Supreme Court dismisses appeal on appeal grounds regarding evidence evaluation and contract law principles.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Court of Appeal's decision of 1321/2019. The appellant argued that the appellate court ignored specific evidence and relied on inadmissible documents, but the court found these claims baseless. The court determined the lower court properly evaluated all admissible evidence and correctly applied civil law principles regarding agency and liability.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553, 556, 558, 564, 566 para. 1, 577 para. 1, 713, 714, 297, 298, 330, 335, 158, 495 para. 3, 176, 183, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure; The cassation appeal must be rejected if the appellate court correctly evaluated the evidence and applied the law without error.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1411 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1411/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου - Εισηγήτρια, Μαρία Ανδρικοπούλου και Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Ε. του Δ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Άρη Γεωργιάδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία <<ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ>>, που εδρεύει στη Λευκωσία Κύπρου, είναι εγκατεστημένη νομίμως στην Ελλάδα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Καραγιάννη με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-04-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1487/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 1321/2019 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19-06-2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση από 19-6-2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 1321/2019 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή, το ανωτέρω Δικαστήριο δέχτηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 18-7-2017 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 1487/2017 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη η από 2-4-2011 αγωγή του. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρα 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 713 και 714 ΑΚ προκύπτει ότι ο εντολοδόχος οφείλει να διεξάγει την ανατεθείσα σ' αυτόν υπόθεση, να πράξει δηλαδή για λογαριασμό του εντολέα του κάθε τι, που υποσχέθηκε και επιβάλλει η φύση της υπόθεσης, ευθυνόμενος έναντι του εντολέα για κάθε πταίσμα. Έτσι, σε περίπτωση μη εκπλήρωσης της σύμβασης ή πλημμελούς εκπλήρωσης ή παράβασης των νομίμων υποχρεώσεων αξιώνεται, όχι ο μειωμένος βαθμός επιμέλειας των λοιπών χαριστικών συμβάσεων (δόλος ή βαριά αμέλεια), αλλά, λόγω του εμπιστευτικού χαρακτήρα της εντολής, η αυξημένη επιμέλεια κοινού οφειλέτη και υποχρεούται ο εντολοδόχος να ανορθώσει την οφειλόμενη σε πταίσμα του θετική ή αποθετική ζημία του εντολέως, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330 και 335 ΑΚ.
Η σύμβαση της εντολής μπορεί να συναφθεί και σιωπηρώς (άρθρα 158, 713 ΑΚ), λόγω δε του προσωπικού και εμπιστευτικού χαρακτήρα της, ο εντολοδόχος μπορεί να αναλάβει τη διεξαγωγή της υπόθεσης του εντολέα, είτε ύστερα από παράκλησή του, είτε ακόμη και από δική του πρωτοβουλία, εφόσον ο εντολέας γνωρίζει τούτο και δεν αντιλέγει (ΑΠ 2212/2014, ΑΠ 1614/1999).
Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.
Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της εννόμου τάξεως. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας, υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων.
Η παράλειψη ως όρος της αδικοπραξίας συντρέχει, όταν υπήρχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφύλαξης του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος. Τέτοια νομική υποχρέωση μπορεί να προκύψει είτε από δικαιοπραξία, είτε από ειδική διάταξη νόμου, είτε από την αρχή της καλής πίστεως, όπως αυτή διαμορφώνεται κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, που απορρέει από τα άρθρα 281 και 288 ΑΚ (ΑΠ 459/2019, ΑΠ 1350/2018, ΑΠ 118/2006, ΑΠ 831/2005, ΑΠ 174/2005).
Είναι δυνατόν μια ζημιογόνος ενέργεια, πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται η σύμβαση, να θεμελιώνει συγχρόνως και ευθύνη από αδικοπραξία. Τούτο συμβαίνει, όταν η ενέργεια αυτή καθ' εαυτή και χωρίς την προϋπάρχουσα συμβατική σχέση θα ήταν παράνομη, ως αντίθετη στο γενικό καθήκον, που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, να μην προκαλεί κανένας υπαίτια ζημία σε άλλον (ΑΠ 1028/2015, ΑΠ 1738/2013).
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα (ΑΠ 1009/2019, ΑΠ 459/2019, ΑΠ 1350/2018). Περαιτέρω, με τις πρώτη, τρίτη, τέταρτη και έβδομη αρχές του Κώδικα Δεοντολογίας των Εταιρειών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (εφεξής Ε.Π.Ε.Υ.), που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο της υπ' αριθμ. 12263/β.500/11-4-1997 απόφασης του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας (ΦΕΚ Β/ 340/24-4-1997), η οποία εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 7 παρ.1 του Ν. 2396/1996 (τα άρθρα 1-31 του οποίου καταργήθηκαν ήδη από 1-11-2007, με το άρθρο 85 του Ν. 3606/2007) ορίσθηκαν τα ακόλουθα:
Πρώτη αρχή: Οι εταιρείες και τα καλυπτόμενα πρόσωπα θα λαμβάνουν κάθε ενδεικνυόμενο μέτρο και θα ενεργούν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους έτσι ώστε να προστατεύονται τα συμφέροντα των πελατών τους και να διασφαλίζεται η εύρυθμη λειτουργία της αγοράς." ... Τρίτη αρχή: "Οι εταιρείες που κατά το νόμο παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα οφείλουν να ενημερώνονται σχετικά με την οικονομική κατάσταση, τους στόχους και την εμπειρία των πελατών τους στον τομέα των επενδύσεων ούτως ώστε να παρέχουν τις κατάλληλες επενδυτικές συμβουλές." Τέταρτη αρχή: "Οι εταιρείες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα θα γνωστοποιούν στους πελάτες τους όλες τις απαραίτητες και χρήσιμες πληροφορίες στα πλαίσια των διαπραγματεύσεών τους με αυτούς." ...Έβδομη αρχή: "Οι εταιρείες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα οφείλουν να λειτουργούν μέσα στα πλαίσια της νομοθεσίας που ρυθμίζει την άσκηση των δραστηριοτήτων τους, έτσι ώστε να προστατεύονται τα συμφέροντα των πελατών τους και να εξασφαλίζεται η ομαλή λειτουργία της αγοράς".
Σύμφωνα με τις διατάξεις του καταργηθέντος σήμερα Κανονισμού αυτού Δεοντολογίας των Εταιρειών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (ΚΔΕΠΕΥ), ο οποίος τύγχανε εφαρμοστέος κατά το χρόνο συνομολόγησης της επίδικης σύμβασης, κύρια υποχρέωση της Τράπεζας, κατά την παροχή επενδυτικών συμβουλών, είναι (εκτός των όσων προελέχθηκαν), κατ` αρχήν, η παροχή ορθών και πλήρων συμβουλών.
Η ενημέρωση του καταναλωτή θα πρέπει να γίνεται με τρόπο εύλογα κατανοητό και με τη μέγιστη δυνατή σαφήνεια, πράγμα που σημαίνει ότι η Τράπεζα οφείλει να λαμβάνει υπόψη την οικονομική κατάσταση, τους στόχους, τη μόρφωση, τις γνώσεις και την εμπειρία του επενδυτή για το αντικείμενο της επένδυσης (άρθρο 6 ΚΔΕΠΕΥ).
Επίσης, οι συμβουλές θα πρέπει να είναι προσαρμοσμένες τόσο στο πρόσωπο του πελάτη όσο και στο αντικείμενο της επένδυσης (άρθρο 6.1 ΚΔΕΠΕΥ). Σύμφωνα με την αρχή της καταλληλότητας η Τράπεζα οφείλει να παρέχει προσαρμοσμένες στο πρόσωπο του πελάτη (κατάλληλες) συμβουλές. Η έκταση του καθήκοντος παροχής συμβουλών συμπροσδιορίζεται και από τα προσωπικά στοιχεία του πελάτη, ώστε θα πρέπει στο πλαίσιο της παροχής της συμβουλής να ληφθούν υπόψη το επίπεδο γνώσης, η ηλικία, το επάγγελμα, η οικογενειακή, οικονομική και περιουσιακή κατάσταση, η επενδυτική του εμπειρία, ο επενδυτικός στόχος και η προθυμία διακινδύνευσης (άρθρο 6.2 ΚΔΕΠΕΥ).
Ο δεύτερος πόλος, στον οποίο οφείλει να προσαρμόζεται η διαδικασία της επενδυτικής συμβουλής είναι το αντικείμενο της επένδυσης. Εδώ εντάσσονται πληροφορίες που αφορούν γενικά την αγορά, πληροφορίες για το αντικείμενο της επένδυσης, για την οικονομική κατάσταση και τη φερεγγυότητα του εκδότη των προτεινόμενων τίτλων.
Οι συμβουλές του παρέχοντος επενδυτικές υπηρεσίες θα πρέπει να είναι θεμελιωμένες σε επιμελή έρευνα. Η Τράπεζα και κάθε ΕΠΕΥ οφείλει να προμηθεύεται τις πλέον επίκαιρες πληροφορίες για την απόδοση, τη ρευστότητα και την ασφάλεια της προτεινόμενης επένδυσης. Ιδιαίτερα αυξημένο είναι το καθήκον της Τράπεζας ή της ΕΠΕΥ για έρευνα ή ενημέρωση στις περιπτώσεις ιδιαίτερα επικίνδυνων ή πολύπλοκων επενδύσεων.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η Τράπεζα πρέπει να αποτρέψει τον επενδυτή από μία επικίνδυνη επένδυση, αλλά οφείλει να καταστήσει σε αυτόν συνειδητό τον κίνδυνο στον οποίο εκτίθεται. Στόχος, των εν λόγω υποχρεώσεων που βαραίνουν τις τράπεζες ή τις ΕΠΕΥ δεν είναι η επιτυχία της επένδυσης, αλλά η εκ μέρους τους καταβολή κάθε δυνατής επιμέλειας για την εκπλήρωση της υποχρέωσης ενημέρωσης, διαφώτισης, έρευνας και παροχής κατάλληλης συμβουλής.
Με βάση, επομένως, τις διατάξεις του εν λόγω νόμου, δημιουργούνται, ενδεικτικά, ζητήματα ευθύνης μιας Τράπεζας, αν δεν εφιστά εγγράφως την προσοχή του επενδυτή στους κινδύνους συγκεκριμένων επενδυτικών επιλογών του, αν δεν πραγματοποιεί με την κατάλληλη υποστήριξη των εξειδικευμένων συμβούλων της τεχνική ανάλυση της μελλοντικής κίνησης των κινητών αξιών που περιλαμβάνει το προτεινόμενο επενδυτικό πρόγραμμα, ή αν δεν ενημερώνει με απολύτως σαφή τρόπο τον επενδυτή ως προς τις αποδόσεις των προτεινόμενων για επένδυση τίτλων (άρθρο 6 ΚΔΕΠΕΥ).
Η παράβαση των προβλεπομένων στις διατάξεις του εν λόγω Κανονισμού Δεοντολογίας ΕΠΕΥ συνιστά παρανομία υπό την έννοια της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ. Εφόσον, επομένως, η εν λόγω παρανομία, διαπραχθείσα με υπαιτιότητα, επιφέρει αιτιωδώς ζημία στον επενδυτή, υποχρεώνει την παρανομούσα Τράπεζα σε αποζημίωση.
Άλλωστε, συναφές περιεχόμενο έχει και ο μεταγενέστερα εκδοθείς Ν. 3606/2007, όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 3756/2009, με τον οποίο μεταφέρθηκε στο ελληνικό νομικό σύστημα η κοινοτική Οδηγία 2004/39/ΕΚ, γνωστή ως MiFID, η οποία αντικατέστησε την Οδηγία 93/22/ΕΟΚ. Περαιτέρω, κατά ευρέως διαδεδομένη αντίληψη, τα λεγόμενα "perpetual bonds", δηλαδή "ομόλογα ατελεύτητης διάρκειας", άλλως, "διηνεκή" ή "αιώνια" ή "αόριστης διάρκειας", ομόλογα, συνιστούν ομολογίες, οι οποίες εκδίδονται ως ονομαστικά ή ανώνυμα αξιόγραφα (χρεόγραφα, τίτλοι παραστατικοί αξίας) στο πλαίσιο σύναψης ομολογιακού δανείου από μία ανώνυμη εταιρεία ή ένα κράτος, και παρέχουν στον κομιστή, ο οποίος καταβάλλει στον εκδότη κατά την απόκτηση των αξιογράφων την ονομαστική τους αξία, δικαίωμα απόληψης των συμφωνημένων, σε υψηλά συνήθως επίπεδα, τόκων.
Οι τίτλοι αυτοί, παρέχουν μεν στον κομιστή (ο οποίος καταβάλει στον εκδότη κατά την κτήση τους την ονομαστική τους αξία), δικαίωμα απόληψης των ανωτέρω τόκων, όχι, όμως, και το βασικό δικαίωμα να ζητήσει από τον εκδότη την επιστροφή της καταβεβλημένης αξίας τους σε κάποιο απώτερο χρόνο λήξης τους. Ο κομιστής, δηλαδή, ενός τέτοιου ομολόγου δεν δικαιούται σε παράδοση (επιστροφή) του ομολόγου στον εκδότη του προς τον σκοπό είσπραξης της ονομαστικής του αξίας μετά τη λήξη μιας συμφωνηθείσας διάρκειας ή οποτεδήποτε.
Ο εκδότης, αντιθέτως, διατηρεί το δικαίωμα της μονομερούς ανάκλησης του ομολόγου, κατ` ελεύθερη βούλησή του. Οι τίτλοι αυτοί χαρακτηρίζονται ως υβριδικοί, καθώς παρουσιάζουν ομοιότητες τόσο με τα ομόλογα των ομολογιακών δανείων, όσο και με τις προνομιούχες μετοχές χωρίς δικαίωμα ψήφου, χωρίς, ωστόσο, να ταυτίζονται με κανένα εκ των δύο.
Συνεπώς, είναι προφανές ότι τα ομόλογα ατελεύτητης ή αόριστης διάρκειας (perpetual bonds) δεν είναι απλά στη σύλληψη και στη λειτουργία τους επενδυτικά προϊόντα, με αποτέλεσμα οι παρέχουσες επενδυτικές υπηρεσίες ανώνυμες εταιρείες να υπέχουν ιδιαιτέρως αυξημένη υποχρέωση ενημέρωσης του εκάστοτε πελάτη τους επενδυτή, δεδομένου ότι η χρήση και κυκλοφορία των perpetual bonds ως ομολόγων, ομολογιακού δανείου, αποδίδει μια ψευδή, εικονική εικόνα, ικανή να παραπλανήσει τον οποιονδήποτε, ακόμη και τον πιο βαθύ γνώστη επενδυτή, ως προς τη νομική φύση και τη λειτουργία τους (ΑΠ 1085/2021, ΑΠ 1009/2019, ΑΠ 536/2019, ΑΠ 459/2019, ΑΠ 1250/2018, ΑΠ 244/2016).
Επ` αυτών και επί όλων των σύνθετων τραπεζικών προϊόντων εφαρμόζεται επί πλέον και η 2501/31.10.2002 Πράξη του Διοικητή της ΤτΕ, η οποία δημοσιευθείσα στην ΕτΚ (ΦΕΚ Α`, 277), έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου (ΑΠ 2123/2009). Βάσει δε της Πράξης αυτής, η ενημέρωση των συναλλασσομένων, οποιασδήποτε προέλευσης και βαθμού εμπειρίας, πρέπει να περιλαμβάνει ειδικές επί σύνθετων ομολόγων πληροφορίες, ούτως ώστε να διευκολύνεται η συγκρισιμότητα των προϊόντων αυτών με ομοειδή, αμιγώς καταθετικά ή αμιγώς επενδυτικά, καθώς και η κατανόηση των πιθανών ειδικά ισχυόντων για αυτά κινδύνων και της αναμενόμενης απόδοσής τους (ΑΠ 1085/2021, ΑΠ 459/2021).
Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 8 του Ν. 2251/1994 "περί προστασίας των καταναλωτών", όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 10 παρ. 3 του Ν. 3587/2007, που ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι "ο παρέχων υπηρεσίες ευθύνεται για κάθε περιουσιακή ζημία ή ηθική βλάβη που προκάλεσε παράνομα και υπαίτια με πράξη ή παράλειψή του κατά την παροχή αυτών στον καταναλωτή" (παρ. 1 εδ.
α'), ότι "ως παρέχων υπηρεσίες θεωρείται όποιος παρέχει κατά τρόπο ανεξάρτητο υπηρεσία στο πλαίσιο της άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας" (παρ. 1 εδ. β'), ότι "ο ζημιωθείς υποχρεούται να αποδείξει τη ζημία και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της παροχής της υπηρεσίας και της ζημίας" (παρ. 3), και ότι "ο παρέχων τις υπηρεσίες φέρει το βάρος της απόδειξης της έλλειψης παρανομίας και υπαιτιότητας" (παρ. 4 εδ.
α'), προκύπτει ότι η ευθύνη του παρέχοντος υπηρεσίες, ο οποίος, κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, μπορεί να είναι και τράπεζα, έναντι του πελάτη της ή άλλου, με αυτή συμβεβλημένου προσώπου, μπορεί να είναι είτε ενδοσυμβατική είτε αδικοπρακτική, ανεξάρτητα από προϋφισταμένη ενοχική σχέση, μεταξύ παρέχοντος τις υπηρεσίες και ζημιωθέντος.
Υπό τη συνδρομή των προϋποθέσεων των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει, περαιτέρω, ότι με αυτές θεμελιώνεται αστική ευθύνη σε αποζημίωση, λόγω αδικοπραξίας και στις περιπτώσεις ευθύνης, λόγω παροχής τραπεζικών επενδυτικών υπηρεσιών, εφόσον ο αντισυμβαλλόμενος της Τράπεζας χαρακτηρίζεται ως καταναλωτής, σύμφωνα με την ρύθμιση του άρθρου 1 παρ. 3 του Ν. 2251/1994 (ΑΠ 619/2021, ΑΠ 1228/2019, ΑΠ 974/2018, ΑΠ 1028/2015).
Ο κατά το άρθρο 559 αριθμ. 1α ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που εισάγουν οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, καίτοι ανελέγκτως διαπιστώνει, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων και εντεύθεν την ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας αυτών, παραλείπει να προσφύγει, για τη συμπλήρωση ή ερμηνεία τους, στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, που ορίζουν η πρώτη ότι κατά την ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις και η δεύτερη ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, ή προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και στη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, καίτοι δέχεται, επίσης ανελέγκτως, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας (ΑΠ 1210/2008, ΑΠ 2197/2007).
Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι αντικείμενο ερμηνείας είναι η δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως στην κανονιστική της μόνο διάσταση, ως φορέα ενός νομικώς κρισίμου νοήματος, ενώ η ύπαρξη των χαρακτηριστικών στοιχείων της συγκεκριμένης δικαιοπραξίας, ως εμπειρικώς διαπιστώσιμων φαινομένων, αποτελεί μόνον αντικείμενο απόδειξης (ΑΠ 1109/2019, ΑΠ 1350/2018, ΑΠ 2219/2014, ΑΠ 1215/2010).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης για παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ πρέπει να αναγράφεται στο αναιρετήριο, ότι το δικαστήριο της ουσίας, ενώ είχε διαπιστώσει αμέσως ή εμμέσως την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας, δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες ή καίτοι δεν είχε διαπιστώσει κενό, παρά ταύτα προσέφυγε στους ανωτέρω ερμηνευτικούς κανόνες, αλλιώς είναι αόριστος (ΑΠ 341/2021, ΑΠ 1041/2018, ΑΠ 1350/2018, ΑΠ 875/2017 ).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόσθηκε (Ολ ΑΠ 6/2006, ΑΠ 728/2019).
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006).
Οι λόγοι αναίρεσης απορρίπτονται ως αβάσιμοι, με την αιτιολογία ότι στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, όταν υποστηρίζεται με αυτούς ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά περιστατικά, ενώ από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει το αντίθετο. Τέλος, οι εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης είναι δυνατόν να φέρονται ότι πλήττουν την απόφαση, γιατί παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή για έλλειψη νόμιμης βάσης, αλλά στην πραγματικότητα (υπό το πρόσχημα είτε ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου είτε ότι περιέχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες) να πλήττουν αυτήν κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1406/2021, ΑΠ 1177/2018, ΑΠ 1350/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα εξής: "Η εναγομένη (αναιρεσίβλητη) είναι αλλοδαπή τραπεζική εταιρία με καταστατική έδρα στη Λευκωσία της Κύπρου, η οποία παρείχε τις υπηρεσίες της, στην Ελλάδα μέσω νομίμως εγκατεστημένου υποκαταστήματος, δυνάμει της αρ.
Κ2-6088/29.7.1998 απόφασης του Υπουργείου Ανάπτυξης (ΦΕΚ 6276/31.7.1998 ΦΕΚ ΑΕ-ΕΠΕ) έως και τον Μάρτιο 2013 οπότε έπαυσε να παρέχει τις υπηρεσίες της στην ημεδαπή κατόπιν της από 26.3.2013 πράξεως της Διεύθυνσης Εποπτείας Πιστωτικού Συστήματος της Τράπεζας της Ελλάδος, νομίμως δημοσιευθείσας στο αρ.3713/21.6.2013 ΦΕΚ ΑΕ-ΕΠΕ. Η εναγομένη πέραν των τραπεζικών υπηρεσιών παρείχε ακόμα στους πελάτες της επενδυτικές και παρεπόμενες υπηρεσίες (κατά την έννοια του Ν.2396/1996 και του μεταγενέστερου νόμου Ν.3606/2007), όπως παροχή επενδυτικών συμβουλών σε πελάτες, διαχείριση χαρτοφυλακίου πελατών της κλπ.
Ο ενάγων (αναιρεσείων), δικηγόρος στο επάγγελμα, ήταν πελάτης της εναγόμενης από το έτος 2002, όπου διατηρούσε απλούς καταθετικούς λογαριασμούς και προθεσμιακούς λογαριασμούς καταθέσεων, είχε δε λάβει και ένα στεγαστικό δάνειο ύψους 268.000 ευρώ για αγορά ακινήτου. Το μεγαλύτερο σκέλος των αποταμιεύσεών του (άνω 90%) τοποθετούσε σε προνομιακούς προθεσμιακούς λογαριασμούς καταθέσεων που είχαν καλύτερη απόδοση σε σχέση με τις απλές καταθέσεις.
Ταυτόχρονα ένα πολύ μικρό σκέλος (λιγότερο του 10%) το είχε τοποθετήσει σε αμοιβαία κεφάλαια και κατά το χρονικό διάστημα συνεργασίας μαζί της 2002-2004 ήταν ευχαριστημένος. Περί τα τέλη 2004 ο ενάγων με δική του πρωτοβουλία, χωρίς να προηγηθεί συζήτηση με τα στελέχη της τράπεζας, συνήψε με την εναγομένη άτυπα σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και συγκεκριμένα λήψης, διαβίβασης και εκτέλεσης εντολών επί κινητών αξιών, με βάση την οποία η εναγομένη ανέλαβε την κατάρτιση συναλλαγών, σύμφωνα με τις εντολές που θα ελάμβανε από αυτόν, χωρίς καμία απολύτως διαχειριστική αμοιβή και χωρίς να έχει καμία ευθύνη για τις επιλογές του ενάγοντος-επενδυτή.
Στο πλαίσιο της σύμβασης αυτής, ο ενάγων αγόρασε τα κάτωθι ομόλογα, που υπέδειξε ο ίδιος: α) την 21.10.2004 ο ενάγων αγόρασε ένα ομόλογο εκδόσεως της National Βank of Greece Funding Limited, (775 ομόλογα ονομαστικής αξίας 1.000 ευρώ έκαστο) ονομαστικής αξίας 775.000 ευρώ, με επιτόκιο 6,25% και λήξη "χρονικά απροσδιόριστη" (perpetual), β) την 6.12.2004 προέβη στην αγορά ενός ομολόγου, εκδόσεως της γαλλικής τράπεζας "ΒΑΝΚ FEDERATIVE DU CREDIT" (ΒFCM T1), ονομαστικής αξίας 300.000 ευρώ, με επιτόκιο 6% και λήξη "χρονικά απροσδιόριστη" (perpetual), γ) την 13.1.2005 προέβη στην αγορά ενός ομολόγου εκδόσεως της τράπεζας "BES FINANCE LIMITED", (ΒES) ονομαστικής αξίας 200.000 ευρώ, με επιτόκιο 6% και λήξη την 7.2.2035, δ) την 20.9.2005 προέβη στην αγορά ενός ομολόγου εκδόσεως της ΤΗOΜSOΝ (ΕΧ-ΤΜΜ), ονομαστικής αξίας 200.000 ευρώ, με επιτόκιο 5,75% και λήξη "χρονικά απροσδιόριστη" (perpetual), (η αγορά πραγματοποιήθηκε στο 99,55% της ονομαστικής αξίας, ήτοι 199.100 ευρώ).
Ήτοι ο ενάγων αγόρασε ομόλογα συνολικής αξίας 1.474.100 ευρώ. Σημειωτέον ότι τα εν λόγω ομόλογα ήταν εταιρικά και διαπραγματεύσιμα στη δευτερογενή, μη οργανωμένη αγορά εταιρικών ομολόγων, σύμφωνα με το διεθνές δίκτυο οικονομικών ειδήσεων ΒLOOMBERG και δεν συνδέονται με παράγωγα προϊόντα, ενώ τα ενημερωτικά δελτία αυτών ήταν διαθέσιμα στο κατάστημα της εναγομένης (τούτο είχε γνωστοποιηθεί στον ενάγοντα) αλλά και ανηρτημένα στις ιστοσελίδες των εκδοτριών εταιριών (όπως ισχύει για όλα τα ομόλογα εταιρικών εκδόσεων).
Η εκδότρια εταιρία του υπό στοιχ.α) ομολόγου είναι θυγατρική εταιρία της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, με έδρα το Jersey με αντικείμενο δραστηριότητας τις Η εναγομένη κατά τη λήψη των εντολών, χορήγησε στον ενάγοντα όλο το απαραίτητο έγγραφο υλικό που αφορούσαν τις συναλλαγές επενδύσεις κεφαλαίων (με τα στοιχεία κάθε αγοράς), καθώς και επισυναπτόμενα ενημερωτικά έντυπα (με πληροφορίες για τον εκδότη, το πρόγραμμα ομολογιακού δανείου, τους όρους των ομολόγων), αλλά και προφορικά τον ενημέρωσε για το είδος, τον τρόπο λειτουργίας, τους κινδύνους των ομολόγων (μεταξύ των οποίων και τον πιστωτικό), παρότι ο ενάγων, ήταν γνώστης αυτών και τα είχε επιλέξει χωρίς να προηγηθεί συζήτηση, παρότρυνση ή υπόδειξη από τα στελέχη της τράπεζας.
Αναλυτικό ενημερωτικό φυλλάδιο της εκδόσεως κάθε ομολόγου τέθηκε στη διάθεση του ενάγοντος. Η κατάρτιση με την εναγομένη σύμβασης εντολής προς αγορά κινητών αξιών και η υποχρέωση αυτής για λήψη, διαβίβαση και εκτέλεση της εντολής αγοράς, προκύπτει και από τα συμβατικά έντυπα με τίτλο "Επιβεβαίωση διαπραγμάτευσης επί τίτλων", τα οποία υπέγραψε ο ενάγων, όταν απευθύνθηκε στην εναγόμενη τράπεζα για να προβεί αυτή στην αγορά για λογαριασμό του των επίδικων τίτλων ομολογιών.
Στο έντυπο αυτό αναφέρονται ρητά τα στοιχεία (βασικά χαρακτηριστικά) του εκάστοτε τίτλου, τον οποίο αφορούσε η συναλλαγή και συγκεκριμένα: α) το είδος του τίτλου, η πολλαπλότητα (αριθμός τίτλων), β) η λήξη του τίτλου, γ) η προτεινόμενη τιμή αγοράς από την διαθέτουσα εκδότρια εταιρία, δ) τα στοιχεία εξατομίκευσης ISIN, ε) η ονομαστική αξία του τίτλου, στ) το νόμισμα της συναλλαγής, ζ) το επιτόκιο του κουπονιού (τοκομερίδιο -%), η) η ημερομηνία εκτέλεσης της εντολής (αγοράς του τίτλου).
Μαζί με το άνω έντυπο "Επιβεβαίωση διαπραγμάτευσης επί τίτλων" ο ενάγων έλαβε ειδικό συνοπτικό έντυπο, με τους βασικούς όρους έκδοσης του ομολόγου. Τα λοιπά χαρακτηριστικά του τίτλου της εκάστης ομολογίας περιγράφονταν αναλυτικά σε ενημερωτικό φυλλάδιο της συγκεκριμένης έκδοσης (prospectus). Στο φυλλάδιο αυτό περιέχονταν πληροφορίες νομικές και οικονομικές σχετικά με τον εκδότη, το πρόγραμμα ομολογιακού δανείου και τους όρους, από τους οποίους διέπονταν η έκδοση των ομολογιών και η αποπληρωμή τους.
Τα ενημερωτικά αυτά δελτία ήταν διαθέσιμα στο κατάστημα της εναγομένης, στην αγγλική γλώσσα και ο ενάγων είχε ενημερωθεί προφορικά για τη δυνατότητα λήψης αντιγράφων αυτών. Ουσιώδης όρος της σύμβασης εντολής αγοράς κινητών αξιών, όπως αυτή αποτυπωνόταν στο ανωτέρω έντυπο ήταν επίσης η κατωτέρω δήλωση του αντισυμβαλλόμενου, στην οποία ο ενάγων προέβη επανειλημμένα, στο πλαίσιο κατάρτισης των επίδικων συναλλαγών, και η οποία ανέφερε μεταξύ άλλων και τα εξής, που ενδιαφέρουν εδώ "...
με την παρούσα δηλώνω ρητά ότι συμφωνώ με τη διενέργεια της παραπάνω πράξης επί τίτλων και αποδέχομαι την προτεινόμενη τιμή χωρίς καμία επιφύλαξη. Δηλώνω επίσης υπεύθυνα ότι είμαι πεπειραμένος επενδυτής και αναγνωρίζω ότι η Τράπεζα δεν μου παρέχει σε καμία περίπτωση επενδυτικές ή άλλου είδους συμβουλές και ουδεμία ευθύνη φέρει για μεταβολές στην αγορά, οι οποίες ενδέχεται να οδηγήσουν σε ζημία μου.
Με την παρούσα δίδω επίσης ρητή και ανέκκλητη εντολή στην Τράπεζα, η οποία θα ισχύει και στις περιπτώσεις των άρθρων 223 και 726 ΑΚ να προβαίνει, σε όλες τις απαραίτητες χρεώσεις, πιστώσεις ή δεσμεύσεις του υπ' αρ. ... λογαριασμού που τηρώ στην Ελληνική Τράπεζα που απορρέουν τόσο από την παρούσα πράξη, όσο και από κάθε άλλη μελλοντική που θα προκύψει....
Επίσης αποδέχομαι ότι τυχόν έξοδα, προμήθειες ή αμοιβές που θα προκύψουν στα πλαίσια της παρούσας, σύμφωνα με την εκάστοτε ισχύουσα τιμολογιακή πολιτική της Τράπεζας, καθώς και οι εκάστοτε φόροι, τέλη, εισφορές ή επιβαρύνσεις υπέρ Δημοσίου ή τρίτων που τυχόν επιβάλλονται ή θα επιβληθούν στο μέλλον βαρύνουν αποκλειστικά εμένα.
Αποδέχομαι επίσης ότι η Τράπεζα δεν ευθύνεται για οποιαδήποτε ζημία θετική ή αποθετική που τυχόν προκύψει από τη διενέργεια των ως άνω πράξεων από γεγονότα που εκφεύγουν του ελέγχου της, εκτός αν αποδειχθεί δόλος των υπαλλήλων της". Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι οι επενδυτικές υπηρεσίες που παρέσχε η εναγομένη κατά τη σύναψη των άνω συμβάσεων ήταν η λήψη, διαβίβαση και εκτέλεση των εντολών με αντικείμενο την αγορά συγκεκριμένων κινητών αξιών που επέλεγε ο ενάγων.
Η εναγομένη ενεργούσε με πρωτοβουλία του ενάγοντος, ως πληρεξούσια αυτού, στο πλαίσιο λήψης και διαβίβασης εντολής, προκειμένου να προβεί στην αγορά τίτλων ομολογιών στο όνομα και για λογαριασμό του, κατόπιν επενδυτικής απόφασης που είχε λάβει ο ίδιος. Η εναγομένη δεν αντλούσε οποιοδήποτε όφελος να ωθήσει τον ενάγοντα στην αγορά των συγκεκριμένων ομολόγων, αφού δεν ανήκει στον ίδιο επιχειρηματικό όμιλο με τις εκδότριες τράπεζες αυτών, δεν προαγόραζε τα ομόλογα από τις εκδότριες εταιρίες και δεν μεταπουλούσε αυτά σε τιμή μεγαλύτερη, με σκοπό την κάρπωση οφέλους, ούτε εισέπραξε οποιαδήποτε προμήθεια από τη διάθεση των επίδικων ομολόγων.
Η εναγομένη στο προσυμβατικό στάδιο και κατά το στάδιο λήψης και εκτέλεσης εντολής αγοράς των άνω ομολόγων, που δεν ήταν σύνθετα όπως θα αναφερθεί παρακάτω, δεν υποχρεούτο να προβεί σε αξιολόγηση της γνώσης και εμπειρίας του ενάγοντος και να κρίνει την καταλληλότητα του ομολόγου σε σχέση με το πρόσωπο αυτού και τις γνώσεις του, καθώς οι υποχρεώσεις αυτές επιβάλλονται μόνο στο πλαίσιο παροχής επενδυτικών συμβουλών, η οποία δεν απεδείχθη ότι είχε σιωπηρώς συνομολογηθεί, όπως ισχυρίζεται αβάσιμα ο ενάγων.
Παρά τη δήλωση του ενάγοντος περί εμπειρίας του, οι προστηθέντες υπάλληλοι της εναγομένης, ενημέρωσαν αυτόν για τη φύση και τους κινδύνους που ενείχαν τα εν λόγω ομόλογα. Ακολούθως αποδείχθηκε ότι το έτος 2005 συστάθηκε στην εναγομένη Ειδικό Τμήμα Διαχείρισης Χαρτοφυλακίου και αφού προηγήθηκε λεπτομερής ενημέρωση του ενάγοντος, για το περιεχόμενο των συμβατικών εγγράφων, που επρόκειτο να υπογράψει, για τις υποχρεώσεις και τους κινδύνους, που αναλάμβανε και διευκρινίστηκαν όλα τα θέματα που έθεσε, εν συνεχεία υπογράφηκε μεταξύ των διαδίκων η από 25.10.2005 σύμβαση εντολής διαχείρισης χαρτοφυλακίου, στην οποία επισυνάπτονταν ως αναπόσπαστα μέρη αυτής τα Παραρτήματα Α (Αρχική Κατάσταση Επενδυτικού Χαρτοφυλακίου), Β (Ειδικές Εντολές και Περιορισμοί ως προς τη Διαχείριση του Χαρτοφυλακίου (όπου ο ενάγων δηλώνει ότι κάθε πράξη διαχείρισης θα εκτελείται μετά από εντολή του), Γ (Αμοιβή της Ελληνικής Τράπεζας Δημόσια Εταιρεία ΛΤΔ) καθώς και οι Γενικοί Όροι Επενδυτικών Υπηρεσιών, η εξουσιοδότηση Επενδυτή, η Αίτηση Ανοίγματος Επενδυτικού Λογαριασμού (Διαχείρισης) [όπου ο ενάγων ως επενδυτής δήλωσε ότι η αλληλογραφία, ειδοποιήσεις που αφορούν τον επενδυτικό του λογαριασμό, το χαρτοφυλάκιό του, τυχόν μεταβολές των κινητών άξιων λόγω των συνθηκών των αγορών κλπ., επιθυμεί να κρατούνται στο κατάστημα της εναγομένης και να μην του αποστέλλεται, ενώ με νέα αίτησή του από 20.3.2006 δηλώνει ότι επιθυμεί να του αποστέλλεται η άνω αλληλογραφία στη διεύθυνσή του οδ. ...], η Γνωστοποίηση των αναλαμβανομένων επενδυτικών κινδύνων και τέλος το Επενδυτικό Ερωτηματολόγιο προς τον ενάγοντα.
Στην άνω σύμβαση αναφέρονται τα εξής σημαντικά: Σύμφωνα με τη 3.1 Γενική Αρχή της σύμβασης "...η τράπεζα έχει σύμφωνα με το νόμο και το καταστατικό της, το δικαίωμα να παρέχει στους πελάτες της υπηρεσίες διαχείρισης Χαρτοφυλακίου. Οι επενδυτικές αποφάσεις τις οποίες έχει δυνατότητα να λαμβάνει η Τράπεζα στο πλαίσιο της διαχείρισης του Χαρτοφυλακίου του Επενδυτή μεταξύ των αναφερομένων ενδεικτικά αφορούν:
αγορά και εκποίηση Αξιών εισηγμένων σε οργανωμένη ή άλλη αγορά, συμπεριλαμβανομένων των Χρηματιστηρίων Αξιών και Παραγώγων Αθηνών, κατάθεση του προϊόντος των επιλεγομένων επενδύσεων σε ορισμένο τραπεζικό λογαριασμό του επενδυτή ή τραπεζικό λογαριασμό της τράπεζας που τηρεί για λογαριασμό του επενδυτή, είσπραξη μερισμάτων, τόκων και κάθε άλλου ποσού που αποδίδεται από τις Αξίες σύμφωνα με τα ειδικότερα οριζόμενα στην παράγραφο 8.2 της σύμβασης. 3.2 Ο επενδυτής αναθέτει στην τράπεζα παρέχοντας σε αυτή αντίστοιχη εντολή και πληρεξουσιότητα, όπως στο όνομα και για λογαριασμό του διαχειρίζεται το Χαρτοφυλάκιό του, κατά την κρίση της, αλλά ακολουθώντας τις ειδικές εντολές και περιορισμούς που αναφέρονται στο συνημμένο Παράρτημα Β', όπου επιπλέον ορίζεται ως θεματοφύλακας του Χαρτοφυλακίου η τράπεζα EFG EUROBANK ERGASIAS ΑΕ και ότι οποιαδήποτε πράξη διαχείρισης θα εκτελείται έπειτα από εντολή του ενάγοντος.
ΟΡΟΙ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΧΑΡΤΟΦΥΛΑΚΙΟΥ: 4.2 Η διαχείριση του χαρτοφυλακίου του επενδυτή πραγματοποιείται από την Τράπεζα ...με γνώμονα την επωφελέστερη για αυτόν τοποθέτηση των στοιχείων που συγκροτούν το χαρτοφυλάκιο σε συνάρτηση με το ύφος του επενδυτικού κινδύνου που έχει δηλώσει ότι επιθυμεί να αναλαμβάνει. 4.3.
Η Τράπεζα λαμβάνει κάθε απόφαση που είναι αναγκαία για την εκάστοτε διάρθρωση, σύνθεση και περιεχόμενο του Χαρτοφυλακίου του επενδυτή. Για το λόγο αυτό, η τράπεζα λαμβάνει υπόψη της το επενδυτικό προφίλ του επενδυτή και τον επενδυτικό κίνδυνο στον οποίο κατατάσσεται, όπως αυτά προκύπτουν από τη συμπλήρωση του συνημμένου ερωτηματολογίου. 4.4.
Για τη διεκπεραίωση των πράξεων διαχείρισής του, ο επενδυτής παρέχει στην τράπεζα ρητές προς τούτο εξουσιοδοτήσεις και υπογράφει κάθε απαιτούμενο, κατά την κρίση της τράπεζας έγγραφο. 5. ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ - ΕΥΘΥΝΗ ΤΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ. 5.1. Η Τράπεζα δεν ευθύνεται για τυχόν οικονομική ζημία που θα υποστεί ο επενδυτής από πράξεις διαχείρισης, παρά μόνο σε περίπτωση δόλου ή βαρείας αμέλειας της τράπεζας ή /και των προστηθέντων της. 5.2.
Ο Επενδυτής ρητά αναγνωρίζει ότι οι αγορές χρήματος και κεφαλαίου υπόκεινται σε απρόβλεπτες διακυμάνσεις. Ως εκ τούτου η τράπεζα δεν εγγυάται το αποτέλεσμα της διαχείρισης του χαρτοφυλακίου και η τυχόν ευθύνη της από τη διαχείριση σε καμία περίπτωση δεν περιλαμβάνει αποκατάσταση οποιασδήποτε θετικής ή αποθετικής ζημίας του επενδυτή που προέκυψε από πάσης φύσεως μεταβολές ή διακυμάνσεις τιμών στις αγορές στις οποίες πραγματοποιούνται οι επιλεγόμενες από την τράπεζα επενδύσεις.
Επίσης ο επενδυτής αναγνωρίζει ρητά ότι τα Αμοιβαία κεφάλαια, όπως και κάθε άλλη επένδυση της κεφαλαιαγοράς δεν έχουν εγγυημένη απόδοση και ότι οι προγενέστερες αποδόσεις, δεν διασφαλίζουν τις μελλοντικές. Συνακόλουθα στους Γενικούς Όρους Επενδυτικών Υπηρεσιών ορίζονται μεταξύ άλλων και τα εξής: Α.
ΟΡΙΣΜΟΙ: Ως επενδυτικές υπηρεσίες νοούνται οι ακόλουθες α. λήψη και διαβίβαση εντολών του επενδυτή για την κατάρτιση συναλλαγών σε αξίες, β. παροχή συμβουλών στον επενδυτή στο τομέα επενδύσεων με αντικείμενο Αξίες, εφόσον έχει καταρτιστεί εγγράφως ειδική σύμβαση μεταξύ τράπεζας και επενδυτή, γ. διαχείριση επενδυτικών χαρτοφυλακίων του επενδυτή, σύμφωνα με την εντολή του, στα οποία περιλαμβάνονται μετρητά και αξίες, εφόσον έχει καταρτιστεί εγγράφως ειδική σύμβαση μεταξύ τράπεζας και επενδυτή.
Β1.ΓΕΝΙΚΟΙ ΟΡΟΙ που αφορούν τη λήψη και διαβίβαση εντολών Β 1.10. Η Τράπεζα δεν αναλαμβάνει ευθύνη για τη ζημία που ενδέχεται να υποστεί ο Επενδυτής από συναλλαγή που καταρτίστηκε ως αποτέλεσμα λήψης Εντολής του, ο δε Επενδυτής ρητά δηλώνει ότι οποιαδήποτε Εντολή δίδει στην Τράπεζα είναι απόρροια ελεύθερης επιλογής του χωρίς να εξαρτάται καθόλου από γνώμες, συστάσεις ή συμβουλές της τράπεζας.
Β3. ΌΡΟΙ ΠΟΥ ΑΦΟΡΟΥΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΧΗ ΣΥΜΒΟΥΛΩΝ ΣΤΟΝ ΤΟΜΕΑ ΤΩΝ ΧΡΗΜΑΤΟΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ ΚΑΙ ΤΗ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΧΑΡΤΟΦΥΛΑΚΙΟΥ: Β3.1. Η παροχή συμβουλών από την τράπεζα προς τον επενδυτή στον τομέα των επενδύσεων με αντικείμενο Αξίες ή/και η διαχείριση επενδυτικών χαρτοφυλακίων του επενδυτή, όπου περιλαμβάνονται μετρητά και αξίες, γίνεται μόνον αν υπάρχει σχετική έγγραφη συμφωνία των μερών.
Αν δεν υπάρχει τέτοια συμφωνία, η παροχή άλλων επενδυτικών υπηρεσιών, ούτε περιλαμβάνει ούτε συνεπάγεται την παροχή αντίστοιχων συμβουλευτικών υπηρεσιών. Η διάθεση από την τράπεζα στοιχείων προς τον επενδυτή ή η διατύπωση αξιολογικών κρίσεων ως προς πιθανές ή υφιστάμενες επενδυτικές τοποθετήσεις, εκτός εάν έχει ρητά συμφωνηθεί το αντίθετο, δεν παρέχονται σε εκπλήρωση σχετικής συμβατικής υποχρέωσης της τράπεζας.
Β3.2 Η παροχή συμβουλών από την τράπεζα προς τον επενδυτή στον τομέα των επενδύσεων με αντικείμενο Αξίες σε καμία περίπτωση δεν συνεπάγεται οποιαδήποτε ευθύνη της τράπεζας ως προς τις επενδυτικές επιλογές και αποφάσεις του επενδυτή. Β.3.3 Εφόσον συμφωνηθεί εγγράφως ότι η τράπεζα οφείλει να παρέχει στον επενδυτή συμβουλευτικές υπηρεσίες ή την υπηρεσία διαχείρισης χαρτοφυλακίου ο επενδυτής υποχρεούται να διαθέτει στην τράπεζα κάθε πληροφορία και στοιχεία που είναι αναγκαία για τη διαμόρφωση των συμβουλών που του παρέχονται.
Η τράπεζα δικαιούται να θεωρήσει δεδομένες την ακρίβεια, επάρκεια και πληρότητα αυτών των πληροφοριών και των στοιχείων και δεν υποχρεούται σε οποιαδήποτε ανεξάρτητη επιβεβαίωση, εξακρίβωση ή έλεγχο ως προς αυτά. Γ.ΓΕΝΙΚΟΙ ΟΡΟΙ ΠΟΥ ΑΦΟΡΟΥΝ ΤΟ ΣΥΝΟΛΟ ΤΩΝ ΠΑΡΕΧΟΜΕΝΩΝ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΣΥΜΒΟΥΛΩΝ: Γ1. 17. Η τράπεζα δεν αναλαμβάνει καμία υποχρέωση πλέον εκείνων που προβλέπονται στους γενικούς όρους, με την επιφύλαξη έγγραφης ειδικής συμφωνίας με τον επενδυτή και σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις που καθορίζονται σε αυτή.
Ειδικότερα, αναγνωρίζεται ρητά ότι, με την επιφύλαξη ρητής ή άλλης πρόβλεψης στο πλαίσιο παροχής συμβουλευτικών υπηρεσιών, η τράπεζα δεν οφείλει να ενημερώνει τον επενδυτή για ενδεχόμενη ζημία του από τυχόν διακυμάνσεις τιμών των Αξιών, ή για τις πάσης φύσεως μεταβολές συνθηκών που μπορεί να επιδράσουν στις τιμές των Αξιών.
Γ.3. ΠΑΡΟΧΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΗΣΗΣ ΣΤΟΝ ΕΠΕΝΔΥΤΗ: Γ.3.1 Ο επενδυτής φροντίζει με δική του πρωτοβουλία, για την ενημέρωσή του ως προς τη εκτέλεση ή μη των συναλλαγών για τις οποίες έδωσε εντολή προκειμένου αυτή να διαβιβαστεί περαιτέρω από την τράπεζα. Η τράπεζα θέτει στη διάθεση του επενδυτή, μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα στα γραφεία του κεντρικού καταστήματος ή τυχόν υποκαταστήματος, πληροφόρηση ως προς την εκτέλεση των εντολών που έχει δώσει στην τράπεζα.
Εφόσον υπάρχει οποιαδήποτε κίνηση στο λογαριασμό του επενδυτή εντός του ημερολογιακού μηνός, η τράπεζα αναλαμβάνει την υποχρέωση να θέτει στη διάθεσή του σε μηνιαία βάση εντός του πρώτου δεκαημέρου κάθε μήνα κατάσταση στην οποία περιέχονται αναλυτικά οι συναλλαγές που έγιναν σε εκτέλεση εντολής ή εντολών του κατά τη διάρκεια του αμέσως προηγούμενου μήνα, με την επιφύλαξη διαφορετικής ρύθμισης σε ειδική σύμβαση, καθώς και τα τυχόν εκκρεμή χρεωστικά ή πιστωτικά υπόλοιπα σε χρήματα ή Αξίες.
Γ3.3. Αντιρρήσεις του επενδυτή.... Γ4.Αμοιβή της τράπεζας, Δ.ΛΟΙΠΟΙ ΓΕΝΙΚΟΙ ΟΡΟΙ: ΔΗΛΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΕΠΕΝΔΥΤΗ: μεταξύ άλλων: Δ1.2. Ο επενδυτής δηλώνει ανεπιφύλακτα ότι έχει πλήρη επίγνωση των κινδύνων που συνεπάγεται η επένδυση σε Αξίες, ειδικά δε σε παράγωγα χρηματοπιστωτικά μέσα καθώς και η αγορά Αξιών με πίστωση του τιμήματος (εφόσον έχει υπογραφεί ειδική τέτοια σύμβαση με Εταιρία Χρηματοοικονομικής Διαμεσολάβησης), και ότι έχει την οικονομική δυνατότητα να αντεπεξέλθει σε τυχόν ολοκληρωτική απώλεια των επενδύσεων αυτών.
Στο πλαίσιο των υπογραφέντων την 25.10.2005 Α) Γενικών Όρων Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών και Β) Σύμβασης Διαχείρισης Χαρτοφυλακίου και σε συμφωνία με τους όρους αυτών ο ενάγων υπέγραψε σχετική Εξουσιοδότηση ως επενδυτής προς την εναγομένη, με τις ειδικότερες σε αυτή εντολές και εξουσιοδοτήσεις για κατάρτιση, για λογαριασμό και στο όνομά του, οποιοσδήποτε σύμβασης με πρόσωπα ημεδαπά ή αλλοδαπά, ενδεικτικά με εταιρίες παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, εταιρίες-μέλη του ΧΑΑ, εταιρίες μέλη του XΠΑ, εταιρίες μέλη της ΕΤΈΣΕΠ ή άλλων οργανωμένων Αγορών, πιστωτικά ιδρύματα, θεματοφύλακες κλπ., με οποιουσδήποτε όρους είναι απαραίτητοι ή συνήθεις, να παραδίδει να παραλαμβάνει αντ' αυτού στο όνομα και για λογαριασμό του κάθε είδους αξίες που συνιστούν αντικείμενο των παρεχομένων σε αυτόν επενδυτικών υπηρεσιών, να ενεργεί...
για τη μεταβίβαση αξιών, να παραλαμβάνει κάθε είδους αποδεικτικά στοιχεία των συναλλαγών αυτών, να κινεί, πιστώνει τον λογαριασμό του, να εισπράττει μερίσματα, τόκους... από αξίες, να παραλαμβάνει αντ' αυτού κάθε έγγραφη ενημέρωση, ειδοποίηση και γενικά αλληλογραφία προερχόμενη από οποιοδήποτε νομικό πρόσωπο με το οποίο συμβάλλεται ως επενδυτής.
Ο ενάγων επίσης, την 25.10.2005, υπέγραψε έντυπο με τον τίτλο "ΑΝΑΛΑΜΒΑΝΟΜΕΝΟΙ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΟΙ ΚΙΝΔΥΝΟΙ", όπου δηλώνει ότι έλαβε γνώση και κατανόησε τους περιγραφόμενους σε αυτό επενδυτικούς κινδύνους, που αναλαμβάνει με τη συμμετοχή του στις αγορές Χρήματος και Κεφαλαίου. Επισημαίνεται στο άνω έγγραφο ότι "οι πάσης φύσεως κίνδυνοι που εμπεριέχονται σε επενδύσεις δεν μπορούν να εξαλειφθούν πλήρως, μολονότι μπορούν υπό προϋποθέσεις να περιοριστούν.
Αυτό ισχύει ιδιαίτερα σε περιπτώσεις που η επένδυση γίνεται σε παράγωγα χρηματοπιστωτικά μέσα, όπου σχετικά μικρές μεταβολές στις τιμές των υποκείμενων μέσων (όπως π.χ. μετοχών, ομολογιών, ή ενός δείκτη μετοχών) ενδέχεται να συνεπάγονται πολλαπλασίου μεγέθους μεταβολές στην αξία της επένδυσης. Επομένως στις επενδύσεις αυτές δεν είναι δυνατός ούτε ο εκ των προτέρων καθορισμός ενός ορισμένου επιπέδου απόδοσης, ούτε η διασφάλιση της διαφύλαξης της αξίας του επενδυτικού κεφαλαίου.
Για το λόγο αυτό η επένδυση σε παράγωγα χρηματοπιστωτικά μέσα θεωρείται κατάλληλη μόνο για επενδυτές με ιδιαίτερη γνώση και σημαντική εμπειρία σε επενδύσεις στην Κεφαλαιαγορά και μόνο ως προς μικρό σκέλος του συνολικού επενδυτικού χαρτοφυλακίου τους. Οι βασικότεροι κίνδυνοι που αναλαμβάνει ο επενδυτής όταν επενδύει σε Αξίες κατά την παροχή από την εταιρία Επενδυτικών Υπηρεσιών είναι οι ακόλουθοι:
Α. ΓΕΝΙΚΟΙ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΟΙ ΚΙΝΔΥΝΟΙ: 1.Πιστωτικός κίνδυνος: Αφορά το ενδεχόμενο να μην είναι σε θέση ο εκδότης Αξιών να εκπληρώσει υποχρεώσεις του προς τους κατόχους των Αξιών, όπως ενδεικτικά, η πληρωμή μερίσματος ή τοκομεριδίων. Η αδυναμία του εκδότη Αξιών, μπορεί να οφείλεται είτε σε επιχειρηματικούς λόγους είτε σε αντικειμενικές αξίες, 2.Κίνδυνος Χώρας, 3.Κίνδυνος ρευστότητας, 4.Συναλλαγματικός κίνδυνος, 5.Κίνδυνος επιτοκίου, 6.Συστημικός κίνδυνος μετοχών, 7.Μη συστημικός κίνδυνος μετοχών, Β.ΕΠΕΝΔΥΤΊΚΟΙ ΚΙΝΔΥΝΟΙ ΑΠΟ ΣΥΝΑΛΛΑΓΕΣ ΣΕ ΠΑΡΑΓΩΓΑ ΧΡΗΜΑΤΟΠΙΣΤΩΤΙΚΑ ΜΕΣΑ...".
Επίσης την 25.10.2005 ο ενάγων υπέγραψε το επενδυτικό ερωτηματολόγιο, συνταχθέν κατ' εφαρμογή των διατάξεων του Κώδικα Δεοντολογίας των ΕΠΕΥ, δυνάμει του οποίου θεσπίστηκε ρητά η υποχρέωση της εταιρίας- εναγομένης προς συλλογή πληροφοριών σχετικών με την οικονομική κατάσταση, τους επενδυτικούς στόχους και την επενδυτική εμπειρία των επενδυτών.
Στο ερωτηματολόγιο αυτό απάντησε μεταξύ άλλων: 1. Ότι έχει μικρή προηγούμενη επενδυτική δραστηριότητα στην εγχώρια ή σε διεθνείς χρηματαγορές ή κεφαλαιαγορές. 2.Ότι στο παρελθόν έχει πραγματοποιήσει τις εξής επενδύσεις: α. ομολογιακά αμοιβαία κεφάλαια, σε ποσοστό 15%, με χρονικό ορίζοντα επένδυσης 48 μήνες, β.
ομόλογα, σε 55%, με χρονικό ορίζοντα 48 μήνες, γ. καταθέσεις σε ευρωπαϊκό/ξένο νόμισμα 30%, 12 μήνες. 3. Ότι βασικός επενδυτικός στόχος είναι η διατήρηση του αρχικού κεφαλαίου σε σταθερές τιμές και απόδοση ίση με τη μέση ετήσια απόδοση των Εντόκων Γραμματίων του Ελληνικού Δημοσίου. 4. Ότι ο βαθμός επενδυτικού κινδύνου που επιθυμούσε να αναλάβει ήταν σχετικά μικρός (Risk Avoider) [σημειωτέον ότι οι άλλοι βαθμοί κινδύνου, ήταν μεσαίος, σχετικά μεγάλος και μεγάλος]. 5.
Ότι το είδος Χαρτοφυλακίου που απεικονίζει καλύτερα τους επενδυτικούς του στόχους ήταν συντηρητικό (σημειωτέον ότι τα άλλα δύο είδη ήταν το μέσο και το επιθετικό). 6. Ο ενάγων επέλεξε μεταξύ των βασικών κατηγορών επενδύσεων ως προς τη σύνθεση του χαρτοφυλακίου του τα ομόλογα και χρηματικά διαθέσιμα (υπήρχαν και άλλες επιλογές μεταξύ των οποίων μετοχές, παράγωγα). 7.
Ότι ο προβλεπόμενος χρονικός ορίζοντας των επενδύσεων είναι από 1 έως 3 έτη (υπήρχαν επιλογές απάντησης για μικρότερο χρόνο και μεγαλύτερο). Ότι το δηλωθέν ετήσιο εισόδημά του κατά το τελευταίο οικονομικό έτος υπερβαίνει το ποσό των 30.000 ευρώ), ενώ δεν έχει οικονομικές υποχρεώσεις εκ δανείων ή άλλες. Αποδείχθηκε επίσης από την κατάσταση του επενδυτικού χαρτοφυλακίου, ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Α' που υπέγραψε ο ενάγων την ίδια ημέρα (25.10.2005), στα πλαίσια της σύμβασης διαχείρισης χαρτοφυλακίου, ότι το χαρτοφυλάκιό του περιελάμβανε πέραν των επίδικων ομολόγων και τις κάτωθι κινητές αξίες: 1) ομόλογο εκδόσεως της ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ, ονομαστικής αξίας 50.000 ευρώ, με επιτόκιο 5%, με λήξη 29.7.2011 (το οποίο είχε αγοραστεί με εντολή διαπραγμάτευσης επί τίτλων την 21.10.2004), 2) αμοιβαία κεφάλαια συνολικής αξίας 150.159,13 ευρώ, (τον Οκτώβριο 2005), α.
αμοιβαία κεφάλαια ΕΛΛΗΝΙΚΗ TRUST: 1.830.898 μερίδια μετοχικό εσωτερικού, β. αμοιβαία κεφάλαια ΕΛΛΗΝΙΚΗ TRUST μετοχικό εξωτερικού 2.005,897 μερίδια, γ. αμοιβαία κεφάλαια ΕΛΛΗΝΙΚΗ TRUST ομολογιακό εξωτερικού 31.759,216 μερίδια. Σημειωτέον ότι η εταιρία ΕΛΛΗΝΙΚΗ TRUST ΑΕΔΑΚ ανήκει στον όμιλο της εναγομένης. Από όλα τα παραπάνω αποδεικνύεται ότι με την από 25.10.2005 σύμβαση διαχείρισης χαρτοφυλακίου η εναγομένη ανέλαβε να εκτελεί τις εντολές του ενάγοντος που έδιδε σχετικά με τις αγορές και πωλήσεις αξιών, ομολογιών κλπ., τις οποίες ο ίδιος αποφάσιζε, ή εκ των προτέρων ενέκρινε επ' ωφελεία και επί κινδύνω αυτού, τηρώντας την εκάστοτε ισχύουσα νομοθεσία και να φυλάττει τα από αυτόν αγοραζόμενα στοιχεία του χαρτοφυλακίου του.
Επίσης η εναγομένη ανέλαβε να παρέχει στον ενάγοντα, μετά από δικό του αίτημα, συμβουλευτικές υπηρεσίες, με την έννοια να θέτει στη διάθεσή του, ως πελάτη της, εξειδικευμένες γνώσεις και πληροφορίες που αυτή διαθέτει, καθώς και τη γνώμη της επί θεμάτων επενδύσεων καθώς και των αγορών, ελληνικών ή της αλλοδαπής χρήματος και κεφαλαίου που σχετίζονται με το χαρτοφυλάκιο ως και με το επενδυτικό πρόγραμμα του ενάγοντος-πελάτη.
Επίσης η εναγομένη στα πλαίσια της σύμβασης αυτής, υποχρεούτο να τηρεί αρχείο των συναλλαγών (αγορές, πωλήσεις), να τηρεί και ενημερώνει το λογαριασμό αξιών εγκαίρως και συστηματικά, να ενημερώνει πλήρως και επαρκώς τον ενάγοντα για την πορεία του χαρτοφυλακίου του καθώς και για έκτακτα γεγονότα δυνάμενα να μεταβάλλουν δυσμενώς την αξία αυτού και να του παράσχει κάθε πληροφορία ανταποκρινόμενη σε σχετικό αίτημά του.
Πέραν των ως άνω συμβατικών υποχρεώσεων που ρητά διατυπώθηκαν, η εναγομένη δεν ανέλαβε καμία άλλη υποχρέωση έναντι του ενάγοντος και δη ουδόλως ανέλαβε να επενδύει κατά την κρίση της τα χρήματά του. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων στο παρελθόν είχε πραγματοποιήσει επενδυτικές συναλλαγές και συγκεκριμένα:
α) κατά τα έτη 1998-1999 είχε επενδύσει μέσω άλλης τραπέζης το ποσό των 50.000 ευρώ σε ομόλογα του ελληνικού δημοσίου, το οποίο (ποσό) απώλεσε (βλ. σχ. την ανωμοτί κατάθεση του ίδιου ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου), β) Την 25.5.2004 είχε επενδύσει σε repos και εισέπραξε το ποσό των 504.250 ευρώ, ενώ την ίδια ημέρα επένδυσε εκ νέου σε repos, το ποσό των 300.000 ευρώ (βλ.
σχ. το προσκομιζόμενο απόσπασμα του αρ.... λογαριασμού ταμιευτηρίου που τηρούσε ο ενάγων στην εναγομένη). Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι εκτός από τις επίδικες και τις ως άνω επενδύσεις, ο ενάγων έδωσε και τις παρακάτω εντολές προς την εναγομένη για την αγορά των κάτωθι ομολόγων: α) στις 21.10.2004, του προαναφερομένου ομολόγου, εκδόσεως της ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ ονομαστικής αξίας 50.000 ευρώ, με λήξη το 2011, το οποίο ρευστοποιήθηκε την 1.8.2006 στο 100% του επενδυθέντος κεφαλαίου, β) στις 22.11.2004 ενός ομολόγου, εκδόσεως RBS Tier 1, ονομαστικής αξίας 500.000 ευρώ, με επιτόκιο 5,5% και λήξη χρονικά απεριόριστη (perpetual), το οποίο το πώλησε στις 9.12.2004 στο 101,45% του επενδυθέντος κεφαλαίου, γ) στις 11.1.2005 ενός ομολόγου "FRN GROUPE VAR", εκδόσεως της Casino Guighard Perrach, ονομαστικής αξίας 125.000 ευρώ, με επιτόκιο 7,50% και λήξη χρονικά απεριόριστη (perpetual), το οποίο πώλησε στις 21.2.2005 στο 101% του επενδυθέντος κεφαλαίου, δ) στις 24.8.2005 ενός ομολόγου εκδόσεως της Lehman Brothers, ονομαστικής αξίας 200.000 ευρώ, με επιτόκιο 6% και λήξη στις 15.2.2035, το οποίο ρευστοποιήθηκε στις 29.8.2005 στο 100,90% του επενδυθέντος κεφαλαίου, ε) στις 24.5.2005 ενός ομολόγου "FXD ND 5.625 290649", εκδόσεως της FUERSTENVG CAPITAL, ονομαστικής αξίας 50.000 ευρώ, το οποίο πώλησε στις 24.5.2005 στο 99,80% της ονομαστικής αξίας του και στ) στις 6.2.2007 ενός ομολόγου εκδόσεως της First Investment Bank Bulgaria, ονομαστικής αξίας 200.000 ευρώ, το οποίο ρευστοποιήθηκε την 1.2.2008 στο 100% του επενδυθέντος κεφαλαίου.
Οι άνω επενδύσεις ήταν κερδοφόρες για τον ενάγοντα, εν αντιθέσει με τις επίδικες. Ο ενάγων τηρούσε στην εναγομένη τρεις λογαριασμούς τον αρ...., τον ... και τον ... και σε χρονικό διάστημα έντεκα (11) μηνών από 21.10.2004 έως 20.9.2005 πραγματοποίησε επενδύσεις σε εταιρικά ομόλογα συνολικού ύψους 2.135.000 ευρώ. Εκτός των επίδικων ομολόγων "perpetual", ο ενάγων επέλεξε κατά τον ίδιο κρίσιμο χρόνο, ομόλογα του αυτού είδους "perpetual" (τα "ως άνω υπό στοιχ.β και γ), για την αγορά των οποίων διέθεσε συνολικά το ποσό των 625.000 (500.000+125.000) ευρώ, ενώ είναι χαρακτηριστικό ότι κατά το έτος 2007, και ενώ είχε αρχίσει να διαφαίνεται ο κίνδυνος απώλειας του επενδυθέντος κεφαλαίου (αφού από Νοέμβριο 2005 τα επίδικα τέσσερα ομόλογα είχαν σταθερά καθοδική πορεία), ο ενάγων και πάλι (την 6.2.2007) προέβη στην αγορά του ως άνω υπό στοιχείο στ) ομολόγου μακρόχρονης διάρκειας (έτος 2035), αξίας 200.000 ευρώ.
Από τις προαναφερόμενες επενδυτικές κινήσεις του ενάγοντος, αντίθετα προς τα όσα αυτός δήλωσε μεταγενέστερα στο από 25.10.2005 ερωτηματολόγιο (προφίλ του ως επενδυτή), καταδεικνύεται σαφώς η διάθεσή του να επενδύσει τα χρήματά του, μάλιστα σημαντικότατα κεφάλαια, διαπνεόμενος από την αποδοχή να ρισκάρει, προκειμένου να αποκομίσει μέγιστο δυνατό κέρδος, διότι εάν δεν διακατεχόταν από την αντίστοιχη διάθεση, θα διατηρούσε την προθεσμιακή κατάθεση ως ασφαλέστερη επιλογή ή θα επέλεγε ομόλογα χαμηλού κινδύνου με μικρή απόδοση, ή θα επένδυε μικρό κεφάλαιο και δεν θα τοποθετούσε μεγάλο σκέλος των χρημάτων του (55% όμως ομολογεί στην αγωγή), σε ποικίλα επενδυτικά προϊόντα υψηλού ρίσκου αλλά και απόδοσης.
Σημειωτέον ότι κατά το άνω χρονικό διάστημα τα επιτόκια των προθεσμιακών καταθέσεων για αντίστοιχα ποσά κυμαίνονταν ανάμεσα σε ποσοστά 2,70% και 3,10%, ενώ τα τοκομερίδια των επίδικων ομολόγων, ήταν σημαντικά υψηλότερα, ήτοι από 5% έως 7,50%. Αποδεικνύεται περαιτέρω ότι ο ενάγων, ένεκα του μορφωτικού επιπέδου του και του επαγγέλματός του, ήταν σε θέση να κατανοήσει και είχε αντιληφθεί πλήρως τα χαρακτηριστικά των εν λόγω ομολόγων προ της αγοράς των, είχε δε αμείωτο ενδιαφέρον να αποκτήσει και άλλα.
Παρατηρείται δε μια σταθερή συνέχεια συναλλαγών σε ποικίλα χρηματοπιστωτικά προϊόντα που λόγω του όγκου και του αριθμού των συναλλαγών, σε μικρό χρονικό διάστημα και σε συνδυασμό με τη μεγάλη οικονομική επιφάνεια του ενάγοντος, καταδεικνύουν την εξοικείωση και εμπειρία αυτού σε θέματα επενδύσεων, καθώς και τη συνειδητή ανάληψη από αυτόν του κινδύνου απώλειας μέρους του επενδυθέντος κεφαλαίου (βλ.
σχ. την κατάθεσή του ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου). Επίσης καθίσταται σαφής ο επενδυτικός του στόχος και η πρόθεση μακρόχρονης δέσμευσης των χρημάτων του, καθώς ήταν γνώστης του είδους των ομολόγων perpetual, του μηχανισμού λειτουργίας τους και της δυνατότητας ρευστοποίησής τους στην δευτερογενή αγορά [όπως συνέβη με τα ομόλογα με στοιχεία β) και γ), τα οποία ρευστοποίησε εντός μηνός περίπου από την αγορά τους].
Πρέπει να σημειωθεί ότι τα επίδικα ομόλογα λαμβάνουν πιστοληπτική αξιολόγηση η οποία εξαρτάται από την οικονομική φερεγγυότητα των εκδοτών, καθώς και από την ικανότητα εξόφλησης των οφειλών τους. Το έργο της αξιολόγησης των εκδοτών αναλαμβάνουν εξειδικευμένοι διεθνείς οίκοι Χ&Ρ, Moody's Fitch. Ανάλογα με την πιστοληπτική αξιολόγηση που λαμβάνει ένα ομόλογο κατηγοριοποιείται σε υψηλής φερεγγυότητας (investment bonds), (βαθμολόγηση AAA - ΒΒΒ από S&Ρ) και χαμηλής φερεγγυότητας / επισφαλές ομόλογο (junk bond) (βαθμολόγηση από ΒΒ - C από S & Ρ).
Η πιστοληπτική ικανότητα των ομολόγων είναι άμεσα συνδεδεμένη με την απόδοσή τους. Τα ομόλογα χαμηλής πιστοληπτικής ικανότητας έχουν υψηλότερη απόδοση 1 (yield) σε σχέση με αυτή των ομολόγων καλύτερης πιστοληπτικής ικανότητας. Η πιστοληπτική διαβάθμιση των εκδοτών των επίδικων ομολόγων από τους Οίκους αξιολόγησης κατά τον κρίσιμο χρόνο αγοράς αυτών, ήταν υψηλή, και συγκεκριμένα για τα ομόλογα "ΒΕS FINANCE LTD" ήταν Α1 (ήτοι υψηλής ποιότητας με χαμηλό πιστωτικό κίνδυνο) (οίκος Moody's) και Α (οίκος Standard & Ροοr's), για τα ομόλογα ΝΒΟG FUNDING LIMITED Α2 (ήτοι υψηλής ποιότητας με χαμηλό πιστωτικό κίνδυνο) (οίκος Moody's) και ΒΒΒ - [ομόλογα αξιόπιστα, ενέχουν όμως στοιχεία κερδοσκοπίας] (οίκος S & Ρ), για τα ομόλογα BANQUE FED CRED MUTUEL A2 (οίκος Moody's) και ΒΒΒ+ [ομόλογα με επαρκή πιστοληπτική ικανότητα] (οίκος S & Ρ).
Ειδικότερα για τα perpetual ομόλογα, τα χαρακτηριστικά των οποίων ήδη αναφέρθηκαν στη σχετική μείζονα σκέψη, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων γνώριζε τη φύση και λειτουργία τους, ήτοι ότι είναι ομόλογα αόριστης διάρκειας, ότι ο εκδότης διατηρεί το δικαίωμα της μονομερούς ανακλήσεως του ομολόγου, κατ' ελεύθερη αυτού βούληση, ότι δεν ενέχουν αιώνια δέσμευση για τον επενδυτή, ο οποίος έχει το δικαίωμα να διαπραγματευθεί στη δευτερογενή αγορά και να εκποιήσει αυτά στην αγοραία τιμή τους, ότι η τρέχουσα αξία τους στην αγορά διαπραγμάτευσης δεν είναι σταθερή, μπορεί να είναι ανώτερη ή κατώτερη της αξίας κτήσης και ως εκ τούτου ενέχουν κίνδυνο μείωσης της αξίας τους.
Αλλά και η εναγομένη παρά τη γνώση του ενάγοντος, και μολονότι τα ομόλογα αυτά δεν αποτελούν σύνθετα χρηματοοικονομικά μέσα, (όπως οι ομολογίες που συνδέονται με παράγωγα προϊόντα), είχε ενημερώσει, διά των αρμοδίων υπαλλήλων της αυτόν, για τα άνω χαρακτηριστικά, τη φύση και για τον κίνδυνο απώλειας του επενδυόμενου κεφαλαίου λόγο) των μεταβολών στην αγορά.
Επομένως ο ενάγων εν γνώσει των παραπάνω προέβη στην αγορά των επίδικων ομολόγων και δεν τον πληροφόρησε παραπλανητικά η εναγομένη (περί ασφαλούς επενδύσεως), όπως αβάσιμα ισχυρίζεται. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η λειτουργία της από 25.10.2005 σύμβασης διαχείρισης χαρτοφυλακίου, κατελήφθη από το κράτος εφαρμογής του Ν.3606/2007.
Στα πλαίσια της σύμβασης αυτής, η εναγομένη προέβαινε σε όλες τις απαραίτητες και προβλεπόμενες τακτικές ενημερώσεις του ενάγοντος. Ο ενάγων από της συνάψεώς της, απευθυνόταν στο υποκατάστημα της εναγομένης, (όπου είχε ζητήσει να τηρείται η σχετική αλληλογραφία, είχε δε εξουσιοδοτήσει την εναγομένη να παραλαμβάνει, αντ' αυτού κάθε έγγραφη ενημέρωση, ειδοποίηση ή γνωστοποίηση) για να ενημερωθεί.
Ενημερωνόταν από τα μηνιαία έντυπα που έθετε στη διάθεσή του η εναγομένη αλλά και προφορικά από τους αρμοδίους υπαλλήλους της για την πορεία του χαρτοφυλακίου του. Από 20.3.2006 και εντεύθεν κατόπιν σχετικού αιτήματός του, αποστέλλονταν στη δηλωθείσα διεύθυνσή του, οι μηνιαίες ενημερώσεις (statements) που αποτύπωναν τις διακυμάνσεις της αξίας του χαρτοφυλακίου του.
Επίσης τον Μάρτιο 2007 η εναγομένη προέβη σε έκτακτη ενημέρωση του ενάγοντος, όπως υποχρεούνταν εκ της σύμβασης (όρος 5.5.), περί της κρίσεως στις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές, η οποία ουσιωδώς θα επηρέαζε την πορεία του χαρτοφυλακίου του, αφού ήδη η ονομαστική αξία των ομολόγων είχε πέσει στο 80% περίπου.
Ο ενάγων μετά την έκτακτη ενημέρωση και σταθμίζοντας τις συνθήκες, αποφάσισε να μην πουλήσει κατά τον χρόνο εκείνο τα ομόλογα στη δευτερογενή αγορά, διότι θα είχε απώλεια του αρχικά τοποθετηθέντος κεφαλαίου του, της τάξεως των 210.423,85 ευρώ περίπου. Η εναγομένη απέστειλε στον ενάγοντα αναλυτική κατάσταση του χαρτοφυλακίου του την 30.3.2007.
Εν συνεχεία η αποτίμηση των ομολόγων ήταν σταθερά καθοδική, ο δε ενάγων δεν διανοείτο να τα ρευστοποιήσει, διότι το ποσό που θα εισέπραττε θα ήταν σημαντικά μικρότερο από το αρχικά επενδυθέν κεφάλαιο. Ακολούθησε εξώδικη διαμαρτυρία του ενάγοντος προς την εναγομένη, με την οποία την κάλεσε να του αποδώσει άμεσα το αρχικά επενδυθέν κεφάλαιό του, ύψους 1.474.100 ευρώ.
Μετά από αυτό η εναγομένη κατήγγειλε την άνω σύμβαση (11.11.2009). Εν συνεχεία ο ενάγων προέβη στην από 5.2.2010 καταγγελία προς την αρμόδια εποπτική αρχή, την Τράπεζα της Ελλάδος - Διεύθυνση Εποπτείας, Τομέα Διαφάνειας Τραπεζικών Συναλλαγών, επικαλούμενος παραβίαση εκ μέρους της εναγομένης των κανόνων δεοντολογίας και προστασίας των επενδυτών.
Μετά την καταγγελία της σύμβασης, ο ενάγων μετέφερε το χαρτοφυλάκιό του σε άλλη τράπεζα. Προ της ως άνω καταγγελίας και της ασκήσεως της αγωγής και δη τον Ιούνιο 2009, ο ενάγων πώλησε τα ομόλογα ΕΤΕ και έλαβε το ποσό των 465.000 ευρώ έναντι της αρχικής επένδυσης ποσού 775.000 ευρώ, με αποτέλεσμα να ζημιωθεί κατά το ποσό των 310.000 ευρώ.
Επίσης την 19.3.2014, [ήτοι μετά την αναβολή της συζήτησης της αγωγής κατά την αρχική δικάσιμο της 17.4.2013, μετά από δικό του αίτημα, και προ της συζητήσεώς της μετ' αναβολή (10.6.2015)], προέβη σε εν μέρει ρευστοποίηση των επίδικων τίτλων ομολόγων σε αξία μικρότερη από την τιμή αγοράς. Ειδικότερα πώλησε : α) 300 ομόλογα ΒΒCΜ και εισέπραξε το ποσό των 225.240 ευρώ, έναντι του αρχικά επενδυόμενου ποσού 300.000 ευρώ, με αποτέλεσμα να ζημιωθεί με το ποσό των 74.760,000 ευρώ., β) 200 ομόλογα "ΒΕS FINANCE LΙΜ" και εισέπραξε το ποσό των 187.300 ευρώ, έναντι της αρχικής επένδυσης των 200.000 ευρώ, ήτοι ζημιώθηκε με το ποσό των 12.700 ευρώ.
Αντίθετα διατήρησε στο χαρτοφυλάκιό του το ομόλογο "ΤΗΟΜSΟΝ", για την αγορά του οποίου κατέβαλε το ποσό των 200.000 ευρώ, ενώ η αξία του κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής, είχε μειωθεί στο 6,50% του αρχικού κεφαλαίου (12.999,80 ευρώ). Ωστόσο για την ως άνω ζημία του ενάγοντος συνολικού ποσού 596.560 ευρώ, η εναγομένη δεν ευθύνεται καθώς αποδείχθηκε ότι αυτή τόσο στο προσυμβατικό στάδιο και κατά το στάδιο λήψης και εκτέλεσης εντολής αγοράς, δεν είχε υποχρέωση ελέγχου καταλληλότητας ή συμβατότητας, καθώς οι υποχρεώσεις αυτές επιβάλλονται μόνο στο πλαίσιο παροχής επενδυτικών συμβουλών, η οποία δεν απεδείχθη ότι συνήφθη σιωπηρά, όπως προεκτέθηκε.
Ο ενάγων δηλώνοντας ενυπόγραφα ότι είναι πεπειραμένος επενδυτής, επέλεξε τα συγκεκριμένα ομόλογα, όχι καθ' υπόδειξη και συμβουλή της εναγομένης, με σκοπό να αποκομίσει τα μεγαλύτερα δυνατά κέρδη. Η εναγομένη δεν υποχρεούτο να διερευνήσει το επενδυτικό προφίλ του ενάγοντος, αφού δεν παρείχε σε αυτόν επενδυτικές συμβουλές αλλά λειτουργούσε στα πλαίσια σύμβασης λήψης και εκτέλεσης εντολών συναλλαγών.
Είναι δε σαφές από την ίδια τη δήλωσή του ότι ενημερώθηκε για τα χαρακτηριστικά των ομολόγων που επένδυσε, για τους κινδύνους που ενείχαν και την πιθανή ζημία του, παρά το γεγονός ότι τέτοια ενημέρωση επιβάλλεται σε περίπτωση σύναψης σύμβασης παροχής επενδυτικών συμβουλών. Επομένως η αγορά των συγκεκριμένων ομολόγων δεν οφείλεται σε έλλειψη διαφώτισης και ενημέρωσης του ενάγοντος, ούτε αποδείχθηκε ότι έλαβε χώρα σκοπίμως παραπλανητική πληροφόρηση αυτού που τον οδήγησε στην απόφαση αγοράς των ομολόγων αυτών.
Επίσης δεν αποδείχθηκε ότι οι αγορές των επίδικων ομολόγων έγιναν στα πλαίσια σιωπηρά συνομολογηθείσης σύμβασης παροχής επενδυτικών συμβουλών, η οποία εν συνεχεία έλαβε έγγραφη μορφή με την από 25.10.200 σύμβαση διαχείρισης χαρτοφυλακίου, η οποία είναι συμβουλευτική. Αντίθετα αποδείχθηκε ότι η σύμβαση διαχείρισης του χαρτοφυλακίου του ενάγοντος, ήταν νέα σύμβαση, με άλλο περιεχόμενο και εκτελείτο με βάση τις εντολές αυτού, ενώ η εναγομένη έδιδε συμβουλές μόνον κατόπιν αιτήσεως του ενάγοντος.
Η εναγομένη, κατά τη σύναψή της, προέβη σε έλεγχο καταλληλότητας, υποδεικνύοντας στον ενάγοντα τη συμπλήρωση του ερωτηματολογίου. Κατά τη λειτουργία της, η εναγομένη δεν παρέλειψε να ενημερώνει επαρκώς, συνεχώς και τακτικά αλλά και εκτάκτως τον ενάγοντα για τις τιμές των ομολόγων και ως εκ τούτου δεν ευθύνεται και για την επέλευση της άνω ζημίας του καθώς και αυτής από τη μη έγκαιρη ρευστοποίηση των ομολόγων.
Επίσης υπό τα άνω αποδειχθέντα περιστατικά, και συνεκτιμωμένων όλων των ειδικών συνθηκών, η εναγομένη ως πάροχος επενδυτικών υπηρεσιών κατά την έννοια του άρθρου 8 του Ν.2251/1994, όπως αναφέρθηκε στη σχετική νομική σκέψη, δεν επέδειξε συμπεριφορά υπαίτια και μη ανταποκρινόμενη στην ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια, δηλαδή εκπλήρωσε έναντι του ενάγοντος- αποδέκτη (ιδιώτη επενδυτή) τις συναλλακτικές υποχρεώσεις πρόνοιας και ασφάλειας, που επιβάλλονται σε αυτή από την καλή πίστη (άρθρ.288 Α Κ) και εξειδικεύονται από τις διατάξεις του ΚωΔΕΠΕΥ, όπως αναπτύχθηκαν στη σχετική νομική σκέψη, δεκτής γενομένης της σχετικής ενστάσεως της εναγομένης, περί ελλείψεως υπαιτιότητας (άρθρ.8 παρ.4 του Ν.2251/1994).
Αναφορικά με το ομόλογο "ΤΗΟΜSΟΝ", το οποίο ο ενάγων κατείχε στο χαρτοφυλάκιό του από 20.9.2005 και κατελήφθη από την εφαρμογή των διατάξεων του Ν.3606/2007, αποδείχθηκαν τα εξής: Ο ενάγων ενημερωνόταν επαρκώς για την πορεία του χαρτοφυλακίου του, είχε δε ενημερωθεί για την πτωτική πορεία της αξίας του ομολόγου αυτού, με τακτικές (μηνιαίες) έγγραφες ενημερώσεις από την εναγομένη, σύμφωνα με τον όρο 5.5 της επίδικης σύμβασης εντολής διαχείρισης χαρτοφυλακίου.
Στην αρχή η αλληλογραφία και οι αποτιμήσεις της αξίας των ομολόγων "ΤΗΟΜSΟΝ", (και των λοιπών) δεν αποστέλλονταν ταχυδρομικά στον ενάγοντα, όπως αυτός είχε ζητήσει, αλλά τηρούνταν στο κατάστημα της εναγομένης (οδ.Πανεπιστημίου αρ.39), ο δε ενάγων προσερχόταν και ελάμβανε γνώση. Από 20.3.2006 αυτός ενημερωνόταν ταχυδρομικά, με την αποστολή της σχετικής αλληλογραφίας και των ενημερωτικών δελτίων στη δηλωθείσα διεύθυνσή του, όπως ζήτησε.
Η ενημέρωση με τον ως άνω τρόπο (ταχυδρομική αποστολή) συνεχίστηκε και υπό το καθεστώς του Ν.3606/2007, με τήρηση και ενημέρωση του λογαριασμού αξιών που διατηρούσε ο ενάγων, και ήταν πλήρης και τακτική. Επίσης τον Μάρτιο του 2007, αλλά και το θέρος του 2007 στελέχη της εναγομένης επεσήμαναν στον ενάγοντα τον κίνδυνο περαιτέρω πτώσης της αξίας του άνω ομολόγου, λόγω της διεθνούς χρηματοοικονομικής κρίσης, που άρχισε να διαφαίνεται στις αγορές, αλλά και της διαρκούς υποβάθμισης της πιστοληπτικής ικανότητας της εκδότριας.
Παρά την ενημέρωση, ο ενάγων διακράτησε τα ομόλογα, θεωρώντας μη συμφέρουσα τη ρευστοποίησή τους και προσδοκώντας σε μελλοντική άνοδο της αξίας τους. Η ενημέρωσή του από την εναγόμενη εξακολούθησε κατά τον ίδιο τρόπο να είναι τακτική και πλήρης. Τον Σεπτέμβριο 2009 έπαυσε η εκδότρια του άνω ομολόγου να καταβάλει τοκομερίδια ένεκα συμφωνίας αναδιάρθρωσης του χρέους της (διαδικασία αντίστοιχη με αυτή του άρθρου 99 του δικού μας ΠτΚώδικα).
Ο ενάγων από τα έντυπα που του αποστέλλονταν ενημερωνόταν για τη μείωση της αποτίμησης του ομολόγου και την μη απόδοση τοκομεριδίων από Οκτώβριο 2009, γι' αυτό και απευθύνθηκε στην εναγομένη, όπου πληροφορήθηκε την αιτία μη απόδοσης. Βάσει των παραπάνω η εναγομένη δια των προστηθέντων υπαλλήλων της, στα πλαίσια της σύμβασης διαχείρισης του χαρτοφυλακίου, δεν παραβίασε την υποχρέωση ενημέρωσης προς τον ενάγοντα, για την πορεία του επίδικου ομολόγου, τη μείωση της πιστοληπτικής ικανότητας της εκδότριας, τα αρνητικά αποτελέσματα αυτής επί της αξίας του ομολόγου και τον επικείμενο κίνδυνο απώλειας του επενδυόμενου κεφαλαίου.
Εξάλλου η διεθνής χρηματοπιστωτική κρίση που εξερράγη το 2008, αποτέλεσε και για τους τραπεζικούς κύκλους ένα απρόβλεπτο γεγονός. Οι υπάλληλοι της εναγομένης δεν μπορούσαν να προβλέψουν την οικονομική πορεία της εκδότριας εταιρείας και τη δυσμενή κατάληξη του επίδικου ομολόγου. Επομένως οι ισχυρισμοί του ενάγοντος που προβάλλονται επικουρικά, περί ευθύνης της εναγομένης, ένεκα μη έγκαιρης ενημέρωσής του κατά τη διάρκεια της επένδυσης, (μετά την αγορά του ομολόγου), και που επαναφέρονται με σχετικό λόγο έφεσης, είναι απορριπτέοι ως ουσία αβάσιμοι.
Συνοψίζοντας, η συμπεριφορά της εναγομένης δεν κρίνεται αντισυμβατική ή παράνομη και υπαίτια, καθώς και ως μη ανταποκρινόμενη στην ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια καθώς οι υπάλληλοι, στελέχη και προστηθέντες εν γένει αυτής, κατά την ενάσκηση των καθηκόντων τους, τήρησαν τις διατάξεις του Κανονισμού Δεοντολογίας των Εταιρειών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών, τις διατάξεις του Ν. 2251/1994, καθώς και την Γενική Αρχή του Δικαίου που επιβάλλει την εκ μέρους των συμβαλλόμενων, καλόπιστη και σύμφωνα με τα συναλλακτικά ήθη εκπλήρωση των συμβατικών τους υποχρεώσεων και τη λήψη μέτρων πρόνοιας και ασφάλειας, ώστε να αποτραπεί η επέλευση ζημίας στον αντισυμβαλλόμενό τους.
Επίσης δεν επέδειξαν αμέλεια ή δόλο σε βάρος των συμφερόντων του ενάγοντος και δεν παρέβησαν τις υποχρεώσεις επιμέλειας αναφορικά με την πληροφόρηση αυτού. Επομένως η επικαλούμενη ζημία του ενάγοντος, δεν συνδέεται αιτιωδώς με την επικαλούμενη από αυτόν δήθεν αντισυμβατική, παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της εναγομένης.
Μετά ταύτα η εναγόμενη δεν έχει ενδοσυμβατική ή αδικοπρακτική ευθύνη, ούτε ευθύνη εκ των διατάξεων προστασίας του καταναλωτή, ως προς την αγορά των ως άνω επίδικων ομολόγων και δεν ευθύνεται για την αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας του ενάγοντος και της ηθικής βλάβης του, η δε ένδικη αγωγή κατά τις κύριες αυτές βάσεις και τις επικουρικές περί ευθύνης της από τις διατάξεις περί καταναλωτών, περί ενδοσυμβατικής ευθύνης από τη μη εκπλήρωση της υποχρέωσης ενημέρωσης στα πλαίσια της σύμβασης διαχείρισης χαρτοφυλακίου πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Τα ίδια δέχθηκε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έστω και με εν μέρει διάφορη αιτιολογία, αναφορικά με την εφαρμογή των διατάξεων περί προστασίας καταναλωτή, η οποία πρέπει να συμπληρωθεί με την παρούσα κατά το άρθρο 534 ΚΠολΔ. Συνακόλουθα, οι λόγοι έφεσης που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν καθώς και η έφεση στο σύνολό της".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος επικυρώνοντας έτσι την απόφαση του, ομοίως κρίναντος, πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, το οποίο είχε απορρίψει την αγωγή του αναιρεσείοντος, με την οποία επιδίωκε την καταβολή αποζημίωσης και ηθικής βλάβης. Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παραβίασης των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, υποστηρίζοντας ότι προέβη σε λανθασμένη ερμηνεία της καταρτισθείσας περί τα τέλη του 2004 σύμβασης δεχθείσα ότι συνήφθη άτυπα σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και συγκεκριμένα λήψης, διαβίβασης και εκτέλεσης εντολών επί κινητών αξιών στηριχθείσα σε έντυπα και ενημερωτικά έγγραφα και επιχειρήματα, χωρίς να εφαρμόσει, όπως όφειλε τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, προκειμένου να κατανοηθεί το πραγματικό περιεχόμενο της σύμβασης που καταρτίσθηκε για την ένδικη επένδυση.
Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης είναι προεχόντως απαράδεκτος, αφού δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο, για το ορισμένο αυτού, ότι το Δικαστήριο της ουσίας, αν και διαπίστωσε κενά, ασαφή ή αμφίβολα σημεία ως προς τις βουλήσεις των συμβαλλόμενων μερών, δεν προσέφυγε στις ερμηνευτικές ως άνω διατάξεις, τις οποίες παραβίασε.
Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, ανεξαρτήτως του ότι η αποδιδόμενη αιτίαση δεν αφορά το κανονιστικό μέρος των δικαιοπρακτικών δηλώσεων των μερών, αλλά την ύπαρξη των χαρακτηριστικών στοιχείων της συγκεκριμένης δικαιοπραξίας, είναι απαράδεκτος ως αόριστος. Σε κάθε περίπτωση ο ίδιος λόγος είναι και αβάσιμος, διότι από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δεν δέχεται ούτε και εμμέσως την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας ως προς την εκφρασθείσα δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως των διαδίκων.
Όλες οι παραδοχές και αναφορές της απόφασης δεν σκόπευαν στην ερμηνεία της εν λόγω σύμβασης, αλλά στην ανάλυση και αξιολόγηση των συνθηκών υπό τις οποίες αυτή καταρτίστηκε και των ιδιαιτέρων περιστάσεων που συνέτρεξαν κατά την εκτέλεσή της, προκειμένου το Εφετείο να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς την ύπαρξη σύμβασης εκτέλεσης εντολών αγοράς επενδυτικών προϊόντων και όχι παροχής επενδυτικών συμβουλών, κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, η κρίση του δε αυτή δεν είναι προϊόν αξιολογήσεως και ερμηνευτικής αποσαφηνίσεως των δηλώσεων βουλήσεως των συμβαλλομένων, αλλά αποτελεί πραγματική διαπίστωση (οντολογική κρίση), συναχθείσα από την εκτίμηση των μνημονευόμενων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων και επομένως μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο.
Εξάλλου, το Δικαστήριο, αναφορικά με τα ουσιώδη ζητήματα: α) της σύναψης ή μη προφορικής σύμβασης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών μεταξύ των διαδίκων, β) της συνδρομής ή μη περίπτωσης παράνομης συμπεριφοράς της αναιρεσίβλητης από την παραβίαση της επιμέλειας ή των προβλεπομένων στις διατάξεις του Κανονισμού Δεοντολογίας των Εταιρειών παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και γ) του επενδυτικού προφίλ του αναιρεσείοντος, ως έμπειρου και ριψοκίνδυνου επενδυτή με αντίληψη της αληθούς φύσης των επίμαχων επενδυτικών προϊόντων και δ) της έλλειψης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της αναφερόμενης στην ένδικη αγωγή συμπεριφοράς της αναιρεσίβλητης και της αιτούμενης με αυτή ζημίας του αναιρεσείοντος, διέλαβε στην απόφαση του σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, και δη των άρθρων 914, 281, 288, 298, 713, 714, 718 ΑΚ, 8 του ν. 2251/1994, καθώς και εκείνες του Κώδικα Δεοντολογίας των ΕΠΕΥ καθόσον στην προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνονται οι υποστηρίζουσες το σαφές ως άνω αποδεικτικό της πόρισμα παραδοχές: 1) ότι στο πλαίσιο της κατάρτισης περί τα τέλη του έτους 2004 άτυπα σύμβασης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών μεταξύ των διαδίκων, διενεργήθηκαν, κατά το από 21.10.2004 έως 20.9.2005 χρονικό διάστημα, συναλλαγές σε διάφορα επενδυτικά προϊόντα, όπως ομόλογα στο διηνεκές (perpetual bonds), μεγάλης οικονομικής αξίας, συνολικού ύψους 1.474.100 ευρώ [ήτοι :α) στις 21.10.2004 ομολόγου, εκδόσεως της "National Βank of Greece Funding Limited" (perpetual), β) στις 6.12.2004 ομολόγου, εκδόσεως της γαλλικής τράπεζας "ΒΑΝΚ FEDERATIVE DU CREDIT", (ΒFCM T1) (perpetual), γ) στις 13.1.2005 ομολόγου, εκδόσεως της τράπεζας "BES FINANCE LIMITED", (ΒES) και δ) στις 20.9.2005 ομολόγου, εκδόσεως της "ΤΗOΜSOΝ" (ΕΧ-ΤΜΜ), (perpetual)], 2) ότι οι επενδυτικές κινήσεις του αναιρεσείοντος διενεργούνταν, με δική του πρωτοβουλία, μετά από συνεννόηση με τους υπαλλήλους της αναιρεσίβλητης, η οποία ενεργούσε ως πληρεξουσία αυτού, στο πλαίσιο διαβίβασης και εκτέλεσης εντολών αγοράς επενδυτικών προϊόντων, στο όνομα και για λογαριασμό του, κατόπιν δικής του επενδυτικής απόφασης ως προς την αξιοπιστία τούτων (προϊόντων), στα οποία αποφάσιζε να τοποθετήσει τα κεφάλαιά του, 3) ότι κατά το προσυμβατικό στάδιο και κατά το στάδιο λήψης των εντολών αγοράς των επενδυτικών προϊόντων, η αναιρεσίβλητη παρείχε πληροφορίες στον αναιρεσείοντα και του χορήγησε όλο το έγγραφο υλικό, που αφορούσε τις επίδικες συναλλαγές (στοιχεία αγορών, ενημερωτικά έντυπα), αλλά και προφορικά προέβη δια των προστηθέντων της, σε ενημέρωσή του, για τη φύση και τους κινδύνους, που ενείχαν τα επενδυτικά προϊόντα, που ο ίδιος είχε αποφασίσει να τοποθετήσει τα κεφάλαιά του, χωρίς να προηγηθεί συζήτηση, παρότρυνση ή υπόδειξη από τους υπαλλήλους της, 4) ότι ο αναιρεσείων είχε γνώσεις των χαρακτηριστικών των επιδίκων επενδυτικών προϊόντων, ήταν ριψοκίνδυνος και έμπειρος επενδυτής, λαμβανομένων υπόψη του σημαντικού ύψους της ένδικης επένδυσης, αλλά και της επένδυσής του, κατά το παρελθόν και σε άλλα προϊόντα, με σκοπό τον πορισμό κέρδους από τις αποδόσεις αυτών και όχι για την ασφαλή και συντηρητική τοποθέτηση των κεφαλαίων του, ήταν δε επενδυτής με γνώση και εμπειρία της αγοράς των ομολόγων και των χρηματοπιστωτικών προϊόντων, με σημαντική οικονομική επιφάνεια, ασχολούμενος συστηματικά με προϊόντα και συναλλαγές μεγάλης οικονομικής αξίας, σε διάφορα χρηματοπιστωτικά μέσα επενδύοντας σημαντικά χρηματικά ποσά, με σκοπό το κέρδος, ένεκα δε του μορφωτικού του επιπέδου και του επαγγέλματός του (ως δικηγόρου), είχε τη δυνατότητα να κατανοήσει τη φύση και τους κινδύνους των επιδίκων προϊόντων, 5) ότι η αναιρεσίβλητη εκτέλεσε επακριβώς και προσηκόντως τις δοθείσες σ' αυτήν εντολές για την επίδικη επένδυση και εκπλήρωσε πλήρως τις υποχρεώσεις της έναντι του αναιρεσείοντος, συνιστάμενες στη λήψη και διαβίβαση, για λογαριασμό του, εντολών αγοράς προϊόντων και κατάρτισης συναλλαγών, τα δε όργανα αυτής δεν τέλεσαν παράνομη και υπαίτια πράξη, ούτε παραβίασαν υπαίτια κάποια αρχή του Κώδικα Δεοντολογίας των επιχειρήσεων παροχής επενδυτικών υπηρεσιών (ΕΠΕΥ) κατά την εκτέλεση των άνω εντολών στη διάρκεια της ένδικης επένδυσης, αφού δεν αποδείχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη παρέλειψε να λάβει τα ενδεικνυόμενα μέτρα για την προστασία των συμφερόντων του (αναιρεσείοντος) και τη διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας της αγοράς, παραβιάζοντας τις πρώτη και έβδομη αρχές του άνω Κώδικα-ή ότι αυτή παραβίασε τη τρίτη αρχή και τις διατάξεις του άρθρου 6 του άνω Κώδικα με τη μη παροχή καταλλήλων, σαφών και ορθών επενδυτικών συμβουλών, καθόσον δεν είχε αναλάβει συμβατικά την παροχή επενδυτικών συμβουλών και, συνεπώς, δεν όφειλε να παράσχει στον αναιρεσείοντα πέραν των άνω απαιτουμένων και χρησίμων πληροφοριών περί των κινδύνων, οι οποίες πράγματι του παρασχέθηκαν, η συμπεριφορά της δε αυτή δεν κρίνεται αντισυμβατική και παράνομη, καθώς δεν αποδείχθηκε ότι παρέβη τις υποχρεώσεις επιμέλειας, που είχε έναντι αυτού (αναιρεσείοντος) σε σχέση με την πληροφόρησή του, αφού τον είχε ενημερώσει για το είδος της επένδυσης και τους αναλαμβανόμενους κινδύνους, ούτε η συμπεριφορά αυτή συνιστά παραβίαση της γενικής δικαιϊκής αρχής της καλόπιστης και, σύμφωνα με τα συναλλακτικά ήθη, εκπλήρωσης των συμβατικών υποχρεώσεών της και της λήψης μέτρων πρόνοιας και ασφάλειας, ώστε να αποτρέψει την επέλευση ζημίας στον αντισυμβαλλόμενό της, ή παραβίαση των προβλεπομένων στις διατάξεις του Κανονισμού Δεοντολογίας των ΕΠΕΥ, 6) ότι η επικαλούμενη ζημία του αναιρεσείοντος δεν συνδέεται αιτιωδώς με αντισυμβατική συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης από πλημμελή εκτέλεση της μεταξύ τους καταρτιθείσας σύμβασης εντολής, συνιστάμενη σε παράλειψη ενημέρωσής του ως προς το είδος και τα χαρακτηριστικά των επιδίκων προϊόντων ή αδικοπρακτική συμπεριφορά αυτής με απόκρυψη των χαρακτηριστικών τους, τα οποία ο ίδιος γνώριζε, καθώς και την παραβίαση των διατάξεων του Κώδικα Δεοντολογίας ΕΠΕΥ εκ μέρους των προστηθέντων της, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στις προαναφερόμενες παραδοχές του Εφετείου.
Αναφορικά με τις αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, σε σχέση με τις κρίσεις της προσβαλλόμενης απόφασης: α) περί αντίφασης μεταξύ της παραδοχής περί καταρτίσεως σύμβασης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών (λήψης, διαβίβασης και εκτέλεσης εντολών αγοράς κινητών αξιών) και εκείνων: ότι η αναιρεσίβλητη κατά τη λήψη των εντολών των επιδίκων συναλλαγών χορήγησε στον αναιρεσείοντα όλο το απαραίτητο υλικό (στοιχεία αγορών, ενημερωτικά έντυπα με πληροφορίες για τον εκδότη, τους όρους των ομολόγων), αλλά και προφορικά προέβη σε ενημέρωσή του για το είδος, τον τρόπο λειτουργίας, τους κινδύνους των ομολόγων, παρότι ήταν γνώστης αυτών και ο ίδιος τα είχε επιλέξει, χωρίς προηγούμενη συζήτηση, παρότρυνση ή υπόδειξη από στελέχη της και χωρίς σχετική υποχρέωση στα πλαίσια της επίδικης σύμβασης, δεν συνιστούν αντιφατική αιτιολογία, αφού η αναιρεσίβλητη προέβη στη σχετική ενημέρωση τηρώντας έναντι του εντολέως της τις συναλλακτικές υποχρεώσεις πρόνοιας και ασφάλειας, τις επιβαλλόμενες από την καλή πίστη (άρθρο 288 ΑΚ), όπως εξειδικεύονται από τις διατάξεις του Κώδικα Δεοντολογίας των ΕΠΕΥ, κατά την παροχή οποιασδήποτε επενδυτικής υπηρεσίας, κύριας ή παρεπόμενης και β) περί αντίφασης μεταξύ της παραδοχής ότι ο αναιρεσείων ήταν έμπειρος επενδυτής και είχε τη δυνατότητα να κατανοήσει τη φύση και τους κινδύνους των επιδίκων ομολόγων, λόγω των προηγουμένων επενδυτικών του κινήσεων και ένεκα του μορφωτικού του επιπέδου και του επαγγέλματός του και εκείνης ότι η επενδυτική του δραστηριότητα στην αναιρεσίβλητη ήταν περιορισμένη κατά τη διετία 2002-2004, διότι οι αιτιάσεις αυτές πλήττουν την ανέλεγκτη από το Δικαστήριο εκτίμηση των αποδείξεων.
Τέλος, οι αιτιάσεις, περί άγνοιας του Εφετείου της έννοιας και της λειτουργίας της δευτερογενούς μη οργανωμένης αγοράς ομολόγων, προβάλλονται αλυσιτελώς, διότι δεν εξειδικεύεται συγκεκριμένη πλημμέλεια της προσβαλλόμενης. Επομένως, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, εκ πλαγίου, παραβίαση των, αναφερομένων ως άνω ουσιαστικών διατάξεων.
Κατά το μέρος δε, που, υπό την επίκληση της ίδιας αιτίασης (559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ), πλήττεται η εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών γεγονότων, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. α' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει, ενώ κατά τη διάταξη της περ. γ' του αριθμού 11 του ιδίου άρθρου, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρισίμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη.
Κατά την έννοια αυτή ο ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου έγινε η προσκόμιση και η επίκληση του κρισίμου αποδεικτικού μέσου, πρέπει να είναι νόμιμος και να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας. Για την ίδρυση πάντως του παραπάνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη.
Ωστόσο, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνον από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 47/2020, απ 466/2019, ΑΠ 1557/2018, ΑΠ 1349/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 γ' και α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, αφενός μεν δεν έλαβε υπόψη νομίμως ενώπιόν του προσκομισθέντα ουσιώδη αποδεικτικά μέσα, και ειδικότερα α) την κατάθεση του μάρτυρα της αναιρεσίβλητης Μ.
Μ., β) τις από 10-11-2004 απομαγνητοφωνημένες συνομιλίες υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης, γ) το επενδυτικό ημερολόγιο το οποίο συμπλήρωσε ο ίδιος στις 25-10-2005 και δ) τα ενημερωτικά δελτία των επιδίκων ομολόγων, αφετέρου δε, παρά το νόμο έλαβε υπόψη μη επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο, ήτοι το έντυπο των βασικών όρων έκδοσης του ομολόγου, τη γνησιότητα του οποίου αμφισβήτησε ενώπιον του Εφετείου.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, όσον μεν αφορά το πρώτο σκέλος του, από τη βεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλομένη ότι στην περί πραγμάτων κρίση του κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη "...την ανωμοτί κατάθεση του ενάγοντος, την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα της εναγομένης Μ. Μ., που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, την αρ.5270/19.5.2015 ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Σ.
Π. του Γ., ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών.... την αρ. 9067/26.3.2013 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Π. Σ. του Ζ., ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών...., καθώς και τα έγγραφα, τα οποία οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέστηκαν παραδεκτά και νόμιμα με τις προτάσεις τους ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως και στην παρούσα δίκη και τα οποία λαμβάνονται υπόψη προς άμεση ή έμμεση απόδειξη...", σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται καμία απολύτως αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και όλα τα φερόμενα ως αγνοηθέντα, ως άνω, αποδεικτικά μέσα και, συνακόλουθα, τόσο την κατάθεση του προαναφερόμενου μάρτυρα, χωρίς, όπως προεκτέθηκε, το δικαστήριο να έχει υποχρέωση να αναφερθεί ειδικώς και αναλυτικά σ' αυτή, όσο και τα αναφερόμενα στον τρίτο λόγο έγγραφα, αφού στην απόφαση γίνεται αναφορά στο από 25-10-2005 επενδυτικό ημερολόγιο (προφίλ του ως επενδυτή), καθώς και στα ενημερωτικά δελτία των ομολόγων, όσον δε αφορά το δεύτερο σκέλος του, στηρίζεται σε αναληθή προϋπόθεση, αφού, όπως από το εφετήριο και τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις προκύπτει, ο αναιρεσείων αμφισβήτησε μόνον το γεγονός της επισύναψης των ενημερωτικών εγγράφων στις επιβεβαιώσεις διαπραγμάτευσης επί των τίτλων.
Εξάλλου, ο ίδιος λόγος, όσον αφορά την προβαλλόμενη αιτίαση, ότι από τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε το Εφετείο, είναι απαράδεκτος, διότι αναφέρεται στην εκτίμηση της αποδεικτικής βαρύτητας των μέσων αυτών.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ), στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις και υπέβαλε σχετικό αίτημα, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19-6-2019 αίτηση του αναιρεσείοντος Α. Ε. του Δ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1321/2019 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Νοεμβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Σεπτεμβρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ