2014 α'επαναληπτικής περίληψης με ημερομηνία πλειστηριασμού την 19η/11/2014, για την οποία δικαιούται αμοιβή ποσού 856,20 ευρώ και υποβλήθηκε σε έξοδα ποσού 390,63 ευρώ, ήτοι συνολικά δικαιούμενο ποσό 1.246,83 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 23% επί της αμοιβής ποσού 196,92 ευρώ, Δ) Σύνταξη της υπ' αριθμ. 1407Β'/2015 β'επαναληπτικής περίληψης με ημερομηνία πλειστηριασμού την 15η/4/2015, για την οποία δικαιούται αμοιβή ποσού 856,20 ευρώ και υποβλήθηκε σε έξοδα ποσού 390,63 ευρώ, ήτοι συνολικά δικαιούμενο ποσό 1.246,83 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 23% επί της αμοιβής ποσού 196,92 ευρώ, Ε) Σύνταξη της υπ' αριθμ. 1822Β'/2016 γ'επαναληπτικής περίληψης με ημερομηνία πλειστηριασμού την 28η/12/2016, για την οποία δικαιούται αμοιβή ποσού 856,20 ευρώ και υποβλήθηκε σε έξοδα ποσού 390,63 ευρώ, ήτοι συνολικά δικαιούμενο ποσό 1.246,83 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 23% επί της αμοιβής ποσού 196,92 ευρώ ΣΤ) Κοινοποιήσεις της υπ' αριθμ. 7931/3-5-2018 Δήλωσης Συνέχισης Πλειστηριασμού με ορισμό ημερομηνίας νέας διενέργειας πλειστηριασμού την 18η/7/2018, για τις οποίες δικαιούται αμοιβή ποσού 210 ευρώ και υποβλήθηκε σε έξοδα ποσού 10 ευρώ, ήτοι συνολικά δικαιούμενο ποσό 220 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 24% επί της αμοιβής ποσού 50,40 ευρώ.
Επομένως, για όλες τις παραπάνω ενέργειες ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος δικαιούται το συνολικό ποσό των 6.454,80 ευρώ (1.223,38+1.270,93+1.246,83 +1.246,83 +1.246,83 +220), πλέον ΦΠΑ συνολικού ύψους 1.034,32 ευρώ (196,24+196,92+ 196,92 +196,92+ +196,92+50,40). 3) Επέβαλε κατάσχεση επί του δικαιώματος πλήρους κυριότητας του καθού η εκτέλεση οφειλέτη επί ποσοστού 50% εξ αδιαιρέτου σε οικόπεδο στον Δήμο Τροιζηνίας.
Για την κατάσχεση αυτή ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος προέβη στις ακόλουθες ενέργειες: Α) Σύνταξη της υπ' αριθμ. 1154Β/16-7-2014 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης, για την οποία δικαιούται αμοιβή ποσού 1.611,75 ευρώ και υποβλήθηκε σε έξοδα ποσού 547,84 ευρώ, ήτοι συνολικά δικαιούμενο ποσό 2.159,59 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 23% επί της αμοιβής ποσού 370,70 ευρώ, Β) Σύνταξη της υπ' αριθμ. 1161Β'/2014 περίληψης της άνω κατασχετήριας έκθεσης, για την οποία δικαιούται αμοιβή ποσού 1.371,20 ευρώ και υποβλήθηκε σε έξοδα ποσού 754,73 ευρώ, ήτοι συνολικά δικαιούμενο ποσό 2.125,93 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 23% επί της αμοιβής ποσού 315,37 ευρώ, Γ) Σύνταξη της υπ' αριθμ. 1222Β'/2014 α'επαναληπτικής περίληψης με ημερομηνία πλειστηριασμού την 19η/11/2014, για την οποία δικαιούται αμοιβή ποσού 1.371,20 ευρώ και υποβλήθηκε σε έξοδα ποσού 773,73 ευρώ, ήτοι συνολικά δικαιούμενο ποσό 2.144,93 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 23% επί της αμοιβής ποσού 315,37 ευρώ, Δ) Σύνταξη της υπ' αριθμ. 1471Β'/2015 β'επαναληπτικής περίληψης με ημερομηνία πλειστηριασμού την 22η/4/2015, για την οποία δικαιούται αμοιβή ποσού 1.371,20 ευρώ και υποβλήθηκε σε έξοδα ποσού 773,73 ευρώ, ήτοι συνολικά δικαιούμενο ποσό 2.144,93 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 23% επί της αμοιβής ποσού 315,37 ευρώ, Ε) Σύνταξη της υπ' αριθμ. 1806Β'/2016 γ'επαναληπτικής περίληψης με ημερομηνία πλειστηριασμού την 21η/12/2016, για την οποία δικαιούται αμοιβή ποσού 1.371,20 ευρώ και υποβλήθηκε σε έξοδα ποσού 773,73 ευρώ, ήτοι συνολικά δικαιούμενο ποσό 2.144,93 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 23% επί της αμοιβής ποσού 315,37 ευρώ.
Επομένως, για όλες τις παραπάνω ενέργειες ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος δικαιούται το συνολικό ποσό των 10.720,31 ευρώ (2.159,59+2.125,93 +2.144,93+2.144,93+2.144,93), πλέον ΦΠΑ συνολικού ύψους 1.632,18 ευρώ (370,70+315,37+ 315,37 +315,37+ 315,37). Με βάση τα παραπάνω η οφειλή του εναγομένου και ήδη εκκαλούντος από όλες τις προαναφερόμενες ενέργειες, που εκτέλεσε για λογαριασμό του ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος δικαστικός επιμελητής, ανήλθε στο συνολικό ποσό των 23.996,42 ευρώ (6.821,31+6.454,80+10.720,31), πλέον ΦΠΑ ύψους (1.177,04+1.034,32 + +1.632,18).
Όμως ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών δεν κατέβαλε τα παραπάνω ποσά στον ενάγοντα και ήδη εφεσίβλητο και για το λόγο αυτό ο τελευταίος του επέδωσε την από 17-5-2019 εξώδικη δήλωση-πρόσκλησή του, κοινοποιηθείσα στις 5-6-2019 (βλ. την υπ' αριθμ. 6782/5-6-2019 έκθεση επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή του Εφετείου Πειραιά Ι.
Ε.), με την οποία του ζήτησε να προβεί άμεσα στην καταβολή τους. [....]. Περαιτέρω, με τον δεύτερο λόγο των υπό κρίση προσθέτων λόγων εφέσεως ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών, υποβάλλοντας την ένσταση περί μερικής εξοφλήσεως της οφειλής του (άρθρο 416 ΑΚ), ισχυρίζεται ότι στον ενάγοντα και ήδη εφεσίβλητο έχουν ήδη καταβληθεί το προαναφερόμενο ποσό των 11.624,85 ευρώ και το ποσό των 2.000 ευρώ και, συνεπώς, έχει εξοφληθεί μέρος της απαιτήσεώς του, που ισοδυναμεί με τα ποσά αυτά.
Ο δεύτερος λόγος των υπό κρίση προσθέτων λόγω εφέσεως πρέπει καταρχάς να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος ως προς το ποσό των 11.624,85 ευρώ.[....] Στην προκειμένη περίπτωση το προαναφερόμενο ποσό των 11.624,85 ευρώ, στο οποίο συμπεριλαμβάνονται ΦΠΑ ποσού 1.237,90 ευρώ και έξοδα ποσού 5.269,02 ευρώ, ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος το παρέλαβε από τη συμβολαιογράφο Πειραιά Ε.
Β., υπάλληλο επί του πλειστηριασμού, για τα έξοδα εκτέλεσης για τις πράξεις που διενήργησε, ήτοι κατάσχεση, περιλήψεις κατασχετηρίων εκθέσεων και δήλωση συνέχισης πλειστηριασμού. Επομένως, κατά την κρίση του παρόντος δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, η καταβολή του εν λόγω ποσού στον ενάγοντα και ήδη εφεσίβλητο δεν συνιστά "προσήκουσα καταβολή" κατ' άρθρο 416 ΑΚ, καθόσον προήλθε από τρίτο πρόσωπο, ήτοι από την προαναφερόμενη συμβολαιογράφο, και όχι από τον εναγόμενο και ήδη εκκαλούντα ή έστω για λογαριασμό του τελευταίου, με αποτέλεσμα αυτή (καταβολή) να μην αφορά την εξόφληση μέρους της επίδικης οφειλής του εναγομένου και ήδη εκκαλούντος προς τον ενάγοντα και ήδη εφεσίβλητο.
Όμως, ακόμη κι αν υποτεθεί ότι η καταβολή του προαναφερόμενου ποσού των 11.624,85 ευρώ στον ενάγοντα και ήδη εφεσίβλητο αφορά πράγματι την επίδικη οφειλή του εναγομένου και ήδη εκκαλούντος προς τον τελευταίο και πάλι, κατά την κρίση του παρόντος δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, δεν συνιστά "προσήκουσα καταβολή".
Ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος έλαβε το ποσό των 11.624,85 ευρώ από την προαναφερόμενη συμβολαιογράφο-δυνάμει οικείας κατάστασης εξόδων του που της υπέβαλε-χωρίς ακόμη να έχει εκδοθεί ο αναμενόμενος πίνακας διανομής του πλειστηριάσματος. Δηλαδή η καταβολή του ανωτέρω ποσού στον ενάγοντα και ήδη εφεσίβλητο έγινε υπό την αίρεση της έκδοσης και τελεσιδικίας του πίνακα διανομής και της κατάταξης δανειστών σε αυτόν, γεγονός που σημαίνει ότι, σε περίπτωση που ο εκδοθησόμενος πίνακας διανομής ακυρωθεί, εν όλω ή εν μέρει, ως προς το κονδύλι των καταβληθέντων εξόδων, ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος θα απωλέσει, ολικά ή μερικά, το εν λόγω ποσό.
Περαιτέρω, ο δεύτερος λόγος των υπό κρίση προσθέτων λόγω εφέσεως πρέπει να γίνει δεκτός ως κατ' ουσίαν βάσιμος ως προς το ποσό των 2.000 ευρώ. Όπως αποδείχθηκε ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος κατά το διάστημα από 10-10-2019 μέχρι 15-1-2020 έχει εισπράξει με τμηματικές καταβολές που έκανε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του εναγομένου και ήδη εκκαλούντος το συνολικό ποσό των 2.000 ευρώ [.....] Πρέπει επομένως, αφού γίνει εν μέρει δεκτός ο δεύτερος λόγος των υπό κρίση προσθέτων λόγων εφέσεως, η επίδικη οφειλή του εναγομένου και ήδη εκκαλούντος να μειωθεί κατά το ποσό των 2.000 ευρώ και συνεπώς να ανέλθει στο ποσό των 21.996,42 ευρώ (23.996,42 ευρώ η συνολική οφειλή του μείον 2.000 ευρώ που έχει καταβάλει), πλέον ΦΠΑ ύψους 3.363,54 ευρώ (3.843,54 ευρώ ο συνολικός ΦΠΑ μείον 480 ευρώ που αντιστοιχεί στο 24% του ως άνω ποσού των 2.000 ευρώ). [.....]".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, καθώς και άλλες που δεν ενδιαφέρουν τον προκείμενο αναιρετικό έλεγχο, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του, έχοντας εξαφανίσει στο σύνολό της, την με αριθμό 11/2020 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε εκδοθεί ερήμην του εναγομένου-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, κατά παραδοχή της έφεσής του (αρθ.528 του ΚΠολΔ), απέρριψε εν μέρει ως αβάσιμο τον δεύτερο πρόσθετο λόγο έφεσης, με τον οποίο πρότεινε ένσταση μερικής εξόφλησης, εκ των άρθρων 416 ΑΚ (σε συνδ.
με αρθ. 932, 971, 975, 1007 ΚΠολΔ), με την καταβολή μέρους των επιδίκων εξόδων εκτέλεσης, ποσού 11.624,85 ευρώ, από την υπάλληλο του πλειστηριασμού. Ακολούθως το Εφετείο, δέχθηκε εν μέρει κατ' ουσία την αγωγή και υποχρέωσε τον εναγόμενο και ήδη αναιρείοντα να καταβάλει στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο δικαστικό επιμελητή το άθροισμα των επιμέρους νομίμων αμοιβών και εξόδων του, για τις γενόμενες πράξεις του στα πλαίσια της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης καθενός των τριών ακινήτων, που του ανέθεσε, συνολικού ποσού, μετ'αφαίρεση των καταβληθέντων 2.000 ευρώ, 21.996,42 ευρώ, νομιμοτόκως από τις 6-6-2019 (επομένη της όχλησης) πλέον του αναλογούντος ΦΠΑ ποσού 3.363,54 ευρώ.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 416 του ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρ. 317 ΑΚ, 975, 932, 971, 1007 ΚΠολΔ, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τους. Ειδικότερα, με την προσβαλλόμενη απόφασή του το Εφετείο, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε ότι α) το ποσό της ένδικης ληξιπρόθεσμης απαίτησης του αναιρεσίβλητου δικαστικού επιμελητή, το οποίο αυτός αξιώνει από τον αναιρεσίβλητο δυνάμει της μεταξύ τους σύμβασης έμμισθης εντολής, συνίσταται στη νόμιμη αμοιβή του και έξοδά του, κατά τις ισχύουσες υπουργικές αποφάσεις το επίδικο χρονικό διάστημα, πλέον ΦΠΑ, για τις εκτελεσθείσες, με την άνω ιδιότητά τους, απαιτούμενες πράξεις του, για την έναρξη και συνέχιση της διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης των τριών ακινήτων του οφειλέτη του αναιρεσείοντος, καθού οι εκτελέσεις αυτές και ανέρχεται συνολικά σε 23.996,42 ευρώ, β) το ποσό των 11.624,85 ευρώ, που περιλαμβάνει την αμοιβή του και τα πραγματικά του έξοδα του ενάγοντος- αναιρεσίβλητου, και τον αναλογούντα ΦΠΑ που τα βαρύνει-που επίσης αξιώνει με την αγωγή του- του το κατέβαλε η υπάλληλος του πλειστηριασμού ως έξοδα της εκτέλεσης για τις επίδικες πράξεις της αναγκαστικής εκτέλεσης, που αυτός διενήργησε στα πλαίσια της ένδικης σύμβασης έμμισθης εντολής, αφαιρώντας το από το πλειστηρίασμα, προ της διανομής του και τη σύνταξη του πίνακα κατάταξης.
Κατά τις παραδοχές αυτές, και σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, η καταβολή του άνω ποσού από την υπάλληλο του πλειστηριασμού είναι προσήκουσα, κατά την έννοια του άρθρου 416 ΑΚ που προεκτέθηκε, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 317 του ΑΚ. Και τούτο καθόσον η ένδικη απαίτηση του αναιρεσίβλητου δικαστικού επιμελητή συνίσταται στα έξοδα εκτέλεσης, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 932 ΚΠολΔ, πλέον ΦΠΑ, τα οποία αυτός αξιώνει από τον αναιρεσείοντα εντολέα του και επισπεύδοντα τις αναγκαστικές εκτελέσεις των τριών ακινήτων του οφειλέτη του, με την σύμβαση έμμισθης εντολής που τους συνδέει.
Το ανωτέρω δε καταβληθέν ποσό, το κατέβαλε στον ίδιο, ως όργανο της εκτέλεσης, η υπάλληλος του πλειστηριασμού, για έξοδα εκτέλεσης για τις διενεργηθείσες επίδικες πράξεις του, δηλαδή του κατέβαλε αντίστοιχο μέρος των αξιούμενων με την ένδικη αγωγή του και υφίσταται ταυτότητα οφειλόμενης και καταβαλλόμενης παροχής, προαφαιρώντας τα από το πλειστηρίασμα, προ πάσης διανομής του και πριν τη σύνταξη του πίνακα κατάταξης, ο τρόπος δε αυτός καταβολής των ενδίκων εξόδων εκτέλεσης, προβλέπεται ειδικά από τις διατάξεις 971, 932, 975 και 1007 ΚΠολΔ.
Παρά ταύτα το Εφετείο, σε αντίθεση με τα ανωτέρω, έκρινε ότι η καταβολή αυτή από την υπάλληλο του πλειστηριασμού είναι μη προσήκουσα, με την αιτιολογία ότι έγινε από τρίτο-ενώ σε κάθε περίπτωση το κρίσιμο για το προσήκον αυτής είναι να γίνει προς τον δανειστή, έστω και από τρίτο, και όχι προς τρίτο-και για το λόγο αυτό δεν αφορά την εξόφληση μέρους της επίδικης οφειλής του αναιρεσείοντος, και μετά ταύτα απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο τον δεύτερο πρόσθετο λόγο της έφεσής του κατά το μέρος τούτο.
Έτσι το Εφετείο παραβίασε ευθέως την εφαρμοστέα διάταξη του άρθρου 416 ΑΚ, σε συνδυασμό με τις προαναφερόμενες διατάξεις, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, καθόσον σύμφωνα με τις προεκτεθείσες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του, τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούσαν το πραγματικό τους και δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους και την ουσιαστική βασιμότητα του ανωτέρω μέρους του δεύτερου πρόσθετου λόγου έφεσης του αναιρεσείοντος, περί μερικής εξόφλησης με την καταβολή ποσού 11.624,85 ευρώ.
Το απορριπτικό δε πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης του πρόσθετου αυτού λόγου έφεσης δεν στηρίζει ούτε η επάλληλη αιτιολογία της, κατά την οποία η γενόμενη καταβολή των άνω εξόδων εκτέλεσης από την υπάλληλο του πλειστηριασμού τελεί υπό την αίρεση της έκδοσης και τελεσιδικίας του εκδοθησόμενου από την ίδια πίνακα κατάταξης των δανειστών, προς αποτροπή της ακύρωσής του ως προς τα έξοδα αυτά, ολικά ή μερικά, και συνακόλουθα της απώλειάς τους, ολικά ή μερικά, από τον αναιρεσίβλητο δικαστικό επιμελητή που τα έχει εισπράξει.
Και τούτο πρωτίστως διότι, έναντι του αναιρεσείοντος-εντολέα του, το εάν τα καταβληθέντα αυτά έξοδα εκτέλεσης τα δικαιούται ή όχι, συνολικά ή εν μέρει, ο αναιρεσίβλητος δικαστικός επιμελητής για τις επίδικες πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης που διενήργησε στα πλαίσια της αναγκαστικής εκτέλεσης ακινήτου που εκπλειστηριάστηκε (και ποίου από τα προαναφερόμενα τρία), είναι αντικείμενο της παρούσας δίκης.
Άλλωστε τα εν λόγω έξοδα εκτέλεσης, που κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προαφαιρέθηκαν και καταβλήθηκαν στον αναιρεσίβλητο δικαστικό επιμελητή από την υπάλληλο του πλειστηριασμού, προ πάσης διανομής του πλειστηριάσματος και πριν τη σύνταξη του πίνακα κατάταξης, σύμφωνα με τη σκέψη που προηγήθηκε, δεν περιλαμβάνονται στον πίνακα κατάταξης των δανειστών και συνακόλουθα η βασιμότητα της καταβολή τους και η με αυτήν απόσβεση αντίστοιχου μέρους της ένδικης απαίτησης δεν τελεί υπό την αίρεση της έκδοσης και της τελεσιδικίας αυτού.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, από τον 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ευθείας παραβίασης της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 416 ΑΚ, σε συνδυασμό με τις προαναφερόμενες διατάξεις, είναι βάσιμος. Κατά του άρθρου 281 του Α.Κ. η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε της άσκησής του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε, δημιούργησαν στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, εις τρόπον ώστε η μεταγενέστερη άσκησή του, που θα έχει δυσμενείς για τον οφειλέτη συνέπειες, να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Μόνη όμως η αδράνεια του δικαιούχου, έστω και μακροχρόνια, ακόμη και εάν δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπρόσθετες ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται καταφανώς των ορίων που τίθενται με τη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ.
Η δε κατά τα άνω επιχειρούμενη από τον δικαιούχο εκ των υστέρων ανατροπή της πιο πάνω κατάστασης, απαιτείται να έχει δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντα του οφειλέτη, χωρίς να είναι απαραίτητο να προκαλούνται αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2002, ΟλΑΠ 8/2001). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, που επιτάσσει κάθε δικαστική απόφαση να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους -αντιφατική αιτιολογία (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 9/2016, ΟλΑΠ 1/1999).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες, εξαιρετικές, περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον, και υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικής πλημμέλειας, πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 49/2022, ΑΠ 81/2020, ΑΠ 319/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης (αρθ.561 παρ.2 ΚΠολΔ), κατά το ενδιαφέρον τον προκείμενο αναιρετικό έλεγχο μέρος, το Εφετείο, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, σε συνέχεια των προαναφερομένων παραδοχών του, δέχθηκε και τα ακόλουθα: "Συνακόλουθα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος και ο τρίτος λόγος των υπό κρίση προσθέτων λόγων εφέσεως, με τον οποίο ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών υποβάλλει την ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του ενάγοντος και ήδη εφεσιβλήτου (αρθ.281 ΑΚ).
Ειδικότερα, ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών ισχυρίζεται ότι είχε συμφωνήσει με τον ενάγοντα και ήδη εφεσίβλητο ότι η αμοιβή του τελευταίου θα είναι προϊόν εκπλειστηριάσματος ακινήτων του οφειλέτη αυτού (εναγόμενου και ήδη εκκαλούντος). Ότι με βάση αυτή τη συμφωνία ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος προέβη σε πληθώρα επαναληπτικών περιλήψεων κατασχέσεων, παρόλο που γνώριζε εκ των προτέρων ότι θα καταλήξουν άγονες, με αποτέλεσμα να επιβαρύνει αυτόν (εναγόμενο και ήδη εκκαλούντα) με έξοδα εκτελέσεως, προκειμένου να ωφεληθεί εισπράττοντας μεγαλύτερη αμοιβή.
Ότι η εν λόγω συμπεριφορά του ενάγοντος και ήδη εφεσιβλήτου υπερβαίνει καταφανώς τον κοινωνικοοικονομικό σκοπό του δικαιώματός του και είναι αντίθετη στην καλή πίστη και στα χρηστά ήθη. Οι παραπάνω ισχυρισμοί, που θεμελιώνουν τον τρίτο λόγο των υπό κρίση προσθέτων λόγω εφέσεως, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι, καθόσον, όπως προεκτέθηκε, δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη έγγραφης ή προφορικής συμφωνίας, βάσει της οποίας η αμοιβή του ενάγοντος και ήδη εφεσιβλήτου θα καταβληθεί από το εκπλειστηρίασμα των προαναφερομένων ακινήτων που θα προκύψει.
Επιπροσθέτως, αποδείχθηκε ότι όλες οι προαναφερόμενες ενέργειες, στις οποίες προέβη ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος (κατασχέσεις, περιλήψεις κατασχετήριων εκθέσεων, δήλωση συνέχισης πλειστηριασμού κλπ), έλαβαν χώρα στο πλαίσιο των καθηκόντων που του ανέθεσε ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών και αποσκοπούσαν στην ωφέλεια του τελευταίου και όχι στην οικονομική επιβάρυνσή του".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την εκ του άρθρου 281 ΑΚ ένσταση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος ως ουσιαστικά αβάσιμη. 'Ετσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, την οποία δεν παραβίασε ευθέως, ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των ως άνω πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και υπήχθησαν στην παραπάνω διάταξη, όπως η έννοιά της αναλύθηκε στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού, ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της άνω διάταξης, καθόσον σύμφωνα με τις προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές της, τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δεν πληρούσαν το πραγματικό της διάταξης αυτής και δικαιολογούσαν τη μη εφαρμογή της και την απόρριψη ως αβάσιμου του σχετικού λόγου έφεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος και την ουσιαστική παραδοχή της αγωγής του αντιδίκου του.
Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως ότι σε εκτέλεση της ένδικης σύμβασης εντολής, με την οποία ο εναγόμενος-αναιρεσείων ανέθεσε στον ενάγοντα-αναιρεσίβλητο δικαστικό επιμελητή να προβεί με την ιδιότητά του αυτή στις αναγκαίες πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης επί ακινήτων του οφειλέτη του Ε. Φ., με πρώτα εκτελεστά απόγραφα της υπ' αριθμ. 284/2012 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς και της υπ' αριθμ. 964/2013 απόφασης του Αρείου Πάγου, ο ενάγων δικαστικός επιμελητής προέβη στις αναλυτικά αναφερόμενες πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης (κατασχέσεις, περιλήψεις κατασχετηρίων εκθέσεων, δηλώσεις συνέχισης πλειστηριασμού κλπ) στα πλαίσια της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης καθενός των τριών ακινήτων του καθού η εκτέλεση (διαμέρισμα επί της ..., κατάστημα επί των οδών ...
και οικόπεδο Δήμου Τροιζηνίας), όπως του ανατέθηκε, ενεργώντας στο πλαίσιο των καθηκόντων του προς όφελος του εντολέα του και όχι με σκοπό την οικονομική του επιβάρυνση με περιττές επαναληπτικές περιλήψεις μέχρι τον πλειστηριασμό τους, δεδομένου μάλιστα ότι δεν αποδείχθηκε συμφωνία των διαδίκων για καταβολή των επιδίκων νομίμων αμοιβών και εξόδων του στον ενάγοντα μετά τον πλειστηριασμό των άνω ακινήτων, από το επιτευχθησόμενο εκπλειστηρίασμά τους.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η άσκηση του ενδίκου δικαιώματος του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου δεν υπερβαίνει και μάλιστα προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικοοικονομικός σκοπός του δικαιώματός του, με αποτέλεσμα να μην πληρούται το πραγματικό της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, και να δικαιολογείται η απόρριψη της ένστασης αυτής του αναιρεσείοντος.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθμ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, για ευθεία παραβίαση της άνω διάταξης, του άρθρου 281 ΑΚ, και υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Οι λοιπές διαλαμβανόμενες στον υπό κρίση δεύτερο λόγο αναίρεσης, αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, με επίκληση καταχρηστικής συμπεριφοράς του αντιδίκου του που έλαβε χώρα, στις 20-7-2022, συνισταμένης στην κατακύρωση εκπλειστηριασθέντος ακινήτου στην θυγατέρα του αναιρεσιβλήτου, που κηρύχθηκε υπερθεματίστρια για το ποσό των 42.251 ευρώ και στη, μετά την είσπραξη των εξόδων εκτέλεσης ποσού 11.624,85 ευρώ από τον αναιρεσίβλητο, δήλωση αυτής προς την υπάλληλο του πλειστηριασμού ότι αδυνατεί να καταβάλει το υπόλοιπο του πλειστηριάσματος, πέραν του ότι αφορούν περιστατικά μεταγενέστερα της άσκησης του ενδίκου δικαιώματος, δεν καθιστούν την άσκησή του καταχρηστική, καθόσον αφορούν συμπεριφορά τρίτου και όχι του αναιρεσίβλητου.
Με τις προαναφερόμενες δε παραδοχές του το Εφετείο δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου την διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, με ελλιπείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής της, όσον αφορά την καταχρηστική ή μη άσκηση του ενδίκου δικαιώματος του αντιδίκου του, αλλά εξέθεσε με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδεικνυόμενα και που ήταν αναγκαία για την εφαρμογή της άνω ουσιαστικής διάταξης , με συνέπεια να καθίσταται εφικτός ο ακυρωτικός έλεγχος της υπαγωγής ή μη των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά, στην διάταξη του αυτή.
Προσδιορίζονται δε με επάρκεια και χωρίς να καταλείπονται αμφιβολίες τα στοιχεία που συνιστούν, το οριζόμενο από την εν λόγω διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης, της οποίας το πραγματικό καλύπτεται πλήρως από τις άνω παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης στο σαφές αποδεικτικό της πόρισμα, της απόρριψης, της προβληθείσας με πρόσθετο λόγο έφεσης, εκ του άρθρου 281 ΑΚ ένστασή του.
Επομένως, ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πέμπτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το σκέλος του που αφορά στο ανωτέρω λόγο έφεσης του αναιρεσείοντος, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Οι λοιπές προβαλλόμενες στον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αιτιάσεις του αναιρεσείοντος για ανεπαρκείς αιτιολογίες της προσβαλλομένης απόφασης κατά την απόρριψη της προαναφερόμενης ένστασής του λόγω εσφαλμένης εκτίμησης των αποδείξεων και στάθμισης των αποδεικτικών μέσων, συνέχονται με την στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων και υπό την επίφαση του άνω αναιρετικού λόγου, με αυτές απαραδέκτως πλήττεται, κατ' άρθρον 561 παρ.1 ΚΠολΔ, η ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την αβασιμότητα της εκ του άρθρου 281 ΑΚ ένστασής του, ως και η στάθμιση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, η οποία είναι ελεύθερη (αρθ.340 ΚΠολΔ) και δεν ελέγχεται αναιρετικά.
Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης αποδεικνύεται ότι παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου και ειδικότερα, από τα προσκομιζόμενα έγγραφα και από τις μαρτυρικές καταθέσεις, αλλά και την ομολογία του αναιρεσίβλητου προκύπτει ότι ευθέως τα μέρη απέβλεπαν σε μία σύμβαση έργου, με συμφωνημένο έργο την ανάληψη από τον αναιρεσίβλητο του συνόλου της εκτελεστικής διαδικασίας και σύμφωνα με το εκτιθέμενο περιεχόμενο μαρτυρικής κατάθεσης, η αμοιβή του αναιρεσίβλητου θα καταβαλλόταν με την ολοκλήρωση και επίτευξη του έργου, ήτοι την εκπλειστηρίαση της ακίνητης περιουσίας του οφειλέτη του, το Εφετείο δε σε αντίθεση με τις ανωτέρω αποδείξεις και κατά εσφαλμένη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων δέχθηκε ότι η ένδικη σύμβαση είναι σύμβαση εντολής και η εξ αυτής αξίωση του αναιρεσίβλητου είναι απαιτητή και ληξιπρόθεσμη από την επίδοση της όχλησής του, και εκ του τούτου προκύπτει ότι παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών και θεμελιώνεται ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ.
Με το περιεχόμενο αυτό ο λόγος αυτός αναίρεσης, με τον οποίο επιχειρείται να αποδοθεί στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πέραν της αοριστίας του, καθόσον δεν διαλαμβάνει τη διάταξη ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, πρωτίστως είναι απαράδεκτος, διότι οι διαλαμβανόμενες σε αυτόν αιτιάσεις του αναιρεσείοντος συνέχονται αποκλειστικά, το μεν με την στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων και υπό την επίφαση του άνω αναιρετικού λόγου, απαραδέκτως πλήττεται, κατ' άρθρον 561 παρ.1 ΚΠολΔ, η ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την σύμβαση που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων και το απαιτητό και ληξιπρόθεσμο της ένδικης απαίτησης του, το δε με την στάθμιση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, η οποία είναι ελεύθερη (αρθ.340 ΚΠολΔ) και δεν ελέγχεται αναιρετικά.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.8 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου ή λόγου έφεσης (Ολ.ΑΠ 22/2005, Ολ.ΑΠ 25/2003, ΑΠ 757/2015).
Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1142/2019, ΑΠ 630/2020), ούτε τα συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται, ως λόγοι εφέσεως, οι αποδείξεις ή τα περιστατικά, που προκύπτουν από τις αποδείξεις, τα επικληθέντα αποδεικτικά μέσα και το περιεχόμενό τους και τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 790/2020, ΑΠ 261/2016).
Ο αναιρεσείων με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης ισχυρίζεται ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη α) την κατάθεση της μάρτυρός του Ε. Κ. στο ακροατήριό του, για το είδος και τους όρους της ένδικης σύμβασης β) την ομολογία του αναιρεσίβλητου στις προτάσεις του για τη φύση της μεταξύ τους σύμβασης ως σύμβασης έργου και γ) την με ...
μήνυση του τέως δικηγόρου του Δ. Χ. εναντίον του, που προσκόμισε ως αποδεικτικό μέσο, και χωρίς να λάβει υπόψη τους ανωτέρω αυτοτελείς ισχυρισμούς του οδηγήθηκε σε εσφαλμένο δικονομικό συλλογισμό για τη φύση της ένδικης συμβατικής σχέσης, υποπίπτοντας στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Ο υπό κρίση λόγος αναίρεσης, με τον οποίο επιχειρείται να αποδοθεί στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, έχοντας το ανωτέρω περιεχόμενο δεν ιδρύει τον αναιρετικό αυτό λόγο. Και τούτο διότι τα επικαλούμενα, που δεν έλαβε υπόψη του το Εφετείο, δεν συνιστούν "πράγματα", κατά την έννοια που αναφέρθηκε στην προηγηθείσα νομική σκέψη, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς του εναγομένου-αναιρεσείοντος που στηρίζουν την ιστορική βάση ένστασης που πρότεινε παραδεκτά, αλλά είναι αποδεικτικά μέσα (μαρτυρική κατάθεση, ομολογία και έγγραφα), και περιεχόμενο τούτων, κυρίως για τη φύση της ένδικης σύμβασης, ως σύμβασης έργου, κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, και συνακόλουθα δεν ιδρύουν τον από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης.
Σημειώνεται δε, ότι σχετικά δε με την ένδικη σύμβαση, το Εφετείο, εφαρμόζοντας αυτεπαγγέλτως το νόμο, προέβη στον προσήκοντα κατά νόμο χαρακτηρισμό της, με βάση το σύνολο των εκτιθέμενων στην αγωγή πραγματικών περιστατικών που τη θεμελιώνουν, και προσέδωσε σε αυτή την αρμόζουσα νομική έννοια, έστω και αν χαρακτηριζόταν διαφορετικά από τον εναγόμενο-αναιρεσείοντα, χωρίς να δεσμεύεται από τις σχετικές απόψεις του, που πρότεινε με την έφεσή του, οι σχετικοί δε αρνητικοί ισχυρισμοί του, αποκρούστηκαν με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών της αγωγής γεγονότων, ώστε να μην ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 περ.β' του άρθρου 559 ΚΠολΔικ (ΑΠ 1160/2022, ΑΠ 1487/2005).
Για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίον αποδίδεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην της αναφοράς της διάταξης του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε, και μάλιστα ενάριθμα, του προταθέντος ουσιώδους αυτοτελούς ισχυρισμού και των θεμελιούντων αυτόν πραγματικών περιστατικών, το μεν να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το δε να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις, που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Ολ.ΑΠ 20/2005, ΑΠ 1230/2023, ΑΠ 325/2022, ΑΠ 420/2022, ΑΠ 57/2022, ΑΠ 64/2022, ΑΠ 68/2022, ΑΠ 1096/2021, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 81/2020, ΑΠ 23/2020).
Επομένως, η έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες (άρθ. 559 αριθ. 19 του KΠολΔ), πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα, προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης, ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, επί των ζητημάτων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση, τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλόμενου στο αναιρετήριο, σχετικού λόγου αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 27/1998, ΑΠ 1230/2023, ΑΠ 57/2022, ΑΠ 183/2020, ΑΠ 319/2017).
Μεμονωμένες και αποσπασματικές, παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης, κατ` επιλογή του αναιρεσείοντος, δεν αρκούν για το ορισμένο αυτού του αναιρετικού λόγου, αφού έτσι δεν είναι δυνατή η στοιχειοθέτησή του με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου (ΑΠ 1230/2023, ΑΠ 81/2020).
Στην προκειμένη με τον πέμπτο, κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, για το ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στη δίκη, της συμφωνίας περί καταβολής της ένδικης αμοιβής του αντιδίκου του μετά τον πλειστηριασμό κάποιου από τα ακίνητα του οφειλέτη του και από το επιτευχθησόμενο εκπλειστηρίασμά του, και με ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες κατέληξε σε αντίθετη κρίση και παραδοχή.
Με το ανωτέρω περιεχόμενο ο υπό κρίση λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας. Και τούτο διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρονται η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, εάν ο επικαλούμενος ισχυρισμός προτάθηκε με λόγο έφεσης ενώπιον του Εφετείου και απορρίφθηκε, οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του για τον ισχυρισμό αυτό που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο, ως θεμελιωτικά της κρίσης του για την απόρριψη του, ούτε αναφέρεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η προσβαλλόμενη απόφαση ή που εντοπίζεται αντιφατικότητα αιτιολογιών και ποίων, ώστε να δύναται να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη του, εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αναιρετικού λόγου.
Η αναφορά μόνο του αριθμού και του κειμένου της διάταξης που προβλέπει το λόγο αυτό, της εσφαλμένης, κατά την άποψη του αναιρεσείοντος κρίσης της προσβαλλόμενης απόφασης, που εκτίθεται επιγραμματικά χωρίς παράθεση των περιστατικών που έγιναν δεκτά και θεμελίωναν την κρίση αυτή, δεν αρκούν για τη θεμελίωσή του.
Οι λοιπές διαλαμβανόμενες στον ίδιο λόγο αιτιάσεις του αναιρεσείοντος για μη προσήκουσα εκτίμηση των αποδείξεων και των επιμέρους αποδεικτικών μέσων, σχετικά με το ίδιο επικαλούμενο ουσιώδες ζήτημα, συνέχονται με την στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων και υπό την επίφαση του άνω αναιρετικού λόγου, απαραδέκτως πλήττεται, κατ' άρθρον 561 παρ.1 ΚΠολΔ, η ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως και με την στάθμιση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, η οποία είναι ελεύθερη (αρθ.340 ΚΠολΔ) και δεν ελέγχεται αναιρετικά.
Κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου αναίρεσης, να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που αφορά την απόρριψη του δεύτερου πρόσθετου λόγου έφεσης για την προβληθείσα με αυτόν ένσταση μερικής εξόφλησης και να παραπεμφθεί η υπόθεση, μόνο κατά το αναιρούμενο αυτό μέρος της, κατά την παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστή διαφορετικό από αυτόν που εξέδωσε την απόφαση αυτή.
Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος αυτού (άρθ. 106, 176, 183, 189 παρ.1 και, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί, εν μέρει, την με αριθμό 4278/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (διαδικασίας περιουσιακών διαφορών από αμοιβές), και συγκεκριμένα κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά μέρος αυτό για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο, ως άνω, Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλον δικαστή.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2024.
Ο ANTIΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και τούτου αποχωρήσαντος, η αρχαιότερη της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Σεπτεμβρίου 2024.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ