Supreme Court allows appeal and remands case for retrial on specific claims while dismissing others.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court accepted the appeal against the First Instance Court's decision regarding the second plaintiff's claims. The court found that the appeal was procedurally valid and substantiated the second plaintiff's request for the period from January 1, 2003, to December 31, 2003, while rejecting the claim for the period from January 1, 2002, to December 28, 2004. Consequently, the case was remanded to the Court of First Instance for further examination of the remaining issues.
Legislator headnote
AI generatedΚώδικας Πολιτικής Δικονομίας: Η αναίρεση επιτρέπει την επανεκδίκαση της υπόθεσης κατά το αναιρούμενο μέρος, διατηρώντας τις αποφάσεις που κρίθηκαν κατ' ουσία βάσιμες.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1411 / 2019 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1411/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Σοφία Καρυστηναίου, προεδρεύουσα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Όλγα Σχετάκη-Μπονάτου, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 16η Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης -Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΣΥΡΟΥ-ΕΡΜΟΥΠΟΛΗΣ" ως καθολικού διαδόχου του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΕΡΜΟΥΠΟΛΕΩΣ, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην …της νήσου Σύρου, Νομού Κυκλάδων και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Επαμεινώνδα Ρέκκα, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων:1) Ι. Ε., 2) Μ. Κ., 3) Δ. Κ., 4) Μ. Μ. και 5) Γ. Π., κατοίκων ..., που παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Παναγιώτη Καμπίτη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-7-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1004/2011 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 3533/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25-9-2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Όλγα Σχετάκη-Μπονάτου.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Η από 25-9-2017 και με αριθμό κατάθεσης .6854/634/26-9-2017 αίτηση αναίρεσης κατά της 3533/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, επί της ασκηθεισών αντιθέτων εφέσεων από τους ενάγοντες και από το δεύτερο εναγόμενο κατά της 1004/2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών , εκδοθείσας, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της από 01-7-2009 (με αριθμό κατάθεσης 144393/4144/2009 ) αγωγής, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 παρ.2,όπως ίσχυε πριν την έναρξη ισχύος την 1-1-2016 του ν.4335/2015-ΟΛΑΠ10/2018, 566 παρ.1 και 144).
Συνεπώς, είναι παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (ΚΠολΔ 577 παρ.3).
2.Οι ενάγοντες, ήδη αναιρεσίβλητοι, άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την από 1-7-2009 και με αριθμό κατάθεσης 144393/4144/2009 αγωγή τους κατά της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία" ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΟΠΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΚΑΙ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ .ΑΕ." (που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη) και του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΕΡΜΟΥΠΟΛΗΣ", στη θέση του οποίου υπεισήλθε ως καθολικός διάδοχος, αυτού σύμφωνα με το άρθρο 1παρ.2 και 283 τουν.3852/2010,ο ήδη αναιρεσείων ΟΤΑ-ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΣΥΡΟΥ-ΕΡΜΟΥΠΟΛΗΣ", με την οποία ισχυρίσθηκαν ότι προσλήφθηκαν με συμβάσεις (χαρακτηριζόμενες ως "συμφωνητικά συνεργασίας") που συνήφθησαν με τους εναγομένους, με αντικείμενο τη φύλαξη σχολικών κτιρίων του δεύτερου εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, οι οποίες ανανεώνονταν αλληλοδιαδοχικά χωρίς να μεσολαβεί μεταξύ τους καμία διακοπή και εργάσθηκαν με τις ανωτέρω συμβάσεις μέχρι και την 3-4-2006.
Ότι στη συνέχεια οι εργασιακές τους σχέσεις μετατράπηκαν σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, κρίθηκε δε ότι από την αρχή της πρόσληψης τους παρείχαν εξαρτημένη εργασία και από 3-4-2006 κατατάχθηκαν σε οργανικές θέσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου του δεύτερου εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου Δήμου Ερμούπολης Σύρου, με την ειδικότητα του σχολικού φύλακα.
Ότι σύμφωνα με τα ανωτέρω υπάγονται στο ενιαίο μισθολόγιο του Δημοσίου και παρά ταύτα δεν λαμβάνουν την προβλεπόμενη από το άρθρο 14 Ν.3016/2002 ειδική μηνιαία παροχή(88 ευρώ από 1-1-2002έως 30-6-2009 και 176 ευρώ από1-7-2002 και εφεξής), την οποία λαμβάνουν οι υπάλληλοι που εργάζονται με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, και ότι η ως άνω παροχή δεν χορηγείται σε αυτούς κατά παράβαση της αρχής της ισότητας των εργαζομένων, και από παράνομη παράλειψη των οργάνων των εναγομένων κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ.
Με βάση τα πραγματικά αυτά περιστατικά, όπως παραδεκτά περιόρισαν το αίτημα της αγωγής τους σε εν μέρει αναγνωριστικό για το ποσό που υπερβαίνει τις 12.000,00 ευρώ, με τις πρωτοβάθμιες προτάσεις τους και με δήλωση της πληρεξουσίου δικηγόρου τους που καταχωρήθηκε στα πρακτικά (άρθρο 223 ΚΠΟΛΔ σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 294,295παρ.1,297 ΚΠΟΛΔ), οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι ζήτησαν, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να τους καταβάλουν, εις ολόκληρο έκαστος, την προβλεπόμενη από το άρθρο 14Ν.3016/2002 ειδική μηνιαία παροχή για το χρονικό διάστημα από 1-1-2202 έως 30-6-2009,ήτοι το συνολικό ποσό των 12.000,00 ευρώ με το νόμιμο τόκο από τη δήλη ημέρα που κάθε επιμέρους κονδύλιο κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό και να αναγνωρισθεί ότι οφείλουν να τους καταβάλουν το συνολικό ποσό των 3.312,00ευρώ με το νόμιμο τόκο από τη δήλη ημέρα που κάθε επιμέρους κονδύλιο κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό.
3.Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ` αρ. 1004/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ως προς τη βάση της ισότητας :1)απορρίφθηκε η αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη ως προς την πρώτη εναγομένη, 2α) έγινε η αγωγή ως προς το δεύτερο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα εν μέρει δεκτή ως προς τη δεύτερη ενάγουσα και της επιδικάσθηκε για το χρονικό διάστημα από 1-1-2003 μέχρι31-12-2003 για την παροχή του άρθρου 14 του Ν.3016/2002 το ποσό των 2.112,00 ευρώ, ενώ για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 μέχρι 31-12-2002 απορρίφθηκε η αγωγή λόγω πενταετούς παραγραφής, 2β) έγινε δεκτή η αγωγή ως προς τους λοιπούς ενάγοντες αναιρεσίβλητους, ενώ απορρίφθηκε η αγωγή ως προς όλους τους ενάγοντες ως μη νόμιμη ως προς την εξ αδικοπραξίας βάση .Κατά της ως άνω απόφασης άσκησαν το μεν εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον την από 31-1-2012 (αριθ.κατάθεσης 935/2012) έφεση, οι δε ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι την από 12-7-2012 έφεση. Επί των εφέσεων αυτών, μετά από συνεκδίκασή τους, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ`αριθ.3533/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγιναν τυπικά δεκτές και απορρίφθηκαν κατ `ουσία οι εφέσεις.
4.Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη 3533/2015 απόφασή του και όπως από αυτήν προκύπτει, δέχθηκε ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι προσέφεραν τις υπηρεσίες τους με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στον δεύτερο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα Δήμο ... ως φύλακες σχολικών κτιρίων αυτού, η μεν δεύτερη ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη από 1-1-2002 μέχρι 31-12-2003,οι δε πρώτη, τρίτη, τέταρτη και πέμπτος από τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι από1-1-2202 μέχρι 30-6-2009. Ότι επίσης δικαιούνται για την ειδική παροχή του άρθρου 14 Ν.3016/2002 :Α) η μεν δεύτερη ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη για το χρονικό διάστημα από 1-1-2003 μέχρι 31-12-2003 το ποσό των 2.112,00 ευρώ, ενώ απέρριψε λόγω πενταετούς παραγραφής τις ένδικες αξιώσεις αυτής (β ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης) για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 μέχρι 31-12-2002 και Β) οι λοιποί ενάγοντες ήδη αναιρεσίβλητοι για όλο το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-1-2002 μέχρι 30-6-2009 το ποσό των 15.312,00 ευρώ. Η πιο πάνω κρίση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ως προς την αξίωση των εναγόντων για λήψη της ειδικής εκ του άρθρου 14 του Ν.3016/2002 παροχής δεν προσβάλλεται με αναίρεση.
5.Ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α` ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αντίθετα, αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου (όταν προσδίδεται σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή) είτε ως κακή εφαρμογή (όταν γίνεται εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης), με αποτέλεσμα την κατάληξη σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ενστάσεων των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών, ήτοι αποκλειστικά των πραγματικών περιστατικών που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016).
6. Με τη διάταξη του άρθρου 90 παρ.3 του ν. 2362/1995 "Περί δημοσίου Λογιστικού και ελέγχου δαπανών του Κράτους", που εφαρμόζεται και επί των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ), σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 56 παρ.1 του ν.δ. 496/1974, 3 του ν.δ. 31/1968 και 304 του κυρωθέντος με το π.δ. 410/1995 και ισχύσαντος μέχρι την 31-12-2006 Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα, καθώς και του άρθρου 276 παρ.2 του ισχύοντος Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του Ν.3463/2006. (ως εκ του κρισίμου εδώ χρόνου), ορίζεται ότι "Η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ` αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεώς της".
Η διάταξη αυτή είναι ειδική σε σχέση με τη διάταξη του άρθρου 91 εδ. α` του ν. 2362/1995, με την οποία ρυθμίζεται γενικά το θέμα έναρξης του χρόνου παραγραφής οποιασδήποτε αξίωσης κατά του Δημοσίου κλπ, από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της, όπως τούτο σαφώς συνάγεται από τη ρητή επιφύλαξη που διατυπώνεται στο άρθρο 91 εδ.
α` ως προς την ισχύ άλλων ειδικών διατάξεων και, ως εκ τούτου, κατισχύει αυτής (ΑΕΔ 32/2008, ΟλΑΠ 29/2006). Η προβλεπόμενη από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 90 παρ.3 του ν. 2362/1995 για τις πιο πάνω αξιώσεις των υπαλλήλων [του Δημοσίου και] των ΟΤΑ βραχυπρόθεσμη παραγραφή, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από το χρόνο παραγραφής που ισχύει, κατ` άρθρο 250 αρ.6 και 17 ΑΚ, για παρόμοιες αξιώσεις των εργατών και υπαλλήλων των ιδιωτικών επιχειρήσεων, καθώς και από τον οριζόμενο στο άρθρο 937 ΑΚ χρόνο παραγραφής των αξιώσεων από αδικοπραξία, έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος (η συνδρομή των οποίων δικαιολογεί την εισαγωγή εξαιρέσεων και διακρίσεων, ΟλΑΠ 3/2006, ΟλΑΠ 23/2004) και συγκεκριμένα από την ανάγκη ταχείας εκκαθάρισης των σχετικών αξιώσεων και των αντιστοίχων υποχρεώσεων [του Δημοσίου και] των ΟΤΑ, που είναι απαραίτητη για την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής κατάστασης αυτών, στην οποία συμβάλλουν οι [πολίτες ή] δημότες με την καταβολή φόρων, τελών και λοιπών υπέρ των ΟΤΑ επιβαρύνσεων (πρβλ.
ΟλΑΠ 38/2005). Εξ άλλου, κατά το άρθρο 93 περ. α` και β` του ίδιου νόμου, η παραγραφή διακόπτεται "α) Με την υποβολή της υποθέσεως στο δικαστήριο ή σε διαιτητές, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων, του δικαστηρίου ή των διαιτητών" και "β) Με την υποβολή στην αρμόδια δημόσια αρχή αιτήσεως για την πληρωμή της απαιτήσεως των κατά του δημοσίου αξιώσεων, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από τη χρονολογία που φέρει η έγγραφη απάντηση [...] της αρμόδιας για την πληρωμή της απαιτήσεως αρχής.
Αν η δημόσια αρχή δεν απαντήσει η παραγραφή αρχίζει μετά πάροδο έξι μηνών από τη χρονολογία υποβολής της αιτήσεως. [...]" ( ΑΠ515/2019, ΑΠ 879/2017, ΑΠ 332/2015).
7.Περαιτέρω, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του και κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά επί του ζητήματος της παραγραφής των ενδίκων αξιώσεων: ".....Κατά την άποψη που υιοθετεί το παρόν δικαστήριο για τις επίδικες αξιώσεις των εναγόντων ισχύει η πενταετής παραγραφή του άρθρου 90 παρ.1 του Ν.2362/1995 που αρχίζει οπό τη γένεση εκάστης, η οποία μπορεί να διακοπεί με την υποβολή σχετικής αίτησης στην αρμόδια δημόσια αρχή καθώς και με την υποβολή της υποθέσεως στο Δικαστήριο.
Οι ενάγοντες, με την υπ' αριθμ. πρωτ. .../30.12.2005 αίτησή τους, προς τον εναγόμενο Δήμο, ζήτησαν την καταβολή δώρων Χριστουγέννων, Πάσχα, επιδόματος αδείας, αποδοχών νυχτερινής εργασίας και απασχόλησης κατά τις Κυριακές και αργίες και λοιπών επιδομάτων (π.χ. οικογενειακό), που καταβάλλονται στους εργαζόμενους με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, τα οποία όφειλε να τους καταβάλει ο εναγόμενος Δήμος λόγω του χαρακτήρα της σχέσης τους ως εξαρτημένης εργασίας, για τα έτη 2001 έως και 2005, η δε 2 η ενάγουσα μόνον για τα έτη 2001 έως και 2003.
Όμως, με την αίτησή τους αυτή οι ανωτέρω ενάγοντες δεν διέκοψαν την παραγραφή των επίδικων απαιτήσεών τους, διότι στην ανωτέρω αίτηση, αντιθέτως προς το ρητώς αναφερόμενα και αιτούμενα δώρα, επίδομα αδείας, αποδοχές νυχτερινής εργασίας και απασχόλησης κατά τις Κυριακές και αργίες και οικογενειακό επίδομα, ουδεμία μνεία κάνουν στην αιτούμενη με την υπό κρίση αγωγή ειδική παροχή των 176,00 ευρώ, έστω και με απλή αναφορά άλλων υπαλλήλων στους οποίους καταβάλλεται η αιτούμενη παροχή ή στις διατάξεις βάσει των οποίων καταβάλλεται αυτή σε άλλους υπαλλήλους, ώστε καμία δεν παρέχεται δυνατότητα στον εναγόμενο Δήμο να προσδιορίσει επακριβώς το είδος και το ύψος της συγκεκριμένης απαίτησης και να απαντήσει σχετικά, δεδομένου, μάλιστα, ότι δεν επρόκειτο και περί παροχής χορηγούμενης κατά νόμο σε όλους ανεξαιρέτως τους υπαλλήλους του εναγομένου, απορριπτομένης της σχετικής αντένστασης διακοπής της παραγραφής με την ως άνω υποβληθείσα αίτηση, όσον αφορά το χρονικό διάστημα πριν την 1.1.2003.
Στη συνέχεια, όλοι οι ενάγοντες, πλην της 2ης εξ αυτών, με την υπ' αριθμ. πρωτ. ...28.12.2006 αίτησή τους, προς τον εναγόμενο Δήμο, ζήτησαν την καταβολή δώρων Χριστουγέννων, Πάσχα, επιδόματος αδείας, αποδοχών νυχτερινής εργασίας και απασχόλησης κατά τις Κυριακές και αργίες και λοιπών επιδομάτων, που καταβάλλονται στους εργαζόμενους με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, καθώς και "το επίδομα των 176,00 ευρώ", τα οποία όφειλε να τους καταβάλει ο εναγόμενος Δήμος λόγω του χαρακτήρα της σχέσης τους ως εξαρτημένης εργασίας, για τα έτη 2001 έως και 31.3.2006, οπότε εντάχθηκαν στο τακτικό προσωπικό του Δήμου.
Με την αίτησή τους αυτή οι ενάγοντες, πλην της 2 ης που δεν συνυπέγραψε την αίτηση αυτή, διέκοψαν την πενταετή παραγραφή των επίδικων απαιτήσεών τους και συνεπώς οι αξιώσεις αυτών (πλην της 2 ης ) δεν έχουν παραγραφεί, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, κατά τον αυτεπάγγελτο έλεγχο του Δικαστηρίου (άρθρο 276 του Ν. 3463/2006 σε συνδυασμό με άρθρο 96 τελ.
εδάφιο του ν.δ. 321/1969, όπως ισχύει μετά το Ν. 2362/1995) και κατ' αποδοχή της προβληθείσας εκ μέρους των εναγόντων (πλην της 2 ης ) αντένστασης διακοπής της παραγραφής αυτής με την υποβολή της παραπάνω αίτησης. Ακολούθως, οι ενάγοντες άσκησαν την με αριθμό καταθέσεως 2773/21.12.2007 αγωγή τους ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που επιδόθηκε στον δεύτερο εναγόμενο Δήμο την 31.12.2007 (σύμφωνα με το προσκομιζόμενο από τον εναγόμενο Δήμο επιδοθέν αντίγραφο αυτής), αιτούμενοι μεταξύ άλλων και την ειδική παροχή του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002 για τα έτη 2002 έως και 2007, από την οποία παραιτήθηκαν με δήλωση της πληρεξουσίου δικηγόρου τους που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συζήτησης.
Με την άσκηση της αγωγής αυτής επήλθε πράγματι διακοπή της παραγραφής των χρηματικών απαιτήσεών τους έναντι του δευτέρου εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος κυρίως όσον αφορά την 2 η ενάγουσα και ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη που δεν υπέβαλε την ως άνω αίτηση, ενώ όσον αφορά τους 1 η , 3 η 4 η και 5 0 ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους η διακοπή της παραγραφής είχε ήδη επέλθει με την προαναφερθείσα αίτησή τους.
Συνεπώς οι αξιώσεις της 2 ης ενάγουσας έχουν παραγραφεί για το πριν την 1.1.2003 χρονικό διάστημα, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, κατά τον αυτεπάγγελτο έλεγχο του Δικαστηρίου (άρθρο 276 του Ν. 3463/2006 σε συνδυασμό με άρθρο 96 τελ. εδάφιο του ν.δ. 321/1969, όπως ισχύει μετά το Ν. 2362/1995) και κατ' αποδοχή της προβληθείσας εκ μέρους της 2 ης ενάγουσας αντένστασης διακοπής της παραγραφής αυτής με την άσκηση της παραπάνω αγωγής την3 1.12.2007.
Επομένως, η 2 η ενάγουσα δικαιούται την ένδικη παροχή για το χρονικό διάστημα από 1.1.2003 μέχρι31.12.2003 ήτοι το ποσό των (12 μήνες Χ 176,00 ευρώ) 2.112,00 ευρώ, ενώ οι λοιποί ενάγοντες δικαιούνται την ένδικη παροχή για το χρονικό διάστημα από 1.1.2002 έως 30.6.2009, ήτοι [(6 μήνες από 1.1.2002 έως 30.6.2002 Χ 88,00 ευρώ) + (84 μήνες από 1 .7.2002 έως 30.6.2009 Χ 176,00 ευρώ) ] το συνολικό ποσό των 15.312,00 ευρώ.
Κατά συνέπεια των ανωτέρω η αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως προς τη πρώτη εναγόμενη (που όπως προαναφέρθηκε δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη), να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη ως προς το δεύτερο εναγόμενο Δήμο όσον αφορά τους 1 η 3 η 4 η και 5 0 από τους ενάγοντες και να γίνει εν μέρει δεκτή ως εν μέρει ουσιαστικά βάσιμη ως προς τη 2 η ενάγουσα και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος Δήμος να καταβάλει στην μεν 2 η ενάγουσα το ποσό των2.112,00 ευρώ, σε δε έκαστο των λοιπών εναγόντων το ποσό των 12.000.00 ευρώ καθώς και να αναγνωριστεί ότι οφείλει στους λοιπούς πλην της 2ης από τους ενάγοντες το ποσό των 3.312 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής ενώπιον του Ειρηνοδικείου ήτοι από 31-122007.
Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε τα ίδια και έκανε δεκτή την αγωγή ως προς το δεύτερο εναγόμενο όσον αφορά τους πρώτη, τρίτη , τέταρτη και πέμπτο από τους ενάγοντες και έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή ως προς το δεύτερο εναγόμενο όσον αφορά τη δεύτερη ενάγουσα, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις και εκτίμησε τις αποδείξεις απορριπτομένων των ενιαίως κρινομένων ως συναφών των λόγων των εφέσεων ως ουσιαστικά αβασίμων του εναγομένου -εκκαλούντος εφεσιβλήτου και των εναγόντων -εκκαλούντων -εφεσιβλήτων.
8.Με την κρίση του αυτή, το Δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 90 παρ.1 και 90 παρ.3 του Ν.2362/1995,δεχόμενο ότι για τις επίδικες απαιτήσεις των εναγόντων ισχύει η πενταετής παραγραφή από της γενέσεώς τους του άρθρου 90 παρ.1 και όχι η διετής παραγραφή από της γενέσεώς τους που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 90 παρ.3 του Ν.2362/1995.
Συνακόλουθα με βάση τις προαναφερόμενες παραδοχές της για τα διακοπτικά γεγονότα (το εναγόμενο ήδη αναιρεσείον δεν προσβάλλει κατά τούτο-διακοπτικά γεγονότα - την απόφαση του Εφετείου παρά μόνο για το χρόνο της παραγραφής -διετία και όχι πενταετία από το χρόνο γενέσεώς τους- και την παραγραφή αυτών για το χρονικό διάστημα από1-1-2002 μέχρι 28-12-2004) που έλαβαν χώρα :α) για όλους τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους, πλην της δεύτερης ενάγουσας, με την από ...28-12-2006 αίτησή τους προς το δεύτερο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα Δήμο ..., β) για όλους τους ενάγοντες ήδη αναιρεσείοντες με την από 2773/21.12.2007 αγωγή τους ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που επιδόθηκε στο δεύτερο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον στις 31.12.2007, από την οποία παραιτήθηκαν και γ)για όλους τους ενάγοντες ήδη αναιρεσίβλητους με την άσκηση της κρινόμενης αγωγής που επιδόθηκε στο δεύτερο εναγόμενο ήδη αναιρεσείον στις 7-9-2009, έπρεπε να δεχθεί:
α)ως προς τη δεύτερη ενάγουσα ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη ότι για τις ένδικες αξιώσεις της του επίδικου χρονικού διαστήματος από 1-1-2002 μέχρι 31-12-2003 είχε ήδη παρέλθει διετία και δη στις 31-12-2004 για τις αξιώσεις του χρονικού διαστήματος από 1-1-2002 μέχρι 31-12-2002 καθώς και στις 31-12-2005 για τις αξιώσεις του χρονικού διαστήματος από 1-1-2003 μέχρι 31-12-2003 από την γένεσή τους μέχρι την άσκηση της της ως άνω πρώτης αγωγής στο Ειρηνοδικείο Αθηνών στις 31-12-2007,με αποτέλεσμα με την άσκηση της εν λόγω αγωγής να μην επέρχεται διακοπή της παραγραφής κατ` άρθρο 93 εδ ά του Ν. 2632/1995,εφόσον οι εν λόγω αξιώσεις ήταν ήδη παραγεγραμμένες από 31-12-2004 και από 31-12-2005αντίστοιχα.(ΑΠ121/2019).Έτσι, οι απαιτήσεις της δεύτερης ενάγουσας είχαν υποκύψει στη διετή παραγραφή ,την προβλεπομένη από τις ως άνω διατάξεις του άρθρου 90 παρ.3 του Ν.2362/1995,που έχουν εν προκειμένω εφαρμογή, σε συνδυασμό με αυτές του άρθρου 91 εδ.α του ίδιου νόμου, και η αγωγή ως προς τη δεύτερη ενάγουσα έπρεπε να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ` ουσία λόγω παραγραφής.
β)ως προς τους υπόλοιπους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους με βάση τα προαναφερόμενα διακοπτικά γεγονότα σε συνδυασμό με το ότι η ένδικη αγωγή επιδόθηκε στο δεύτερο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα στις 7-9-2009 ,έχουν υποκύψει στη διετή παραγραφή, την προβλεπομένη από τις ως άνω διατάξεις του άρθρου 90 παρ.3 του Ν.2362/1995,που έχουν εν προκειμένω εφαρμογή, σε συνδυασμό με αυτές του άρθρου 91 εδαφ .α του ίδιου νόμου, οι απαιτήσεις αυτών του χρονικού διαστήματος από1-1-2002 μέχρι 28-12-2004.Τούτο γιατί η διετής παραγραφή διεκόπη για πρώτη φορά με την επιδοθείσα με αριθ....28-12-2006 από28-12-2006 αίτηση διαμαρτυρίας των εναγόντων αυτών στο δεύτερο εναγόμενο για τις αξιώσεις των εν λόγω εναγόντων του χρονικού διαστήματος από 28-12-2006 μέχρι 28-12-2004.Στη συνέχεια διεκόπη εκ νέου η διετής παραγραφή με την από 21-12-2007 με αριθ.
κατάθεσης 2773/21-12-2007 αγωγή τους που επιδόθηκε στο δεύτερο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα στις 27-12-2007 για τις αξιώσεις των εναγόντων αυτών του χρονικού διαστήματος από 27-12-2007 μέχρι 27-12-2005 και τέλος διεκόπη πάλι η διετής παραγραφή με την άσκηση στις 7-9-2009 της ένδικης αγωγής για τις αξιώσεις των εναγόντων αυτών του χρονικού διαστήματος από 30-6-2009 μέχρι 30-6-2007.
Έτσι, οι απαιτήσεις της πρώτης, τρίτης, τέταρτης και πέμπτου από τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 μέχρι 28-12-2004 είχαν υποκύψει στη διετή παραγραφή ,την προβλεπομένη από τις ως άνω διατάξεις του άρθρου 90 παρ.3 του Ν.2362/1995,που έχουν εν προκειμένω εφαρμογή, σε συνδυασμό με αυτές του άρθρου 91 εδφ.α του ίδιου νόμου, και η αγωγή ως προς την πρώτη, τρίτη, τέταρτη και πέμπτο από τους ενάγοντες κατά το μέρος αυτό έπρεπε να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ` ουσία λόγω παραγραφής .
9. Συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση ,πρέπει για τον λόγο αυτόν, να αναιρεθεί κατά το μέρος που δέχθηκε ως μη παραγεγραμμένες τις αξιώσεις της δεύτερης ενάγουσας και ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης για το χρονικό διάστημα από 1-1-2003 μέχρι 31-12- 2003 καθώς και ως μη παραγεγραμμένες τις αξιώσεις της πρώτης, τρίτης, τέταρτης και πέμπτου από τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 μέχρι 28-12-2004 και ο μοναδικός λόγος, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1εδά ΚΠΟΛΔ για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 90παρ'1 και90παρ'3 του Ν.2362/1995 είναι βάσιμος.
10..Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ.3 εδ.α` ΚΠολΔ (όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, ΦΕΚ Α` 87), "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση".
Εν προκειμένω, μετά την αναίρεση αναβιώνει η εκκρεμοδικία επί της εφέσεως. Στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατόπιν εφέσεως του δεύτερου εναγομένου, εκεί εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, είχε μεταβιβασθεί η υπόθεση ως προς τη δεύτερη ενάγουσα εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσίβλητη, κατά το μέρος που η αγωγή αυτής είχε γίνει δεκτή από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δηλαδή για τις ένδικες αξιώσεις αυτής του χρονικού διαστήματος από 1-1-2003 μέχρι 31-12-2003 και το εκκαλούν επεδίωκε την απόρριψή της αγωγής και κατά το μέρος αυτό.
Από τις αιτιολογίες, που αναφέρθηκαν κατά την έρευνα του μόνου λόγου αναιρέσεως, προκύπτει ότι η αγωγή είναι παραγεγραμμένη για το ως άνω χρονικό διάστημα ως προς τη δεύτερη ενάγουσα. Επομένως, δεν απαιτείται περαιτέρω έρευνα και, μετά την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση από τον Άρειο Πάγο και να γίνει δεκτή η από 31-1-2012 έφεση του εκκαλούντος ως κατ` ουσία βάσιμη και να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση κατά το μέρος που δέχτηκε ως και κατ` ουσία βάσιμες τις προαναφερθείσες αγωγικές αξιώσεις της δεύτερης ενάγουσας για το χρονικό διάστημα από 1-1-2003 έως 31-12-2003 .
Εν συνεχεία, το ως άνω αγωγικό αίτημα της δεύτερης ενάγουσας πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο. Περαιτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που επιδίκασε στους πρώτη, τρίτη, τέταρτη και πέμπτο από τους ενάγοντες τις ένδικες αξιώσεις από το άρθρο 14 ν.3016/2002 για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 έως 28-12-2004 και να παραπεμφθεί η υπόθεση, η οποία χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση, κατά το αναιρούμενο μέρος προς εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ.3 του ΚΠΟΛΔ) .
Τέλος, πρέπει οι αναιρεσίβλητοι να καταδικασθούν, λόγω ήττας τους, στα μειωμένα, κατά το μέτρο του άρθρου 281 παρ.2 του ν.3463/2006 "Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων", δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (ΚΠΟΛΔ 176, 183 και 191 παρ. 2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ` αριθ. 3533/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.
Δέχεται κατ` ουσία την από 31-1-2012 έφεση του Ο.Τ.Α-Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΣΥΡΟΥ-ΕΡΜΟΥΠΟΛΗΣ" ως προς τη δεύτερη εφεσίβλητη Κ. Μ.
Εξαφανίζει την εκκαλουμένη απόφαση κατά το κεφάλαιο που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας και αφορά τις αγωγικές αξιώσεις της δεύτερης ενάγουσας για το χρονικό διάστημα από 1-1-2003 έως 31-12-2003.
Κρατεί την υπόθεση και δικάζει επί της από 1-7-2009 αγωγής ως προς την δεύτερη ενάγουσα κατά το κεφάλαιο αυτό.
Απορρίπτει την αγωγή ως προς το κεφάλαιο που αφορά τις αγωγικές αξιώσεις της δεύτερης ενάγουσας για το χρονικό διάστημα από 1-1-2003 έως 31-12-2003.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά τα λοιπά κατά το αναιρεθέν μέρος στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, προς περαιτέρω εκδίκαση.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή εξακοσίων (600) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Μαΐου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 5 Δεκεμβρίου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ