Supreme Court dismisses appeal claiming denial of right to comment on traffic sketch without request violated procedural rights.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a conviction for negligent homicide, rejecting the claim that the trial court violated procedural rights by not allowing comments on a traffic sketch. The appellant argued that the sketch was read but not shown, denying him the chance to present observations, while the prosecution contended no objection was raised. The court ruled that since neither party requested the sketch be shown or the right to comment, no procedural error occurred under the Code of Criminal Procedure.
Legislator headnote
AI generatedArticles 171 § 1 (d) and 510 § 1 (a) of the Code of Criminal Procedure; The right to comment on evidence is not absolute and requires a specific request by the parties, as no procedural nullity arises if the court does not grant the right without such a request.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1411 / 2020 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1411/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Γεωργίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Παπαηλιάδη, Βασιλική Ηλιοπούλου, Μαρία Βασδέκη και Νικόλαο Βεργιτσάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευσταθίας Σπυροπούλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Μ. Δ. του Δ., κατοίκου ...., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Παπαχαραλάμπους, για αναίρεση της υπ'αριθ. 146/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Με πολιτικώς ενάγοντα - υποστηρίζοντα την κατηγορία τον Ε. Κ. του Β., κάτοικο .., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Φωτεινή Βαχαρακίδου. Το Τριμελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην αρ. πρωτ. 7/22.11.2019 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1715/19.
Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου η από 22-11-2019 με αριθμό 7/2019 έκθεση αναίρεσης, που συνετάγη ενώπιον του γραμματέως του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Μ. Δ. του Δ., κατοίκου .... Η αναίρεση αυτή στρέφεται κατά της υπ'αριθ. 146/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Δυτικής Μακεδονίας, με την οποία ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος, για την αξιόποινη πράξη της Ανθρωποκτονίας από αμέλεια και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης δεκαοκτώ (18) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία. Έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, περιέχει δε λόγους αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α', Δ', Ε' και Θ' του ΚΠοινΔ (απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης και υπέρβαση εξουσίας) και, συνεπώς, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω ως προς τη βασιμότητα των λόγων της.
ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 474, 476 παρ. 2 και 498 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι, η έκθεση που περιέχει τη δήλωση άσκησης του ένδικου μέσου της έφεσης, πρέπει να διαλαμβάνει ορισμένο λόγο, όπως είναι και η κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Ειδικά, προκειμένου για έφεση, κατά το άρθρο 486 παρ.1 περ. β'ΚΠΔ, Εισαγγελέα κατά αθωωτικής απόφασης, στο άρθρο 487 ΚΠΔ ορίζεται ότι: 'Η άσκηση έφεσης από τον Eισαγγελέα, κατά το προηγούμενο άρθρο, πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα στη σχετική έκθεση, άλλως η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη".
Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι, η αξιούμενη αιτιολογία της ασκούμενης από τον εισαγγελέα έφεσης κατά αθωωτικής απόφασης, αποτελεί πρόσθετο τυπικό όρο του κύρους του ένδικου μέσου και απαιτείται ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των λόγων του, δηλαδή πρέπει να εκτίθενται σ' αυτό, με σαφήνεια και πληρότητα οι συγκεκριμένες πραγματικές ή νομικές πλημμέλειες, που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη αθωωτική απόφαση.
Μόνη δε η παράθεση στην έκθεση έφεσης των αποδεικτικών στοιχείων, από τα οποία προκύπτει ενοχή του κατηγορουμένου, με αναφορά στο κατηγορητήριο, και εντεύθεν εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο σε σχέση με αυτό, δεν αρκεί κατά το νόμο για την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της έφεσης του εισαγγελέα κατά της αθωωτικής απόφασης, εφόσον δεν αντικρούει με συλλογισμούς και σε συνδυασμό με τα αποδεικτικά μέσα την κρίση του δικαστηρίου περί της αθωότητας του κατηγορουμένου (Ολ.Α.Π.9/2005).
Περαιτέρω η έφεση του Εισαγγελέα, στερείται της επιβαλλόμενης από την άνω διάταξη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, όταν, μεταξύ άλλων, δεν μνημονεύονται σ` αυτήν τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη για το σχηματισμό της κρίσης του περί της ενοχής του κατηγορουμένου. Η επιλεκτική παράθεση ορισμένων, από την οποία δημιουργείται αμφιβολία για το αν συνεκτιμήθηκαν και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, τα οποία ούτε κατά κατηγορία μνημονεύονται, συνιστά έλλειψη αιτιολογίας, εκτός εάν, από το όλο περιεχόμενο της αιτιολογίας της έφεσης, προκύπτει κατά τρόπο αναμφισβήτητο ότι λήφθηκαν υπόψη όλα (ΑΠ 181/2019).
Αν η έφεση του Εισαγγελέα δεν έχει τέτοια αιτιολογία και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αντί να την απορρίψει ως απαράδεκτη, την κρίνει παραδεκτή και, ακολούθως, εξετάζοντας την ουσία της υποθέσεως, καταλήξει στην καταδίκη του κατηγορουμένου, υποπίπτει σε θετική υπέρβαση της εξουσίας του, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.
Θ' του νέου ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως. (ΑΠ 568/2019 και ΑΠ 566/2017).
ΙΙΙ. Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτει ότι με την υπ' αριθ. 136/2017 απόφαση του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κοζάνης, κηρύχθηκε αθώος ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων της αποδοθείσας σε αυτόν πράξης της ανθρωποκτονίας από αμέλεια.
Ειδικότερα το ως άνω Δικαστήριο, στο σκεπτικό της απόφασης του, δέχθηκε ότι από τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "...την 6-9-2015 και περί ώρα 16.30 ο κατηγορούμενος, οδηγώντας τον υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... γεωργικό ελκυστήρα μετ' επικαθημένου, μάρκας ΜERCEDES, μοντέλου Unimog, το οποίο ήταν έμφορτο με μπάλες άχυρου, έβαινε επί ανωνύμου αγροτικής οδού, με κατεύθυνση προς τον οικισμό ...
Πτολεμαΐδας. Στο ύψος της συμβολής της οδού αυτής με την Π.Ε.Ο Κοζάνης-Φλώρινας, πριν επιχειρήσει να διασχίσει τον κόμβο και να εισέλθει στην Π.Ε.Ο., ακινητοποίησε το όχημά του έμπροσθεν της πινακίδας υποχρεωτικής διακοπής πορείας (SΤΟΡ), που ήταν τοποθετημένη προ του κόμβου, και αφού διαπίστωσε ότι εντός αυτής δεν κινούνταν κάποιο όχημα, επιχείρησε τη διέλευσή του σε αυτή.
Κατά τον ίδιο χρόνο και κατά τη στιγμή που το όχημα του κατηγορουμένου είχε ήδη διασχίσει το ρεύμα κυκλοφορίας με κατεύθυνση προς Φλώρινα και είχε εισέλθει κατά ένα μέρος στο ρεύμα κυκλοφορίας με κατεύθυνση προς Κοζάνη, προσέγγισε το σημείο αιφνίδια, λόγω της αυξημένης ταχύτητάς της (περί τα 100 χλμ ανά ώρα-βλ.
την από 10-9-2013 τεχνική έκθεση πραγματογνωμοσύνης Δ. Κ., με όριο τα 50 χλμ ανά ώρα), κινούμενη στο τελευταίο αυτό ρεύμα κυκλοφορίας (προς Κοζάνη), η υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, μάρκας Ηοnda, μοντέλου CBF250, που οδηγούσε ο Κ. Δ. του Ε., ο οποίος ενόψει των μειωμένων, αντανακλαστικών του, λόγω της εκ μέρους του κατανάλωσης αλκοόλ (1,56% ανά λίτρο αίματος, βλ, την από 13-9-2013 έκθεση εξέτασης αίματος για ανίχνευση οινοπνεύματος της Διεύθυνσης Εγκληματολογιών Ερευνών Βόρειας Ελλάδας) και ναρκωτικών ουσιών (Δ9-Τετραυδροκανναβινόλη 11,8 ng/ml κανναβινόλες, βλ.
την από 21-3-2014 έκθεση τοξικολογικής εξέτασης του εργαστηρίου ιατροδικαστικής και τοξικολογίας του ΑΠΘ), δεν κατάφερε να αποφύγει να παρεμβληθεί στην πορεία του κατηγορουμένου και να διενεργήσει επιτυχή αποφευκτικό ελιγμό, ενώ και ο τελευταίος, λόγω του είδους κα του μήκους του εν λόγω οχήματος του (γεωργικός ελκυστήρας και ρυμουλκουμένο, συνολικού μήκους 9,80 μ.), δεν είχε δυνατότητα αλλαγής πορείας ή άλλου αποφευκτικού ελιγμού, με αποτέλεσμα τα δύο οχήματα να συγκρουστούν με σφοδρότητα και εξαιτίας της σύγκρουσης ο Κ.
Δ. να υποστεί πολλαπλές κακώσεις κεφαλής, κορμού και άκρων καθώς και βαριά κλειστή κρανιοεγκεφαλική κάκωση, η οποία, ως μόνη ενεργός αιτία επέφερε το θάνατό του. Η ως άνω κρίση του Δικαστηρίου περί των συνθηκών του ένδικου τροχαίου ατυχήματος συνάγεται ιδίως από το γεγονός ότι από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού προκύπτει ότι η μηχανή του θύματος Κ.
Δ. συγκρούστηκε με τον εμπρός αριστερό τροχό της πλατφόρμας του οχήματος που οδηγούσε ο κατηγορούμενος, ήτοι προέκυψε, από το στοιχείο αυτό, ότι τμήμα του οχήματος του κατηγορουμένου είχε ήδη εισέλθει στο ρεύμα πορείας του θύματος και, επομένως, ο κατηγορούμενος, κατά τη στιγμή που αντιλήφθηκε τη μοτοσυκλέτα, ήτοι ελάχιστο χρόνο πριν, δεν είχε τη δυνατότητα να διενεργήσει οποιονδήποτε αποφευκτικό ελιγμό, σε αντίθεση με τον οδηγό της μοτοσυκλέτας, ο οποίος, εάν δεν οδηγούσε υπό τις ανωτέρω προσωπικές του συνθήκες (αυξημένη ταχύτητα, αλκοόλ, ναρκωτικές ουσίες), θα είχε τη δυνατότητα να πράξει αυτό, αποφεύγοντας τη σύγκρουση.
Το Δικαστήριο πείσθηκε επίσης, ενόψει και των προαναφερθέντων, ότι ο κατηγορούμενος ακινητοποίησε το όχημά του πριν εισέλθει στην Π.Ε.Ο., λαμβάνοντας υπόψη του (το Δικαστήριο) και τη συχνότητα της διέλευσης του κατηγορουμένου από το σημείο εκείνο (διότι διατηρούσε αποθήκη σε παρακείμενο χώρο) και εντεύθεν γνώσης των συνθηκών της περιοχής και της οδού και επίσης (πείσθηκε το Δικαστήριο) ότι ο ίδιος (κατηγορούμενος), κατά τη στιγμή που επανεκκίνησε το όχημά του, δεν είχε στο οπτικό του πεδίο τη μοτοσυκλέτα και ότι αντιλήφθηκε αυτή όταν είχε ήδη εισέλθει στο ρεύμα πορείας της, ως συνέπεια της αργής κίνησης του δικού του οχήματος στο οδόστρωμα (εξαιτίας του τύπου του εν λόγω οχήματος) και της ταχύτατης, κατά τα προαναφερθείσα, κίνησης της μοτοσυκλέτας του Κ.
Δ.. Ενόψει όλων των παραπάνω το Δικαστήριο διατηρεί αμφιβολίες σχετικά με το εάν ο κατηγορούμενος ήταν καθ' οιονδήποτε τρόπο υπαίτιος του ένδικου τροχαίου συμβάντος και ως εκ τούτου, κρίνει ότι πρέπει να τον κηρύξει αθώο για την πρώτη πράξη του κατηγορητηρίου, ήτοι της ανθρωποκτονίας από αμέλεια".
IV. Κατά της ανωτέρω απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου, η Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Κοζάνης άσκησε την υπ` αρ. 20/10-2-2017 έφεση της, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Δυτικής Μακεδονίας, το οποίο, έκρινε τυπικά δεκτή την εν λόγω έφεση και στη συνέχεια εξέτασε την ουσία της υπόθεσης και κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για την προαναφερόμενη πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια.
Όπως προκύπτει από την ανωτέρω έκθεση έφεσης της Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών, η οποία παραδεκτώς επισκοπείται για τη έρευνα της βασιμότητας του εκ του άρθρου 510 παρ.1 στ. Θ' ΚΠΔ, αναιρετικού λόγου της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και υπέρβασης εξουσίας, αναφέρεται σ'αυτήν κατά πιστή αντιγραφή ότι: "Το δικάσαν Δικαστήριο δεν εκτίμησε, κατά την κρίση μας ορθώς τα πραγματικά περιστατικά της εκδικαζόμενης υπόθεσης και εσφαλμένα οδηγήθηκε σε απαλλακτική κρίση.
Ειδικότερα δεν εκτίμησε ορθώς ότι ο κατηγορούμενος κινούνταν με ανασφάλιστο όχημα, το οποίο στερούνταν σύστημα πέδησης του ρυμουλκούμενου οχήματος (βλ. σελ. 3 της εκθ. πραγματογνωμοσύνης) του οποίου το συνολικό μήκος ανέρχονταν σε 9,80 μ., σε αγροτική οδό, έχοντας σήμανση "ΣΤΟΡ", και με πρόθεση να διέλθει την τέμνουσα κάθετα κεντρική οδό και να εισέλθει στην απέναντι οδό.
Η ταχύτητά του ήταν μικρή, αλλά δεν είχε δυνατότητα να τροχοπεδήσει, λόγω του όγκου του φορτίου που μετέφερε αλλά και της έλλειψης συστήματος πέδησης στο ρυμουλκούμενο όχημα (καρότσα), έτσι αν και δεν είχε τη δυνατότητα να ελέγξει πλήρως την κίνηση των οχημάτων στο ρεύμα κυκλοφορίας, στο οποίο επρόκειτο να εισέλθει, ως όφειλε, λόγω της απολύτως κάθετης τομής των οδών αλλά και την ύπαρξης δένδρων (βλ.
καταθέσεις προανακριτικών και επ' ακροατηρίω αυτόπτη μάρτυρα) επέλεξε να διέλθει αδιαφορώντας για τους λοιπούς χρήστες της οδού και μετακυλώντας την ευθύνη και επιμέλεια για την αποφυγή της σύγκρουσης σε αυτούς. Τούτο προκύπτει από το γεγονός ότι η απόσταση που χώριζε το όχημα του κατηγορουμένου με αυτό του θανόντα ήταν 50μ. (βλ.
κατάθεση) και ως τέτοια αν επεδείκνυε τη δέουσα προσοχή δυνατό να αντιληφθεί οπτικά και ηχητικά την εν κινήσει μηχανή του θανόντος. Ωστόσο ο κατηγορούμενος, ακριβώς, επειδή δεν μπορούσε να σταματήσει το όχημα του πέρασε όλο το πλάτος της διασταυρούμενης οδού και σταμάτησε στην απέναντι οδό (βλ. κατάθεση αυτόπτη Β.
Δ.). Η ορατότητα του κατηγορούμενου ήταν ελάχιστη έως ανύπαρκτη, όφειλε να ελέγξει με προσοχή αλλά και να διατηρεί το όχημά του σε καλή κατάσταση (φρένα-ελαστικά) ώστε να δύναται να επιχειρεί τους αναγκαίους "ελιγμούς-τροχοπέδησης. Η απόσταση των 50μ. που χώριζε το όχημα του θανόντα (βλ. και Κ. X.) από το σημείο όπου εμφανίστηκε το όχημα του κατηγορουμένου δεν ήταν ικανή για επιτυχή ελιγμό του πρώτου, ο οποίος κινούνταν σε οδό έχουσα προτεραιότητα.
Κατά συνέπεια και ανεξαρτήτως του βαθμού συνυπαιτιότητας του θανόντος, ο κατηγορούμενος από κατάφωρη έλλειψη της προσοχής και επιμέλειας που όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει προκάλεσε το θανάσιμο τραυματισμό του".
V. Έτσι όπως διατυπώθηκε η παραπάνω Εισαγγελική έφεση, περιέχει την από τη διάταξη του άρθρου 486 παρ. 3 ΚΠΔ, (ήδη 487 του νέου ΚΠΔ) απαιτούμενη για την άσκησή της ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολόγηση, αφού εκτίθεται σε αυτήν με σαφήνεια οι, κατά την άποψη της εκκαλούσας Εισαγγελέως, πραγματικές και νομικές πλημμέλειες που αποδίδονται στην πρωτόδικη απόφαση, οι οποίες ανάγονται σε εσφαλμένη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εκτίμηση των αποδείξεων, με ειδική και εμπεριστατωμένη αναφορά πραγματικών περιστατικών και αποδεικτικών μέσων, από τα οποία προέκυπτε κατά την εκκαλούσα Εισαγγελέα, η ενοχή του αθωωθέντος κατηγορουμένου, για την αξιόποινη πράξη, σε αντίθεση με τις παραδοχές της εκκληθείσης αποφάσεως.
Συγκεκριμένα στην έκθεση εφέσεως εκτίθενται τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία το δικαστήριο έπρεπε να πεισθεί για την αμέλεια του κατηγορουμένου και οι λόγοι με τους οποίους αντικρούονται τα αποδεικτικά μέσα βάσει των οποίων το δικαστήριο κατέληξε στην απαλλακτική του κρίση. Ειδικότερα, εκτίθεται σαφώς, τι κατά την κρίση της εκκαλούσας -Εισαγγελέως, προέκυψε από το αποδεικτικό υλικό και γιατί ο θανάσιμος τραυματισμός του οδηγού της δικ.
μοτ/τας οφειλόταν σε αμέλεια του αναιρεσείοντος και τι έπρεπε να είχε πράξει εκείνος για να προλάβει την επέλευση του ζημιογόνου αποτελέσματος. Επισημαίνεται ειδικότερα, ότι δεν αξιολογήθηκαν προσηκόντως τα αποδεικτικά στοιχεία που προέκυψαν από τη δημόσια στο ακροατήριο συζήτηση της υποθέσεως, όπως οι καταθέσεις των μαρτύρων και η συνταχθείσα έκθεση πραγματογνωμοσύνης αντιστοίχως, με ιδιαίτερες δε σκέψεις αιτιολογείται η συντρέχουσα αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος, ο οποίος οδηγούσε γεωργικό ελκυστήρα, που στερούνταν σύστημα πέδησης το ρυμουλκούμενο όχημα (βλ.
σελ. 3 της εκθ. πραγματογνωμοσύνης) του οποίου το συνολικό μήκος ανέρχονταν σε 9,80 μ., σε αγροτική οδό, έχοντας σήμανση "ΣΤΟΡ", και με πρόθεση να διέλθει την τέμνουσα κάθετα κεντρική οδό και να εισέλθει στην απέναντι οδό, δεν είχε δυνατότητα να τροχοπεδήσει λόγω του όγκου του φορτίου που μετέφερε αλλά και της έλλειψης συστήματος πέδησης στο ρυμουλκούμενο όχημα (καρότσα), έτσι αν και δεν είχε τη δυνατότητα να ελέγξει πλήρως την κίνηση των οχημάτων στο ρεύμα κυκλοφορίας, στο οποίο επρόκειτο να εισέλθει, ως όφειλε, λόγω της απολύτως κάθετης τομής των οδών αλλά και την ύπαρξης δένδρων επέλεξε να διέλθει, αδιαφορώντας για τους λοιπούς χρήστες της οδού, με αποτέλεσμα να γίνει η ένδικη σύγκρουση.
Επομένως το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο έκρινε ως τυπικά δεκτή την εν λόγω έφεση του Εισαγγελέως και επιλήφθηκε της κατ' ουσία έρευνας της εφέσεως αυτής, δεν υπερέβη την εξουσία του και ο σχετικός, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Θ' του Κ.Ποιν.Δ. τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
VΙ. Κατά το άρθρο 302 παρ.1 του ισχύοντος μέχρι την 1-7-2019 ΠΚ, "όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών", κατά δε το άρθρο 28 ΠΚ, '' από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν''.
Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων οι οποίες δεν τροποποιήθηκαν με το νέο Π.Κ. προκύπτει, ότι για τη θεμελίωση της αξιόποινης πράξεως της ανθρωποκτονίας, απαιτείται αντικειμενικά μεν πρόκληση θανάτωσης άλλου, υποκειμενικά δε, α) μη καταβολή από το δράστη της επιβαλλομένης κατ' αντικειμενική κρίση, προσοχής, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει υπό τις ίδιες περιστάσεις να καταβάλει, βάσει των νομικών κανόνων, των συνηθειών που επικρατούν στις συναλλαγές και της κοινής πείρας και λογικής και με βάση τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, β) δυνατότητα αυτού, βάσει των προσωπικών περιστάσεων, γνώσεων και ικανοτήτων του, να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο, από έλλειψη της προαναφερομένης προσοχής, είτε δεν προέβλεψε (άνευ συνειδήσεως αμέλεια), είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε όμως ότι δεν θα επερχόταν (συνειδητή αμέλεια) και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξης ή παράλειψης του δράστη και του επελθόντος αποτελέσματος.
Η παράλειψη ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, αφού το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται, στην μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. Η τυχόν συντρέχουσα συνυπαιτιότητα του παθόντος ή και τρίτου, δεν αναιρεί την ύπαρξη αμελείας του δράστη και την ποινική ευθύνη του, εκτός εάν αυτή συνετέλεσε αποκλειστικώς στο αποτέλεσμα που επήλθε, οπότε αίρεται ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παραλείψεως του δράστη και του αποτελέσματος. [Α.Π.455/2019, ΑΠ 473/2017).
Εξάλλου, έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ απαιτουμένης ειδικώς και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ του ΚΠοινΔ, υπάρχει όταν δεν εκτίθεται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικό μέσα από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν αποδείξεις για την ενοχή του κατηγορουμένου.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστό από το καθένα από αυτό. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης.
Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά κατ' επιλογή, όπως επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ.1 και 178 ΚΠοινΔ.
Περαιτέρω, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, ως λόγος αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε` ΚΠοινΔ, υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που έχει στην πραγματικότητα, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε στη διάταξη που εφάρμοσε.
Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής, που εμπίπτει στον ίδιο αναιρετικό λόγο, υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
VΙI. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα παραδεκτώς για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Δυτικής Μακεδονίας, δικάζοντας κατ' έφεση, που την εξέδωσε, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερόμενων στην εν λόγω απόφαση αποδεικτικών μέσων ήτοι ανωμοτί κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας, και υπεράσπισης πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, την από 6-9-2015 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος μετά προχείρου σχεδιαγράμματος, έκθεση πραγματογνωμοσύνης, αναγνωστέα έγγραφα, φωτογραφίες που επισκοπήθηκαν και απολογία του κατηγορουμένου, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα κατά πιστή αντιγραφή πραγματικά περιστατικά, σε σχέση με την αποδιδόμενη στον αναιρεσείοντα πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια: "..."ο κατηγορούμενος την 6-9-2013 και περί ώρα 16:30, στο ...° χλμ.
της Π.Ε.Ο. Κοζάνης - Φλώρινας, από αμέλεια του, δηλαδή από έλλειψη προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα της πράξης του και προκάλεσε το θάνατο άλλου. Συγκεκριμένα, ο κατηγορούμενος οδηγούσε το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... γεωργικό ελκυστήρα μετ' επικαθημένου, μάρκας Mercedes μοντέλου Unimog, το οποίο ήταν έμφορτο με μπάλες άχυρου και έβαινε με αυτό επί ανωνύμου αγροτικής οδού, με κατεύθυνση προς τον οικισμό ...
Πτολεμαΐδας. Η εν λόγω οδός διασταυρώνεται με την Π.Ε.Ο. Κοζάνης - Φλώρινας και στην πορεία του οχήματος του κατηγορουμένου, προ της συμβολής με την άνω οδό, υπήρχε ευκρινής ρυθμιστική πινακίδα Ρ-2 (STOP), που υποχρεώνει τα οχήματα που κινούνται επ' αυτής σε υποχρεωτική διακοπή πορείας προς της εισόδου στη διασταύρωση.
Το πλάτος του οδοστρώματος των δύο οδών είναι 18,90μ και 10,50μ αντίστοιχα, ενώ αμφότερες οι οδοί είναι διπλής κατεύθυνσης, με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση. Η κατάσταση των οδών κατά τον χρόνο του ατυχήματος ήταν καλή (ξηρά) λόγω καλοκαιρίας. Το όριο ταχύτητας για τα κινούμενα στην ανώνυμη οδό οχήματα ορίζεται στα 50χλμ/ώρα, ως κατοικημένη περιοχή, ενώ το όριο ταχύτητας για τα κινούμενα επί της Π.Ε.Ο.
Κοζάνης -Φλώρινας οχήματα ορίζεται επίσης στα 50χλμ/ώρα (ρυθμισπκή πινακίδα Ρ-32). Στο ύψος της συμβολής της προαναφερθείσας ανώνυμης οδού με την Π.Ε.Ο. Κοζάνης - Φλώρινας, ο κατηγορούμενος δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, ούτε ασκούσε την αναγκαία επί της οδού και του οχήματός του εποπτεία, ενώ επιχείρησε να διασχίσει τον κόμβο χωρίς να παραχωρήσει προτεραιότητα κίνησης στα επί της ανωτέρω Π.Ε.Ο κινούμενα οχήματα, καθόσον είχε στην πορεία του πινακίδα υποχρεωτικής διακοπής πορείας (STOP) τοποθετημένη προ του κόμβου και όφειλε να διακόψει την πορεία του οχήματος του και να παραχωρήσει προτεραιότητα κίνησης στα επί της Π.Ε.Ο.
κινούμενα οχήματα, όπου εκείνη την στιγμή εκινείτο η υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, μάρκας Honda μοντέλου CBF 250, που οδηγούσε ο Κ. Δ. του Ε., κάτοικος εν ζωή Πτολεμαΐδας, με κατεύθυνση από Φλώρινα προς Κοζάνη. Αντιθέτως, ο κατηγορούμενος, παραβιάζοντας την υπάρχουσα επί της πορείας του πινακίδα STOP, εισήλθε αντικανονικά στο μέσον του κόμβου, με αποτέλεσμα το όχημά του να παρεμβληθεί αιφνίδια στην πορεία της υπ' αρ.
κυκλοφορίας ... δίκυκλης μοτοσικλέτας, που έβαινε με ταχύτητα υπερβαίνουσα του νομίμου ορίου των 50χλμ/ώρα, να ανακόψει την πορεία της, μη επιχειρώντας τροχοπέδηση, δεδομένης μάλιστα της κακής κατάστασης των ελαστικών του γεωργικού ελκυστήρα και του ρυμουλκούμενου που μειώνει την δυνατότητα πεδήσεως και κατ' αυτόν τον τρόπο τα δύο οχήματα να συγκρουστούν με σφοδρότητα, εξαιτίας δε της σύγκρουσης ο Κ.
Δ. υπέστη πολλαπλές κακώσεις κεφαλής, κορμού και άκρων, καθώς και βαριά κλειστή κρανιοεγκεφαλική κάκωση, η οποία ως μόνη ενεργός αιτία επέφερε το θάνατο του. Συγκεκριμένα, η συγκρουσθείσα επιφάνεια του οδηγουμένου από τον κατηγορούμενο οχήματος είναι η αριστερή πλευρά του ρυμουλκούμενου (καρότσα), ενώ η συγκρουσθείσα επιφάνεια της δίκυκλης μοτοσικλέτας είναι η οπίσθια πλευρά, με σπασμένο συμπλέκτη και κτύπημα στη δεξιά πλευρά της εξάτμισης.
Σύμφωνα με την έκθεση αυτοψίας της Τροχαίας βρέθηκαν ίχνη τροχοπέδησης εκ της μοτοσικλέτας, μήκους 9,80 μ, όπως απεικονίζονται στο σχεδιάγραμμα. Η υπαιτιότητα του κατηγορουμένου συνίσταται στο γεγονός ότι αυτός, ενώ εκινείτο σε αγροτική οδό με το ως άνω ανασφάλιστο όχημα με ρυμουλκούμενο, το σύστημα πέδησης του οποίου, σύμφωνα με την από 11-9-2013 έκθεση πραγματογνωμοσύνης των Ι.
Κ. του Γ., Τεχνολόγου μηχανικού και Ν. Κ., Ηλεκτρολόγου αυτοκινήτων, που αναγνώστηκε, βρέθηκε εκτός λειτουργίας, καθώς τα υποσυστήματα (κεντρική βαλβίδα - καζάνι - κύλινδοι-αγωγοί) δεν ήταν συνδεδεμένα ή παρουσίαζαν διακοπή, παραβίασε την υπάρχουσα επί της πορείας του πινακίδα STOP και εισήλθε αντικανονικά στη διασταύρωση των δύο οδών, με αποτέλεσμα το όχημά του να παρεμβληθεί αιφνίδια στην πορεία της δίκυκλης μοτοσικλέτας και να ανακόψει την πορεία της.
Η ταχύτητα του ήταν μικρή, αλλά δεν είχε δυνατότητα να τροχοπεδήσει λόγω του όγκου του φορτίου που μετέφερε (το φορτίο ζυγίστηκε και βρέθηκε 6.200 κιλά, το βάρος της καρότσας 3.490 κιλά και το συνολικό μήκος του συρμού ήταν 9,80 μ., με ύψος 3,10 μ και μέγιστο πλάτος 2,45 μ, βλ. την έκθεση αυτοψίας της Τροχαίας), αλλά και της έλλειψης συστήματος πέδησης στο ρυμουλκούμενο όχημα.
Έτσι, αν και δεν είχε και τη δυνατότητα να ελέγξει πλήρως την κίνηση των οχημάτων στο ρεύμα κυκλοφορίας στο οποίο επρόκειτο να εισέλθει, ως όφειλε, λόγω της απολύτως κάθετης τομής των οδών, αλλά και της ύπαρξης δένδρων στα αριστερά της πορείας του, επέλεξε να διέλθει, αδιαφορώντας για τους λοιπούς χρήστες της οδού και μετακυλώντας την ευθύνη και επιμέλεια για την αποφυγή ατυχημάτων σε αυτούς.
Αν ο κατηγορούμενος επιδείκνυε τη δέουσα επιμέλεια και προσοχή στην οδήγηση, θα μπορούσε οπτικά και ηχητικά να αντιληφθεί την εν κινήσει μηχανή του θανόντος και να αποφύγει να διέλθει του οδοστρώματος, έως ότου τούτο ελευθερωθεί εντελώς από τους λοιπούς χρήστες, ώστε να μπορέσει ακινδύνως και με ασφάλεια να διέλθει με το όχημα μετά του ρυμουλκουμένου που οδηγούσε, συνολικού μήκους συρμού 9,80μ, επιπλέον δε όφειλε να ελέγξει με προσοχή, αλλά και να διατηρεί το όχημα του σε καλή κατάσταση (φρένα - ελαστικά), ώστε να δύναται να επιχειρεί τους αναγκαίους ελιγμούς - τροχοπέδηση.
Κατά συνέπεια και ανεξαρτήτως του βαθμού συνυπαιτιότητας του θανόντος, ο οποίος οδηγούσε με αυξημένη και πέραν του νομίμου ορίου ταχύτητα, αλλά και υπό την επήρεια αλκοόλ (1,56% ανά λίτρο αίματος, βλ. την από 13.9.2013 έκθεση εξέτασης αίματος για ανίχνευση οινοπνεύματος της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών Βορείου Ελλάδος) και ναρκωτικών ουσιών (Δ9- Τετραυδροκανναβινόλη 11,8 ng/ml - κανναβινόλες, βλ.
την από 21.3.2014 έκθεση τοξικολογικής εξέτασης του εργαστηρίου ιατροδικαστικής και τοξικολογίας του ΑΠΘ), ο κατηγορούμενος από κατάφωρη έλλειψη της δέουσας επιμέλειας και προσοχής που όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, προκάλεσε τον θανάσιμο τραυματισμό του Δ. Κ. του Ε.. Συνακόλουθα, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για την πράξη που του αποδίδεται.
Περαιτέρω, απορριπτέος κρίνεται ο αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί αναγνώρισης στο πρόσωπο του της συνδρομής των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. δ' του ΠΚ, καθόσον δεν προέκυψαν συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που να αποδεικνύουν ότι ο κατηγορούμενος επέδειξε ειλικρινή μετάνοια μετά την πράξη του και επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειές της.".
Ακολούθως το ως άνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε με την προσβαλλόμενη απόφαση ένοχο τον κατηγορούμενο, για την αξιόποινη πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως δεκαοκτώ (18) μηνών, την οποία ανέστειλε για τρία έτη και συγκεκριμένα κατά τα αναγραφόμενα κατά λέξη στο διατακτικό της, του ότι: " την 6-9-2013 και περί ώρα 16:30 στο 28° χλμ.
της Π.Ε.Ο. Κοζάνης - Φλώρινας, από αμέλειά του, δηλαδή έλλειψη προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα της πράξης του και προκάλεσε το θάνατο άλλου και συγκεκριμένα ο κατηγορούμενος οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... γεωργικό ελκυστήρα μετ' επικαθημένου μάρκας Mercedes μοντέλου Unimog, το οποίο ήταν έμφορτο με μπάλες άχυρου, έβαινε επι ανωνύμου αγροτικής οδού με κατεύθυνση προς τον οικισμό ...
Πτολεμαΐδας και στο ύψος της συμβολής της οδού αυτής με την Π.Ε.Ο. Κοζάνης - Φλώρινας δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, ούτε ασκούσε την αναγκαία επί της οδού και του οχήματός του εποπτεία, ενώ επιχείρησε να διασχίσει τον κόμβο χωρίς να παραχωρήσει προτεραιότητα κίνησης στα επί της ανωτέρω Π.Ε.Ο.
κινούμενα οχήματα, καθόσον είχε στην πορεία του πινακίδα υποχρεωτικής διακοπής πορείας (STOP) τοποθετημένη προ του κόμβου και όφειλε να διακόψει την πορεία του οχήματός του και να παραχωρήσει προτεραιότητα κίνησης στα επί της Π.Ε.Ο. κινούμενα οχήματα, όπου εκείνη την στιγμή εκινείτο η υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ...
δίκυκλη μοτοσικλέτα μάρκας Honda μοντέλου CBF 250 που οδηγούσε ο Κ. Δ. του Ε., κάτοικος εν ζωή Πτολεμαΐδας, με κατεύθυνση από Φλώρινα προς Κοζάνη, αντίθετα ο κατηγορούμενος παραβιάζοντας την πινακίδα STOP εισήλθε αντικανονικά στο μέσον του κόμβου, με αποτέλεσμα το όχημά του να παρεμβληθεί αιφνίδια στην πορεία της υπ' αρ.
κυκλοφορίας ... δίκυκλης μοτοσικλέτας, να ανακόψει την πορεία της μη επιχειρώντας τροχοπέδηση, δεδομένης μάλιστα της κακής κατάστασης των ελαστικών του γεωργικού ελκυστήρα και του ρυμουλκουμένου που μειώνει την δυνατότητα πεδήσεως και κατ' αυτόν τον τρόπο τα δύο οχήματα να συγκρουστούν με σφοδρότητα, εξαιτίας δε της σύγκρουσης ο Κ.
Δ. υπέστη πολλαπλές κακώσεις κεφαλής, κορμού και άκρων, καθώς και βαριά κλειστή κρανιοεγκεφαλική κάκωση, η οποία ως μόνη ενεργός αιτία επέφερε το θάνατό του. ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ υποβληθέντα αυτοτελή ισχυρισμό περί αναγνώρισης ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 δ' του Π.Κ."".
ΙΧ. Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη, από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 302 παρ. 1 και 28 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία.
Οι μερικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, αφού: Η καταδίκη του στηρίχθηκε σε όλα τα αποδεικτικά μέσα, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της αποφάσεως και ιδίως από την εκτεταμένη αναφορά της, μάλιστα και κατ' είδος, στα ληφθέντα υπόψη και συνεκτιμηθέντα στο σύνολό τους αποδεικτικά μέσα και δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρει καθένα ιδιαιτέρως, ούτε τι αποδείχθηκε συγκεκριμένα από καθένα από αυτά.
Περαιτέρω, εκτίθενται με πληρότητα, χωρίς ασάφειες ή αντιφάσεις οι ακριβείς συνθήκες του τροχαίου ατυχήματος και της επελεύσεως του θανάσιμου τραυματισμού του οδηγού της δίκυκλης μοτοσυκλέτας Δ. Κ.. Ακόμη, προσδιορίζεται επαρκώς η αμελής συμπεριφορά του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος, συνισταμένη, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι οδηγώντας το υπ' αρίθμ.κυκλ....
γεωργικό ανελκυστήρα μετ' επικαθημένου, το οποίο ήταν έμφορτο με μπάλες άχυρου και βαίνοντας επί της ανωνύμου αγροτικής οδού με κατεύθυνση προς οικισμό ... Πτολεμαΐδας, φθάνοντας στη συμβολή αυτής με την Π.Ε.Ο Κοζάνης-Φλώρινας, όπου στην πορεία του υπήρχε πινακίδα υποχρεωτικής διακοπής πορείας (SΤΟP), δεν οδηγούσε με σύνεση και δεν είχε διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, ούτε ασκούσε την αναγκαία επί της οδού και του οχήματός του εποπτεία, ενώ επιχείρησε να διασχίσει τον κόμβο χωρίς να παραχωρήσει την προτεραιότητα κίνησης στα επί της ανωτέρω Π.Ε.Ο.
κινούμενα οχήματα, καθόσον είχε στην πορεία του πινακίδα υποχρεωτικής διακοπής πορείας (STOP), τοποθετημένη προ του κόμβου και όφειλε να διακόψει την πορεία του οχήματός του και να παραχωρήσει προτεραιότητα κίνησης στα επί της Π.Ε.Ο. κινούμενα οχήματα, όπου εκείνη τη στιγμή εκινείτο η υπ' αρίθμ. κυκλ. ... δίκυκλη μοτ/τα, που οδηγούσε ο Δ.
Κ. , με κατεύθυνση από Φλώρινα προς Κοζάνη. Αντίθετα, παραβιάζοντας την πινακίδα STOP εισήλθε αντικανονικά στο μέσον του κόμβου, με αποτέλεσμα να παρεμβληθεί αιφνίδια στην πορεία της ως άνω μοτ/τας, που έβαινε με ταχύτητα υπερβαίνουσα το νόμιμο όριο των 50 χλμ/ώρα, να ανακόψει την πορεία της και να συγκρουσθούν τα δύο οχήματα με σφοδρότητα, εξαιτίας δε της σύγκρουσης αυτής να υποστεί ο οδηγός της μοτ/τας Δ.
Κ. πολλαπλές κακώσεις κεφαλής, κορμού και άκρων, καθώς και βαριά κλειστή κρανιοεγκεφαλική κάκωση, εκ της οποίας ως μόνης ενεργού αιτίας επήλθε ο θάνατός του. Επίσης, στην απόφαση εκτίθενται και περιγράφονται όλα τα στοιχεία και τα ευρήματα, που διαπιστώθηκαν κατά την αυτοψία και παρατίθεται ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, στην οποία αναπτύσσονται οι σκέψεις, οι συλλογισμοί και η αξιολόγηση αυτών και των λοιπών αποδεικτικών μέσων, βάσει των οποίων το δικαστήριο κατέληξε στην καταδικαστική του κρίση.
Ωσαύτως, είναι αβάσιμη η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης η από 10-9-2013 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Δ. Κ., καθόσον στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, αφού από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης σαφώς προκύπτει ότι δεν είναι μεταξύ των αναγνωσθέντων εγγράφων, ούτε υποβλήθηκε αίτημα ανάγνωσης αυτής από τον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα ή το συνήγορό του.
Προσέτι, αναφέρεται το είδος της αμέλειας και δη της μη συνειδητής, αφού αιτιολογείται και εξειδικεύεται επαρκώς η από έλλειψη προσοχής μη πρόβλεψη του άνω ατυχήματος και η δυνατότητα του κατηγορουμένου να προβλέψει το αποτέλεσμα που επήλθε από την ανωτέρω αμελή συμπεριφορά του και παρατίθεται ο αιτιώδης σύνδεσμος ανάμεσα στην αμελή συμπεριφορά του και στο επελθόν αποτέλεσμα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ανεξάρτητα από τη συντρέχουσα συνυπαιτιότητα του οδηγού της μοτ/τας, η οποία επαρκώς προσδιορίζεται σε τι συνίσταται και η οποία, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, ουδόλως αναιρεί την ύπαρξη αμέλειας του ιδίου και έτσι τα περί αντιθέτου υποστηριζόμενα από τον αναιρεσείοντα είναι αβάσιμα.
Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, κατά το μέρος που συνιστούν διαφορετική αξιολόγηση του περιεχομένου των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, όπως της κατάθεσης αυτόπτη μάρτυρα, της ανίχνευσης αλκοόλης και ναρκωτικών ουσιών στο αίμα του θανόντος και καταλήγουν σε αμφισβήτηση της αναιρετικά ανέλεγκτης ουσιαστικής κρίσης του δικαστηρίου, είναι απαράδεκτες, διότι υπό την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττεται η ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου.
Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ συναφείς λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και έλλειψη νόμιμης βάσης, είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν.
Χ. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ' ΚΠΔ, ακυρότητα, που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη, προκαλείται αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων, που του παρέχονται στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η άσκηση των δικαιωμάτων που προσήκουν στον κατηγορούμενο, αναφέρεται σε όλες τις περιπτώσεις κατά τις οποίες υφίσταται από το νόμο υποχρέωση του δικαστή να δημιουργήσει, οίκοθεν, εκείνες τις προϋποθέσεις που καθιστούν δυνατή την άσκηση των ανωτέρω δικαιωμάτων, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη σχετική αίτηση του κατηγορουμένου. Από τις διατάξεις, όμως, των άρθρων 333 παρ. 2 και 358 ή άλλης διάταξης του ΚΠΔ, δεν προκύπτει υποχρέωση του διευθύνοντος τη συζήτηση να δίδει το λόγο στους διαδίκους, χωρίς αίτηση τους, για να προβούν σε δηλώσεις ή εξηγήσεις σχετικά με τα αποδεικτικά μέσα που εξετάσθηκαν. Και αν μεν ζητήσουν τον λόγο και δεν τους δοθεί (μετά από προσφυγή τους στο δικαστήριο), δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα εκ του άρθρου 171 παρ. 1 περ. δ' του ΚΠΔ, ιδρύουσα λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα. Αν όμως, δεν ζητήσουν αυτοί τον λόγο ουδεμία ακυρότητα δημιουργείται.
Εν προκειμένω, με το δεύτερο λόγο της αναιρέσεως, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι υπέπεσε η προσβαλλόμενη απόφαση στην αναιρετική πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας και τούτο διότι, κατά τους ισχυρισμούς του, το δικαστήριο για το σχηματισμό της καταδικαστικής του κρίσης έλαβε υπόψη και το πρόχειρο σχεδιάγραμμα του Τμήματος Τροχαίας Πτολεμαΐδας (Τ.Τ.Π.), το οποίο ναι μεν αναγνώσθηκε, πλην όμως δεν του επιδείχθηκε κατά τη δημόσια στο ακροατήριο διαδικασία, προκειμένου να υποβάλει τις παρατηρήσεις του επί του περιεχομένου του, με συνέπεια να αποστερηθεί του δικαιώματος να εκθέσει τις απόψεις του, παραβιάζοντας, έτσι, τα υπερασπιστικά του δικαιώματα.
Ο λόγος όμως αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και τούτο διότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση των πρακτικών, μετά την ανάγνωση του πρόχειρου σχεδιαγράμματος του Τ.Τ.Π, από τον διευθύνοντα τη συζήτηση, δεν επιδείχθηκε αυτό στο συνήγορο του κατηγορουμένου- αναιρεσείοντος ή στον ίδιο και δεν τους δόθηκε ο λόγος επ' αυτού, καθόσον δεν τον ζήτησαν, ούτε ο ίδιος ούτε ο συνήγορός του και επομένως δεν προκύπτει υποχρέωση του διευθύνοντος τη συζήτηση να δίδει το λόγο στους διαδίκους, χωρίς αίτηση τους, για να προβούν σε δηλώσεις ή εξηγήσεις σχετικά με τα αποδεικτικά μέσα που εξετάσθηκαν, σύμφωνα με τα ως άνω αναφερόμενα στη νομική σκέψη που προηγήθηκε.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α' σχετικός δεύτερος λόγος αναίρεσης για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, κατά την έννοια των άρθρων 171 § 1 εδ. δ' και 510 § 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατόπιν τούτων, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 578 παρ. 1 ΚΠοινΔ), ως και η δικαστική δαπάνη του νομίμως παρασταθέντος υποστηρίζοντος την κατηγορία (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την με αριθμό πρωτ.7/22-11-2019 έκθεση-αίτηση του Μ. Δ. του Δ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ'αριθ. 146/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Δυτικής Μακεδονίας.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ, ως και την δικαστική δαπάνη του υποστηρίζοντος την κατηγορία εκ πεντακοσίων (500,00)Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Δεκεμβρίου 2020.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Δεκεμβρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ